ΝΠ | Αφιερώματα

Γράμμα στον Μίκη Θεοδωράκη

 

Αθήνα, 5 Σεπτεμβρίου 2021

Αγαπητέ κύριε Μίκη Θεοδωράκη,

Αν ήμουν αρκετά γενναίος, αυτό το γράμμα θα το διαβάζατε ο ίδιος. Θα είχα φροντίσει να μελετήσω πιο προσεκτικά τα βήματά σας, την πορεία σας στη μουσική, στη ζωή, στην πολιτική – θα σας είχα ευχαριστήσει. Αν το είχα κάνει, ίσως να σας χάριζα κι ένα χαμόγελο. Αν το είχα κάνει, θα είχα τώρα κι ένα λόγο να κρατήσω. Όμως απέτυχα.

Τώρα φύγατε κι εγώ ξέρω πως δε στάθηκα γενναίος. Βρέθηκα ανέτοιμος στον αποχαιρετισμό μας. Και φταίω. Γιατί όταν δε φτάνουν οι λέξεις μας απέναντι στο σπουδαίο, δεν είναι που δεν υπάρχουν λέξεις. Είναι που δε φροντίσαμε να τις συλλέξουμε μία-μία προς τιμήν του. Θα σας κερνούσα μαστίχα, αλλά δεν προνόησα. Πέρασε η ώρα της συγκομιδής κι εκείνη έμεινε στο χώμα. Έτσι τέλειωσαν οι λέξεις.

Αυτό είναι το λάθος μου, κύριε Θεοδωράκη. Εσείς μου δώσατε το μέτρο να ξέρω πόσο απέχω απ’ τη ρώμη ενός αγωνιστή, πόσο απέχω απ’ τη λεπτότητα των αισθημάτων ενός τρυφερού ποιητή του λόγου και της μουσικής. Κι εγώ που δε σας έδωσα τίποτα πίσω, θα αναζητώ τώρα τις διαδρομές του έργου και της ιστορίας σας, μήπως πάρω δύναμη απ’ την ορμή σας, μήπως κλέψω φως απ’ τον ήλιο της όμορφης πόλης σας που διαρκώς ανατέλλει.

Κύριε Θεοδωράκη, σε εσάς, που η αγάπη σας υπήρξε τόσο μεγάλη, μια αγάπη που ο Σεφέρης θα έλεγε πως ήρθε αδελφωμένη με το χρέος ενός αγωνιστή, έστω και τώρα σας δίνω το λόγο μου – στα διλήμματα που ποτέ δεν παύουν να έρχονται, στις κρίσιμες επιλογές, στους στίχους και στη ζωή μου, να κάνω την αγάπη σας πυξίδα μου και, όσο καταφέρω, να πορευτώ γενναία κι εγώ, όπως ζήσατε.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ

 

Ο Γ.Β. γεννήθηκε το 1998 στην Αθήνα. Το 2013, σε ηλικία 15 ετών διακρίθηκε ως στιχουργός στην Τέταρτη Ακρόαση Νέων Δημιουργών της Μικρής Άρκτου, από την οποία κυκλοφορούν το βιβλίο του Αδιανόητα διαφορετικοί (2013), ο παιδικός δίσκος Ποιος μου χάλασε το τραίνο που συνυπογράφει με τον στιχουργό Παρασκευά Καρασούλο (Μουσική Γιώργος Ανδρέου, 2015) και ο πρώτος του προσωπικός δίσκος Τρίτη έξοδος (μουσική Σπύρος Παρασκευάκος, ερμηνεία Δήμητρα Σελεμίδου, 2017). Είναι τελειόφοιτος στο τμήμα Ιστορίας και Φιλοσοφίας της Επιστήμης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

 

 

Το μουσικό σύμβολο του νέου ελληνισμού

 

Ο ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ γράφει για τον ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ

Ο τιτάνιος δημιουργός που πραγμάτωσε το μουσικό πεπρωμένο του νέου ελληνισμού (στην πιο υψηλή έννοια της μουσικής), ο άνθρωπος που υψώθηκε σε θέση ιστορικού συμβόλου, δεν είναι πια εν ζωή. Διακόσια χρόνια μετά την Παλιγγενεσία και εκατό χρόνια μετά την Καταστροφή, απέρχεται αλλά μας αφήνει μιαν ατίμητη κληρονομιά.

Γεννημένος σε γη θερισμένη και αλωνισμένη από τον θάνατο, υπό το βάρος της μικρασιατικής τραγωδίας και υπό τη διάψευση των έσχατων ελπίδων που γέννησε το έπος της εθνικής αντίστασης, ο Μίκης Θεοδωράκης αφουγκραζόταν όσο ελάχιστοι το βήμα των νεκρών αλλά και την απόγνωση των ζωντανών αυτού του Τόπου. Μεγάλος στη νεανική τραγική του εκλογή, ωραίος στην ορμή για πράξεις ανδρείες, θαυμαστός στον έρωτά του για τη δόξα –κάτι που ποτέ δεν έκρυψε–, κατέκτησε με το Έργο του το δικαίωμα να μας ζητά, με όποιο τρόπο ήθελε, να σταθούμε στο ύψος της ιστορικής μας αποστολής και αυτού που ονόμαζε «όραμα της εθνικής αναγέννησης».

Ακλόνητος στην πίστη του για ένα πολιτισμό δύναμης και ζωτικής ορμής, ξένος προς τις μελοδραματικές ψευτιές που διακινούν πολλοί για να καμαρώνουν μπροστά στον καθρέφτη φορώντας τενεκεδένια παράσημα ευαισθησίας, αυτός μόνον ένα καθρέφτη αναγνώριζε: τα μάτια των ανθρώπων του Λαού μας. Υπήκοος αυτής της απόφασης όχι απλώς υπερασπίστηκε την Παράδοση (που μετά τον Πόλεμο φαινόταν να οδεύει προς ιστορικό θάνατο), αλλά επιβεβαιώνοντας πως μυστικές πνευματικές δυνάμεις δρουν κάτω από αμφιλεγόμενες πολιτικές επιφάνειες, ανανέωσε τους εκφραστικούς πυρήνες του ελληνικού μέλους συγχωνεύοντας τον δωρικό και τον ιωνικό ρυθμό τόσο ιδανικά ώστε να καταστεί για τον νέο ελληνισμό αυτό που ήσαν (τηρουμένων των αναλογιών) ο Πίνδαρος στους αρχαίους, ο Ρωμανός ο Μελωδός στους μέσους χρόνους.

Η επέλαση των μουσικών του θεμάτων, οι εναλλαγές αισθηματικών ορμών, οι απότομες είσοδοι, οι ισχυρές ανελίξεις σε κορυφώματα δυναμικότητας που διατηρούν όλη τους την ένταση, η ισορροπία διονυσιακού και απολλώνιου στοιχείου, ο τρόπος που συντόνιζε με οργιαστική, μυσταγωγική και μαντική δύναμη, επικά, λυρικά και ελεγειακά μέρη, κατέδειξαν πως ήταν ο Πρώτος. Παιάνες, μοιρολόγια, συμφωνικά έργα, καντάτες, λαϊκά τραγούδια, ύμνοι, ορατόρια, διθύραμβοι ένωναν συγκρούσεις κι αγωνίες, υποσυνείδητες φωνές και ηθικές κατευθύνσεις. Ο αδιάπτωτος, αισχύλειος τρικυμισμός της μουσικής ψυχής του, που σκανδαλίζει σιδώνιους και ευριπίδειους χαρακτήρες, τρικυμισμός που γεννήθηκε από το δημοτικό τραγούδι και τη βυζαντινή υμνογραφία, αλλά και μεγάλες επιτεύξεις της δυτικής μουσικής, ποτέ δεν έχασε τη κρητομυκηναϊκή αγνότητα, ποτέ δεν έκανε παραχωρήσεις προς λιγωτικά σιρόπια της ανατολής ή χαβανέζικες εκδοχές δύσης. Κορφολογώντας τα πιο όμορφα βλαστάρια της δημοτικής παράδοσης και του ζωντανού τραγουδιού, που πάντα ανθίζει στα χείλη του λαού, έστησε ένα λαμπρό Οικοδόμημα, με θεμέλια τα τρία μεγάλα οργανικά στοιχεία του ελληνικού τραγουδιού (τον Λόγο, τη Μουσική και τον Χορό), συναρμόζοντας κλασική και κοινοτική παράδοση, λόγια και λαϊκή ψυχή.

Και οι πολιτικές του ανακολουθίες; θα παρατηρήσουν οι ψυχροί ορθολογιστές με το σπασμένο θερμόμετρο στο χέρι και τον υδράργυρο στη γλώσσα. Είναι τόσο δύσκολο λοιπόν να στοχαστούμε ιστορικά, να σκεφτούμε πως μετά από μερικές δεκαετίες, όταν οι πρόσκαιρες ιδέες και οι συμπτωματικές πράξεις σβήσουν, θα μείνει το Έργο που θα φωτίζει στους αιώνες τον νου και την καρδιά ενός Λαού;

ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

 

 

 

Μια στιγμή να ξεφύγει απ’ τη Μοίρα της, φτάνει!

~.~

Ο ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ ΚΑΡΑΣΟΥΛΟΣ γράφει για τον ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ

Είμαστε όλοι παιδιά του Μίκη. Είμαστε όλοι παιδιά του Μάνου. Οι δυο τους, και μαζί μ’ αυτούς και οι επίγονοί τους, νοηματοδότησαν σταθερά την εποχή που μεγαλώσαμε. Χάρισαν στον ελληνικό πολιτισμό τη σύγχρονη ταυτότητά του, αληθινές αφηγήσεις της αγωνίας του, των οραμάτων και των αναφορών του. Με το καλλιτεχνικό τους έργο και τη δημόσια παρουσία τους, διαμόρφωσαν και υπερασπίστηκαν το έντεχνο ελληνικό τραγούδι. Το τραγούδι που λειτούργησε και εξακολουθεί να λειτουργεί με κυρίαρχο αίτημά του το καλλιτεχνικό, στηρίζοντας την γλώσσα και την ιστορία του τόπου αυτού – αυτό το είδος τέχνης που η επικρατούσα σήμερα κουλτούρα του ναρκισσισμού και της βιομηχανοποιημένης διασκέδασης, εχθρεύεται περισσότερο κι από τα κρίματά της.

Κατέθεσαν στην Τράπεζα του Μέλλοντος σπουδαία έργα ώστε να αντλεί για δεκαετίες μετά τη φυγή τους ο ελληνικός λαός, μνήμες συλλογικών μύθων και ίχνη δρόμων αξιοπρέπειας και εθνικής συνείδησης. Και με τη δημόσια παρουσία τους υπέδειξαν πως ο καλλιτέχνης κρίνεται ως «όλον», για το σύνολο της προσφοράς του στη χώρα του, και ως δημιουργός αλλά και ως πολίτης. Γι αυτό κι είχαν και οι δύο απέναντι τους κατά καιρούς ως ισχυρούς αντιπάλους τους κόμματα που έρχονταν και παρέρχονταν σε αντίθεση με τη δική τους σταθερή παρουσία στις καρδιές των Ελλήνων, μηχανισμούς κομματικούς που θεωρούσαν και θεωρούν απειλή για τον κανόνα τους, το λαϊκό έρεισμα και τη δύναμη του λόγου και πράξης των σημαντικών καλλιτεχνών.

Κυρίως όμως τόσο ο Μάνος όσο και ο Μίκης, ξεπέρασαν τη Μοίρα τους. Και γι’ αυτό ίσως αγαπήθηκαν τόσο. Κι όχι για μια στιγμή μόνο. Έγιναν δηλαδή οι ίδιοι δημιουργοί Ιστορίας, ακολουθώντας τα ίχνη της Γενιάς του ’30, συνομίλησαν απευθείας ως καλλιτέχνες – πρόσωπα με τον Χρόνο που έζησαν και διεκδίκησαν τη θέση τους στον Τόπο που αγάπησαν. Κι αυτό είναι ίσως η σπουδαιότερη παρακαταθήκη που μας κληρονόμησαν σε μια εποχή που μικραίνει τις ανθρώπινες δυνάμεις και δυναμικές αφαιρώντας την δυνατότητα ιστορικής παρέμβασης και δημιουργίας.

Είκοσι επτά χρόνια μετά τον θάνατο του Μάνου, η χώρα αυτές τις μέρες πενθεί με παλλαϊκό τρόπο τον Μίκη. Με τα τραγούδια του αλλά και ανασύροντας μνήμες και εικόνες του, από στιγμές που αποτελούν πια περιουσία όλων.

Αυτή η συναυλία του Άξιον Εστί το 1977 στον Λυκαβηττό, με το συνωστισμένο πλήθος να τραγουδά τους στίχους του ποιήματος, είναι επιτρέψτε μου να πιστεύω η εικόνα της «καλής Ελλάδας». Μιας Ελλάδας που έστω για μια στιγμή θέλησε να ξεπεράσει τη Μοίρα της τραγουδώντας την πίστη της στην Ομορφιά.

Κι αν δημιουργεί αμηχανία σε διάφορους «παροικούντες την Ιερουσαλήμ», η τόσο μεγάλη λαϊκή απήχηση του Μίκη, ας σκεφθούν τι θα σήμαινε η αποκαθήλωση από το εικονοστάσι του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού των μορφών του Μίκη, του Μάνου, της Γενιάς του ’30, των επιγόνων τους, αλλά και όσων ακόμη και σήμερα συντηρούν παλεύοντας με τα κύματα, τις αναφορές τους. Τι θα έμενε άραγε;

Κι αν υπάρχει ένας λόγος για να αναφερόμαστε στον Μάνο όταν αναφερόμαστε στον Μίκη και στον Μίκη όταν μνημονεύουμε τον Μάνο, είναι γιατί ακριβώς αυτή η εποχή δεν σηκώνει άλλους διχασμούς, ούτε ψεύτικες αντιπαλότητες. Απαιτεί μια Ελλάδα αποφασισμένη να ξεφύγει από τη Μοίρα της! Έστω και για μια στιγμή.

ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ ΚΑΡΑΣΟΥΛΟΣ
5 Σεπτεμβρίου 2021

«Είχαμε ξεχάσει πως είναι θνητός»

 

Ο ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΤΣΑΛΑΧΟΥΡΗΣ γράφει για τον ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ

Ο Μίκης Θεοδωράκης από το πρωί της 2ας Σεπτεμβρίου 2021 ανήκει στην αιωνιότητα. Όπως είχε γραφεί για τον Παλαμά, «είχαμε ξεχάσει πως είναι θνητός». Ο Μίκης ήταν όλων. Εγώ έζησα έναν Μίκη διαφορετικό, μόνον μέσα από το κλασσικό του έργο. Είχα μαζί του κάποιες πολύ βαθιές συζητήσεις στις οποίες διέκρινα έναν άνθρωπο σκεπτόμενο με πολύ ιδιαίτερο τρόπο. Είχε μεγάλες φιλοσοφικές ανησυχίες, σκέψεις για το μέλλον της μουσικής, την αξία της. Έβλεπα ακόμη και μελαγχολία στις διηγήσεις και κυρίως στους απολογισμούς.

Ένα βράδυ είχε έρθει στο σπίτι του βιολιστή Γιώργου Δεμερτζή για να ακούσει μία πρόβα με κάποια έργα του για συνδυασμούς εγχόρδων. Βιολί & βιόλα, βιολί & τσέλο κ.α. Ήταν σπουδές που είχε γράψει όταν ήταν στη Μακρόνησο, χωρίς πιάνο, και χωρίς μουσικό χαρτί. Οι συνδυασμοί ήταν υπαγορευμένοι από το ποιοι μουσικοί ήταν συγκρατούμενοί του και το τι όργανα έπαιζαν ή είχαν μαζί τους. Ο Γιώργος και τα υπόλοιπα μέλη του Νέου Ελληνικού Κουαρτέτου έπαιξαν τις σπουδές και με το τέλος κοίταξαν τον Μίκη περιμένοντας ένα σχόλιο. Εγώ καθόμουν πλάι του στον καναπέ του σπιτιού. Εκείνος είπε: «…σας παρακαλώ. Έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε κι έχω ανάγκη λίγα λεπτά σιωπής». Σε εκείνη τη σιωπή ένιωσα έντονα το βάθος της σκέψης του αλλά και τον φόβο και τον προβληματισμό  για το χρόνο και την ισοπεδωτική ορμή του.

Θα αναφέρω κάποιες στιγμές που παραμένουν ανεξίτηλες στη μνήμη μου σαν φόρο τιμής στον Μίκη Θεοδωράκη, μία σειρά από αναμνήσεις που διαμόρφωσαν μέσα μου ένα «δεδομένο» που δύσκολα μπορούσα να φανταστώ πως θα με επηρέαζε τόσο πολύ το φυσικό του τέλος:

Πρώτη φορά του μίλησα τον Ιανουάριο του 1987 μαζί με συμμαθητές από το Ωδείο. Του ζητήσαμε να παρακολουθήσουμε τις πρόβες της όπεράς του «Καρυωτάκης» στην Λυρική Σκηνή. Μας άφησε. Η παράσταση ήταν μαγευτική για τα αυτιά και τα μάτια μας. Η Κική Μορφωνιού στο ρόλο της Ρωμιοσύνης αξέχαστη. Στην πρεμιέρα του πήγα την παρτιτούρα του Άξιον Εστί που είχα αγοράσει για να μου την υπογράψει. Η ημερομηνία της πρεμιέρας της όπερας, όπως έχει αποτυπωθεί και στην αφιέρωση 14 Φεβρουαρίου 1987. Είναι η ημέρα θανάτου του Κουν. Η Μελίνα Μερκούρη παρακολουθούσε την πρεμιέρα και έφυγε στο διάλλειμα προφανώς επειδή την ενημέρωσαν. Με το τέλος της παράστασης ο Σπύρος Ευαγγελάτος, ο τότε διευθυντής της Λυρικής, βγήκε στη σκηνή και ανακοίνωσε στο κοινό την απώλεια του Κουν. Χρόνια μετά του είπα, του θύμισα, πως μου είχε δώσει άδεια για τις πρόβες. Με ρώτησε γιατί δεν του μίλησα περισσότερο. Του απάντησα πως ντρεπόμουν, κι εκείνος πρόσθεσε «έπρεπε να μου μιλήσεις, έπρεπε να μιλάμε… ένιωθα πολύ μόνος τότε». Θα ομολογήσω μία κλοπή: βρήκα ένα μεσημέρι και με το τέλος διαλείμματος της πρόβας μία παρτιτούρα (σπαρτίτο) της όπερας. Δεν δίστασα και την πήρα. Την πήγα σε ένα φωτοτυπογραφείο στην οδό Σόλωνος και ζήτησα να γίνει αμέσως. Στο επόμενο διάλειμμα έβαλα το σπαρτίτο στη θέση του και κράτησα το αντίγραφο. Το έχω ακόμη. Ο Μίκης με μάλωσε όταν μετά από χρόνια που του το είπα. «Έπρεπε να μου το ζητήσεις». Πιστεύω, όμως, πως κατά βάθος τον κολάκεψε η παρανομία.

 

 

Τα πρώτα χρόνια της μουσικής μου αναζήτησης υπήρχε η εντύπωση πως Μάνος – Μίκης ήταν δύο φαινόμενα τόσο αντίθετα που τίποτε δεν μπορούσε να τα γεφυρώσει. Η αίσθηση που είχαμε όσοι σπουδάζαμε μουσική και μιλάγαμε για αυτήν ήταν πως οι δύο τους δεν θα αντάλλασαν ούτε καλημέρα. Τόσες διαφορές χάους βλέπαμε στη σχέση τους. Ένα βράδυ ήμουν στο σπίτι του Χατζιδάκι και μιλάγαμε χαλαρά. Χτύπησε το τηλέφωνο και κατάλαβα πως ήταν ο Μίκης. Μίλησαν ένα πεντάλεπτο τόσο φιλικά και άμεσα, υπήρχε τόση οικειότητα στη φωνή του Χατζιδάκι που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση. Κάποια χάρη είχε ζητήσει ο Χατζιδάκις στον Θεοδωράκη κι εκείνος του τηλεφώνησε για να του πει πως το τακτοποίησε.

Ήμασταν στο Μέγαρο Μουσικής για να ακούσουμε μία εκτέλεση της 3ης του Συμφωνίας. Εάν θυμάμαι καλά έπαιζε μία ορχήστρα από την Αρμενία. Με το τέλος της συναυλίας ο Μίκης, με δυσκολία ανέβηκε στη σκηνή. Η δυσκολία στο βάδισμα. Το κοινό τον αποθέωνε και ζητούσε επίμονα μία επανάληψη. Η ορχήστρα και ο μαέστρος δέχθηκαν. Ο Μίκης, όμως, που βάδιζε δύσκολα δεν μπορούσε να κατέβει γρήγορα από τη σκηνή και ένας μουσικός από τα πρώτα βιολιά του παραχώρησε τη θέση του για να καθίσει. Έπαιξαν ξανά το 3ο μέρος της Συμφωνίας και ο Μίκης βρέθηκε καθισμένος και σκεπτικός ανάμεσα στους μουσικούς. Μία εικόνα αξέχαστη. Άκουγε όπως όλοι με το κεφάλι λίγο κατεβασμένο απολύτως ακίνητος. Κάτι ακόμη: το 3ο μέρος της 3ης Συμφωνίας το έχω ακούσει πολλές φορές και ανεξάρτητα από την υπόλοιπη Συμφωνία. Η καλύτερη εκτέλεση που έχω δει/ακούσει ήταν υπό τη διεύθυνση του Χατζιδάκι. Η ατμόσφαιρα της συναυλίας εκείνης ήταν μοναδική. Βρήκα την ημερομηνία… 3 Απριλίου 1991, τριάντα χρόνια πριν. Θυμάμαι στη συναυλία αυτήν την Κική Μορφωνιού.

Στο Ηρώδειο είχαμε πάει για να ακούσουμε υπό τη διεύθυνσή του το «Πνευματικό Εμβατήριο» σε στίχους Σικελιανού. Στην πρώτη σειρά, στο θώκο, καθόταν με τα ασπρόξανθα μαλλιά της η Άννα Σικελιανού. Δεν θα ξεχάσω ποτέ το χειροκρότημα του κατάμεστου Ηρωδείου μόλις ανακοινώθηκε η παρουσία της στη συναυλία. Ο Μίκης της έδωσε μία χειραψία, ένα φιλί. Μετά από αυτή τη συνάντηση του Μίκη με τη γυναίκα του Σικελιανού οι πρώτες νότες του «Πνευματικού Εμβατήριου» ήταν συγκλονιστικές.

Το Νέο Ελληνικό Κουαρτέτο είχε προγραμματίσει μία συναυλία στο Μέγαρο όπου μεταξύ άλλων θα έπαιζε και δύο έργα του Μίκη Θεοδωράκη. Το ένα θα ήταν το «Κοιμητήρι» και το δεύτερο ο «Οιδίπους Τύραννος». Ο Οιδίπους ήταν γραμμένος από τον Μίκη για ορχήστρα εγχόρδων. Δεν το γνώριζα το έργο και εντυπωσιάστηκα. Η αντιστικτική του ανάπτυξη, η αρμονική πυκνότητα και η δραματουργία μου φάνηκαν εξαιρετικά. Ο Γιώργος Δεμερτζής διαπίστωσε λίγες ημέρες πριν από την πρώτη προγραμματισμένη δοκιμή του κουαρτέτου πως ο «Οιδίπους» δεν μπορούσε να παιχτεί από τις πάρτες της μορφής για ορχήστρα εγχόρδων. Πυκνογραμμένη παρτιτούρα με πολλά divisi. Κλήθηκα μέσα σε ένα Σαββατοκύριακο να κάνω την μεταγραφή. Δυσκολεύτηκα πολύ διότι στην πραγματικότητα δεν ήταν «μεταφορά», έπρεπε να ξηλώσω το έργο και να απομονώσω τις μουσικές ιδέες ώστε να το ανασυνθέσω από την αρχή στη νέα διανομή οργάνων. Ο Μίκης παρακολούθησε μία δοκιμή πριν από τη συναυλία και είπε πως εκείνος δεν θα μπορούσε να κάνει αυτή τη μεταγραφή διότι θα τον εμπόδιζε η σκέψη που είχε βάλει στην πυκνή ορχηστρική γραφή. Θα προσθέσω πως σε μία φράση κολακευτική προς εμένα είπε πως η μορφή αυτή ίσως είναι καλύτερη από την ορχήστρα εγχόρδων διότι είναι περισσότερο διαυγής. Το έργο παίχτηκε στο Μέγαρο κι αργότερα το εξέδωσε με τον τίτλο Κουαρτέτο αρ.3 Epoca Nocturna, έργο του 1948 όταν ήταν δηλαδή 23 ετών.

Το κουαρτέτο: https://www.youtube.com/watch?v=Q81-VS_JnMQ&t=12s

Η Ορχήστρα εγχόρδων: https://www.youtube.com/watch?v=agYxYIDpeC0&t=20s

Το 2004 ολοκλήρωσα την δική μου 3η Συμφωνία με τίτλο «Η λύπη του Χρόνου». Τηλεφώνησα στον Μίκη και του ζήτησα, πριν από την προγραμματισμένη πρεμιέρα, να του δείξω σαν ένδειξη σεβασμού την παρτιτούρα. Πήγα στο σπίτι του και μου έκανε εντύπωση με πόση προσοχή γύριζε τις σελίδες. Σχολίασε «τολμηρό να ξεκινήσεις με σόλο πίκολο». Λίγες ημέρες αργότερα, στο Θέατρο Θησείο, έκανα μία διάλεξη. Παρόλο που ήταν ανήμερα στην ονομαστική του εορτή είπε στην οικογένειά του πως πρώτα θα πάει σε μία εκδήλωση και μετά θα είναι στο σπίτι του. Ήρθε και με άκουσε. Με άκουσε με προσοχή, πρόσεξε την μουσική που παίξαμε, το Νέο Ελληνικό Κουαρτέτο κι εγώ στο πιάνο. Στην βραδιά αυτή ήταν παρούσα και η Κική Δημουλά. Τους σύστησα, δεν είχαν συναντηθεί ποτέ μέχρι τότε.  «Είναι εδώ η κ. Δημουλά» του είπα «η ποιήτρια» συμπλήρωσε. Βγάλαμε μια ωραία φωτογραφία.

 

 

Θυμάμαι με μεγάλη συγκίνηση την πρώτη παγκόσμια εκτέλεση της 4η Συμφωνίας (ήμουν και στην 2η). Ήταν στο Παλλάς Κυριακή πρωί Μάιος του 1987. Είχαμε πάει φίλοι με πολύ ενδιαφέρον. Στο πόντιου ήταν ο Λουκάς Καρυτινός που διηύθυνε με πολύ μεγάλη ένταση. Ήταν παράξενη η διανομή της ορχήστρας και πρωτότυπη. Από εκείνη την εκτέλεση θυμάμαι πολύ έντονα την Λήδα Τασοπούλου. Έχω ακόμη στ’ αυτιά μου τη φωνή της στα χορικά, χωρίς μικρόφωνο όρθια στη σκηνή ανάμεσα στα αναλόγια δεξιά. Κάποια στιγμή σήκωσε τα χέρια της και κοιτούσε ψηλά. Στην πρώτη της 2ης ένας φίλος, που συχνά αμφισβητούσε τον Μίκη και έλεγε πως πρέπει να του το λέμε όταν κάτι δεν είναι καλό, τον πλησίασε και του είπε πως δεν του άρεσε. Η 2η είναι έργο της δεκαετίας του ’50 που ολοκληρώθηκε, όμως, το ‘80. Στεκόμασταν και πάλι στο Παλλάς, πίσω πίσω στην πλατεία προς την έξοδο. Του είπε «δεν μου άρεσε, όχι Μίκη, δεν είναι καλό». Εκείνος δεν έδωσε μεγάλη σημασία αλλά του απάντησε ήρεμα «με ενοχλεί ο τρόπος που το λες». Δεν μπορώ να θυμηθώ την χρονολογία.

Ο  Μίκης χάρισε στη Βιβλιοθήκη του Μεγάρου στην Αθήνα ολόκληρο το αρχείο του. Εκεί, οι υπεύθυνοι, ανακάλυψαν ένα ημιτελές νεανικό του έργο: κουαρτέτο εγχόρδων με τον τίτλο «Μάζα». Μου ανέθεσαν να το ολοκληρώσω ώστε σε συναυλία να του προσφέρουν την «ολοκληρωμένη» εκτέλεσή του ως δώρο. Το έκανα με πολύ κόπο. Θα πω πως θαύμασα τον νεαρό Μίκη. Πήρα στα χέρια δεκάδες σελίδες για μόλις 10’ μουσικής. Η σκέψη, ο τρόπος επεξεργασίας του μουσικού υλικού, οι δοκιμές ήταν ιδιοφυείς.  Λίγες ημέρες πριν από την εκτέλεση παρακολούθησε μία δοκιμή και μου είπε: «Εγώ αυτό που έκανες δεν θα μπορούσα να το κάνω. Τότε ήμουν περισσότερο τολμηρός. Αυτό το έργο θα το συνυπογράψουμε». Αντέδρασα φυσικά. Το έργο παίχτηκε και λίγο αργότερα εκδόθηκε στη Γερμανία. Με κάλεσε στο σπίτι του για να μου δώσει ένα αντίτυπο της έκδοσης. Βλέπω το όνομά μου στο εξώφυλλο. «Υπερβολή» του λέω «αφού το γράφετε μέσα στην πρόλογο πως έχω κάνει την ολοκλήρωση/επιμέλεια» για να μου απαντήσει πως «τους προλόγους δεν τους διαβάζουν οι περισσότεροι ενώ το εξώφυλλο το βλέπουν όλοι». Έγραψε και δύο πολύ κολακευτικά λόγια για εμένα στην έκδοση του κουαρτέτου σε CD. Στην ίδια συναυλία έκανα και κάτι ακόμη: μου έδωσαν από το Αρχείο της Βιβλιοθήκης του Μεγάρου και μία σελίδα με καταγεγραμμένη με το χέρι του Μίκη την μελωδική γραμμή ενός τραγουδιού με τίτλο «Τρεις αρραβωνιασμένοι». Δεν είχε καθόλου ενδείξεις συνοδείας, μόνον σκέτη η φωνητική γραμμή. Εναρμόνισα/ενορχήστρωσα το τραγούδι για φωνή και κουαρτέτο εγχόρδων. Το τραγούδι γράφτηκε από τον Μίκη στη δεκαετία του ’40, «τρεις αρραβωνιασμένοι στην Ικαριά» σε στίχους του ίδιου του Μίκη. Του άρεσε που το άκουσε αν και δεν το θυμόταν καθόλου.

Το Κουαρτέτο «Μάζα»: https://www.youtube.com/watch?v=InKdKWsXXto

 

 

Ένα βράδυ, και πάλι στο Μέγαρο Μουσικής, είχα πάει με τα παιδιά μου για να ακούσουμε μία χορωδία που μεταξύ άλλων θα τραγουδούσε και Μίκη. Ήταν εκεί. Μας είδε και μας ζήτησε να καθίσουμε κοντά του. Τα παιδιά μου πρέπει να ήταν εννέα ετών. Μιλήσαμε πολύ ώρα με τα παιδιά και μου έλεγε νέα σχετικά με τα κουαρτέτα του. Ακούσαμε το «Κοιμήσου αγγελούδι μου» ένα από τα ωραιότερα τραγούδια που έχουν γραφτεί ποτέ. Ο μικρός μου Κωσταντής έσκυψε και μου είπε: «Μπαμπά, τι όμορφο τραγούδι!». Τον παρότρυνα να του το πει διότι καθόμασταν πίσω του. Ο Κωσταντής τον ακούμπησε στον ώμο: «κ. Μίκη, πολύ όμορφο το τραγούδι σας». Γύρισε και τον κοίταξε σαν παππούς με συγκίνηση και χαρά.

 

 

Αυτός ο γίγαντας είχε πολλές στιγμές ανασφάλειας και αναστολών όσο κι αν φαίνεται απίστευτο από το μέγεθος της προσωπικότητας. Εγώ έζησα τέτοιες στιγμές και θα τις θυμάμαι. Κάποιοι εκπλήσσονται όταν το λέω αλλά είναι αλήθεια. Κάποια άλλη στιγμή θα διηγηθώ συζητήσεις που είχα μαζί του για τον φόβο του «μετά» σε σχέση με την αξία της μουσικής του, για την δική του ανάγκη να επιβεβαιώσει τη σημασία των όσων έκανε. Ένα μόνον θα πω. Άκουσα από τα χείλη του τη φράση: «δηλαδή, κάτι έκανα κι εγώ…». Ήμασταν οι δυο μας. Με είχε ρωτήσει εάν πραγματικά μου άρεσε το 1ο του Κουαρτέτο. Έχει τίτλο «Το κοιμητήρι». Του απάντησα πως το βρίσκω εξαιρετικό και πολύ πρωτότυπο ως δομή. Επέμενε «δηλαδή σου αρέσει πραγματικά;» …επέμενα κι εγώ πως αληθινά μου άρεσε. Τότε είπε αυτή τη φράση… «δηλαδή, κάτι έκανα κι εγώ…». Διστάζω να βάλω ερωτηματικό στη φράση αυτή διότι το θυμάμαι, ακούω τον τονισμό της ερώτησης στη μνήμη μου αλλά δεν είμαι σίγουρος…

Εμένα ο Μίκης Θεοδωράκης μου φέρθηκε με γενναιοδωρία και ειλικρίνεια. Ξέρω από συναδέλφους και φίλους πολλές ιστορίες διαφορετικές, παράπονα και προβλήματα. Όλα είναι μέσα στη ζωή και έχουν την αλήθεια τους. Εγώ καταθέτω την δική μου εμπειρία, την δική μου μνήμη. Δέχτηκα ένα πρωί ένα τηλεφώνημα από την γραμματέα του την κ. Παρμενίδου: «… ο κ. Μίκης θέλει να σας δει. Πότε μπορείτε;». Βρήκαμε την ημέρα και τη ρώτησα εάν θα μπορούσα να είμαι μαζί με την Ευγενία. «Και βέβαια, θα το χαρεί πολύ». Ήταν ένα υπέροχο απόγευμα στο σπίτι του. Μιλήσαμε οι τρεις μας περισσότερο από τρεις ώρες. Ανεξίτηλη η εντύπωση από τα λόγια ενός φίλου –με συστολή χρησιμοποιώ τη λέξη- που μας κάλεσε για έναν απλό καφέ, μια βροχερή Τετάρτη ήταν. Δεν θυμάμαι να μιλήσαμε πολύ για μουσική. Για τις οικογένειές μας λέγαμε, τις σπουδές μας, τα παιδιά μας. Φυσικά και η διήγηση πέρασε στους αγώνες, στις εξορίες, στην πολιτική.

Ο χρόνος είναι ο μεγαλύτερος κριτής. Θα μελετηθεί, ελπίζω, το φαινόμενο «Μίκης Θεοδωράκης» και θα του αποδοθεί η αλήθεια, θα προσδιοριστεί η θέση και το μέτρο. Πιστεύω πως από το έργο του θα ζήσουν πολλά. Κάποια, μάλιστα, που δεν τα φανταζόμαστε. Δεν θα ήθελα να σας κουράσω με μουσικές πληροφορίες. Τα τραγούδια θα ζήσουν όσο η κοινωνία θυμάται. Είναι τραγούδια που φέρουν μνήμες συλλογικές. Δεν μπορώ να είμαι βέβαιος για το μέλλον όσο αναχωρούν οι γενεές που ενέπνευσαν και εμπνεύστηκαν από αυτά. Ο λυρικός Μίκης όσο ο άνθρωπος αναζητά την ομορφιά θα υπάρχει.

Από τα άλλα έργα δεν μπορώ να φανταστώ πως θα χαθούν έργα όπως η 3η Συμφωνία, τα τραγούδια «Έρως & Θάνατος», ο «Οιδίπους Τύραννος» για έγχορδα, η «Ελληνική Αποκριά» καθώς και κάποια έργα μουσικής δωματίου. Αλήθεια: έχουμε ακούσει/δει με προσοχή τα πρελούδια για σόλο πιάνο; Τη 2η Λειτουργία για τα παιδιά που χάνονται στον πόλεμο σε ποίηση Λειβαδίτη…

Ας είχαμε όλοι έστω κι ένα μικρό κομμάτι από την ακάματη εργατικότητά του. Μόνον τις χιλιάδες σελίδες μουσικής, τις χιλιάδες σελίδες κειμένων, τις εκατοντάδες συναυλίες να σκεφτεί κανείς καταλαβαίνει πως πράγματι έζησε χίλιες ζωές σε μία. Μόνον ως γραφική εργασία είναι άθλος.

Θα μπορούσα να γράψω ένα κείμενο με ανάλογη έκταση εκφράζοντας τις αντιθέσεις μου, τα λάθη του κατά τη δική μου αντίληψη, τις υπερβολές και τα ελαττώματά του. Τι νόημα έχει όμως. Μόλις ακούσω το τραγούδι «με τ’ αστεράκι της αυγής» τα ξεχνάω όλα. Λυπάμαι, αλλά δεν μπορώ να αντισταθώ.

Ανάμνηση: τον Μάρτιο του 2011 παίχτηκε ένα έργο μου στην Όπερα του Κιέβου. Στην ίδια συναυλία, με έργα ελλήνων συνθετών, παίχτηκαν και αποσπάσματα από τη μουσική για το μπαλέτο «Ζορμπάς». Είχαν έρθει έλληνες από το Χάρκοβο και την Οδησσό οδικώς κάνοντας σε ατέλειωτες ώρες το ταξίδι  για να ακούσουν Μίκη. Δεν φαντάζομαι πως ήρθαν για να ακούσουν μόνο Καλομοίρη, Σκαλκώτα, Μούζα και Τσαλαχούρη. Όταν βγήκε στη σκηνή η κοπέλα που τραγούδησε το «αστεράκι της αυγής» τα έχασα. Ήταν πανέμορφη και της είχαν δώσει να κρατάει ένα τριαντάφυλλο. Νομίζω πως δεν υπήρχε ούτε ένας θεατής μέσα σε αυτό το τεράστιο θέατρο που να μην δάκρυσε. Τόση ομορφιά σε λίγα λεπτά δύσκολα αντέχει κανείς.

Για την πολιτική του διαδρομή δεν θα πω τίποτε… θα τον κρίνει η ιστορία. Τα έχουμε ζήσει, τα έχω ζήσει. Εγώ είμαι ένας μουσικός και μίλησα από αυτήν και για αυτήν την πλευρά. Είναι αδύνατον ένας έλληνας μουσικός να μην έχει παίξει έστω και μία μόνον νότα που έγραψε το χέρι του Μίκη Θεοδωράκη.

Η προσφορά του είναι δυσθεώρητη και κάθε προσπάθεια περιγραφής θα είναι τουλάχιστον ελλιπής. Θα αναφέρω μόνον μία: Ο Μίκης με την μουσική του έβαλε στο στόμα κάθε Έλληνα στίχους μεγάλων ποιητών δημιουργώντας καθιστώντας τη μουσική του μία κιβωτό της νεοελληνικής ποίησης, της νεοελληνικής γλώσσας. Κάθε μαθητής σε όλα τα σχολεία της χώρας θα τραγουδήσει τους στίχους του Ελύτη «Την δικαιοσύνης ήλιε νοητέ / και μυρσίνη εσύ δοξαστική». Στίχος δύσκολος στο νόημά του, με πανέμορφες λέξεις και υψηλή ποιητική πνοή. Μόνον μέσα από την μουσική θα μπορούσε να γίνει κτήμα, κοινό κτήμα ένας τέτοιας αξίας λόγος. Εάν προσθέσουμε τον Ρίτσο, τον Σικελιανό, τον Λειβαδίτη και τόσους άλλους θα φτιάξουμε, όπως είπα, μία κιβωτό κατάφορτη από ομορφιά και ελπίδα. Δεν μένει παρά να επιβιβαστούμε τραγουδώντας.

ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΤΣΑΛΑΧΟΥΡΗΣ
4 Σεπτεμβρίου 2021

 

 

Ο Μίκης των Ελλήνων

 

Η ΙΩΑΝΝΑ ΤΣΙΒΑΚΟΥ γράφει για τον ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ

Ο Μίκης των Ελλήνων (όπως για πρώτη φορά σωστά έγραψαν οι τηλεοπτικές οθόνες) μας έκανε ακόμη και με το θάνατό του ένα μεγάλο δώρο: αφύπνισε τη συλλογική μνήμη, κάνοντάς μας συμμέτοχους των εμπειριών του, μουσικών και πολιτικών.

Όπως έγραψε στο ποίημα – ποταμός «Κατάσταση Πολιορκίας» η Ρένα Χατζηδάκη και μελοποίησε τόσο σπαρακτικά ο Μίκης (αλλά και δείχνοντας υψηλή ευαισθησία δημοσίευσε στο facebook η κόρη του συνθέτη λίγο πριν το τέλος του), «Ο χρόνος παραμορφώθηκε [….] εγώ η μνήμη ανήμερη». Αυτή τη μνήμη ξεσήκωσε μέσα μας ο θάνατος του Μίκη. Όχι μόνο για όσους είμαστε παρόντες και παρούσες στο θέατρο Κεντρικό, στην πρώτη παρουσίαση του «Επιτάφιου» το 1961, ή στο στάδιο Καραϊσκάκη το 1974, αλλά και για τα σημερινά παιδιά, τα οποία, σε αντίθεση από τις προσδοκίες της Χατζηδάκη (όπως τις εκφράζει στο παραπάνω ποίημα*), δεν έχουν καταλάβει την κληρονομιά τους, ούτε είναι σκληρά στη μνήμη, καθώς την έχουν εναποθέσει στον σκληρό δίσκο του υπολογιστή. Όμως στέκονται στ’ αλήθεια χωρίς ρομαντισμούς, σημαδεμένα από τη γνώση της μοναξιάς τους, αναζητώντας μια ταυτότητα. Κι αυτό, γιατί γνωρίζουν πως χωρίς ταυτότητα δεν μπορούν να έχουν αυτεπίγνωση των βιωμάτων τους, δεν μπορούν να μετέχουν στη συλλογική μνήμη.

Η συλλογική μνήμη για τον Μίκη είναι η εθνική μνήμη. Ενώ η ατομική σχηματίζεται από τις εμπειρίες που το ατομικό εγώ συσσώρευσε κατά τη διάρκεια της ζωής του και ανακαλεί στο παρόν κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις, η εθνική μνήμη συγκροτείται από τις αφηγήσεις της κοινότητας κι απ’ την ανάγνωση της Ιστορίας. Διατηρεί, έσω και στα βάθη του ασυνείδητου, τις παραδόσεις και τους θρύλους, τα έθιμα και τα βαθύτατα κοιτάσματα των συμπεριφορών μας. Τις νίκες και τις ήττες μας, τις ιστορικές μας παρακαταθήκες αλλά και την ιταμότητα των εμφύλιων διαμαχών μας, κάθε τι που σημάδεψε την ιδιοπροσωπία αυτού του τόπου. Στην ανάκληση αυτής της μνήμης μάς καλεί συνεχώς ο Μίκης. Με τα λόγια και τη μουσική του.

Ο θάνατός του είναι η τελευταία του κραυγή για να μας βγάλει από τον λήθαργο στον οποίο φαίνεται ότι έχουμε περιπέσει. Μια κραυγή βγαλμένη από τα σπλάχνα ενός ηρωικού παρελθόντος, γεμάτη από τις αντηχήσεις μιας μουσικής που πότε με τον λυρισμό της και πότε με την επική της διάσταση σπάει τα όρια της «εθνικής μας μοναξιάς» και ηττοπάθειας. Οι νέοι που έσπευσαν να αφήσουν λίγα λουλούδια στα σκαλοπάτια του σπιτιού του, κι όσοι θα προσκυνήσουν τη σορό του μεθαύριο στη Μητρόπολη, ίσως να άκουσαν αυτήν την κραυγή. Ο χρόνος θα δείξει.

ΙΩΑΝΝΑ ΤΣΙΒΑΚΟΥ
Βριλήσσια, 4 Σεπτεμβρίου 2021

* Οι στίχοι από το τρίτο μέρος της «Κατάστασης Πολιορκίας», Ο χρόνος παραμορφώθηκε, που αναφέρεται στα παιδιά: «Όμως θαρρώ, οι μόνοι που ίσως καταλάβουν θα ναι τα παιδιά / πλούσια απ’ την κληρονομιά μας / πρώτη φορά, τα παιδιά / σκληρά στη μνήμη, σκληρά σε μας / θα διαβάσουν ίσως έγκαιρα / τ’ αδέξια μηνύματα των προτελευταίων ναυαγών / διορθώνοντας τα λάθη / σβήνοντας τα ψέματα / ονοματίζοντας σωστά, χωρίς ρομαντισμούς τα παιδιά, / χωρίς αναγραμματισμούς ηλικίας / σημαδεμένα από την αστραπή / τη γνώση της μοναξιάς της δύναμης / που σε μας άργησε τόσο πολύ να ’ρθει».

 

 

Καντάτα για τον Μίκη Θεοδωράκη

 

Η Καντάτα για τον Μίκη Θεοδωράκη του Γιώργου Μπλάνα διαβάστηκε από τους ηθοποιούς Γιάννη Στάνκογλου και Βίκυ Παπαδοπούλου σε μια σειρά από ιστορικές παραστάσεις αφιερωμένες στο χορωδιακό έργο του συνθέτη με τον τίτλο «Όλη η Ελλάδα για τον Μίκη» (Μέγαρο Μουσικής, 6-7 Φεβρουαρίου 2017 – Καλλιμάρμαρο, 19 Ιουνίου 2017).

Στις παράστασεις αυτές, που τελούσαν υπό την αιγίδα του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας, συνέπραξαν 1000 χορωδοί από όλη τη χώρα ερμηνεύοντας έργα από τους κυριότερους ποιητικούς κύκλους που έχει μελοποιήσει ο Μίκης Θεοδωράκης. Η χορωδιακή διασκευή και ενορχήστρωση για συμφωνική μαντολινάτα έγινε από τον μαέστρο Παναγή Μπαρμπάτη, ο οποίος και διηύθυνε. Τα κείμενα της παράστασης ήταν του Γιώργου Μπλάνα και τη σκηνοθετική επιμέλεια είχε η Σοφία Σπυράτου. Συμμετείχαν οι τραγουδιστές Δημήτρης Μπάσης και Μίλτος Πασχαλίδης και οι λυρικοί καλλιτέχνες Τζίνα Φωτεινοπούλου, Ελένη Βουδουράκη, Μπάμπης Βελισσάριος και Παντελής Κοντός. 

Η Καντάτα για τον Μίκη Θεοδωράκη τυπώθηκε την Πρωτοχρονιά του 2018 ως ειδική αναμνηστική πλακέτα από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδη σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων.

Η ποιητική αυτή σύνθεση του Γιώργου Μπλάνα είναι το πρώτο μέρος ενός πολύπτυχου αφιερώματος – αποχαιρετισμού του Νέου Πλανόδιου στον κορυφαίο Έλληνα δημιουργό. Τις επόμενες ημέρες και έως την κηδεία του θα ακολουθήσουν κείμενα γραμμένα ειδικά για την περίσταση από σημαντικές προσωπικότητες των γραμμάτων και των τεχνών της χώρας.

 

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

 

ΚΑΝΤΑΤΑ
σε πέντε μέρη
ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ

 

ΟΙ ΦΩΝΕΣ
Μίκης Θεοδωράκης (Μ.Θ.)
Ελλάδα (ΕΛΛ.)

 

Ι
Ο ΜΑΓΙΚΟΣ ΣΠΑΓΚΟΣ

Μ.Θ. – Είχα ένα σπάγκο· μαγικό.
Κι έβγαινα με το φως κι έλεγαν όλοι:
πού πάει πάλι ο Μίκης, ο μικρός του Θεοδωράκη;
Τι θέλει από τη θάλασσα, αυτό το παιδί!

ΕΛΛ.- Τι ήθελες από τη θάλασσα;

Μ.Θ. – Τ’ όνομά σου.

ΕΛΛ. – Μπορούσες να ρωτήσεις.

Μ.Θ. – Παιδί ήμουν· ντρεπόμουν.
Πώς να πω πως ό,τι έχει το χρώμα της θάλασσας
μοιάζει στην αγάπη μου – πείτε μου τ’ όνομά της;
Έριχνα τον σπάγκο στο νερό, έκλεινα τα μάτια
και σκεφτόμουν δέντρα βουβά στις ποδιές των βουνών
και πέρα, μακριά πόλεις ξαπλωμένες σαν γιγάντια γατιά στις απλωσιές:
δρόμοι, πλατείες, σπίτια, δωμάτια, κρεβάτια, εσύ
να κοιμάσαι μέσα σε θύελλες σεντονιών
κι ο ύπνος σου: διάφανο βότσαλο στο δέρμα των νερών.

ΕΛΛ. – Θυμάμαι. Κοιμόμουν σε ποτάμι και πηγή
και γη ανθισμένη. Κι έβλεπα πως με κρατούσες
και κολυμπούσες σε μεγάλη τρικυμία. Και το ακρογιάλι
ήταν μακριά. Κι έλεγες: μόνο αυτό το τρυφερό κλωνάρι
έχω στον κόσμο, αστέρια μου κι εσύ ανθισμένο
σκοτάδι τ’ ουρανού. Δώστε μας στέγη.
Έχω τραγούδια να της πω.

Μ.Θ. – Ώσπου μια μέρα τράβηξες τον σπάγκο· τον μαγικό·
κι άκουσα την καρδιά μου
-σαν τραγούδι μακρινό την άκουσα-
και μια στιγμή πριν αφεθώ στην αγκαλιά σου,
είδα στο βάθος του ορίζοντα
να μαζεύονται οι βυθοί,
χτενίζοντας τα πράσινα κεφάλια τους
και τα βουνά να σπρώχνονται για να χωρέσουν
κάτω απ’ το νόημα του φωτός.
Και ήξερα πως σε λένε Ελλάδα.

ΕΛΛ. – Και ξύπνησα και ήμουν στην αγκαλιά σου·
δεμένοι και οι δυο με κείνη την κλωστή,
τη μαγική και γύρω είχαν ανάψει
φωτιές τα παιδιά και μας έφερναν
κορόμηλα και πορτοκάλια
και τραγουδούσαν, χόρευαν, κι ο κόσμος
ήταν κήπος, απ’ αυτούς του φτωχικούς
που κάνουν μια πατρίδα ευτυχισμένη,
σαν πουλί στο πιο ψηλό κλαδί. (περισσότερα…)

Μια συνάντηση με τον Γιώργη Μανουσάκη

 

του ΜΙΧΑΛΗ ΒΙΡΒΙΔΑΚΗ

Ήταν λίγα χρόνια μετά που άρχισε να λειτουργεί το Θέατρο Κυδωνία στα Χανιά όταν ένα πρωί καθώς δούλευα μόνος στο γραφείο μου, άκουσα ή μου φάνηκε πως άκουσα έναν χαμηλό και απροσδιόριστο ήχο στην εξωτερική πόρτα του θεάτρου. Σταμάτησα την εργασία μου να αφουγκραστώ, όμως επειδή δεν άκουγα κάτι που να επιβεβαιώνει την αρχική μου εντύπωση, υπέθεσα πως θα ήταν κάποιος ήχος από την πολύβουη οδό Υψηλαντών και συνέχισα την εργασία μου. Δεν πέρασαν λίγα λεπτά και όλως περιέργως άκουσα τώρα από το φουαγιέ του θεάτρου, ακόμη δηλαδή πλησιέστερα σε μένα, κάτι σαν τον ήχο μιας χαμηλόφωνης διακριτικής  φωνής που ρωτούσε το γνωστό σε όλους «είναι κανείς εδώ;», παίρνοντας ταυτόχρονα όλες τις προφυλάξεις ώστε να μην ενοχλήσει την ατμόσφαιρα του θεάτρου στην περίπτωση που στην διπλανή αίθουσα εξελισσόταν κάποια πρόβα. Υπέθεσα πως θα ήταν κάποιος θεατής που θα ανέβηκε τις σκάλες για να ζητήσει εισιτήριο για την παράσταση, εντούτοις ήταν ανεξήγητο σε μένα πώς από τη θέση του γραφείου όπου ευρισκόμουν δεν άκουσα, καίτοι είχα στρέψει την προσοχή μου, βήματα ή έστω θρόισμα ανθρώπου να ανεβαίνει τα πολλά σκαλοπάτια της εισόδου για να φτάσει στο φουαγιέ. Ξαφνιασμένος ομολογώ από τον αναπάντεχο άγνωστο επισκέπτη, βγήκα από το γραφείο βιαστικά για να τον συναντήσω. Και τότε βρέθηκα μπροστά στον Γιώργη Μανουσάκη.

Τον αναγνώρισα αμέσως καθώς είχαμε συστηθεί πρόσφατα μετά το τέλος της παράστασης που παιζόταν τότε, λέγοντας τα εντελώς τυπικά στον λίγο χρόνο που είχαμε στη διάθεσή μας. Τον καλωσόρισα εγκάρδια και τον κάλεσα στο γραφείο να καθίσει για λίγο. Δέχτηκε κι έτσι τώρα μπορούσα να τον παρατηρώ χωρίς περισπασμούς. Το πρώτο πράγμα που μου έκανε εντύπωση στην επαφή μας αυτήν, ήταν η ακραία ευαισθησία του ανθρώπου που ναι μεν ήταν συμβατή με την πνευματικότητα ενός λογίου όμως ήταν εντελώς ασυνήθιστη ως προς την τυπική συμπεριφορά των Κρητών που μιλούν με βροντερή φωνή και χειρονομούν ζωηρά, τόσο που πολλές φορές αγγίζουν, επιτρέψτε μου να το πω, τα όρια της τραχύτητας. Μια ευαισθησία που ξεχείλιζε στους τρόπους, στη φωνή, στο βλέμμα, στην χειρονομία, στην περπατησιά και περιέβαλλε τον άνθρωπο δίνοντάς του μια αίσθηση ευθραυστότητας, σαν να μην ανήκε μόνο στον πραγματικό κόσμο αλλά να ανήκε εξ ίσου και στον κόσμο της φαντασίας, της ονειροπόλησης, σαν να επρόκειτο καλύτερα για ένα πλάσμα της λογοτεχνίας που ξέφυγε από τις σελίδες κάποιου βιβλίου, πήρε για μια στιγμή μπροστά μου σάρκα και οστά και κινδύνευε τώρα με μιαν αδέξια  κίνηση ή φράση μου να διαλυθεί στον αέρα σαν οφθαλμαπάτη ή σαν ένα απ’ αυτά τα όνειρα που βλέπουμε καμιά φορά τις πρωινές ώρες μεταξύ ύπνου και ξύπνιου.

Χαιρετιστήκαμε. Το χέρι μου συναντήθηκε με το δικό του αφήνοντας ανάμεσα στις δυο παλάμες ένα κενό που μόλις και σου επέτρεπε να αισθανθείς την υφή ενός αβρού, τρυφερού δέρματος, που με έκανε να υποθέσω πως δεν θα είχε ιδέα από χειρονακτικές εργασίες πέρα από το να γράφει με το μολύβι. Αν θα συνέκρινα την ευαισθησία του με κάποιου από τους γνωστούς μου λογοτέχνες που μέχρι σήμερα, που γράφω αυτές τις γραμμές, έχει τύχει να ασχοληθώ με το έργο του μόνον με εκείνην του Πορτογάλου Φερνάντο Πεσσόα θα μπορούσα να την συγκρίνω για να μην πω καλύτερα με κάποιο από τα ετερώνυμα δημιουργήματά του. Καθίσαμε για λίγο στο γραφείο να  μιλήσουμε. Προσπαθούσαμε δηλαδή κι οι δυο να βρούμε θέματα να μιλήσουμε, να σπάσουμε τη σιωπή μεταξύ αγνώστων που όμως μετά από δυο τρεις αμήχανες τυπικές φράσεις, κατέληγε και πάλι να κυριαρχεί στο δωμάτιο. Δεν ήταν εύκολο. Όχι πως δεν υπήρχε ενδιαφέρον, αλλά ένοιωθες κατά έναν περίεργο τρόπο πως η σιωπή, μέσα από την οποία η διαίσθηση συνηθίζει να απλώνει τις γνωστικές της λειτουργίες προς το άγνωστο, αποτελούσε συστατικό στοιχείο της επικοινωνίας του με τον άλλον. Καθόταν απέναντί μου, με βλέμμα συγκεντρωμένο πίσω από τις μυωπικές διόπτρες του, μελαγχολικό, απόλυτα σοβαρός μέσα στο παλιό κοστούμι του δασκάλου, κοιτάζοντας ευθεία μπροστά του χωρίς να παρατηρεί κάτι συγκεκριμένα και μιλούσε αργά, μετρημένα, μετά σώπαινε αρκετή ώρα, μετά επανερχόταν πάλι με μια του ερώτηση.

Αν θυμάμαι καλά τα θέματα που θίξαμε ήταν η δυσκολία να κάνει κανείς σοβαρή τέχνη στην επαρχία, πράγμα για το οποίο είχε και ο ίδιος προσωπική εμπειρία, η προσφορά του Θεάτρου Κυδωνία στην πόλη και το ρεπερτόριο που ακολουθούσε, η ευχή του να συνεχίσουμε έτσι στα δύσκολα… Κρατούσε έναν μπεζ φάκελο και κάποια στιγμή πήρε την απόφαση να μου τον δώσει. Τον άνοιξα μπροστά του. Μέσα ήταν δύο βιβλία του, η ποιητική συλλογή Άνθρωποι και Σκιές και τα μικρά πεζά του Ένα κρανίο καρφωμένο στο κιγκλίδωμα και τα δύο σε καλαίσθητες αθηναϊκές εκδόσεις, που δεν θύμιζαν σε τίποτα την προχειρότητα της επαρχίας. Και στα δύο είχε γράψει από μια πολύ θερμή αφιέρωση. Στο κρανίο είχε γράψει: «Στον άξιο θεατράνθρωπο κ. Μιχάλη Βιρβιδάκη με εκτίμηση και φιλία. Χανιά, Μάρτιος 2005, Γιώργης Μανουσάκης». Τον ευχαρίστησα. Με κοίταξε και στα χείλη του διαγράφτηκε κάτι σαν την αρχή ενός χαμόγελου. Μου είπε ευγενικά πως οι συλλογές αυτές ήταν οι μόνες από τις οποίες του είχαν περισσέψει αντίτυπα, σαν να απολογείτο που μου έφερε μόνο αυτές τις δύο. Του απάντησα πως το δείγμα ήταν επαρκές και πως θα τις διάβαζα πολύ σύντομα, καθώς έψαχνα ήδη να βρω να διαβάσω κάτι δικό του και πως αυτό που μόλις συνέβη ήταν μια ωραία ευτυχής σύμπτωση.

Ακολούθησε και πάλι σιωπή. Τα βιβλία αυτά προφανώς ήταν ο λόγος που είχε οδηγήσει τα βήματά του μέχρι το θέατρο και τώρα που ο σκοπός είχε εκπληρωθεί, αισθανόμουν πως ήθελε να φύγει. Σαν ο χρόνος που είχε διαθέσει για μια πεζή καθημερινή του υποχρέωση, να τον αποσπούσε από τη συγκέντρωσή του στις λέξεις που έπλαθε διαρκώς στο αόρατο εργοτάξιο του μυαλού του και μουρμούριζε πίσω από τα σαρκώδη χείλη του. Σηκώθηκε αργά, σχεδόν τελετουργικά από την καρέκλα και εγώ τον συνόδεψα μέχρι το κεφαλόσκαλο ανταλλάσσοντας μαζί του δυο τρεις αποχαιρετιστήριες φράσεις. Τον κατευόδωσα με το βλέμμα καθώς το σώμα του χανόταν σιγά σιγά στα σκαλοπάτια της στριφογυριστής σκάλας του θεάτρου. Δεν άκουσα την πόρτα της εισόδου να κλείνει.

Δυο χρόνια μετά σκηνοθέτησα στο Θέατρο Κυδωνία δεκαέξι μικρά πεζά από τη συλλογή Ένα κρανίο καρφωμένο στο κιγκλίδωμα σε μία ενιαία παράσταση με τον τίτλο «Το σκοτεινό μας υπόγειο» και είχα την χαρά να έχω στην πρεμιέρα τον ποιητή Γιώργη Μανουσάκη ανάμεσα στους θεατές της παράστασης.  Ακόμα και σήμερα, αρκετά χρόνια μετά, πιστεύω πως η συλλογή αυτή αποτελεί ακραία ποιητική στιγμή στην συνολική παραγωγή του Μανουσάκη και ένα από τα πλέον σημαντικά έργα της εγχώριας ποιητικής παραγωγής που δυστυχώς παραμένει άγνωστο στους πολλούς.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΒΙΡΒΙΔΑΚΗΣ

Διαβάστηκε στην εκδήλωση της 22ας Ιουλίου 2021 που οργάνωσε στα Χανιά εις μνήμην του Γιώργη Μανουσάκη το Θέατρο Κυδωνία από κοινού με το περιοδικό Νέο Πλανόδιον. Αφορμή της εκδήλωσης ήταν η πρόσφατη συγκεντρωτική έκδοση του ποιητικού έργου: Γιώργης Μανουσάκης, Τα Ποιήματα (1967-2007), Κίχλη, 2021.

 

 

 

Αλέξη Πολίτη εγκώμιον

 

Τα δύο κείμενα που ακολουθούν του σκηνοθέτη Μιχάλη Βιρβιδάκη και του ποιητή Κώστα Κουτσουρέλη διαβάστηκαν στην εκδήλωση της 16ης Ιουλίου 2021 που οργάνωσε στα Χανιά προς τιμήν του κορυφαίου μελετητή των γραμμάτων μας Αλέξη Πολίτη το Θέατρο Κυδωνία από κοινού με το περιοδικό Νέο Πλανόδιον.

 

Για τον Αλέξη Πολίτη

του ΜΙΧΑΛΗ ΒΙΡΒΙΔΑΚΗ

Ίσως δεν είναι συνηθισμένο φαινόμενο στην ελληνική πνευματική ζωή ένα μικρό θέατρο να τιμά έναν σημαντικό και επιφανή φιλόλογο.

Ίσως ο ρόλος αυτός να ταίριαζε περισσότερο στα μεγάλα πνευματικά ιδρύματα της χώρας μας. Όμως το Θέατρο Κυδωνία και οι άνθρωποί του αισθάνθηκαν αυτή την υποχρέωση, χάριν μιας ιδιότητας του τιμώμενου που κανένα από τα μεγάλα ευαγή ιδρύματα της χώρας μας δεν θα νοιαζότανε ποτέ να τιμήσει. Γιατί; Απλούστατα γιατί θα περνούσε απαρατήρητη.

Το Θέατρο Κυδωνία φυσικά έχει επίγνωση του επιστημονικού και εκπαιδευτικού έργου του τιμώμενου, της μεγάλης προσφοράς του στην φιλολογική έρευνα και στα ελληνικά γράμματα γενικότερα, άλλωστε, γι’ αυτό το λόγο, έχει καλέσει σήμερα εδώ επιφανείς επιστήμονες που σε λίγο θα μας μιλήσουν για όλα αυτά. Όμως δεν είναι αυτός ο βασικός λόγος που το θέατρό μας οργάνωσε αυτή τη βραδιά.

Το Θέατρο Κυδωνία θα ήθελε να σταθεί και να φωτίσει μιαν άλλη πτυχή της προσωπικότητας του τιμώμενου. Μιαν ιδιότητα που ανήκει στον άνθρωπο Αλέξη Πολίτη και όχι κατ’ ανάγκη στον επιστήμονα, ιδιότητα που ίσως έχουμε συνηθίσει να την θεωρούμε δεδομένη όταν την συναντούμε στη ζωή, σπανίως βέβαια, όμως δεν είναι. Την ιδιότητά του ως ιδανικού θεατή του θεάτρου μας.

Σας φαίνεται ασήμαντη; Ανάξια προσοχής; Σας διαβεβαιώνω πως δεν είναι, απαιτεί τεράστια προσπάθεια, όρεξη, ενδιαφέρον, βαθύτατη προσωπική καλλιέργεια, ακραία ευαισθησία και ασφαλώς έγνοια για τα κοινά, για να μπορείς να δίνεις το παρόν επί είκοσι συναπτά χρόνια στις παραστάσεις ενός μικρού επαρχιακού θεάτρου, που δεν βρίσκεται στη γειτονιά σου ή έστω στην πόλη σου, αλλά απέχει 65 χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι σου, σε μια άλλη γειτονική πόλη!

Απαιτεί με άλλα λόγια, γενναιοδωρία ψυχής, γενναιοδωρία πνευματική, γενναιοδωρία εν γένει, μια αρετή που έχει ανάγκη το θέατρο, το όποιο θέατρο, μικρό η μεγάλο, για να μπορέσει να υπάρξει, να αντιπαλέψει τα πάμπολλα εμπόδια, καλλιτεχνικά, οικονομικά, ανθρωπίνων σχέσεων, που δυσκολεύουν καθημερινά την διαδρομή του. Για να μπορεί να διορθώνει τα λάθη του και να ανασυντάσσεται στην πορεία του με γνώμονα τα επιτεύγματά του. Για να βρίσκει, τέλος, το κουράγιο να συνεχίζει.

Πόσο μάλλον ένα θέατρο με έδρα μια επαρχιακή πόλη όπου οι άνθρωποι που θα μπορούσαν να το στηρίξουν πνευματικά, να μιλήσουν δηλαδή γι αυτό που είδαν να συμβαίνει πάνω στη σκηνή, είναι εξ ορισμού ελάχιστοι.

Και ο Αλέξης Πολίτης όχι μόνο δεν έχασε καμιά παράστασή μας επί 20 χρόνια τώρα, αλλά βρισκόταν σε συνεχή διάλογο μαζί μας, πότε μ’ ένα ποτήρι κρασί στο χέρι, πότε βιαστικά στο φουαγέ του θεάτρου, μετά από την παράσταση, καθώς τον περίμενε η Αγγέλα και ο δρόμος της επιστροφής στο Ρέθυμνο, πάντα εύρισκε τον τρόπο να καταθέσει τη γνώμη του, να μας πει δυο κουβέντες, ένα χαμόγελο.

Πολλές φορές έκρινε με αυστηρότητα τις παραστάσεις μας, μια γόνιμη αυστηρότητα απ’ το είδος που έχει ανάγκη το θέατρο, άλλες φορές σχολίαζε τα έργα, τις μεταφράσεις, την αισθητική, την υποκριτική των ηθοποιών, την σκηνοθεσία, έψαχνε να βρει τον τρόπο να μας δώσει να καταλάβουμε τι τον ενοχλούσε ή τι του άρεσε, διέθετε πολύτιμο χρόνο από τη ζωή του, δεν αδιαφόρησε ποτέ, 20 χρόνια τώρα καθιστούσε σαφές με κάθε τρόπο, πως το Θέατρο Κυδωνία τον ενδιέφερε προσωπικά, πως δεν είμαστε μόνοι μας σε αυτήν την επαρχιακή πόλη, πως κάπου εκεί, προς ανατολάς, υπήρχε ένας ιδανικός θεατής του θεάτρου μας που περίμενε την επόμενη παράστασή μας…

Ασφαλώς και το φιλολογικό έργο του καθηγητή Αλέξη Πολίτη είναι σημαντικό και αποκαλύπτει μιαν τεράστια επιστημονική αξία και προσφορά στην χώρα μας, όμως η ιδιότητά του ως ιδανικού θεατή του θεάτρου μας  – επιτρέψτε μας να το πούμε αυτό – είναι τουλάχιστον εξίσου σημαντική, γιατί αποκαλύπτει κάτι για τον άνθρωπο Αλέξη Πολίτη, την ποιότητά του, την ευαισθησία του, τον εσωτερικό του κόσμο, το περιεχόμενο της ψυχής του και εμείς, ως Θέατρο Κυδωνία, θα θέλαμε σήμερα, ημέρα που βρεθήκαμε εδώ για να τον τιμήσουμε, αυτό να ακουστεί.

Ο Αλέξης Πολίτης υπάρχει δίπλα μας όλα αυτά τα χρόνια ως ένας ηθικός αρωγός του θεάτρου μας, ένας συμπαραστάτης. Και γι’ αυτό τον ευχαριστούμε μέσα από την καρδιά μας!

Διαβάστηκε από την ηθοποιό Ντία Κοσκινά.

 

* * *

 

Χαιρετισμός στον Αλέξη Πολίτη

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Στο πρόσωπο του Αλέξη Πολίτη τιμούμε απόψε τον φιλόλογο με όλη τη σημασία της λέξης. Και το λέω αυτό διότι συνήθως το σημασιακό εύρος της λέξης φιλολογία μας ξεφεύγει, αν δεν έχει περιπέσει εντελώς στη λήθη.

Φιλολογία είναι ασφαλώς η επιστήμη της λογοτεχνίας, ο κλάδος εκείνος που μελετά τα μνημεία του έντεχνου λόγου, τα αποτιμά, τα ταξινομεί και τα κατατάσσει όπου εκάστοτε δει. Η Literaturwissenschaft όπως την ονομάζουν οι φίλοι μας οι Γερμανοί, μαιτρ της ορολογικής και όχι μόνο αυστηρότητος.

Φιλολογία ωστόσο αποκαλούσαμε έως σχετικά πρόσφατα στη γλώσσα μας την ίδια τη λογοτεχνία και τα έργα της. Την φιλολογική κίνηση παρακολουθούσε με την κριτικογραφία του ένας Τέλλος Άγρας, για «Κοινωνιολογία του φιλολογικού γούστου» μάς μιλούσαν οι εμβριθείς αναλυτές, οι εφημερίδες φιλοξενούσαν σελίδες και στήλες φιλολογικές. Και σ’ όλες αυτές τις περιπτώσεις, φιλολογία και φιλολογικός σήμαιναν λογοτεχνία και λογοτεχνικός, οι έννοιες συνέπιπταν, η φιλολογία μιας χώρας ή μιας γλώσσας δήλωνε τη λογοτεχνία της και τους θεράποντές της. Εκ των υστέρων, πρέπει να σας πω, εκείνος ο καιρός, όπου τα χάσματα και οι οριοθετικές γραμμές δεν ήταν τόσο απόλυτες, μου φαίνεται ευτυχής.

Τέλος, για να ανατρέξουμε στο έτυμον της λέξης, φιλόλογος αρχικά σήμαινε τον εραστή του λόγου. Φιλόλογος ήταν ο «φιλοποιητής» του Πλάτωνα, εκείνος που τιμά και αγαπά εμπράκτως τα μνημεία του λόγου και τους εργάτες που τα ανήγειραν ώστε να στέκουν εκεί, διαρκέστερα του χαλκού.

Ο Αλέξης Πολίτης είναι φιλόλογος κορυφαίος και με τις τρεις αυτές έννοιες. Είναι φιλόλογος επιστήμων διότι η εμπράγματη γνώση που μας κομίζουν τα έργα του τα αφιερωμένα σε κρίσιμες πτυχές της ιστορίας των γραμμάτων μας είναι τέτοια και τόση ώστε να τον κατατάσσει αυτοδικαίως στην πρώτη γραμμή των ερευνητών, θα έλεγα και των στοχαστών αυτού του απαιτητικού, αγκαλά και υποτιμημένου και διαρκώς υποτιμούμενου κλάδου της επιστήμης. Όσοι έχουν ξεφυλλίσει και μόνο τις μελέτες του για τον ελληνικό 19ο αιώνα, για τα ρομαντικά χρόνια της λογοτεχνίας μας και τα γράμματα του νέου ελληνικού κράτους, ξέρουν για τί πράγμα μιλώ. Οι υπόλοιποι θα κάνουν χάρη στον εαυτό τους να τα αναζητήσουν και να διδαχθούν απ’ αυτά.

Φιλόλογος είναι όμως ο Πολίτης και επειδή ανάμεσα στους συναδέλφους τους καταλέγεται στους καλύτερους χειριστές του λόγου. Σε μια εποχή που η φιλολογική επιστήμη διεθνώς, όχι μόνο εδώ σε μας, τείνει να εξελιχθεί σε μια τεχνοκρατούμενη το ήθος ξηρογραφία, σε ένα ακατάδεκτο ζαργκόν γεμάτο άκαμπτους όρους και αφ’ υψηλού θεωρίες, ο Πολίτης είναι ένας μάστορας της γραφής, ένας εκφραστικότατος συγγραφέας που δεν φωτίζει και διαφωτίζει μόνο τον αναγνώστη του, αλλά και τον τέρπει και τον ψυχαγωγεί, με τα γραφόμενα και τα λεγόμενά του. Διότι είναι και ρήτορας και ομιλητής και συνομιλητής δεινός ο Πολίτης. Όσοι τον έχουν ακούσει να μιλάει για όποιο θέμα, από τον Μακρυγιάννη ώς τη σύγχρονη ποίηση, μπορούν να βεβαιώσουν του λόγου το ακριβές.

Τέλος, ο Αλέξης Πολίτης εκτός από μελετητής και δουλευτής του λόγου σπουδαίος, είναι και εραστής του δεδηλωμένος. Διότι δεν αρκεί αυτά τα πράγματα να τα σπουδάζεις μόνο ή να τα χειρίζεσαι. Πρέπει και να τα αγαπάς. Μόνο τότε οι αισθητικές μορφές και οι αισθητικές ιδέες και οι αισθητικές εποχές των γραμμάτων μας, ό,τι τέλος πάντων συνθέτει την ορατή ή κρυφή ιστορία τους, σου παραδίδονται πλήρως. Ώστε όχι μόνο φιλόλογο θα αποκαλούσα τον αποψινό μας τιμώμενο, αλλά και φιλόκαλο και φιλοστοχαστή και φιλίστορα, διότι όλα αυτά η αληθής φιλολογία τα περικλείει και τα συγκερνά αρμονικά μέσα της. Οι ολίγοι τυχεροί που γνωρίζουν, λ.χ., τη λοξή ποιητική ανθολογία που ιδιωτικώς φιλοτέχνησε, όλα αυτά θα σας τα επιβεβαιώσουν.

Δεν θα σας κουράσω περισσότερο. Εκ μέρους του Νέου Πλανόδιου, που πλάι στο Θέατρο Κυδωνία συνδιοργανώνει ετούτες τις ωραίες Νύχτες του Ιουλίου στα Χανιά, επιτρέψτε μου με τούτα τα λόγια να χαιρετήσω τον Φιλόλογο Αλέξη Πολίτη.

 

 

 

 

Ενθύμησις Δημήτρη Αρμάου

Συμπληρώνοντας ἕξι χρόνια ἀπὸ τὴν ἐκδημία του καὶ προεξαγγέλοντας τὸ ἀφιερωματικὸ ἕκτο τεῦχος τοῦ ἔντυπου ΝΠ σὲ συνεργασία μὲ τὴν Ζωὴ Μπέλλα (ἐνῷ ἀναμένεται ἡ κυκλοφορία τοῦ #5 γιὰ τὸν Παναγιώτη Κονδύλη ἐντὸς τῶν προσεχῶν ἡμερῶν), ἀποδίδουμε ποιητικὸ ὁλοκαύτωμα στὴ μνήμη τοῦ ποιητῆ, φιλολόγου, βιβλιο-εργάτη καὶ πάνω ἀπ’ ὅλα δασκάλου καὶ φίλου Δημήτρη Ἀρμάου. Μείνετε συντονισμένοι.   ΝΠ

~.~

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΡΜΑΟΣ, 31 ΜΑΪΟΥ 2015

Ἀποχωρῶν ἀρματολίκια ἐπῆρες
μὲ λέξεις ὑλικὲς γι᾽ ἀποσκευές σου
καὶ γούρι σου στὸ πέρασμα ἀναπτῆρες
γιὰ τὰ πουράκια του Κενταύρου Νέσσου.

Φονιάδες μοναχῶν ἀπ᾽ τὸ ἀντιμόνιο
περνοῦν ἀπ᾽ ὥρα βάδην σ᾽ ἕνα canto
τοῦ Paradiso μὲ δισσὸ μνημόνιο.

Τοὺς ὀρφισμοὺς συντρέχει τὸ ὕφος — κὰν τὸ
δεῖς ὡς σκυτάλη λυρικῶν δηώσεων·

ἢ καὶ ὡς ὀντὰ βιαίων ἐντυπώσεων.

Κέρκυρα, 10 Αὐγούστου 2018

~.~

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

ΣΤΑΣΙΩΤΙΚΟ…
Για τον Δημήτρη

Τι θέλετε, λοιπόν, ασύστατοι·  να πω:
άδικα ήρθα κι έφυγα; Άδικα είδα
στα 1977 τον Πτολεμαίο
να κατεβαίνει από τα μέρη
της Άμφισσας κύμα
κωνοφόρο μ’ ένα έλατο σελίδες, στην πύλη
μιας κόλασης στεκούμενης τριγύρω.
(περισσότερα…)

1821 : Το θείο χέρι που φλόγα κράταε κι ευλόγα

*

Πρόλογος-Ανθολόγηση-Σχόλια
ΞΑΝΘΟΣ ΜΑΪΝΤΑΣ

Το να συνεορτάσουμε τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση του 1821 χωρίς καμία επίμονη ματιά στη σημερινή κοινωνία μας, μόνο ως φολκλόρ και γελοιότητα μπορεί να ακουστεί. Αν και αυτό δεν απέχει πολύ από τις σημερινές κυβερνητικές επιλογές και επιδιώξεις.

Δεν έχουν περάσει πολλές δεκαετίες που οι εορταστικές εκδηλώσεις της 25ης Μαρτίου είχαν αποκλειστικά τον χαρακτήρα της εθνοπατριωτικής υποκρισίας, όπου οι μετεμφυλιοπολεμικοί ηγέτες του τόπου στις βροντώδεις ανοησίες τους μαγάριζαν, όταν τα έπιαναν στο στόμα τους, καί το Έθνος των Ελλήνων καί την πτωχή Πατρίδα. Και φυσικά το άλλο άκρο καιροφυλακτούσε. Στα χρόνια της μεταπολίτευσης και της ευτυχισμένης μας ένταξης στην Ευρώπη, με την υπόσχεση της καταναλωτικής ευμάρειας ―της μόνης υπόσχεσης που μπορούσε να δοθεί σε πιστό υποτελή― ήρθαμε αντιμέτωποι με το αντιδιαμετρικό αίσχος. Εθνοαποδόμηση αντί για εθνοπατριωτισμό. Στο σωρό της αποδομητικής επιχειρηματολογίας τους, το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο αλλά όχι το μόνο, εμφανίζεται με το βιβλίο ιστορίας της ΣΤ’ Δημοτικού και την ιδιαίτερη αναφορά του στο ’21. Αντί λοιπόν για κριτική σκέψη, αντί για συνεχή θεώρηση και αναθεώρηση, αντί για τίμια στάση απέναντι στο γεγονός μιας μεγάλης επανάστασης, είχαμε την ευκολία της αποδόμησης. Και μάλιστα όπως αυτή υπαγορευόταν και υπάκουα μεταφερόταν στην ελληνική πολιτική και πανεπιστημιακή ζωή, από τα ακαδημαϊκά επιτελεία ιδιαίτερα της αγγλικής ιστορικής σχολής. Μαζί στην προσπάθεια αυτή υπήρξαν οι νεοφιλελεύθεροι μιμητές ό,τι ξένου και οι δήθεν προοδευτικοί του θολού διεθνισμού. Απόπειρα τελικά, μιας αεθνικής πολιτικής που έδειχνε να συγκλίνει με οτιδήποτε άνοιγε, χωρίς όρους και όρια, σύνορα και πόρτες στα επαχθέστερα των σύγχρονων συμφερόντων. Η Δημοκρατία αναιρούταν μέσα στις ίδιες τις Δημοκρατίες. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, κάθε χρόνο γιορτάζαμε την ημέρα της Εθνικής Παλιγγενεσίας. Α ρε Μακρυγιάννη, να μας βλέπεις, να μας φτύνεις και πάλι ν’ ανοίγουν και να αιμορραγούν οι εφτά πληγές σου. (περισσότερα…)

Εικόνες του Νέου Ελληνισμού

 

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Το κείμενο αυτό παρουσιάστηκε ως εισήγηση στο Διεθνές Συνέδριο «Reflections on Identity: Greek Identity as a Philosophical Problem» (Βερολίνο, 12 Ιουνίου 2013). Πρωτοδημοσιεύθηκε στα αγγλικά στον τόμο The Problem of Modern Greek Identity: From the Ecumene to the Nation-State, Edited by G. Steiris, S. Mitralexis, G. Arabatzis, Cambridge Scholars Publishing, 2016. Με έναν νέο επίλογο, γραμμένο ειδικά για την Επέτειο της Δισεκατονταετηρίδος από την Επανάσταση και αντίδρομο κάποτε του επιλόγου τού 2013, δημοσιεύεται εδώ για πρώτη φορά στην ελληνική γλώσσα.

 

* * *

 

ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ

Ιστορικά διλήμματα και προσανατολισμοί

 

Ότι δεν μπορούμε να κάνουμε χρήση του όρου «ταυτότητα» με τον ίδιο τρόπο ή την ίδια ακρίβεια που τον συναντούμε στις φυσικές επιστήμες, στον Λάι­μπνιτς λ.χ. ή στα σύγχρονα μαθηματικά, πρέπει να είναι σήμερα κοινός τόπος. Έτσι, η μεταφορά του στα κοινωνικά φαινόμενα έχει κατά καιρούς επικριθεί από σημαντικούς στοχαστές. Ο Βιττγκενστάιν έλεγε χαρακτηριστικά ότι η ίδια η πρόταση πως κάποιος ταυτίζεται με τον εαυτό του στερείται παντελώς νοή­ματος.

Στη σημερινή φιλοσοφική σκέψη, μέσες άκρες, ξεχωρίζουν δύο βασικές ερμηνείες της έννοιας του εαυτού. Η πρώτη ξεκινάει από την ιδέα ενός εαυτού λίγο πολύ πάγιου, ολότμητου και σαφώς περιγεγραμμένου, ενός εαυτού, όπως θα τον ονόμαζα, ενικού. Η δεύτερη θεωρεί ότι ο εαυτός είναι μια οντότητα ού­τως ή άλλως ρευστή, αντιφατική και δυσπροσδιόριστη· συνεπώς δεν μπορούμε να μιλάμε γι’ αυτόν ωσάν να επρόκειτο για μονάδα: υπάρχουν πολλοί εαυτοί. Αναλόγως της στιγμής, των συνθηκών και των περιστάσεων, καθένας από εμάς ενδύεται εκάστοτε μια διαφορετική εκδοχή του. «Κατά πόσο το Εγώ του δεκάχρονου είναι το ίδιο με του πενηντάχρονου;» ρωτάει λ.χ. ο Παναγιώτης Κονδύλης. (περισσότερα…)

Η ευρισκομένη εν απορία ελληνική κοινωνία

~.~

του ΚΩΣΤΑ Ι. ΜΕΛΑ

Ε Ι Σ Α Γ Ω Γ Η

Η χώρα Ελλάδα, νοούμενη ως όλον, δηλαδή πολιτικό σύστημα, κοινωνία, οικονομία και πολιτισμός, βρίσκεται αντιμέτωπη με δύο αλληλεξαρτώμενες πραγματικότητες, αλλά και με σαφείς ιδιαιτερότητες που επιτρέπουν τη σχετική αυτονόμηση της μιας από την άλλη. Η πρώτη πραγματικότητα συνίσταται στο διεθνές-ευρωπαϊκό περιβάλλον στο οποίο ευρίσκεται ενταγμένη η ελληνική κοινωνία. Η δεύτερη αφορά στις εγχώριες εξελίξεις οι οποίες σαφώς επηρεάζονται από την πρώτη αλλά και από τις ιδιαιτερότητες της ίδιας της ελληνικής κοινωνίας.

Θεωρούμε ότι η πρώτη πραγματικότητα συνιστά μια “νέα” ιστορική εποχή με σαφή χαρακτηριστικά που όλο και περισσότερο εμπεδώνεται στο διεθνές περιβάλλον αποτελώντας πλέων το κυρίαρχο ισχύον υπόδειγμα. Συνεπώς δεν είναι πρέπον να χρησιμοποιήσουμε την έννοια “της κρίσεως”, προκειμένου να περιγράψουμε τη δεδομένη πραγματικότητα. Πρόκειται για την εγκαθίδρυση μιας νέας πραγματικότητας.

(περισσότερα…)