ΝΠ | Δοκίμια

Εντυπώσεις από τον Δημήτρη Αρμάο

Εικόνα 118

Αλεξάνδρεια, 2005, στο Σπίτι του Κ. Καβάφη. Από αριστερά: Ηλ. Παπαγιαννόπουλος, Κ. Πουλής, Σπ. Γιανναράς, Κ. Κουτσουρέλης, Ν. Μαυρίδης και ο Δημήτρης Αρμάος.

~   ~   ~  

Τρίτο και τελευταίο μέρος του αφιερώματος του ΝΠ στον Δημήτρη Αρμάο. Προηγήθηκαν τα κείμενα του Α. Κ. Χριστοδούλου και του Γιάννη Πατίλη.

~   ~   ~  

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Η έκπληξή μου που είμαι απόψε εδώ, φίλοι και φίλες, είναι διπλή. Το πρώτον, διότι ειλικρινώς δεν περίμενα ότι το βιβλίο που σήμερα παρουσιάζουμε, θα έβλεπε ποτέ το φως της δημοσιότητας. Τέτοια ήταν η πίστη μου στην ακράδαντη αναβλητικότητα ή στην ανυποχώρητη τελειοθηρία, αν το προτιμάτε, του ποιητή. Την πίστη μου αυτή την έβλεπα άλλωστε να ανανεώνεται κάθε φορά που άκουγα τους δισταγμούς του. Ακόμη και τις ρητές διαβεβαιώσεις του ότι το πράγμα βαίνει καλώς, και ότι η έκδοση επίκειται, είχα μάθει να τις παίρνω για ξεγλίστρημα απ’ τις πιέσεις των γνωστών, κάτι σαν φιλική στάχτη στα μάτια.

Είμαι όμως έκπληκτος, τόσους μήνες τώρα, και για έναν άλλον λόγο. Τον Αρμάο τον είχα ανέκαθεν για ολιγογράφο. Όσες σκόρπιες δημοσιεύσεις του είχα κατά νου, αυτό μου εδήλωναν. Οι Βίαιες εντυπώσεις του, περιτυλιγμένες ειρωνικά το φιλήσυχο γαλανό τους εξώφυλλο, με διαψεύδουν πανηγυρικά. Τετρακόσιες τόσες σελίδες, διακόσια και βάλε ποιήματα, κάποια τους μακρόσυρτα και άλλα πολυμερή: παραγωγή όπως και να το κάνουμε βιαίως εντυπωτική, ακόμη κι όταν πρόκειται για θησαύρισμα τριάντα και πλέον ετών.

Τώρα, για το ποιος ο ποιητής και ποιο το βιβλίο του, τα πολλά εισαγωγικά μού φαίνεται περισσεύουν. Ο Αρμάος παίζει στα δάχτυλα την ποιητική παράδοση, είτε είναι επιχώρια είτε εισαγωγής. Τρόπους, τόνους, ρυθμούς, είδη, μορφές, όλο το βαρύ της νόου-χάου το ξέρει απ’ την καλή και την ανάποδη. Επιγραμματοποιός, ελεγειογράφος, σατιρικός, τραγουδιστής διαδοχικώς ή εν τω άμα, όλα του είναι προσιτά. Γλωσσικά, ανεβοκατεβαίνει με άνεση τσιρκολάνου ή πειρατή όλο το μακρύ σκοινί της ελληνικής. Στα θέματά του απλώνεται απ’ τη μυστική πηγή της ιδιωτικότητας ώς την πιο ελευθερόστομη πολιτικολογία. Με δυο λόγια, κι εδώ ας σταθώ, γιατί πολλούς τους παρασύρει η προσήνεια του ανδρός και το στεντόρειο, πηγαίο του γέλιο, ο Αρμάος είναι ποιητής γερά αρματωμένος, τουτέστιν δικαίως φιλόδοξος. (περισσότερα…)

Γιάννης Πατίλης: Δημήτρης Ἀρμάος – Πρόσωπο καὶ Ἔρ­γο

ArmaosStoGrafeioTou(Mesologgiou16,27-05-2014)

Με­ρο­λη­πτι­κὴ Ἐξ Ὄ­νυ­χος Κα­τά­θε­ση Σὲ Τριά­ντα Μί­α Στη­μέ­νες Ἐ­ρω­τα­πο­κρί­σεις

*    *    *

Τὸ δεύτερο μέρος τοῦ διαδικτυακοῦ ἀφιερώματος τοῦ ΝΠ στὸν Δημήτρη Ἀρμάο.  Προηγήθηκε τὸ κείμενο τοῦ Α. Κ. Χριστοδούλου καὶ ἕπεται αὐτό τοῦ Κώστα Κουτσουρέλη.

*    *    *

Πό­τε ἄ­κου­σες γιὰ τὸν Ἀρ­μά­ο;

Ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε νοι­ά­ζε­ται γιὰ τὶς λε­πτο­μέ­ρει­ες στὰ βι­βλί­α καὶ ψά­χνει στ’ ἀ­ζή­τη­τα ἢ ψύλ­λους πο­λυ­τι­μό­τε­ρους ἀ­πὸ τ’ ἄ­χε­ρα ποὺ τοὺς πε­ρι­βάλ­λουν, βρί­σκε­ται ἐ­πὶ τὰ ἴ­χνη τοῦ Δη­μή­τρη Ἀρ­μά­ου…

Πό­τε τὸν γνώ­ρι­σες;

Ἀ­δύ­να­τον νὰ θυ­μη­θῶ, εἶ­μαι καὶ βρα­χυ­μνή­μων, ἡ γνω­ρι­μί­α μας, πάν­τως, με­τροῦ­σε πα­ρελ­θόν… Τὸ ἀρ­χεῖ­ο μου, ποὺ θυ­μᾶ­ται μὲ ἀ­κρί­βεια, λέ­ει: πρώ­τη ἐ­πι­στο­λή του στὶς 21 Ὀ­κτω­βρί­ου 1998… Μπο­ρῶ, ὅ­μως, νὰ σοῦ πῶ πό­τε συν­δε­θή­κα­με κα­λύ­τε­ρα, ἔ­χει σχέ­ση καὶ μὲ τὴν πα­τρί­δα του, τὴν Ἄμ­φισ­σα…  

Πό­τε;…

Ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς τὶς τρί­της χι­λι­ε­τί­ας, ὅ­ταν συ­στά­θη­κε ἀ­πὸ τὸν Στα­μά­τη Μαυ­ρο­ει­δῆ ὁ κύ­κλος τῶν δη­μο­σι­ο­γρα­φούν­των «Ἐ­πι­σκε­πτῶν» τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας Αὐ­γή καί, κυ­ρί­ως, ὅ­ταν ἀ­νέ­λα­βε, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ πα­ρέμ­βα­ση δι­κή μου καὶ ἄλ­λων φί­λων, τὴν ἔκ­δο­ση ἁ­πάν­των τῶν εὑ­ρι­σκο­μέ­νων ἑ­νὸς ση­μαν­τι­κοῦ λο­γο­τέ­χνη, μὲ προ­σω­πι­κὴ ἀ­συ­νή­θι­στη σφρα­γί­δα στὰ γράμ­μα­τα μας, τοῦ Τά­κη Παυ­λο­στά­θη (1946-1999), ποὺ κα­τα­γό­ταν καὶ αὐ­τὸς ἀ­πὸ τὴν Ἄμ­φισ­σα καὶ ἔ­ζη­σε στὴν ἴ­δια πό­λη με­γά­λο μέ­ρος τῆς ζω­ῆς του…

Ἔ­χει ση­μα­σί­α ὁ τό­πος γιὰ τέ­τοι­ου εἶ­δους συ­ναν­τή­σεις;…

Γιὰ μέ­να, ναί· γιὰ τὸν Ἀρ­μά­ο, μᾶλ­λον ὄ­χι… Μοῦ ἔ­γρα­φε γιὰ τὸν Παυ­λο­στά­θη σὲ ἐ­πι­στο­λή του: «Καὶ ἡ δι­κή μου ἐ­κτί­μη­ση δὲν ἀ­πορ­ρέ­ει ἀ­πὸ τὴν κοι­νὴ κα­τα­γω­γή: ἀλ­λοῦ συ­ναν­τή­θη­κα μὲ τὴν γρα­φή του.»

Πῶς ἦ­ταν ὡς ἄν­θρω­πος ὁ Ἀρ­μά­ος;…

Συν­τρο­φι­κός, ἀ­νοι­χτό­καρ­δος καὶ πάν­τα δο­τι­κός· τῆς πα­ρέ­ας, τοῦ πο­τοῦ καὶ τοῦ τσι­γά­ρου, μὲ ὑ­πὲρ τὸ δέ­ον βρον­τῶ­δες πα­ρα­τε­τα­μέ­νο γέ­λιο…, καὶ μιὰ μα­τιὰ —θε­έ μου!— ἀ­λη­θι­νὰ τα­πει­νή, σὰν νὰ τοῦ ἔ­κα­νες χά­ρη ποὺ μι­λοῦ­σες μα­ζί του – καμ­μιὰ σχέ­ση μὲ ἐ­κεῖ­νο τὸ τέ­ρας με­θο­δι­κό­τη­τας καὶ γνώ­σε­ων, ποὺ ἀ­να­δυ­ό­ταν μό­λις ἔ­κλει­νε τὴν πόρ­τα πί­σω του γιὰ νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει στὴ μο­νιά του…

Ὑ­πῆρ­ξε πράγ­μα­τι τέ­τοι­ο τέ­ρας;…

Ναί, μὲ τὴν πα­λιὰ ση­μα­σί­α, ποὺ λέ­γα­νε «ση­μεῖ­α καὶ τέ­ρα­τα», γιὰ κά­θε τι τὸ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὸ καὶ ἀ­συ­νή­θι­στο –­ κι εἶ­χε, γιὰ τοῦτο, στὰ θέ­μα­τα αὐ­τὰ τα­κι­μιά­σει, ὅ­σο δὲν παίρ­νει, μὲ ἕ­να ἄλ­λο “τέ­ρας” τοῦ εἴ­δους του, ποὺ “φω­λιά­ζει” αὐτὸ στὸν Βό­λο, τὸν Ἀ.Κ. Χρι­στο­δού­λου… Τί νὰ λέ­με τώ­ρα… Ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­χε ἀ­πὸ τὴ φτια­ξιὰ ἑ­νὸς Μάρ­κου Μου­σού­ρου κι ἑ­νὸς Δη­μη­τρί­ου Χαλ­κο­κον­δύ­λη, καὶ ζοῦ­σε τὸ βι­βλί­ο σὰν νὰ ἐ­φευ­ρέ­θη­κε μό­λις χθὲς ἡ τυ­πο­γρα­φί­α… Καὶ τὸ τα­ξί­δι του στὴν Ἰ­τα­λί­α, καὶ ἡ πα­ρα­μο­νή του τρί­α χρό­νια σὲ Ρώ­μη καὶ Σι­έ­να, σὰν συμ­βο­λι­κὴ με­τεμ­ψύ­χω­ση αὐ­τῶν τῶν σπου­δαί­ων λο­γί­ων τοῦ πα­ρελ­θόν­τος καὶ τῶν τα­ξι­δι­ῶν τους, μοῦ φαί­νε­ται· γιὰ νὰ φέ­ρει δῶ­ρα μᾶλ­λον ἀ­χρεί­α­στα σ’ ἕ­ναν λα­ὸ κα­τα­κτη­μέ­νο ξα­νά, ὄ­χι ἀ­πὸ τοὺς Τούρ­κους (ἀ­κό­μη), ἀλ­λὰ ἀ­πὸ τὸ πο­λι­τι­στι­κὸ σου­περ­μάρ­κετ τῆς κα­κιᾶς ὥ­ρας καὶ τὰ σκα­λα­θύρ­μα­τα τοῦ πο­δα­ριοῦ…

Καὶ ποι­ά ἦ­ταν αὐ­τὰ τὰ δῶ­ρα;…

Δῶ­ρα καὶ γιὰ τοὺς πολ­λοὺς καὶ γιὰ τοὺς λί­γους, γιὰ κεί­νους τοὺς λί­γους ποὺ ἀν­τέ­χουν νὰ κά­νουν τό­σο ἀ­παι­τη­τι­κὰ σὲ σκευ­ὴ καὶ δύ­σκο­λα σὲ ἀ­πό­φα­ση προ­σο­χῆς καὶ ὑ­πο­μο­νῆς τα­ξί­δια στὰ ἔγ­κα­τα τοῦ εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ πο­λι­τι­σμοῦ, ὅ­πως εἶ­ναι τὸ μεῖ­ζον ἔρ­γο του Προ­σφο­ρὰ τῆς Ξε­ρι­ζω­μέ­νης Καρ­διᾶς: Προ­ϊ­στο­ρί­α καὶ Λει­τουρ­γί­α τοῦ Θέματος στὴν Ἐ­ρω­φί­λη τοῦ Χορ­τά­τση – πρω­τό­τυ­πη αὐ­τὸ συ­νει­σφο­ρὰ ἐ­πὶ τοῦ θέ­μα­τος σὲ δι­ε­θνὲς ἐ­πί­πε­δο, ποὺ ξε­κί­νη­σε ὡς ἐκ­πό­νη­ση δι­α­τρι­βῆς τὸ 1990, ἐγ­κρί­θη­κε μὲ ἄ­ρι­στα τὸ 2004, καὶ δη­μο­σι­εύ­τη­κε σὲ 1013 σε­λί­δες τὸ 2011 ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Gutenberg… Ἢ τὴν πρω­τό­τυ­πη με­λέ­τη του Ὁ­μι­λο­ύ­σα Κε­φα­λὴ στὴν Ἔ­ξο­δο τοῦ Ὀρ­φι­κοῦ Μύθου: Ἐ­να­τέ­νι­ση μιᾶς Πτυ­χῆς ἀ­πὸ τὴ Λο­γο­τε­χνι­κὴ Τύχη τοῦ Ὀρ­φέ­α σὲ Συ­νάρ­τη­ση μὲ Κάποιες ἀ­πὸ τὶς Εἰ­κα­στι­κές της Ἀ­πο­τυ­πώ­σεις στοὺς Νε­ό­τε­ρους Κυ­ρί­ως Χρό­νους… Καὶ πολ­λὰ ἄλ­λα, γραμ­μα­το­λο­γι­κὰ καὶ συγ­κρι­το­λο­γι­κά: γιὰ τὶς ἑλ­λη­νι­κὲς με­τα­φρά­σεις, φε­ρει­πεῖν, τῆς Θεί­ας Κω­μω­δί­ας, πα­ραλ­λη­λί­ες ἀ­νά­με­σα στὰ ἔρ­γα Κα­ζαν­τζά­κη καὶ Μα­κι­α­βέλ­λι, Κα­βά­φη καὶ Ἔν­τγαρ Λῆ Μά­στερς…

Καὶ γιὰ τοὺς πολ­λούς;…

Ἔ, πιά, αὐ­τὰ κι ἂν ἦ­ταν τὰ δῶ­ρα, πού, γιὰ μᾶς τοὺς πολ­λούς, δη­λα­δὴ τοὺς φι­λο­λό­γους ἐκ­παι­δευ­τι­κούς, ποὺ δου­λειά μας ἦ­ταν καὶ εἶ­ναι νὰ τὰ με­τα­δω­ρί­ζου­με σὲ ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρους, δὲν ξέ­ρα­με κὰν ἀ­πὸ ποῦ μᾶς ἐρ­χό­ντου­σαν!… Καὶ ἀ­να­φέ­ρο­μαι, βέ­βαι­α, ὄ­χι μό­νον στὴν συ­νει­σφο­ρά του γιὰ τὴν σύν­θε­ση τοῦ σχο­λι­κοῦ βι­βλί­ου κα­τεύ­θυν­σης Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α τῆς Γ΄ Ἑ­νι­α­ί­ου Λυ­κε­ί­ου, ὅ­που ἐ­πε­ξερ­γά­στη­κε τὶς ἑ­νό­τη­τες γιὰ τὸν Δι­ο­νύ­σιο Σο­λω­μὸ καὶ τὸν Γιά­ννη Ρί­τσο, ἀλ­λὰ καὶ στὰ ἀ­συ­νή­θι­στα γιὰ τὰ μέ­τρα τῆς ἀ­γο­ρᾶς λί­αν ὑ­ψη­λοῦ ἐ­πι­πέ­δου πο­λύ­το­μα δι­δα­κτι­κὰ βο­η­θή­μα­τα στὰ ὁ­ποῖ­α ὑ­πὸ τὸν γε­νι­κὸ τί­τλο Κε­ί­με­να Νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς Λο­γο­τε­χνί­ας: Ἕ­να Δι­δα­κτι­κὸ Βο­ή­θη­μα συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὴν Ζω­ὴ Μπέλ­λα καὶ ἄλ­λους

Καὶ αὐ­τὴ ἦ­ταν ἡ μί­α ὄ­ψη τῆς δου­λειᾶς τοῦ ἐκ­παι­δευ­τι­κοῦ, ἡ δη­μό­σια καὶ πιὸ φα­νε­ρή…

Για­τί, ὑ­πῆρ­χε καὶ ἄλ­λη κρυ­φή;…

Ἀ­στει­εύ­ο­μαι… Ἐν­νο­ῶ τὴν στά­ση τοῦ κρι­τι­κοῦ τῆς κρα­τι­κῆς Ἐκ­παι­δευ­τι­κῆς Πο­λι­τι­κῆς καὶ συγ­κε­κρι­μέ­νων παι­δα­γω­γι­κῶν πρα­κτι­κῶν, μέ­σα ἀ­πὸ τὶς συ­να­γω­γὲς κει­μέ­νων ποὺ δη­μο­σί­ευ­ε μὲ τὸ ψευ­δώ­νυ­μο Δη­μή­τρης Πτο­λε­μαί­ου…

Αὐ­τὸ ποὺ τοῦ θαυ­μά­ζω, καὶ τώ­ρα ποὺ λεί­πει, εἶ­ναι τὸ πάν­τρε­μα τοῦ ἀ­γώ­να μέ­σα ἢ πλά­ι στὸ χα­ρά­κω­μα τῆς σχο­λι­κῆς τά­ξης (ἐ­κεῖ ὅ­που συ­ναν­τοῦ­σε κα­νεὶς —ἐ­πι­τέ­λους— «τὸν πραγ­μα­τι­κὸ λα­ό», ποὺ ἐν­νο­οῦ­σε ὁ Παυ­λο­στά­θης) μὲ ἀ­πό­ψεις γιὰ τὴν ἐκ­παί­δευ­ση σὰν αὐ­τὲς ποὺ δι­α­τύ­πω­νε σὲ συ­νέν­τευ­ξή του στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα Αὐ­γὴ τὸν Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 2004:

­

«Ἡ ἐκ­παί­δευ­ση, κι ὄ­χι μό­νο στὴ χώ­ρα μας (ἀλ­λὰ γνω­ρί­ζω κα­λὰ μό­νο τὴ φρί­κη τοῦ τό­που μας), ἔ­χει τε­λει­ώ­σει. Ὑ­πάρ­χει ξε­κά­θα­ρη βού­λη­ση σὲ ἐ­πί­πε­δο κο­ρυ­φῆς γιὰ τὴν ὑ­πο­βάθ­μι­σή της καὶ ὅ­σοι ὀ­νο­μά­ζου­με “στε­λέ­χη ἐκ­παί­δευ­σης” ἀν­τι­με­τω­πί­ζουν τὸ ἔρ­γο τους μὲ τὸν ἀ­πο­λί­τι­κο τρό­πο ἑ­νὸς κα­θη­γη­τά­κου ποὺ προ­ε­τοι­μά­ζε­ται —στὴν “ρο­μαν­τι­κό­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση”— νὰ δι­εκ­πε­ραι­ώ­σει τὶς ὑ­πο­χρε­ώ­σεις του στὴν αἴ­θου­σα. Γιὰ τοὺς συν­δι­κα­λι­στὲς δὲν μι­λῶ, ἐ­πει­δὴ ἡ θέ­ση τους εἶ­ναι δει­νὴ κα­θώς, σή­με­ρα του­λά­χι­στον, τὰ συμ­φέ­ρον­τα τῆς ἐκ­παί­δευ­σης δὲν ταυ­τί­ζον­ται σὲ ἱ­κα­νο­ποι­η­τι­κὸ βαθ­μὸ μὲ τὰ συμ­φέ­ρον­τα τῶν ἐκ­παι­δευ­τι­κῶν. Ἔ­πει­τα, μπο­ρεῖ­τε νὰ ὑ­πο­θέ­σε­τε τί χα­μη­λὴ ποι­ό­τη­τα ἐκ­πέμ­πει ἕ­νας κα­θη­γη­τὴς μὲ μι­σθὸ γύ­ρω στὰ 1200 εὐ­ρώ; Τὸ το­πί­ο, κα­τὰ συ­νέ­πεια, εἰ­δι­κὰ στὴν κρί­σι­μη γιὰ τὴ μα­ζι­κὴ παι­δεί­α Μέ­ση Βαθ­μί­δα, εἶ­ναι το­πί­ο θα­νά­του. Νι­ώ­θω ὅ­λο μου τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον (πο­λυ­ε­τές, ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρα­τε) νὰ ἔ­χει μα­ται­ω­θεῖ…»

Τὸν κα­τα­λα­βαί­νω, ὅ­μως, κα­λά, ἐ­πει­δή, στὰ θέ­μα­τα προ­σφο­ρᾶς, ἔ­χω λί­γο κι ἐ­γὼ τὴν πα­ρα­πλή­σια ἰ­δι­ο­συγ­κρα­σί­α ἐ­κεί­νου ποὺ θέλ­γε­ται νὰ γε­μί­ζει μὲ ὡ­ραῖ­α ναυά­για τοὺς γυα­λούς!…

Θὰ εἶ­σαι κι ἐ­σύ, φαν­τά­ζο­μαι, τὸ ἴ­διο ρο­μαν­τι­κός…

Τὸ ἴ­διο, δὲν θὰ ἔ­λε­γα… Ἐ­γὼ ὑ­πάρ­χω καὶ ὀ­λί­γον “μνη­μο­νια­κός”… Θυ­μᾶ­μαι τὴν ἐ­πο­χὴ ποὺ ὑ­πη­ρε­τού­σα­με σὲ κο­ντι­νὰ νυ­χτε­ρι­νὰ σχο­λεῖ­α στὴν ἀ­μυν­τι­κὴ γραμ­μὴ Βά­θης-Σε­πο­λί­ων… Δι­α­φω­νού­σα­με στὸ θέ­μα τῆς συγ­χώ­νευ­σης γει­το­νι­κῶν ἑ­σπε­ρι­νῶν σχο­λι­κῶν μο­νά­δων, ποὺ τό­τε, δύο-τρία χρό­νια πρὶν τὸ ξέ­σπα­σμα τῆς κρί­σης, εἶ­χε τε­θεῖ πι­ε­στι­κὰ ἐ­πὶ τά­πη­τος ἀ­πὸ τὴν δι­οί­κη­ση… Ἐ­γὼ σκαν­δα­λι­ζό­μου­να ἀ­πὸ τὶς τά­ξεις τῶν πέν­τε καὶ δέ­κα μα­θη­τῶν, κι ἔ­βλε­πα κα­χύ­πο­πτα στὸ ἐ­πι­χεί­ρη­μα «νὰ μὴν χα­θοῦν θέ­σεις ἐρ­γα­σί­ας» τὸν φό­βο γιὰ τὸ ἐ­πα­πει­λού­με­νο ξε­βό­λε­μα με­ρι­κῶν… Ὁ Ἀρ­μά­ος ἀν­τι­με­τώ­πι­ζε τὸ θέ­μα μὲ ἦ­θος… Πα­τρο­κο­σμᾶ: Ἂς κό­ψουν αὐ­τοὶ τὸ λαι­μό τους· δὲν κλεί­νου­με πο­τὲ καὶ γιὰ τί­πο­τα ἕ­να σχο­λεῖ­ο!

Ἀλ­λὰ για­τί μᾶς εἶ­πες πα­ρα­πά­νω ὅ­τι τὰ δῶ­ρα του «δὲν ξέ­ρα­με κὰν ἀ­πὸ ποῦ μᾶς ἐρ­χό­ντου­σαν»· δὲν τὸ κα­τά­λα­βα αὐ­τό…

Ἐ­δῶ, γιὰ νὰ τὸ κα­τα­λά­βεις κα­λύ­τε­ρα, θὰ πρέ­πει νὰ ἀ­νοί­ξου­με τὴν τρί­τη πτυ­χὴ τῆς ἐ­ξω­λο­γο­τε­χνι­κῆς ἐρ­γα­σί­ας τοῦ Ἀρ­μά­ου, αὐ­τὴ ποὺ συγ­κρο­τεῖ τὸ κε­φά­λαι­ο τῆς Ἐκ­δο­τι­κῆς… Σὲ μιὰ ἐ­πο­χὴ ποὺ καὶ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ψί­χου­λο “ἔρ­γου” στὸν κό­σμο τῶν “ἐ­πω­νύ­μων” ἀ­λέ­θε­ται γιὰ νὰ ἐκ­θρέ­ψει τὴν θη­ρι­ώ­δη του ἰ­δι­ο­τέ­λεια, ὁ Ἀρ­μά­ος εἶ­χε τὴν “ἐ­ξω­φρε­νι­κὴ” ἰ­δέ­α πὼς κά­θε δου­λειὰ —καὶ ἡ ἐκ­δο­τι­κὴ αὐ­το­νο­ή­τως— θὰ ἔ­πρε­πε νὰ γί­νε­ται σω­στά σύμ­φω­να μὲ δο­κι­μα­σμέ­να αὐ­στη­ρὰ κρι­τή­ρια (de lege artis, ποὺ λέ­γα­νε οἱ πα­λιοί), ἀ­σχέ­τως μὲ τὸ ποι­ός τε­λι­κὰ θὰ τὴν ὑ­πο­γρά­ψει ἢ θὰ τὴν καρ­πω­θεῖ καὶ σὲ ποι­όν βαθ­μό!… Ἰ­δοὺ ἕ­να ἄλ­λο, πιὸ ἀ­πρό­σμε­νο αὐ­τὴ τὴ φο­ρά, ars gratia artis!… Ἐ­πει­δὴ γιὰ τὸν Ἀρ­μά­ο ἡ Ἐκ­δο­τι­κὴ δὲν ἦ­ταν μί­α ἀ­κό­μη ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὴ τε­χνι­κὴ δε­ξι­ό­τη­τα στὸ στά­τους ἔ­στω τῆς “ἐ­πι­στή­μης”, ἀλ­λὰ καλ­λι­τε­χνί­α πο­λι­τι­σμοῦ: μιὰ ἀ­πὸ τὶς Κα­λὲς Τέ­χνες τῆς Ἀ­να­γέν­νη­σης! Θυ­μᾶ­μαι, μά­λι­στα, πού, ὅ­ταν ἱ­στο­ρι­κὸ ἐκ­δο­τι­κὸ τῆς ἀ­γο­ρᾶς «γύ­ρι­σε σε­λί­δα» (γιὰ ἄλ­λου εἴ­δους “τι­μὲς” ἀ­πὸ τὴν “τι­μὴ” τῶν γλωσ­σι­κῶν ἰ­δα­νι­κῶν) καὶ ἐ­πέ­βα­λε σὲ πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νο ποι­η­τή, ποὺ γρά­φει ἀ­κό­μη χει­ρο­γρά­φως στὸ πο­λυ­το­νι­κό, τὴν ἔκ­δο­ση συγ­κεν­τρω­τι­κῆς τῶν ποι­η­μά­των του στὸ μο­νο­το­νι­κό, ὁ Ἀρ­μά­ος προ­σφε­ρό­ταν ἐ­πι­μό­νως νὰ κά­νει ὁ ἴ­διος ἀ­μι­σθὶ τὴν δου­λειὰ τῆς ἐ­πι­μέ­λειας τοῦ πο­λυ­το­νι­σμοῦ…

Ἔ­τσι, γιὰ πλεῖ­στα ὅ­σα βι­βλί­α, ἔ­χει βά­λει γεν­ναῖ­α καὶ συ­χνό­τα­τα ἀ­φι­λο­κερ­δῶς τὸ χέ­ρι του σὲ ἕ­να σω­ρὸ ὑ­πο­στη­ρι­κτι­κὰ στοι­χεῖ­α τοῦ κει­μέ­νου: σὲ εἰ­σα­γω­γές, ὑ­πο­μνή­μα­τα, ἐ­πί­με­τρα, σχό­λια, βι­βλι­ο­γρα­φί­ες, εὑ­ρε­τή­ρια (γιὰ νὰ μὴν ἀ­να­φερ­θοῦ­με σὲ ἄλ­λα δῆ­θεν πε­ρισ­σό­τε­ρο “ἀ­ό­ρα­τα”, ὅ­πως σὲ οἰ­κο­γέ­νει­ες γραμ­μα­το­σει­ρῶν καὶ τρό­πους σε­λι­δώ­σε­ων): δη­λα­δὴ σὲ πλῆ­θος κρί­σι­μων γιὰ τὸ βι­βλί­ο πραγ­μά­των ποὺ συ­χνὰ οἱ ἀ­δα­εῖς προ­σπερ­νᾶ­νε, γιὰ νὰ πᾶ­νε —ἂν πράγ­μα­τι πᾶ­νε πο­τέ— κα­τευ­θεῖ­αν στὸ ὑ­πο­τι­θέ­με­νο «ζου­μί»…

Ἀ­πό­σταγ­μα τῆς με­γά­λης του πεί­ρας ἦ­ταν καὶ ἡ σει­ρὰ δύ­ο σε­μι­να­ρί­ων ποὺ ἔ­δω­σε τὸ 2011, ὀρ­γα­νω­μέ­νη ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Gutenberg στὸν χῶ­ρο τοῦ βι­βλι­ο­πω­λεί­ου τους, μὲ θέ­μα «Ὀρ­γά­νω­ση καὶ Σύν­τα­ξη Ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς / Ἐ­ρευ­νη­τι­κῆς Ἐρ­γα­σί­ας (μὲ Ἐ­ξει­δί­κευ­ση στὶς Θε­ω­ρη­τι­κὲς Σπου­δές)» καὶ «Μορ­φο­λο­γί­α Ἐκ­δό­σε­ων» (ἐ­πι­μέ­λεια κει­μέ­νου —γλωσ­σι­κή, δο­μι­κὴ κλπ.— καὶ τυ­πο­τε­χνι­κὴ δε­ον­το­λο­γί­α μὲ ἐ­ξει­δί­κευ­ση στὸ βι­βλί­ο)…

Πε­ριτ­τό, ἴ­σως, νὰ προ­στε­θεῖ ὅ­τι τέ­τοι­α με­ρά­κια δὲν μα­κρο­η­με­ρεύ­ουν, ἂν δὲν βροῦν καὶ τὶς ἀν­τί­στοι­χες ἐ­πι­χει­ρη­μα­τι­κὲς πόρ­τες ἀ­νοι­χτές· τό­σο, ποὺ νὰ μὴν μπο­ρῶ νὰ πῶ μὲ βε­βαι­ό­τη­τα στὴν πε­ρί­πτω­σή μας, ποι­ός ἦ­ταν ὁ πε­ρισ­σό­τε­ρο τυ­χε­ρὸς ἀ­πὸ μιὰ τέ­τοι­ου εἴ­δους συ­νάν­τη­ση: οἱ ἐκ­δό­σεις Gutenberg ἢ ὁ Δη­μή­τρης Ἀρ­μά­ος;…

Καὶ σκέ­φτο­μαι συ­χνά, ἐν κα­τα­κλεί­δι, πὼς μό­νο στὰ χεί­λη ἑ­νὸς τέ­τοι­ου ἀν­θρώ­που, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ λά­βει ὅ­λο της τὸ βά­ρος ἡ πα­ρα­κά­τω κου­βέν­τα, στὴν συ­νέν­τευ­ξη ποὺ ἔ­δω­σε ὁ Ἀρ­μά­ος στὸν Στα­μά­τη Μαυ­ρο­ει­δῆ τὸ 2004, μι­λών­τας, ὡς ποι­η­τὴς πιά, γιὰ τὴν λο­γο­τε­χνί­α: «Ὅ­σο κι ἂν λα­τρεύ­ω τὴν ἔν­τυ­πη μορ­φή της, ξέ­ρω πὼς εἶ­ναι ἀ­σή­μαν­τη γιὰ τὴν ἀ­ξί­α τῶν κει­μέ­νων…» Ἂς τὸ πῶ: ὁ Ἀρ­μά­ος δὲν ἦ­ταν φι­λό­λο­γος καὶ στὰ ποι­ή­μα­τά του, ὅ­πως λαν­θα­σμέ­να νο­μί­ζουν ἀρ­κε­τοί, ἦ­ταν ποι­η­τὴς καὶ στὰ φι­λο­λο­γι­κά του!…

Τέ­λει­ω­σες μὲ τὸ ἐ­ξω­λο­γο­τε­χνι­κό του τρί­πτυ­χο;… Για­τὶ σὰν νὰ μοῦ φαί­νε­ται πὼς ἀ­πο­φεύ­γεις νὰ μι­λή­σεις γιὰ τὸν ποι­η­τή…

Ἴ­σα-ἴ­σα γι’ αὐ­τὸ θὰ ἤ­θε­λα νὰ μι­λή­σου­με… Ἀ­φοῦ, ὅ­πως μό­λις ὑ­παι­νί­χθη­κα, ἡ ἀ­ξί­α τὴν ὁ­ποί­α οἱ ἄλ­λοι σπεύ­δουν νὰ ἀ­να­γνω­ρί­ζουν προ­θυ­μό­τε­ρα στὸ ἔρ­γο του εἶ­ναι ἡ φι­λο­λο­γι­κή του δει­νό­τη­τα καὶ ἡ πε­ρὶ τὰ ἐκ­δο­τι­κά…

Καὶ για­τὶ συμ­βαί­νει αὐ­τό;…

Οἱ μὲν ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κοὶ δι­ό­τι τρῶ­νε ἀ­πὸ τὰ γνω­στὰ καὶ τὰ ἕ­τοι­μα καὶ δὲν ψά­χνουν γιὰ “νέ­ες” φω­νές, οἱ δὲ ποι­η­τὲς ἐ­πει­δὴ βα­ρι­οῦν­ται νὰ δι­α­βά­ζουν συγ­κεν­τρω­τι­κὲς ἐκ­δό­σεις (ἄλ­λων), καὶ ἦ­ταν ἀ­πί­θα­νο νὰ εἶ­χαν συ­ναν­τή­σει ἀλ­λοῦ ποι­ή­μα­τα τοῦ Ἀρ­μά­ου – ὁ ἴ­διος ἦ­ταν πο­λὺ φει­δω­λὸς σὲ δη­μο­σι­εύ­σεις… Σπά­νια δη­μο­σί­ευ­ε καὶ σχε­δὸν πο­τὲ με­μο­νω­μέ­να ποι­ή­μα­τα, μό­νον ἑ­νό­τη­τες… Ἔ­τσι, ὅ­ταν κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ 2009 ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Ὕ­ψι­λον, σὲ ἕ­ναν ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ φρον­τι­σμέ­νον ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο τό­μο, τὸ corpus τῶν ποι­η­μά­των του, βρῆ­κε τὴν μι­κρὴ κοι­νό­τη­τα τῶν ἀ­να­γνω­στῶν τῆς ποί­η­σης ἀ­νέ­τοι­μη νὰ μπεῖ στὸν κό­πο νὰ τὰ γνω­ρί­σει καὶ νὰ τὰ δε­χθεῖ… Ἀλ­λὰ καὶ ὡς ἔκ­δο­ση συγ­κεν­τρω­τι­κὴ τριά­ντα δύ­ο ἐ­τῶν δου­λειᾶς βρι­σκό­ταν μα­κριὰ ἀ­πό τὴν “πε­πα­τη­μέ­νη”…

Armaos-MitropoliΤί τὸ ἰ­δι­αί­τε­ρο εἶ­χε, δη­λα­δή;…

Τὰ ποι­ή­μα­τα ποὺ πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται ἐ­κεῖ δὲν εἶ­ναι οὔ­τε μό­νο οὔ­τε ὅ­λα ὅ­σα δη­μο­σί­ευ­σε· οὔ­τε ὅ­πως τὰ δη­μο­σί­ευ­σε, οὔ­τε μὲ τὴν χρο­νο­λο­γι­κὴ σει­ρὰ κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α γρά­φτη­καν ἢ δη­μο­σι­εύ­τη­καν… Ἀλ­λὰ καὶ μέ­σα στὶς ἑ­νό­τη­τες ποὺ εἶ­χε ἤ­δη δη­μο­σι­εύ­σει, ἡ ὕ­λη ἀ­να­δι­α­τά­χθη­κε κι αὐ­τή, ὅ­πως δή­λω­νε σὲ συ­νέν­τευ­ξή του ὁ ἴ­διος, «μὲ κρι­τή­ριο θε­μα­το­λο­γι­κὸ κυ­ρί­ως». Στὴν οὐ­σί­α τὸ ὑ­λι­κὸ ἀ­να­συγ­κρο­τή­θη­κε κα­τὰ τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ τά­ξη τοῦ βα­θύ­τε­ρου νο­ή­μα­τος ζω­ῆς καὶ ἔρ­γου ποὺ θέ­λη­σε ὁ ἴ­διος γιὰ τὴν τέ­χνη του, ὅ­ταν ἔ­λα­βε τὴν ἀ­παι­τού­με­νη ἀ­πό­στα­ση καὶ ἀ­πό­φα­ση γιὰ νὰ τὸ δεῖ συ­νο­λι­κά – κά­τι ποὺ ἀ­να­τρέ­χει πί­σω, στὸ 2004, του­λά­χι­στον… Ἔ­τσι ὁ τό­μος αυ­τὸς τῶν 219 ποι­η­μά­των καὶ τῶν 416 σε­λί­δων θὰ πρέ­πει νὰ θε­ω­ρη­θεῖ ὡς ἡ μο­να­δι­κὴ κι ἀ­ναν­τι­κα­τά­στα­τη συλ­λο­γὴ ποι­η­μά­των του ἀ­πὸ τὴν ὁ­ποί­α καὶ μό­νον θὰ πρέ­πει νὰ κρι­θεῖ…

Ἐ­ξάλ­λου, μὲ τὴν ἴ­δια αἴ­σθη­ση συ­νό­λου, χα­ρα­κτή­ρι­σε τὸν τό­μο του «Βι­βλί­ο Στί­χων», καὶ τοῦ ἔ­δω­σε τὸν τί­τλο «Βί­αι­ες ἐν­τυ­πώ­σεις τῶν ἐ­τῶν 1975-2007». Πα­ρέ­δω­σε δὲ τὶς ποι­ή­σεις του σὲ κά­θε μέλ­λον­τα ἀ­να­γνώ­στη «ἄ­νευ ὅ­ρων», ὅ­πως γρά­φει ὁ ἴ­διος κλεί­νον­τας τὴν προ­λο­γι­κή του «Σύ­νο­ψη», ὅ­πως πα­ρα­δί­νον­ται «ὅ­λοι οἱ νι­κη­μέ­νοι κα­τὰ κρά­τος»…

Ἐ­σὺ πῶς τὸ κα­τα­λα­βαί­νεις αὐ­τό, τὸ «ἄ­νευ ὅ­ρων» καὶ τὸ «νι­κη­μέ­νοι κα­τὰ κρά­τος»;

Ἐ­μέ­να δὲν μὲ δυ­σκο­λεύ­ει νὰ κα­τα­λά­βω τὴν “ἥτ­τα” τῆς ποί­η­σης· κι ὁ ἴ­διος τὴν ἐ­ξη­γεῖ: «σ’ αὐ­τὸ τὸ βι­βλί­ο δὲν μι­λά­ει κά­ποι­ος “ὥ­ρι­μος” ἄν­θρω­πος. Ἡ ἐμ­πει­ρί­α ποὺ εἰ­σπράτ­τει τὸν πλήτ­τει ὡς στα­θε­ρὴ δι­ά­ψευ­ση…» Γιὰ τὸ «ἄ­νευ ὅ­ρων», ὡ­στό­σο, θὰ πρέ­πει νὰ δι­α­κρί­νου­με ἀ­νά­με­σα στὴν κρί­ση γιὰ τὸ ποί­η­μα, ποὺ εἶ­ναι ἐ­λεύ­θε­ρη καὶ δὲν ὑ­πό­κει­ται σὲ κα­νε­νὸς εἴ­δους ἐ­ξα­ναγ­κα­σμό, καὶ στὶς προ­ϋ­πο­θέ­σεις αὐ­τῆς τῆς κρί­σε­ως, δη­λα­δὴ τὴν ἀ­νά­γνω­ση· αὐ­τὴ δὲν εἶ­ναι δι­ό­λου «ἄ­νευ ὅ­ρων»…

Δὲν σὲ κα­τα­λα­βαί­νω…

Ἐν­νο­ῶ πὼς κιν­δυ­νεύ­ου­με νὰ ἀ­δι­κή­σου­με σφό­δρα τὴν ποί­η­ση τοῦ Δη­μή­τρη Ἀρ­μά­ου, ἐ­ὰν δὲν γί­νου­με οἱ προ­σή­κον­τες ἀ­να­γνῶ­στες της…

Καὶ ὑ­πάρ­χουν τέ­τοι­οι;…

Ὁ ἴ­διος τοὺς προ­ε­ξό­φλη­σε, ὅ­ταν ἔ­λε­γε ὅ­τι ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς ἤ­δη τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να «ἡ πιὸ ἀ­παι­τη­τι­κὴ φι­λο­λο­γι­κὴ σκευ­ὴ εἶ­ναι προ­ϋ­πό­θε­ση τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ ἔρ­γου», συ­νε­πῶς καὶ τῆς ἀ­νά­γνω­σής του, σκέ­φτο­μαι ἐ­γώ…

Καὶ συμ­φω­νεῖς μὲ μιὰ τέ­τοι­α ἄ­πο­ψη;… 

Ὄ­χι! Ἔ­τσι γε­νι­κὰ δι­α­τυ­πω­μέ­νη, σὰν νὰ ἀ­φο­ρᾶ σὲ κά­θε λο­γο­τε­χνι­κὸ ἔρ­γο· ἀλ­λὰ γιὰ ἕ­να ἔρ­γο σὰν τοῦ Ἀρ­μά­ου, ναί!… Ὅ­σο πιὸ ἀ­παι­τη­τι­κὴ εἶ­ναι αὐ­τὴ ἡ σκευ­ὴ τό­σο πιὸ ἔν­τι­μα θε­με­λι­ω­μέ­νο καὶ τὸ δι­καί­ω­μα τῆς κρί­σε­ως…

Αὐ­τὸ τί ση­μαί­νει;… Ὅ­τι ἐ­ὰν δι­α­θέ­τει κα­νεὶς στὸ ἔ­πα­κρον αὐ­τὴν τὴν «φι­λο­λο­γι­κὴ σκευή», δι­και­ώ­νε­ται ὡς ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νο ἔρ­γο τέ­χνης καὶ τὸ κά­θε ποί­η­μα ποὺ τὴν προ­ϋ­πο­θέ­τει;…

Ὄ­χι, βέ­βαι­α… Δι­και­ώ­νε­ται πι­θα­νό­τα­τα τὸ ἀ­ξι­ο­λο­γι­κὸ κύ­ρος τῆς κρί­σης… Ἀλ­λὰ ἂς κά­νου­με ἕ­να βῆ­μα πρὸς τὰ πί­σω. Τί εἶ­ναι στὸ με­γα­λύ­τε­ρό της μέ­ρος ἡ ποί­η­ση τοῦ Ἀρ­μά­ου κοι­ταγ­μέ­νη σὲ μιὰ πρώ­τη πρό­χει­ρη ἀ­νά­γνω­ση… Ἕ­να ἀρ­χι­πέ­λα­γος πο­λι­τι­σμι­κῶν δει­κτῶν πά­σης φύ­σε­ως (τμή­μα­τα φι­λο­λο­γι­κῶν πα­ρα­θε­μά­των ἀ­πὸ νε­κρὲς καὶ ζων­τα­νὲς γλῶσ­σες, ὅ­ροι μου­σι­κῆς ἢ ζω­γρα­φι­κῆς, τί­τλοι λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἢ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κῶν ται­νι­ῶν, πρό­σω­πα τῆς ἱ­στο­ρί­ας ἢ ἥ­ρω­ες τῆς λο­γο­τε­χνί­ας, συ­νή­θως δεύ­τε­ρης καὶ τρί­της σει­ρᾶς σὲ ἀ­να­γνω­ρι­σι­μό­τη­τα), ποὺ ξε­προ­βάλ­λουν ὡς πα­ρά­ξε­νες νη­σί­δες πά­νω ἀ­πὸ τὸ continuum μιᾶς γλώσ­σας ρέ­ου­σας καὶ λαμ­πε­ρὰ ἐκ­φρα­στι­κῆς, πλού­σιας σὲ κοι­τά­σμα­τα ἑλ­λη­νι­κῆς κά­θε λο­γῆς καὶ τέ­λεια ρυθ­μι­σμέ­νης, ὅ­που ὁ ἴα­μβος, κυ­ρί­αρ­χος, πο­τὲ δὲν χά­νει τὸν βη­μα­τι­σμό του… Ποι­η­τι­κή, ἀ­σφα­λῶς, ποὺ χρω­στᾶ πολ­λὰ καὶ στὸν τρό­πο συν­θέ­σε­ως τῶν Cantos τοῦ Ἔζ­ρα Πά­ουντ…

Ὅ­μως, βά­ζον­τας στὴν πάν­τα τὰ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ δου­λε­μέ­να καὶ μὲ γνώ­ση ποι­κί­λων μορ­φῶν ἔμ­με­τρά του, ὑ­πάρ­χει καὶ ἕ­να ση­μαν­τι­κὸς ἀ­ριθ­μὸς ποι­η­μά­των, ἴ­σως καὶ τὸ ἕ­να τρί­το τοῦ συ­νό­λου, γιὰ τὴν κα­τα­νό­η­ση καὶ τὴν ἀ­πό­λαυ­ση τῶν ὁ­ποί­ων δὲν θὰ χρει­α­ζό­ταν κα­μιὰ ἰ­δι­αί­τε­ρη φι­λο­λο­γι­κὴ σκευ­ή.

Ἂς δι­α­βά­σου­με ἕ­να ἀ­πὸ αὐ­τά:

ΖΕΥΓΟΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΩΝ ΣΕ ΓΡΑΝΙΤΗ

Ζών­τας αὐ­τὴ κάμ­πο­σα χρό­νια ὑ­στε­ρι­νά του
Κα­τόρ­θω­σε νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὶς κοι­νές τους ἔ­ρευ­νες
Καρ­πο­φο­ρί­α ποὺ τῆς προ­σκό­μι­σε
Δι­ό­λου εὐ­κα­τα­φρό­νη­τη δό­ξα      ἐ­πί­και­ρη      ἔγ­και­ρη
Δὲν εἶ­ναι βέ­βαι­ο πὼς ἂν ζοῦ­σε κι ὁ λε­γά­με­νος
Θὰ ξε­κολ­λού­σα­νε μα­ζὶ ὅ­πως τὰ κα­τά­φε­ρε μο­νά­χη
Ἦ­ταν δι­στα­κτι­κὸς ἀμ­φί­θυ­μος τε­λει­ο­μα­νὴς γε­μά­τος φό­βους
Τε­ρα­το­λό­γος σὲ ζη­τή­μα­τα κοι­νά
Τά ’ξε­ρε αὐ­τὰ καὶ πρὶν νὰ τὸν γνω­ρί­σει στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το
Ἔ­ψα­χνε ἀλ­λοῦ τὴν λύ­ση κι ὄ­χι στὴν «πε­πα­τη­μέ­νη»
Ἀλ­λὰ ἡ πε­πα­τη­μέ­νη ἀ­μέ­σως ἔ­δω­σε καρ­ποὺς
Σὰν πῆ­ρε αὐ­τὴ τὰ ἡ­νί­α στὰ χέ­ρια της
Τὸ δί­χως ἄλ­λο θὰ τῆς ἀ­να­γνώ­ρι­ζε      ἐ­ὰν εἶ­χε μέ­ρες
Τὴν ἱ­κα­νό­τη­τα ποὺ ν’ ἀ­χτι­νο­βο­λή­σει τό­τε δὲ λευ­τέ­ρω­νε
Καὶ πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα τὴν ἀ­γά­πη της
Ποὺ ἐ­κλι­πα­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι πιὸ θερ­μὴ κι ἐκ­φρα­στι­κή
Ἀ­φοῦ με­ρί­μνει της κυ­κλο­φο­ρή­θη­καν ὅ­λες του οἱ ἐρ­γα­σί­ες
Opera Omnia καὶ Opuscula καὶ Spuria
Τί εἶ­χε κά­νει ὁ ἴ­διος ὅ­σο ζοῦ­σε; φύλ­λα καὶ φτε­ρά!
Καὶ μα­ζε­μέ­να φά­νη­καν κα­λύ­τε­ρα τί ἀ­ξί­ζα­νε
Μπρὸς στὸ δι­κό της ἔρ­γο      θά ’χε
Τὴν ἴ­δια γνώ­μη ὅ­μως κι ἐ­κεῖ­νος;
Στὴν εἴ­σο­δο τοῦ Κέν­τρου Ἐ­ρευ­νῶν ὁ γλύ­πτης δὲν ἀ­πέ­δω­σε
Μὲ ἀρ­κε­τὴ σα­φή­νεια
Τὸ βλέμ­μα τῆς λα­τρεί­ας ποὺ ἀν­ταλ­λάσ­σουν.

Ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ ἔ­χει γρά­ψει ἕ­να τέ­τοι­ο ποί­η­μα —ἀ­δι­α­φο­ρῶ ἂν ὑ­παι­νίσ­σε­ται τὸ ζεῦ­γος Κι­ου­ρί, ἢ ὅ­ποι­ο ἄλ­λο, ποὺ ὡ­στό­σο μέ­σα ἀ­πὸ τὸ ποί­η­μα αὐ­τὸ γί­νε­ται “ἀρ­χε­τυ­πι­κό”— δὲν μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι οὔ­τε μέ­τριος οὔ­τε ἀ­δι­ά­φο­ρος ποι­η­τής… Καὶ πα­ρό­μοι­ας πά­νω-κά­τω ἀ­ξί­ας εἶ­ναι καὶ τὰ ὑ­πό­λοι­πα ποι­ή­μα­τά του αὐ­τῆς τῆς πλέ­ον εὔ­λη­πτης —ἂς τὴν ὀ­νο­μά­σου­με ἔ­τσι— κα­τη­γο­ρί­ας, τό­σο ποὺ ἂν ἐ­πρό­κει­το νὰ τὸν κρί­νου­με ἀ­πὸ αὐ­τὸ καὶ μό­νο τὸ μέ­ρος τοῦ ἔρ­γου του, ἡ ποί­η­ση τοῦ Ἀρ­μά­ου δὲν θὰ εἶ­χε σὲ τί­πο­τα νὰ ζη­λέ­ψει ἐ­κεί­νη τῶν κα­λύ­τε­ρων ποι­η­τῶν τῆς γε­νιᾶς του…

Αὐ­τὰ ὡς πρὸς αὐ­τό – κι ἡ πα­ρα­πά­νω πα­ρα­τή­ρη­ση ἔ­στω γιὰ ὅ­σους, πρω­τί­στως ὁ­μό­τε­χνους, προ­σχη­μα­τι­ζό­με­νοι τὸ δύσ­λη­πτο πολ­λῶν ποι­η­μά­των του, ἀ­πο­φεύ­γουν νὰ ἀ­να­με­τρη­θοῦν ἐν συ­νό­λῳ μὲ τὴν ποί­η­σή του.

Armaos-MythologimaἘ­σύ, δη­λα­δή, δὲν ἀν­τι­με­τώ­πι­σες πα­ρό­μοι­ες δυ­σκο­λίες κα­τανό­η­σης;…

Τὴν ἀν­τι­με­τώ­πι­ζα ἀ­πὸ πα­λιὰ καὶ ὡς ἐκ­δό­της τοῦ Πλα­νό­διου, ὅ­ταν ὁ Ἀρ­μά­ος ἔ­δω­σε νὰ δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ ἡ ποι­η­τι­κὴ ἑ­νό­τη­τά του «Μυ­θο­λό­γη­μα», ἕ­να σύν­θε­μα ποὺ ἀ­κό­μη καὶ τώ­ρα ἀν­τι­στέ­κε­ται στὴν πλή­ρη καὶ λει­τουρ­γι­κὴ κα­τα­νό­η­σή μου… Ἡ ἑ­νό­τη­τα ἔ­τυ­χε μιᾶς ἰ­δι­αί­τε­ρης με­τα­χεί­ρι­σης στὴν σύν­θε­ση τῆς συγ­κεν­τρω­τι­κῆς ἔκ­δο­σης τῶν ποι­η­μά­των του: το­πο­θε­τή­θη­κε στὸ τέ­λος της γιὰ νὰ κλεί­σει ὁ ποι­η­τὴς μα­ζί της τοὺς λο­γα­ρια­σμούς του μὲ τὸν προ­η­γού­με­νο αἰ­ώ­να. Ἀ­να­τρέ­χον­τας τώ­ρα στὴν ἀλ­λη­λο­γρα­φί­α μας τῆς ἐ­πο­χῆς κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α δη­μο­σι­εύ­τη­κε στὸ πε­ρι­ο­δι­κό, τρά­βη­ξε τὴν προ­σο­χή μου ἕ­νας ἀ­στε­ρί­σκος στὴν ἐ­πι­στο­λή του τῆς 18ης Νο­εμ­βρί­ου 1999: Γρά­φει ἐ­κεῖ ὁ Ἀρ­μα­ός: «Ἐκ τῶν ὑ­στέ­ρων πρό­σε­ξα καὶ τὴ σύμ­πτω­ση: αὐ­τὸ τὸ ποί­η­μα, ποὺ σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ ἀ­πο­τε­λεῖ χαι­ρε­τι­σμὸ πρὸς τὸν βι­ω­μα­τι­κὸ χρό­νο [ὑ­πο­γράμ­μι­ση δι­κή μου], δη­μο­σι­εύ­ε­ται στὸ τε­λευ­ταῖ­ο τοῦ αἰ­ώ­να (καὶ τῆς χι­λι­ε­τί­ας βέ­βαι­α) τεῦ­χος τοῦ Πλα­νό­διου.» Ἡ ση­μεί­ω­ση αὐ­τὴ ἔ­γι­νε ἀρ­γό­τε­ρα γιὰ μέ­να ἕ­να ἀ­κό­μη κλει­δὶ στὴν κα­τα­νό­η­ση τοῦ τί­τλου ποὺ ἔ­δω­σε ἀρ­κε­τὰ χρό­νια με­τὰ στὴν συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση τῶν ποι­η­μά­των του, κι ἀ­κό­μη: μιὰ ἐ­πι­πλέ­ον μαρ­τυ­ρί­α γιὰ τὸ εἶ­δος τοῦ ρι­ζώ­μα­τος τῆς ποι­η­τι­κῆς του…

Ἐν­νο­εῖς τὸν τί­τλο «Βί­αι­ες ἐν­τυ­πώ­σεις τῶν ἐ­τῶν 1975-2007» – ἀ­λή­θεια, ἔ­χει ὁ τί­τλος μιὰ πα­ρά­ξε­νη ὀ­μορ­φιά…

Ναί, μοῦ ἄ­ρε­σε (καὶ μὲ πα­ρα­ξέ­νι­σε) ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη στιγ­μὴ ποὺ τὸν ἀν­τί­κρι­σα στὸ ἐ­ξώ­φυλ­λο τοῦ βι­βλί­ου του, ἀλ­λὰ δὲν εἶ­χα πο­τὲ φαν­τα­στεῖ ὅ­τι κα­τα­γό­ταν ἀ­πὸ τὸ ἔρ­γο «Πε­ρὶ ἁ­μαρ­τη­μά­των καὶ ποι­νῶν» τοῦ Καί­σα­ρος Μπε­κα­ρί­α, ὅ­πως ἐ­ξη­γοῦ­σε ὁ Ἀρ­μά­ος σὲ συ­νέν­τευ­ξη σχε­τι­κὴ μὲ τὴν κυ­κλο­φο­ρί­α τοῦ βι­βλί­ου του… Ἀ­ξί­ζει νὰ με­τα­φέ­ρω ἐ­δῶ τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο ση­μεῖ­ο: «Ἐ­κεῖ ὁ Ἰ­τα­λὸς δι­α­φω­τι­στὴς ἐ­ξη­γεῖ για­τί προ­τι­μᾶ τὴν τι­μω­ρί­α ἀ­πὸ τὸ θά­να­το (σὲ πε­ρι­πτώ­σεις ἀ­ξι­ό­ποι­νων πρά­ξε­ων) καὶ λέ­ει πὼς οἱ “βί­αι­ες ἐν­τυ­πώ­σεις” δὲν ἔ­χουν ἀν­το­χὴ ὡς βι­ώ­μα­τα στὴν κοι­νω­νί­α. Φυ­σι­κὰ ἡ γνώ­μη μου εἶ­ναι, ὅ­πως θὰ δι­α­πι­στώ­σει ὁ ἀ­να­γνώ­στης, δι­α­φο­ρε­τι­κή, ἂν καὶ ὄ­χι ὡς πρὸς ὅ,τι αὐ­τός ὑ­πε­ρα­σπί­ζε­ται.»

Ὁ «βι­ω­μα­τι­κὸς χρό­νος» τὸν ὁ­ποῖ­ο χαι­ρε­τοῦ­σε μὲ τὸ ποί­η­μα ποὺ ἔ­κλει­νε τὸν 20ὸ αἰ­ώ­να καὶ μα­ζὶ τὴν ποι­η­τι­κή του δι­α­θή­κη ὁ Ἀρ­μά­ος, δὲν ἦ­ταν γιὰ μέ­να τί­πο­τε ἄλ­λο ἀ­πὸ τὴν δρα­μα­τι­κὴ ἔν­τα­ση τῶν πνευ­μα­τι­κῶν βι­ω­μά­των ποὺ ὡς καλ­λι­ερ­γη­μέ­νο ἄν­θρω­πο καὶ πρω­τί­στως ὡς καλ­λι­τέ­χνη τὸν ση­μα­δέ­ψα­νε βα­θιὰ σὲ ὁ­λό­κλη­ρο τὸ μῆ­κος τῆς ἐ­νή­λι­κης ζω­ῆς του. Για­τὶ ὁ Ἀρ­μά­ος ζοῦ­σε τὸν πο­λι­τι­σμὸ σὰν νὰ ἐ­ξαρ­τι­ό­ταν ἡ ὕ­παρ­ξη καὶ ἡ συ­νέ­χι­σή του ἀ­πὸ αὐ­τὸν τὸν ἴ­διο, καί, συ­νά­μα, ὡς προ­σω­πι­κό του ἀ­γώ­να ψυ­χο­πνευ­μα­τι­κῆς ἐ­πι­βί­ω­σης μέ­σα σὲ ἕ­ναν ἄ­θλιο καὶ τραυ­μα­τι­κὸ γιὰ τὴν φι­λο­τι­μί­α του κό­σμο!

Γιὰ τὸν λό­γο αὐ­τὸ τὸ πλη­σί­α­σμα τῆς ποί­η­σής του θὰ πρέ­πει νὰ γί­νε­ται μὲ τοὺς δι­κούς της ὅ­ρους, ποὺ προ­ϋ­πο­θέ­τουν τὴν δι­ά­κρι­ση στὴν πη­γὴ τῆς δυ­σκο­λί­ας…

Καὶ πῶς γί­νε­ται μιὰ τέ­τοι­α δι­ά­κρι­ση;…

Ἂν μπο­ρέ­σου­με νὰ δι­α­κρί­νου­με ἀ­νά­με­σα στὸ «κρυ­πτι­κὸ» καὶ τὸ «δύσ­λη­πτο» ποί­η­μα. «Κρυ­πτι­κὸ» εἶ­ναι τὸ ποί­η­μα ποὺ συν­τη­ρεῖ σκό­πι­μα στὴ γρα­φὴ τὸν ἰ­δι­ω­τι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα τοῦ προ­σω­πι­κοῦ βι­ώ­μα­τος… Ἐ­δῶ, ἂν τὸ ψυλ­λια­στοῦ­με ἀ­π’ τὴν ἀρ­χή, ἡ δυ­σκο­λί­α —ὅ­ση μᾶς πε­ρι­μέ­νει— γί­νε­ται πιὸ εὔ­κο­λα ἀ­πο­δε­κτή· μπαί­νει στὴ ἀ­να­γνω­στι­κὴ σύμ­βα­ση καὶ πε­ρι­μέ­νου­με ἀ­πὸ ἀλ­λοῦ τὶς χά­ρες του… Ἀν­τί­θε­τα «δύσ­λη­πτο» εἶ­ναι τὸ ποί­η­μα τοῦ ὁ­ποί­ου τὰ ἄ­γνω­στά μας στοι­χεῖ­α, ἐ­κεῖ­να ποὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο μᾶς ἐμ­πο­δί­ζουν στὴν κα­τα­νό­η­ση τοῦ ποι­ή­μα­τος, δὲν ἀ­νά­γον­ται στὴ σφαί­ρα τῶν ἰ­δι­ω­τι­κῶν προ­σω­πι­κῶν βι­ω­μά­των τοῦ ὁ­μι­λη­τῆ, οὔ­τε σὲ κά­ποι­α ὑ­πο­τι­θέ­με­νη πρό­θε­ση τοῦ ποι­η­τῆ νὰ ἀ­πο­κρύ­ψει κά­τι ἢ νὰ μᾶς δυ­σκο­λέ­ψει στὴν κα­τα­νό­η­σή του, ἀλ­λὰ στὸν βαθ­μὸ τῆς ἀ­πὸ μέ­ρους μας γνώ­σης ἢ μὴ τοῦ πο­λι­τι­σμι­κοῦ ἀ­πο­θέ­μα­τος ποὺ τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο ποί­η­μα κι­νη­το­ποι­εῖ· σὲ στοι­χεῖ­α δη­λα­δὴ ποὺ τε­λι­κῶς δὲν εἶ­ναι ἰ­δι­ω­τι­κὰ ἀλ­λὰ δη­μό­σια.          

Μή­πως θὰ μπο­ροῦ­σες νὰ μοῦ δώ­σεις ἕ­να πα­ρά­δειγ­μα;…

Νά, σ’ ἕ­να ποί­η­μα ὅ­που ἀν­τι­πα­ρα­θέ­τει τὸν κό­σμο τῆς φύ­σης καὶ τοῦ ἐν­στί­κτου μὲ τὸν κό­σμο τῆς πό­λης, συ­ναν­τᾶ­με τὴν πα­ρα­κά­τω συ­στά­δα στί­χων:

[…] Μὰ τώρα νὰ μ’ ἀφήσεις γιὰ τὸ βίωμα τῆς ἀπώλειας
Τὸν τυχοδιωκτισμὸ νὰ ὑπάρχεις καὶ νὰ ὑπάρχεις μὲς στὴν πολιτεία
Σὰν ποὺ τὸ λέει κι ὁ Ραστινιάκ       μ’ αὐτὴ τὴν πόλη καὶ μ’ ἐμένα κάτι τρέχει
Κάτι συμβαίνει ἐν γένει μὲ τὶς πόλεις μας κι ἂς μένουν
Ὅλα ἀναλλοίωτα ὅταν ἀπερχόμαστε καὶ συνεχίζει ἀκόμα κι ὁ ρυθμὸς
Ἀνεπηρέαστος στὶς πλατεῖες τοὺς δρόμους βράδι καὶ πρωί […]

δὲν εἶ­ναι δι­ό­λου φταί­ξι­μο τοῦ ποι­η­τῆ, ἂν ὁ ἀ­να­γνώ­στης δὲν θυ­μᾶ­ται ἢ δὲν δι­ά­βη­κε πο­τὲ τὸ χω­ρί­ο ἀ­πὸ τὴν Ἀν­θρώ­πι­νη Κω­μω­δί­α τοῦ Μπαλ­ζάκ, ὅ­ταν ὁ ἥ­ρω­άς του Ρα­στι­νιὰκ κοι­τών­τας τὸ Πα­ρί­σι ἀ­πὸ τὸν λό­φο τοῦ κοι­μη­τη­ρί­ου Πὲρ Λα­σαὶζ ἀ­να­φω­νεῖ: «Καὶ τώ­ρα οἱ δυ­ό μας»!… Καὶ πές μου ἐ­σύ, ἂν θὰ πε­τύ­χαι­νες κα­λύ­τε­ρη καὶ λει­τουρ­γι­κό­τε­ρη νο­η­μα­τι­κὴ ἐν­δυ­νά­μω­ση ποι­ή­μα­τος ἀ­πὸ τού­την τὴν ἔμ­με­ση μνεί­α ἑ­νὸς κα­τα­γω­γι­κοῦ γιὰ τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο θέ­μα κλα­σι­κοῦ κει­μέ­νου;…

Ἢ γιὰ νὰ σοῦ δώ­σω ἕ­να ἄλ­λο, δευ­τε­ρό­τε­ρο, πα­ρά­δειγ­μα, βρί­σκω πο­λὺ τρυ­φε­ρὸ καὶ χα­ρι­τω­μέ­νο ἐ­κεῖ­νο τὸ «λέ­ει ὁ Βλά­σης στοὺς Παν­σέ­δες του», στὸν στί­χο:

Κα­μα­τε­ροῦ σου­σού­μια παίρ­νει λέ­ει ὁ Βλά­σης στοὺς Παν­σέ­δες του […]

ποὺ ὑ­παι­νίσ­σε­ται —“ἐ­ξη­με­ρώ­νον­τας” τὴν φι­λο­λο­γι­κὴ μνεί­α— τὸ ἔρ­γο Pensées τοῦ Μπλαὶζ Πα­σκάλ, ὅ­σο καὶ ἂν δὲν μπο­ρῶ ἀ­κό­μη νὰ κα­τα­λά­βω τὸ πρῶ­το ἡ­μι­στί­χιο «Κα­μα­τε­ροῦ σου­σού­μια παίρ­νει…»…

Καὶ γιὰ τὸ «κρυ­πτι­κὸ» τὸ ποί­η­μα, δέν θὰ μοῦ πεῖς;…

Θὰ σοῦ πῶ…, ἂν καὶ στὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο πα­ρά­δειγ­μα θὰ σοῦ σπα­ρά­ξω —δί­χως νὰ τὸ ἤ­θε­λε καὶ νὰ τὸ θέ­λω— τὴν καρ­διά…

Εἶ­ναι τὸ ποί­η­μα μὲ τί­τλο «Σει­ρὰ τῆς Κλω­θῶς», καὶ ὅ­πως σὲ ὅ­λα τὰ «κρυ­πτι­κά», ποὺ ὅ­πως εἴ­πα­με ἐγ­κι­βω­τί­ζουν τὸ ἰ­δι­ω­τι­κὸ βί­ω­μα, πε­ρι­μέ­νου­με ν’ ἀ­κού­σου­με τὶς σκέ­ψεις τοῦ ὁ­μι­λη­τῆ γιὰ τὴ μοί­ρα του, ποὺ μὲ ἀ­να­δρο­μι­κὴ προ­βο­λὴ ἀ­να­τρέ­χουν στὴν ὥ­ρα τῆς γέν­νη­σής του… Ὅ­ταν μά­λι­στα βλέ­που­με τὸ ποί­η­μα ἐν­ταγ­μέ­νο σὲ ἑ­νό­τη­τα μὲ τί­τλο «Ὑ­πο­τα­γὴ στὸν Λί­βα», καὶ ξέ­ρου­με, ὅ­σοι ξέ­ρου­με (κρυ­φὸ δὲν εἶ­ναι), ὅ­τι τὴν πε­ρί­ο­δο 1969-1971, ὁ συγ­γρα­φέ­ας του, παι­δὶ δε­κα­ε­τές, δι­έ­με­νε οἰ­κο­γε­νεια­κῶς στὴν Νε­ά­πο­λη Λα­σι­θί­ου, πάν­τως ὄ­χι καὶ πο­λὺ μα­κριὰ ἀ­πὸ τὸ «Λι­βυ­κό», προ­ε­τοι­μα­ζό­μα­στε γιὰ τὸ αὐ­το­βι­ο­γρα­φι­κὸ στοι­χεῖ­ο – ποὺ στὴν συγ­κε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση ἀ­πο­τε­λεῖ γιὰ μᾶς τοὺς ἀ­φε­λεῖς (Clotho Rules!) καὶ σχῆ­μα… πα­ρὰ προσ­δο­κί­αν… 

ΣΕΙΡΑ ΤΗΣ ΚΛΩΘΩΣ

Τὸν βλέπω κιόλας μὲ κρανίο θρυμματισμένο εἰκοσιδυὸ χρονῶ σὲ πόλεμο                                       κι ἂν ὄχι αὐτό
Πενήντα πέντε μὲ ραγδαῖες τὶς μεταστάσεις      ἢ ἄιντε
Ὀγδόντα ἐννιὰ μὲ τέλη εἰρηνικά      σάψαλο ὁλόβολο
Αὐτοὶ ποὺ ὀνόμασαν ἀθάνατα πράγματα λίγο μόνο ἀνθεκτικότερα                                                    πὲς καὶ πολύ
Ἀπ’ τὶς ἐφήμερες ζωές τους θὰ τὸν ἔχουν
Ὠθήσει σὲ πολλὲς ὧρες σπατάλης ἔξω ἀπ’ τὴν ἀπόλαυση
Τοῦ ἐλάσσονος ποὺ διαρκεῖ  ὅ σ ο  π ρ έ π ε ι

Μὰ θὰ μιλήσει      ἑφτὰ μηνῶ εἶν’ ἀκόμα
Τὸ ὑπόλοιπο ἑνὸς θαύματος τοῦ κόσμου μας φανατικὰ θὰ ὑπηρετήσει                                                καὶ τὸ σπουδαιότερο
Οἱ χάρες κι οἱ χαρὲς θὰ τὸν ἐκστασιάσουν

Καὶ πιὸ βαρὺ δὲ γίνεται ἀπ’ αὐτό      Ἕλληνας εἶναι ἀπογοήτευση.

Ναί, «Ἕλ­λη­νας εἶ­ναι ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση»… Φρί­κη!… Μοῦ ’λε­γε κά­πο­τε πὼς εἶ­χες πεῖ «Ἕλ­λη­νας οὔ­τε γεν­νι­έ­σαι, οὔ­τε γί­νε­σαι. Ἕλ­λη­νας κα­ταν­τᾶς!»… Εἶ­ναι ἀ­λή­θεια;…

Μι­σή! Τὸ κα­τα­δι­α­σκέ­δα­σε… Τὸ εἶ­χα δεῖ γραμ­μέ­νο σὲ κά­ποι­ον τοῖ­χο, νο­μί­ζω… Ἀλ­λὰ δι­έ­δι­δε, ὅ­πως μοῦ ’λε­γε ὁ Χαρ­μά­νης, ὅ­τι τὸ εἶ­χα πεῖ ἐ­γώ…

Ὅ­μως, θὰ σὲ ξα­να­γυ­ρί­σω —θέ­λεις δὲ θές— στὰ «δύσ­λη­πτα»! Ἐ­πει­δὴ ἐ­κεῖ θὰ δο­θεῖ ἡ μά­χη τῆς ποί­η­σης τοῦ Ἀρ­μά­ου στὸν χρό­νο ποὺ ἔρ­χε­ται (ποὺ τώ­ρα ἔ­γι­νε καὶ εἰ­ρω­νι­κὰ καὶ τρα­γι­κὰ καὶ ἀ­με­τά­τρε­πτα «ὅ­λος δι­κός του»!)…

Θὰ ἀρ­χί­σω μὲ ἕ­να μι­κρὸ πα­ρά­δειγ­μα, ἐ­πει­δὴ ἀ­ξί­ζει νὰ δοῦ­με κα­τό­πιν τὴν ἀν­το­χὴ τῆς κρί­σι­μης κα­τη­γο­ρί­ας καὶ στὶς πιὸ φι­λό­δο­ξες συν­θέ­σεις της… Νά, ἀ­πὸ τὸ πα­ρα­κά­τω τρί­στι­χο:

ΚΟΜΙΣΣΑ DE NOAILLES

Ὅταν γεννάει στ’ ἀπόνερά της Καρυωτάκη
Δὲ μπορεῖς      φίδι!      νὰ τὴ λὲς
«Αὐτὴ ἡ σάχλα».

Ἀ­θώ­α ἀ­κα­τα­λα­βί­στι­κο τὸ ποι­η­μα­τά­κι;… “Βι­βλια­κό” ἢ “λό­γιο” καὶ δῆ­θεν κουλ­του­ρι­ά­ρι­κο ἀ­μη­χά­νως;… – δέν θὰ τό ’λε­γα… Για­τὶ αὐ­τὸ ποὺ συ­ζη­τᾶ­με ἐ­δῶ εἶ­ναι τὰ μι­κρὰ ποι­η­τι­κὰ ἀ­ρι­στουρ­γή­μα­τα τῶν με­τα­φρά­σε­ων τοῦ Κα­ρυ­ω­τά­κη, ἐ­κεῖ­νο τὸ

Ὅταν πιὰ θά ’μαι κουρασμένη
ἐδῶ νὰ ζῶ μόνη καὶ ξένη
          χρόνους ἀβίωτους,
θὰ πάω νὰ δῶ τὴ χώρα πού ’ναι
οἱ ποιητὲς καὶ καρτεροῦνε
          μὲ τὸ βιβλίο τους […]

ὑ­πέ­ρο­χη ποι­η­τι­κὴ σκιὰ ἀ­πὸ τὸ ποί­η­μα «Οἱ σκιές» τῆς κό­μισ­σας-ποι­ή­τριας· καὶ ναί —φί­δι!—, καὶ μό­νον γιὰ τὴν “ἀ­νά­πλα­ση” αὐ­τὴ ποὺ γέν­νη­σε ἡ ποί­η­σή της μὲ τὴν πέν­να τοῦ Κα­ρυ­ω­τά­κη [ὄ­χι σὰν κά­ποι­ους ποὺ μᾶς λέ­νε ὑ­πε­ρη­φά­νως «δὲν σᾶς ξέ­ρω» στὰ πρω­τό­τυ­πα!], δὲν μπο­ρεῖς νὰ τὴν λὲς «Αὐ­τὴ ἡ σά­χλα»!…

Μή­πως καὶ ξέ­ρεις ποι­όν ἐν­νοῦ­σε μὲ αὐ­τὸ τὸ «φί­δι!» – ἔ­βα­λε καὶ τὸ «Αὐ­τὴ ἡ σά­χλα» σὲ εἰ­σα­γω­γι­κά…

Ὅ­ταν τὸ “ποι­η­μα­τά­κι” ἔ­χει κερ­δί­σει τὴ μά­χη γιὰ τὸ νό­η­μα τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ, τί ση­μα­σί­α ἔ­χει;… Ναί, μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι καὶ κά­ποι­ος “ὑ­παρ­κτός”, μὲ ὀ­νο­μα­τε­πώ­νυ­μο, ποὺ εἶ­πε αὐ­τὴν τὴ μπα­ρού­φα γιὰ τὴν κό­μισ­σα…

Ἀλ­λὰ σοῦ ὑ­πο­σχέ­θη­κα κι ἕ­να πιὸ πλού­σιο γεῦ­μα – ἔ­χεις ὑ­πο­μο­νή;…

Θὰ κά­νω…

Σοῦ δι­α­βά­ζω, λοι­πόν τὸ ποί­η­μα:

Η ΚΥΡΙΑ MASSIN ΤΑ ’ΧΕΙ ΚΟΠΑΝΗΣΕΙ
ΚΑΙ ΜΟΥ ΛΕΕΙ

Ἂ τὸν χαντούμη!      ξέρω πὼς μὲ μελετάει
Μοῦ τ’ ἀκουμπάει ἀκόμα κάθε τόσο ἀλήθεια      μ’ ἔχει ἔγνοια του
Κατάφερα νὰ τοῦ ξεφύγω ὅταν δὲν εἶχα πιὰ τὰ θέλγητρά μου

Πολὺ παραπονιέται καὶ γιὰ λόγου μου
Κι ὅλο μὲ τὶς γυναῖκες τά ΄χει γενικὰ σ’ ἐκεῖνα τὰ χοντροκιτάπια του
Ποὺ δὲ μᾶς χάρισαν μέρα γλυκιὰ παρὰ τὸν ὄγκο τους
Μ’ ὅσες ἐλπίδες κι ἂν τὰ σκάρωνε ὑφαρπάζοντας συνύπαρξη
Ἐμένα δὲν μὲ ρώτησε πῶς πέρασα μέσα στὸν χάρτινό του κόσμο
Ὅπου χωρὶς καλὰ-καλὰ νὰ καταλάβω βρέθηκα θαμμένη
Παραληρῶ ἔχεις τὴν ἰδέα;      τὸν ξαναγέννησα
Θεϊκὸ ἦταν μεγαλεῖο αὐτό (γιατί τί θέλει
Ὁ ἄντρας ἀπὸ μιὰ γυναίκα;      νέα γέννηση) μὰ ἦταν μακρὰ κυοφορία
Κι ὅταν      εἶχαν κυλήσει χρόνια ἁγνείας καὶ πίστης πιὰ μᾶλλον συζυγικῆς
Ἀπαύδησα κι ἄρχισα νὰ τοῦ τὰ φοράω κι ἐγὼ μὲ κάποιο σύστημα
Τὸν ἔριχνα λέει σὲ κατάθλιψη      μὰ ἐγὼ
Μόλις ποὺ γλύτωνα ἔτσι ἀπ’ τὴν αὐτοκτονία      ναὶ τὴν αὐτοκτονία!
(Δὲ θά ΄θελες νὰ ξέρεις τί αἰσθάνεται μιὰ καθαρὴ καρδιὰ σὰ τὴν δικιά μου
Παίρνοντας κάβο τὶς πηγὲς τῆς προκατάληψης)

Pardon      καὶ τί περίμενε νὰ κάμω πλάγι του;      καριέρα;
Εἶδα κι αὐτὲς ποὺ κάνανε     εἶδα κι αὐτὸς ἂν ἔκανε
Εὐκαιρία δὲν ἔχασε νὰ πλακωθεῖ μ’ ἐκείνους ποὺ εἶχε τὴν ἀνάγκη τους
Ὅλα τά ’χω δοκιμασμένα στὴν πλατούλα μου
«Φτάνει» τοῦ ξεκαθάρισα      κι ἔστριψα δῶθε

(Ἔτσι ποῦ σοῦ μιλῶ τώρα τί σκέφτομαι;
Κάτι κοθώνια θὰ νομίσουν ἢ θὰ ὑποστηρίξουνε πὼς σ’ ἔχω γιὰ ὑπαρχτόν
Δὲν πά’ νὰ ξεδοντιάζονται)
                                                                                Μόρτη νὰ μὴ λένε Καρολίνα
Ἂν δὲ μοῦ δόθηκε τὸ ἴδιο κεφάλαιο καὶ μὲ πάρτη του καὶ μὲ τὸν κάθε παλαβιάρη
Τοῦ χαζοσιναφιοῦ του       μ ι ὰ   ζ ω ή
Καὶ νὰ σ’ τὸ καμπανίσω καὶ τὸ ρέστο;      τόνε πόνεσα
Μὲ μέτρο      ἐντάξει      φουκαράς ἠταν
Γι’ αὐτὸ καὶ ἰδίως τὰ μπούτια μου ἀποφάσισα
Νὰ μὴν τ’ ἀφήσω παραπονεμένα      μαραζώνουν
Πολὺ εὔκολα τὰ σώματα μέσα στὴ δυστροπία
Ἔχεις σκεφτεῖ πῶς ὑποφέρεται ἕνα σῶμα (ὄχι καὶ χτικιασμένο κι ἀπὸ πάνω);
Κότσι καὶ διπλοσάγονο καὶ μῆλα λέω λοιπὸν
Κάτι μετρᾶν ἅμα δὲν κουδουνᾶνε τὰ ὄβολα
Κι ὅσο γιὰ ὑστεροφημία      ἄ τὸν ἀνόητο
Ἦταν τόσο περίπλοκος ὁ τρόπος ποὺ σκεφτόταν
Ὥστε ἁπαξάπαντες θὰ δώσουνε τὸ δίκιο ἁλάκερο σ’ἐμένα
Πλάσμα φυσικό.

Νὰ πῶ ὅ­τι στὸ ποί­η­μα αὐ­τὸ κρύ­βε­ται —ἢ πιὸ σω­στά: φα­νε­ρώ­νε­ται— ὅ­λο τὸ δρά­μα τῶν ἀν­τι­φά­σε­ων τοῦ δυ­τι­κοῦ ὀρ­θο­λο­γι­σμοῦ, στὴν πιὸ ἐμ­βλη­μα­τι­κή του ἔκ­φρα­ση, τὴν φι­λο­σο­φί­α τοῦ θε­τι­κι­σμοῦ, κα­θὼς αὐ­τὸ σαρ­κώ­νε­ται, ὅ­πως πρέ­πει (καὶ ὅ­πως ἕ­να ἀ­λη­θι­νὸς ποι­η­τὴς μπο­ρεῖ νὰ τὸ κά­νει), σὲ χα­ρα­κτῆ­ρες πραγ­μα­τι­κῶν ἄν­θρώ­πων – για­τὶ ποῦ ἀλ­λοῦ με­τριέ­ται πράγ­μα­τι ὁ πο­λι­τι­σμός;… Πὼς αὐ­τή ἡ γυ­ναί­κα—τὸ με­θυ­σμέ­νο πρό­σω­πο ποὺ μι­λά­ει στὸ ποί­η­μα τὴν “χυ­δαί­α” γλώσ­σα τοῦ κα­πη­λει­οῦ—, ἡ Κα­ρο­λί­να Μασ­σίν, εἶ­ναι μιὰ νό­θα κό­ρη ζεύ­γους ἐ­παρ­χια­κῶν ἠ­θο­ποι­ῶν, πόρ­νη “πο­λυ­τε­λεί­ας” τῆς βα­σι­λι­κῆς αὐ­λῆς ἕ­ναν και­ρό, μαι­τρέσ­σα, σύ­ζυ­γος με­τά, καὶ τώ­ρα “στιμ­μέ­νο λε­μό­νι” τοῦ μι­σο­γύ­νη, πο­λε­μί­ου ἀ­πό­­λυ­του τῶν προ­κα­τα­λή­ψε­ων, καὶ ἱ­δρυ­τῆ τῆς Κοι­νω­νι­ο­λο­γί­ας ὡς ἐ­πι­στή­μης τῶν ἐ­πι­στη­μῶν καθὸ ἐ­πι­στή­μης φυ­σι­κῆς, δη­λα­δὴ τοῦ Αὐ­γού­στου Κόντ – ἡ ἄ­γνω­στη τῆς Ἱ­στο­ρί­ας πλά­ι στὸν πνευ­μα­τι­κὸ κο­λο­φώ­να τῆς Δύ­σης;… Γιὰ τὴν αὐ­θε­ντι­κὴ στά­ση γυ­ναί­κας —«πλά­σμα φυ­σι­κό»—, κο­ρυ­φαί­α ἀ­λη­θι­νῆς στὴν ἀ­πό­γνω­σή της, ποὺ στὸ ἀ­γέ­ρω­χο ἦ­θος της —ἀ­πὸ βα­θειὰ ἐ­πί­γνω­ση τοῦ πραγ­μα­τι­κοῦ— φέρ­νει στὸ νοῦ μαῦ­ρες “Ἀν­τι­γό­νες”, μιᾶς ἄλ­λης, κα­τα­ρα­μέ­νης, ἐ­πο­χῆς;…

ArmaosStonKapetanMichaliMeFilous(04-10-2014)-01Καὶ σὺ ὅ­λα τοῦ­τα ποῦ τὰ βρῆ­κες;…

Ἐ­κεῖ ποὺ τώ­ρα τὰ βρί­σκει ὁ κα­θέ­νας… Ἐπι­τέ­λους!… Στὸ  δί­κτυ­ο δὲν μπαί­νου­με μό­νο καὶ μό­νο γιὰ νὰ δοῦ­με πό­σα like εἰ­σπρά­ξα­νε οἱ σα­χλα­μά­ρες ποὺ γρά­φου­με γιὰ τὶς δη­μό­σι­ες σχέ­σεις μας στὸ φέ­ισ­μπουκ…

Νο­μί­ζω πὼς ἀρ­χί­ζεις νὰ μὲ πεί­θεις… Λέ­ω νὰ πά­ρω τὸν τό­μο τοῦ Ἀρ­μά­ου…

Κα­λύ­τε­ρα νὰ πά­ρεις ἄ­δεια ἀ­πὸ τὴν δου­λειά… Δὲν ξεμ­περ­δεύ­εις εὔ­κο­λα μὲ δαῦ­τον…

Ἂν εἶ­ναι γιὰ τὴν ἐ­πι­βί­ω­ση τῆς ποί­η­σής του, νὰ τὸ κά­νω… Ἐ­σὺ τί λὲς ἐπ’ αὐ­τοῦ, ἔ­χει μέλ­λον ὁ Ἀρ­μά­ος ὡς ποι­η­τής;..

Τὸ προ­τι­μό­τε­ρο νὰ μὴν τὸ κά­νεις!… Γιὰ μέ­να, δὲν «βά­ζει στοί­χη­μα ὁ ποι­η­τὴς μὲ τὸν χρό­νο», ὅ­ταν γρά­φει τὴν ποί­η­σή του, ὅ­πως μοῦ ἔ­λε­γε κά­πο­τε κά­ποι­ος λε­βέν­της “κρι­τι­κός”… Ἂς ἀ­φή­σου­με ἔ­ξω τὰ «γρα­φεῖ­α στοι­χη­μά­των», τοὺς τζο­γα­δό­ρους καὶ τοὺς ἀ­τζέν­τη­δες τῆς Τέ­χνης… Μὴ εἰ­κῆ πε­ρὶ τῶν με­γί­στων συμ­βαλ­λώ­με­θα…

Ἂν ὅ­μως συ­ζη­τᾶ­με γιὰ τὸ πῶς στὴν ἱ­στο­ρί­α καὶ τὸν πο­λι­τι­σμὸ ἀ­νοί­γε­ται στὴ συ­νεί­δη­ση τὸ ποί­η­μα, ὁ Ἀρ­μά­ος εἶ­χε πεῖ κά­πο­τε μιὰ σο­φὴ κου­βέν­τα: «Ἡ “δυ­σκο­λί­α”, τώ­ρα, στὴν ποί­η­ση εἶ­ναι κά­τι ποὺ ὡς γνω­στόν, κρα­τά­ει λί­γο: μιὰ γε­νιὰ ἀ­να­γνω­στῶν με­τά, ὅ­λα ἔ­χουν γί­νει “ἐ­φη­με­ρί­δα” – μὰ ὁ ἦ­χος μέ­νει.»… Ἔ­τσι ἔ­λε­γε, ὑ­πε­ρα­σπι­ζό­με­νος ὄ­χι μό­νον τὴν ὅ­ποι­α “δυ­σκο­λί­α” της, ἀλ­λὰ —αὐ­τὸ ποὺ βα­θύ­τε­ρα γνω­ρί­ζει κά­θε πραγ­μα­τι­κὸς ποι­η­τὴς— τὴν ρυθ­μι­κὴ ἀ­γω­γὴ τῆς ποί­η­σής του καὶ τῆς ποί­η­σης γε­νι­κό­τε­ρα, τὸ μο­να­δι­κὸ σω­μα­τι­κό της ἀ­πο­μει­νά­ρι ἀ­πὸ τὰ βά­θη τῶν αἰ­ώ­νων, αὐ­τὴν τὴν ἀπ’ ἔ­ξω κι ἀ­πὸ μέ­σα «ἀ­κου­στι­κό­τη­τά» της δη­λα­δή, κα­τε­ναν­τί­ον —μά­λι­στα!— καὶ τῆς ἔν­τυ­πης μορ­φῆς!… Κι ὅ­ταν σκε­φτό­ταν γιὰ τὴν κοι­νω­νι­κὴ ἀ­φά­νεια τῆς πραγ­μα­τι­κῆς ποί­η­σης στὸν και­ρό μας κι ἔ­λε­γε «Δὲν θὰ εἶ­ναι ἡ μο­να­δι­κὴ ἐ­πο­χὴ ποὺ οἱ καρ­ποί της ὡ­ρί­μα­σαν στὸ ὑ­πέ­δα­φος», ἐ­γὼ καὶ τὴν δι­κή του ποί­η­ση σκέ­φτο­μαι γιὰ λο­γα­ρια­σμό του…

Μπο­ρῶ νὰ φύ­γω τώ­ρα;…

Ὄ­χι, πρὶν νὰ μοῦ πεῖς τί θὰ θυ­μᾶ­σαι στὰ χρό­νια ποὺ ἔρ­χον­ται ἀ­πὸ τὸν ἄν­θρω­πο Ἀρ­μά­ο;…

Νὰ σοῦ πῶ… Τὰ βουρ­κω­μέ­να μά­τια του στὸ πρό­σω­πό του τὸ κα­τα­κόκ­κι­νο, ὅ­ταν ἕ­να γλυ­κὸ ἀ­πό­γευ­μα, ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ ἕ­κτο Ἑ­σπε­ρι­νὸ Λύ­κει­ο Μι­χα­ὴλ Βό­δα καὶ Μα­κε­δο­νί­ας, μοῦ μι­λοῦ­σε γιὰ τὸ πῶς ἔ­χα­σε τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο του σκυ­λί…

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΤΙΛΗΣ, Πά­σχα τοῦ 2016

Πα­ρέμ­βα­ση στὴν Ἡ­με­ρί­δα τοῦ Συν­δέ­σμου Φι­λο­λό­γων Φω­κί­δας τὴν ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νη στὸν Δη­μή­τρη Ἀρ­μά­ο. 

Α. Κ. Χριστοδούλου: Δημήτρης Ἀρμάος

ΕΝΑΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΠΟΥ ΑΛΛΟΙΘΩΡΙΖΕΙ

Πρῶτο μέρος τοῦ διαδικτυακοῦ ἀφιερώματος τοῦ ΝΠ στὸν Δημήτρη Ἀρμάο.  Ἕπονται τὰ κείμενα τοῦ Γιάννη Πατίλη καὶ τοῦ Κώστα Κουτσουρέλη.

Θὰ προτιμοῦσα ἀπόψε νὰ μιλήσω ὄχι γιὰ τὰ ποιήματα τοῦ ᾿Αρμάου, ἀλλὰ γιὰ τὰ τυπώματά του. Γιατὶ ὁ Δημήτρης ὑπῆρξε ἀπαράμιλλος τυπογράφος. Δηλαδὴ φανατικὸς ζηλωτὴς τοῦ Πνεύματος, γιατὶ ἡ τυπογραφία εἶναι ἡ Μορφή του καὶ γιατὶ Πνεῦμα χωρὶς Μορφὴ δὲν ὑπάρχει. Πνεῦμα καὶ Μορφὴ ταυτίζονται. Κατανάγκην λοιπὸν ἀπὸ σπουδαῖος τυπογράφος ἔγινε καὶ σπουδαῖος ποιητής, ἐνηλικιωμένος δηλαδὴ μὲ τὸ δυναμωτικὸ γάλα τῆς τυπογραφίας. Ρουφώντας τυπογραφικὰ μελάνια, φασκιωμένος ἀπὸ τὶς σφιχτὲς διαστάσεις ἀτελείωτων σελιδοποιήσεων, ψηλαφώντας διαρκῶς τὴν ὑφὴ ἀπὸ τόπια χειροποίητα φανταστικὰ χαρτιά, ὑπνοβατώντας ἀνάμεσα σὲ πυκνὲς ἀράδες ἀπὸ τυπογραφικὰ στοιχεῖα, μὲ δυὸ λόγια συνεπαρμένος ὁλόψυχα ἀπὸ τὴ μαυλίστρα Μορφή (μὲ τὸ Μ κεφαλαῖο), ἦταν μοιραῖο κάποια στιγμὴ νὰ πιαστεῖ θύμα στὶς πλεκτάνες τῆςἐκείνης τῆς μιᾶς ἄπιαστης Οὐσίας ποὺ κατὰ συνθήκην ὅλος ὁ συμβιβασμένος κόσμος ὀνομάζει, χωρὶς νὰ ξέρει τίποτα γιὰ τὴν οὐσία της, «Πνεῦμα». ῎Ετσι ἔγινε τελικὰ ποιητὴς αὐτῆς τῆς Οὐσίας.

Σὰν παράδειγμα αὐτῆς τῆς παγίδας θὰ χρησιμοποιήσω ἀπόψε ἕνα μικρὸ ποίημα ἀπὸ τὶς Βίαιες ᾿Εντυπώσεις᾿Εκτυπώσεις τοῦ ᾿Αρμάου μὲ τίτλο Μικρὸς Παρακλητικός. ᾿Αντιγράφω μὲ ἀπόλυτη ἀκρίβεια καὶ διαβάζω ὁλόκληρο τὸ ποιηματάκι, ποὺ εἶναι σπασμένο σὲ τρεῖς στροφές:

Καταγραφή

᾿Ακολουθώντας τὴ λογικὴ τοῦ ποιήματος, θὰ διαπιστώσουμε στὸ τέλος πὼς ὅ,τι φαντάζει σὲ πρώτη ἀνάγνωση «σπασμένο» καὶ αὐθαίρετο, κρύβει μιὰν ὑγιέστατη λογική, ἕναν εἱρμὸ στοχασμοῦ ποὺ εἶναι φυσικὰ ἔξω ἀπὸ τὴ δική μας παραδοσιακή, συνθηκολογημένη καὶ περιορισμένη λογική.

Προσέχω τὴν τυπογραφία τοῦ ποιήματος. Προσέξτε καὶ νὰ θυμάστε πὼς κάθε στροφὴ ἀρχίζει μὲ κεφαλαῖο γράμμα (ΣΠΑΣΤΕ, ẺΛΕΗΣΕ, ΑΝ): Μιὰ πρώτη τυπογραφικὴ ἰδιορρυθμία ἀποτελεῖ τὸ ἀρχικὸ φωνῆεν Ε τῆς δεύτερης στροφῆς, τοῦ ρήματος «ẺΛΕΗΣΕ» δηλαδή, ποὺ εἶναι τυπωμένο μὲ ἕνα κεφαλαῖο τονισμένο Ε. Φέρει τὸ πνεῦμα τῆς ψιλῆς ὄχι ἀριστερὰ πλάϊ του, ὅπως στὴν κοινὴ (τὴ δική μας) γλώσσα, ἀλλὰ ἀπὸ πάνω του, ὡσὰν σκέπη του. Μιὰ δεύτερη τυπογραφικὴ ἰσορρυθμία εἶναι τὸ ἀρχικὸ φωνῆεν Α τοῦ ὑποθετικοῦ συνδέσμου «ΑΝ» τῆς τρίτης στροφῆς, ποὺ εἶναι τυπωμένο μὲ κεφαλαῖο ψηφίο, ἀπολύτως ἄτονο ὅμως, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ ὑπερ-τονισμένο «ẺΛΕΗΣΕ». Μιὰ τρίτη ἰδιορρυθμία εἶναι τὸ μεγάλο τυπογραφικὸ διάστημα, ἡ τεράστια ἀπόσταση ἀνάμεσα στὸ «μας» καὶ στὸ «Κύριε» τῆς δεύτερης στροφῆς. Μὲ συμπαθᾶτε γι᾿ αὐτὰ τὰ ἀναγνωστικά μου ψειρίσματα, ἀλλὰ ἐπειδὴ ξέρω καλὰ τί ἐστὶ ᾿Αρμάος, σᾶς βεβαιώνω πὼς ὁ ἀπολιπὼν παρὼν ἦταν μέγας ψείρας τυπογράφος καὶ κατεπέκταση ἢ κατασυνέπεια ψιλολόγος ποιητής. ῏Ηταν ἱκανὸς νὰ παραμείνει ξάγρυπνος μιὰ βδομάδα, νηστικός, γιὰ μιὰ καὶ μόνο ψιλὴ ἢ δασεία.

Armaos-BiaiesEntyposeisΤὸ σπάσιμο τοῦ ποιήματος σὲ τρεῖς στροφὲς εἶναι μιὰ δεύτερη σιωπηρὴ προτροπὴ τοῦ ποιητῆ, παράλληλη μὲ τὴν ρητὴ προτροπὴ τοῦ πρώτου στίχου «ΣΠΑΣΤΕ τα», ποὺ στὴ σκέψη μου σημαίνει «σπάστε» τὰ λόγια τοῦ ποιήματος καὶ μετὰ διαβάστε τα «σπασμένα». Ποιὸς ὁ σκοπὸς αὐτῆς τῆς διπλῆς προτροπῆς; Μὰ γιὰ νὰ «βγεῖ» ἀπὸ αὐτὸ τὸ διπλὸ βίαιο σπάσιμο «ζωὴ βεβιασμένη», καὶ «ζωή» καὶ «ποίηση ἢ γλώσσα», σὰν προϊόντα βίας. Δηλαδή; «Ζωή» (μὲ κεφαλαῖο Ζ), ἀκούω τὸ Δημήτρη νὰ μοῦ ψιθυρίζει, δὲν εἶναι καθόλου, μὰ καθόλου, μιὰ κατάσταση φυσιολογική, ὁρισμένη καὶ περιορισμένη ἀπὸ τὰ ἐννοιολογικὰ (καὶ κατεπέκταση αἰσθηματικὰ) πλαίσια τοῦ κοινοῦ ὅρου «ζωή». Ξεπερνάει καὶ τὶς πάγιες γνώσεις μας καὶ τὰ ὁρισμένα αἰσθήματά μας καὶ τὶς παραδοσιακὲς ἢ τὶς νεωτεριστικὲς τέχνες μας καὶ τὴ καθιερωμένη γλώσσα μας. Εἶναι ἁπλῶς μιὰ λέξη, μιὰ «συνθήκη» τῆς κοινῆς γλώσσας, «βεβιασμένη»· μιὰ αὐθαιρεσία μας. Εἶναι ἡ συνηθισμένη βία ποὺ ἀσκεῖ πάντα τὸ γνωστικό μας ὄργανο, τὸ μυαλό μας, (γιατὶ ἔτσι λειτουργεῖ), πάνω σὲ κάτι ᾿Επέκεινα, σὲ Κάτι ἔξω καὶ πέραν ἀπὸ τὶς γνωστικές του δυνατότητες, ἀπροσπέλαστο καὶ ἀπερίγραπτο στὴν Οὐσία. ᾿Απὸ αὐτὴ τὴν ἀσύλληπτη Οὐσία (ἀπο)σπᾶμε μὲ τὴ βία ἕνα θραῦσμα καὶ τὸ βαφτίζουμε μὲ ἕνα ὄνομα, μὲ τὴν ἐτικέτα «ζωή».

Μπαίνω τώρα σὲ λεπτομέρειες. «Σπάστε τα» λέει ὁ πρῶτος στίχος. «Ποιά» ἀναρωτιέμαι. «Ποιά» εἶναι αὐτὰ τὰ ἄτονα καὶ ἄγνωστα τῆς ἀόριστης ἀντωνυμίας «τα», ποὺ πρέπει νὰ σπάσουμε, ξαναρωτάω. Οἱ τόνοι ἐδῶ, ἀρχίζω νὰ πιστεύω στὰ ἐπίμονα ψιθυρίσματα τοῦ Δημήτρη, παίζουν ἕναν δικό τους ἄκρως δραματικὸ ρόλο. ᾿Απὸ τὰ ἄτονα καὶ ἀόριστα «τα» βγαίνουν ἀποσπασμένα μὲ τὴ βία καὶ τονισμένα κατεπιταγὴν τῆς συνομολογημένης ὀρθογραφίας δυὸ κομμάτια, δυὸ λέξεις: οἱ δυὸ ὀρθογραφημένες λέξεις «ζωὴ βεβιασμένη». ῎Οχι κάτι φυσικὸ ἢ φυσιολογικό, ἢ κάτι ὁλόκληρο καὶ ἀδιάσπαστο, ἢ κάτι ζωντανό, ἑνιαῖο, ἀκέραιο καὶ ἀκατάτμητο, ἀλλὰ κάτι σπασμένο σὲ δυὸ κομμάτια καὶ ἄρα λειψὰ τὸ ἕνα σὲ σύγκριση μὲ τὸ ἄλλο, σχηματισμένο μάλιστα σὰν θραύσματα τὴν ὥρα ἀκριβῶς τοῦ σπασίματος καὶ ἐξαιτίας τοῦ σπασίματος.

Φίλοι μου, δὲν ξέρω ἂν ἀρχίζετε νὰ καταλαβαίνετε γιὰ τί πράγμα μιλάει ὁ ποιητής. ῾Η ποίηση δὲν εἶναι χῶρος ψυχοσωτήριος καὶ λυτρωτικός. Εἶναι σφαγεῖο, ὅπως λέει ὁ Γιάννης Πατίλης, ἕνας ἄλλος σπουδαῖος ποιητής μας, ἀπὸ ὅπου βγαίνει καταματωμένος ὁ ἀνα-γνώστης, ἀναβαπτισμένος στὸ ἴδιο του τὸ αἷμα. ῍Ας παρακολουθήσουμε λοιπὸν αὐτὴ τὴν ἀναβάπτιση τοῦ ᾿Αρμάου στὸν Παρακλητικό του. Συλλαβίζω τὸν τρίτο στίχο τῆς πρώτης στροφῆς ὅπου ὁ ποιητὴς κάνει λόγο τώρα γιὰ κάποια «αὐγὰ ταπεινῶν». Προφανῶς ὁ τρίτος στίχος ἀναφέρεται καὶ προσδιορίζει τὰ ἄτονα «τα» τοῦ πρώτου στίχου, λέω μέσα μου. Ξεκαθαρίζει ἔτσι τὸ μυστήριο τῆς ἄτονης ἀόριστης ἀντωνυμίας «τα». ῾Η προστακτικὴ «σπάστε τα» ἐννοεῖ ἀκριβῶς τὰ «ἀβγὰ ταπεινῶν», ποὺ πόρρω ἀπέχουν καὶ δὲν ταυτίζονται ἀσφαλῶς μὲ τὸ Πρωτ-᾿Αβγὸ ἀπὸ ὅπου γεννιέται ἡ Ζωή. ῞Ο,τι σπάζουμε λοιπὸν γιὰ νὰ δώσουμε νόημα καὶ μορφὴ στὴ ζωή μας εἶναι μιὰ πράξη βίας πάνω σὲ ἀβγὰ ταπεινά, κατώτερης ἢ δεύτερης ποιότητας· πάνω σὲ ἀβγὰ/λέξεις, ἀπὸ ὅπου γεννιοῦνται μὲ καισαρικὴ ἄλλα παρόμοια ἀβγά: οἱ λέξεις «βεβιασμένη ζωή».

Πολὺ σωστὰ σκέφτομαι. ῞Ομως κάτι μοῦ λέει πὼς ὁ ποιητὴς μιλάει μιὰ διφορούμενη γλώσσα. ῾Η διγλωσσία του μοῦ λέει πὼς «τα» καὶ «ἀβγὰ ταπεινῶν» εἶναι ἕνα καὶ τὸ αὐτό, ἀφοῦ καὶ τὰ ἄτονα «τα» εἶναι μιὰ λέξη, ὅπως λέξεις εἶναι καὶ τὰ «ἀβγὰ ταπεινῶν». Κάτι μὲ τρώει ὅμως. Προσέχω λοιπὸν καὶ πάλι τὸν τυπογράφο ᾿Αρμάο. ᾿Ανάμεσα στοὺς δύο πρώτους στίχους καὶ στὸν τρίτο στίχο (καὶ τῆς πρώτης καὶ τῆς δεύτερης στροφῆς) ὑπάρχει ἕνα ἐπιπλέον διάστιχο. Οἱ τρεῖς στίχοι δηλαδὴ τῶν δύο πρώτων στροφῶν ἀπὸ τυπογραφικὴ ἄποψη παρουσιάζουν μιὰν ἀνισότητα, ἕνα ἄλλο σπάσιμο, αὐτὴ τὴ φορὰ τῆς στροφῆς. Τὸ διάστημα ἀνάμεσα στὸ δεύτερο καὶ τρίτο στίχο εἶναι μεγαλύτερο ἀπὸ τὸ διάστημα ἀνάμεσα στὸν πρῶτο καὶ τὸ δεύτερο στίχο. ῎Ετσι οἱ δύο πρῶτοι στίχοι ἀποτελοῦν μιὰ νοηματικὴ ἑνότητα ποὺ ἀντιδιαστέλλεται ἀπὸ τὸ νόημα τοῦ τρίτου στίχου. ῾Ο λεπτολόγος τυπογράφος καὶ ποιητὴς ἐδῶ, μὲ αὐτὴ τὴν τυπογραφικὴ διάταξη φαίνεται νὰ ξεπερνάει τὴν προηγούμενη λογικὴ ἀνάγνωση. Τὰ «ἀβγά» τώρα μοιάζουν νὰ μὴν ὑποκαθιστοῦν, νὰ μὴ διευκρινίζουν τὰ ἄτονα «τα». Οἱ ἀναγνῶστες δὲν καλοῦνται νὰ σπάσουν «ἀβγά», καὶ μάλιστα «ἀβγὰ ταπεινῶν», γιὰ νὰ βγεῖ ἀπὸ αὐτὰ «βεβιασμένη», «πρόωρη» ἡ ζωή· μία συγκεκριμένη μορφὴ ζωῆς. Τὸ «τα» παραμένει, ἄτονο, ἀπροσδιόριστο, ἀπερίγραπτο καὶ κατεπέκταση ἄψυχο καὶ ἀνυπόστατο, στὴ Σκιὰ τοῦ πρώτου στίχου ἢ σὰν μιὰ Σκιὰ Πρώτης Γραμμῆς· σὰν μιὰν ὀντολογικὴ Σκιά. ῾Υπάρχει σὰ Σκιά, ὄχι σὰν κάτι ὁρισμένο καὶ ὁριστέο. ῾Υπάρχει σὰν αὐτόνομη, ἀόριστη ἀντωνυμία καὶ ὄχι σὰ συγκεκριμένο οὐσιαστικό. ῾Υπάρχει σὲ ἀντιδιαστολὴ μὲ τὰ ἀπομονωμένα στὸν τρίτο στίχο «ἀβγὰ ταπεινῶν».

Τί ἀκριβῶς λοιπὸν ἔχει τώρα στὸ ἀλλοίθωρο μυαλό του αὐτὸς ὁ περίεργος τυπογράφος/ποιητής; Γιὰ μένα, ἕναν πολὺ πονηρεμένο πιὰ καὶ μανιακὸ ἀναγνώστη τοῦ ᾿Αρμάου πλέον, τὸ δεύτερο καὶ βαθύτερο νόημα τῆς πρώτης διπλοσήμαντης στροφῆς ἀρχίζει νὰ ξεκαθαρίζει: Σπάστε, βιάστε τὴν ᾿Ασύλληπτη Οὐσία ποὺ εἶναι κρυμμένη κάτω ἀπὸ τὴν ἀόριστη ἀντωνυμία «τα». ῞Ο,τι θὰ γεννηθεῖ ἀπὸ τὸ σπάσιμο αὐτὸ θὰ εἶναι «ἀβγὰ ταπεινῶν», βεβιασμένα, πεπερασμένα λόγια καὶ μόνο λόγια. ῞Ο,τι λοιπὸν σπάει, ὅ,τι βιάζει ὁ ἄνθρωπος εἶναι τὸ ἀόριστο (= μὴ ὁριστέο) «τα» τῆς ἀόριστης ᾿Οντολογικῆς Σκιᾶς του.

Κι ἐδῶ ἀκριβῶς ὑποκρύπτεται ἡ τραγωδία μιᾶς φρικτῆς καὶ ἀνυποψίαστης ἀντίφασης. Τὰ ἄλεκτα καὶ ἄσπαστα στὴν οὐσία τους «τα» σπάζουν καὶ βιάζονται ἀπὸ τὸ μυαλό μας σὰν λεκτὰ καὶ σπάσιμα, σὰν ἔννοιες, σὰ λέξεις πάντοτε, σὰν «ἀβγὰ ταπεινῶν». Αὐτὴν ἀκριβῶς τὴ φοβερὴ ἀντίφαση, αὐτὴ τὴν τραγωδία ὑπαινίσσεται ἡ τυπογραφία τῶν τριῶν στίχων τῆς πρώτη στροφῆς: Πὼς μολονότι τὰ «τα» ἀντιδιαστέλλονται πάντα ἀπὸ τὰ προϊόντα τους, ἀπὸ τὰ «ἀβγά» τους, τὴν ἴδια ἀκριβῶς στιγμὴ μήτρα καὶ ἀβγὰ εἶναι ἕνα καὶ τὸ αὐτό. ῾Η φυλακὴ τοῦ ἀνθρώπου δὲν ἐπιτρέπει ἀποδράσεις. ῾Ο ἐγκλεισμὸς στὴ φυλακὴ τῶν λέξεων εἶναι ὁ Νόμος τοῦ ἀνθρώπου.

Προσοχὴ καὶ πάλι παρακαλῶ. ῾Η φρασούλα «ἀβγὰ ταπεινῶν», ἀποτελεῖ τὸν τρίτο στίχο τῆς πρώτης στροφῆς, ἀπομονωμένο ἀπὸ τοὺς δύο προηγούμενους. ῞Ο,τι ἐπιπλέον ὑποδηλώνει αὐτὸς ὁ ἀποσπασμένος τρίτος στίχος, εἶναι ὁ κλοιὸς τῆς ἀπομόνωσης: Μόνο «ἀβγὰ ταπεινῶν» ὄντων μποροῦμε νὰ ἀποσπάσουμε μὲ τὴ βία ἀπὸ τὸ ῎Αρρητο, ποὺ κυοφοροῦν ὡστόσο τὸ ῎Αλεκτο χωρὶς ὅμως νὰ μποροῦν νὰ τὸ γεννήσουν. Γιατὶ ὅ,τι γεννοῦν μὲ καισαρική, μὲ τὸ βίαιο σπάσιμο δὲν εἶναι τὸ ῾Υψηλὸ καὶ ᾿Ασύλληπτο, ἀλλὰ ἄλλα ὅμοια ἀβγά, λέξεις ποὺ παράγουν ἕνα πλάσμα ζωῆς, ἕνα εἴδωλο ζωῆς καὶ ὄχι τὴν Αὐθεντικὴ ζωή.

Παίρνω λοιπὸν βαθιὰ ἀνάσα καὶ διαβάζω τὸ δεύτερο «θραῦσμα» τοῦ Παρακλητικοῦ: «ẺΛΕΗΣΕ μας      Κύριε  |  Τὰ παιδάρια  || Ζωγραφίζουμε ἀράχνες». Σὲ ποιὸν Κύριο ἀπευθύνει τὸν παρακλητικό του στίχο ὁ Δημήτρης; ῏Ηταν ἄραγε ἄνθρωπος θρῆσκος; ῍Αν καὶ δὲν τὸ ἀποκλείω, ἐδῶ τουλάχιστον ἄλλο πράγμα ἔχει στὸ μυαλό του ὁ ποιητής. Λέω λοιπὸν ξεκάθαρα πὼς «Κύριος» ἐδῶ εἶναι τὰ προηγούμενα ἄτονα «τα». «Κύριος» εἶναι τὸ ῾Υψηλὸ Θεῖο Πνεῦμα, τὸ Πνεῦμα τῆς Ψιλῆς ποὺ ἵπταται πάνω ἀπὸ τὸ φωνῆεν Ε τῆς παρακλήσεως «ẺΛΕΗΣΕ μας»· τὸ Ψιλὸ (μὲ γιώτα, παρακαλῶ, γιὰ τὰ μέτρα τοῦ ἀνθρώπου) Πνεῦμα. Αὐτὸ ποὺ βρίσκεται μίλια μακριὰ ἀπὸ «μας». Γιατὶ μιὰ ἀβυσσαλέα ἀπόσταση μεσολαβεῖ ἀνάμεσα σὲ «μας» καὶ σὲ Κεῖνο, ὅπως ἀφήνει νὰ ἐννοηθεῖ ἡ ἀβυσσαλέα τυπογραφικὴ ἀπόσταση ἀνάμεσα στὶς λέξεις «μας» καὶ «Κύριε». ᾿Απὸ αὐτὸ ζητάει ἔλεος ὁ ποιητής, γιατὶ δὲν ἔχει αὐταπάτες. Γνωρίζει σὲ βάθος τὸ ἀνθρώπινο δράμα. ᾿Εμεῖς, οἱ ἄνθρωποι ὅλοι, δὲν εἴμαστε παιδιά του, ἀλλὰ παιδάριά του. ῾Ο ὅρος «παιδάρια» λέει τὸ λεξικό, σημαίνει κατὰ συνεκδοχὴν «ἀνθρώπους ἀνόητους». Καρικατοῦρες, ἀστεῖα καὶ ἀνόητα ὄντα εἴμαστε ὅλοι ἐμεῖς, ποὺ μὲ τὸ φωνῆεν μιᾶς λέξεως, μὲ τὴ φωνὴ τῶν λέξεων, μὲ τὰ ἀβγά μας, ἀβγὰ ταπεινῶν παιδαρίων, γεννᾶμε «ζωὴ βεβιασμένη», μιὰ βεβιασμένη τέχνη δηλαδή, τὴν τέχνη τῆς ποίησης/γλώσσας, τὴν τέχνη τῆς ζωγραφικῆς, μιὰ τέχνη ποὺ μιμεῖται ἀποτυχημένα τὴν ἀπροσδιόριστη Οὐσία τῆς ζωῆς, μιὰ τέχνη παμπάλαια καὶ εὔθραυστη, ὅπως παμπάλαιες καὶ εὔθραυστες εἶναι οἱ ἀράχνες, τὰ δίχτια τους, στὶς γωνιὲς τῶν ἐγκαταλειμένων, ἀκατοίκητων καὶ κλειστῶν σπιτιῶν, παγίδες γιὰ μᾶς τὰ παιδιάρια, ποὺ γινόμαστε βορὰ στὸ τέλος τοῦ Ζώου τῆς ᾿Αράχνης/Πνεύματος.

Solomos-ArmaosStoGrafeioTou(Mesologgiou16,27-05-2014)Περνάω τώρα στοὺς δυὸ τελευταίους στίχους τῆς τρίτης στροφῆς. ῾Η παράκληση τοῦ ποιητῆ συνεχίζεται μὲ μιὰν ὑποθετικὴ οὐτοπικὴ ἐρώτηση. «ΑΝ  |  ᾿Αποσύραμε τὴν κεφαλή μας τοῦ ἐμπορίου;», ἂν ἀποφασίζαμε, ἂν μπορούσαμε νὰ ἀποσύρουμε τὴν κεφαλή μας τοῦ ἐμπορίου, ἀναρωτιέται καθὼς προσεύχεται, τί θὰ γινόταν; «Θὰ μᾶς ἐλεοῦσες, Κύριε;» εἶναι ἡ σιωπηρὴ καταληκτικὴ προέκταση αὐτοῦ τοῦ ἐρωτήματος. ῞Ομως ὁ ᾿Αρμάος δὲν εἶναι συνηθισμένο μυαλό. ῍Ας προσέξουμε γιὰ τελευταία φορὰ τὰ λόγια του. Οἱ δύο στίχοι, ὁ πρῶτος μονολεκτικὸς καὶ ὁ δεύτερος πολυλόγος, πρέπει νὰ διαβαστοῦν μὲ δύο τρόπους. Αὐτὴ τὴ διπλὴ ἀνάγνωση ὄχι μόνο ἐπιτρέπουν ἀλλὰ καὶ ὑπαγορεύουν ὑπογείως οἱ δυὸ στίχοι\θραύσματα τῆς τρίτης στροφῆς. α) Οἱ συντάξεις τοῦ ρήματος «ἀποσύρω» μὲ τὴ γενικὴ πτώση «τοῦ ἐμπορίου» καὶ μὲ τὴν αἰτιατικὴ πτώση τῆς «κεφαλῆς μας» εἶναι δηλωτικὲς «καταπτώσεων». Οἱ «πτώσεις» ἐδῶ χρησιμοποιοῦνται καὶ μὲ τὴν ὀντολογική τους ἀπόχρωση. Καὶ ἡ γενικὴ (τοῦ ἐμπορίου) καὶ ἡ αἰτιατικὴ (τὴν κεφαλή μας), στὴ σκέψη τοῦ Δημήτρη, εἶναι δύο γλωσσικὲς καταπτώσεις καὶ μοιραῖα δυὸ (κατα-) πτώσεις τοῦ μυαλοῦ. ῾Η γενικὴ «τοῦ ἐμπορίου», στὴν σύνταξή της μὲ τὸ ρῆμα «ἀποσύρω», χρησιμοποιεῖται «ἐπιρρηματικῶς», ὅπως θὰ ἔλεγε ἴσως ὁ Τζάρτζανος, στὸ σπουδαῖο πόνημά του γιὰ τὴ Νεοελληνικὴ Σύνταξιν. «᾿Αποσύρω τοῦ ἐμπορίου» λοιπὸν σημαίνει «ἀποσύρω ἐκ τοῦ ἐμπορίου». ᾿Απὸ τὴν ἄλλη μεριὰ «κεφαλὴ τοῦ ἐμπορίου» δὲν εἶναι παρὰ δύο πράγματα συνάμα: ἕνα ἐμπορικὸ μυαλό, ποὺ ταυτόχρονα εἶναι καὶ τὸ πραγματικὸ «κεφάλαιο» τοῦ ἐμπορίου. «Αν» λοιπόν, ψελλίζει ὁ ποιητής, ξεκινώντας τὸ τραύλισμά του μὲ αὐτὸ τὸ ἄτονο, ἀμφίβολο, ξεμοναχιασμένο, μετέωρο καὶ ξέπνο «Αν», σὲ ἀντίθεση μὲ κεῖνο τὸ προηγούμενο ἔντονο «ẺΛΕΗΣΕ μας», ἀποσύραμε τὸ Πνεῦμα, ποὺ ἀποτελεῖ τὴν Κεφαλὴ καὶ τὸ πραγματικὸ Κεφάλαιο ὅλων τῶν λογῆς συναλλαγῶν, θὰ ἄλλαζε κάτι; Θὰ μπορούσαμε νὰ ἀπελευθερωθοῦμε ἀπὸ τὶς παγίδες τῶν «πτώσεων» καὶ νὰ γευτοῦμε τὸ νέκταρ τῆς ῾Υπέρβασης; Τὸ ἐρώτημα τοῦ Δημήτρη εἶναι ρητορικό· ἐμπεριέχει δηλαδὴ καὶ τὴν ἀπελπιστικὴ ἀπάντηση. β) Καὶ ἡ ἀπάντηση αὐτὴ γίνεται σαφέστερη ἂν διαβάσουμε τὴ τρίτη στροφὴ σπασμένη· ἂν δηλαδὴ ἀπομονώσουμε καὶ διαβάσουμε τὸ δεύτερο στίχο της αὐτόνομο: «᾿Αποσύραμε <ἄραγε> τὴν κεφαλή μας τοῦ ἐμπορίου;» μὲ ὅσα εἴπαμε καὶ διαβάσαμε στὸ ποίημα ἐτοῦτο; ῎Οχι ἀσφαλῶς ἀφοῦ τὸ μυαλό μας ἦταν αὐτὸ ποὺ πρωτοστάτησε τόσο στὸ στήσιμο τοῦ ποιήματος ὅσο καὶ στὴν προώθηση αὐτοῦ τοῦ ἐμπορικοῦ προϊόντος. Τὸ μυαλό μας κατασκευάζει καὶ ἐμπορεύεται τὰ πάντα· καὶ τὰ ποιήματά του. Κεφάλαιο καὶ Κεφαλὴ λοιπὸν τοῦ ἀνθρώπου εἶναι πάντα ἕνα μικρὸ Μυαλό, ψευδεπίγραφο ἀντίγραφο ἑνὸς ῎Οντος αἰώνιου καὶ ἀσύλληπτου στὴν οὐσία του. Παγιδευμένο πάντα στὴ Γλώσσα, σὲ ἕνα πεποιημένο ἐμπόρευμά του, ποὺ βρίθει ἀπὸ εὔθραυστες ζωγραφιές, ἀπὸ ἀραχνούφαντα δίχτια παιδαρίων, κυοφορούμενο πάντα ἀπὸ ἀβγὰ ταπεινῶν ὄντων. «Πιασμένο» στὰ δίχτια/λέξεις τοῦ ἐμπορίου του, σὲ ἀβγὰ ταπεινῶν πτηνοτροφείων, τὸ αἷμα του κυκλοφορεῖ ἀλλοιωμένο ἀπὸ τὸ χαλασμένο καὶ βρόμιο γλεῦκος αὐτῶν ἀβγῶν/λέξεων. ᾿Εξάλλου ποιὸς ἢ ποιοὶ θὰ ἦταν οἱ «ἐμεῖς», ὅπως ὑπονοεῖ ἡ ὀνομαστικὴ τοῦ πληθυντικοῦ «ἀποσύραμε», ποὺ θὰ μπορούσαμε νὰ ἀποσύρουμε ὅ,τι ἔχει θεσμοθετηθεῖ ἀνέκκλητα, ἀπαρχῆς τοῦ κόσμου; Τὸ ἄτονο, χωρὶς τόνο καὶ πνεῦμα «Αν» τοῦ τυπογράφου, ἀτελὲς καὶ λειψὸ σὰν ὀρθογραφημένη λέξη τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας, ὑποβάλλει τὴ δική του αὐτόνομη σημασία. Εἶναι ἀδύνατη ἡ τέλεια ἀπόδραση εἶναι ὁ δικός του τυπογραφικὸς ὑπαινιγμός.

῾Ο Μικρὸς Παρακλητικὸς τοῦ ᾿Αρμάου εἶναι μιὰ σύνοψη τῆς ὀντολογίας του, ποὺ λέει αὐτὸ καὶ μόνο τὸ ἁπλό: ἡ Ζωὴ ἢ ἀλλιῶς ἡ ᾿Ιδέα τῆς Ζωῆς, ἢ ἀλλιῶς ἡ Συναίσθηση τῆς Ζωῆς ἢ ἀλλιῶς οἱ ᾿Εμπειρίες τῆς Ζωῆς ἢ ἀλλιῶς οἱ ἄπειρες πνευματικές, (καὶ ἐπιμένω στὸν ὅρο «πνευματικές» γιατὶ καὶ οἱ λεγόμενες «σωματικὲς» εἶναι στὴν οὐσία «πνευματικὲς») ἐμπειρίες ποὺ ἀποτελοῦν τὸ περιεχόμενο τοῦ ἀνθρώπινου βίου, εἶναι ἕνα σύνολο Βίαιων ᾿Εντυπώσεων, προϊόντων μιᾶς βεβιασμένης ἀπόσπασης. Δὲν ἦταν, δὲν εἶναι καὶ δὲ θὰ εἶναι ποτὲ ἐκεῖνο τὸ ἀπόλυτα φρέσκο καὶ κρυστάλλινο νερό, ποὺ ἀναβλύζοντας πηγαῖο περνάει ἀτόφιο στοὺς ἀνθρώπινους ἱστούς. ῾Η ῾Ιστορία δὲν ἦταν, δὲν εἶναι καὶ δὲ θὰ εἶναι ποτὲ μιὰ αὐθεντικὴ καὶ ὁλόκληρη ἐμπειρία· ἦταν, εἶναι καὶ θὰ εἶναι ἕνα ἀπόσπασμα, μιὰ βίαιη ἐντύπωση, ἕνα σπάραγμα ἀπὸ κάτι ᾿Επέκεινα τῆς ἱστορίας. ῾Ο ῎Ερωτας δὲν ἦταν, δὲν εἶναι καὶ δὲν θὰ εἶναι ποτὲ μιὰ αὐθεντικὴ καὶ ὁλόκληρη ἐμπειρία, εἶναι καὶ θὰ εἶναι πάντα μιὰ βίαιη ἐντύπωση, ἕνα σπάραγμα, ἕνα βραχύβιο ἀπόσπαμα ἀπὸ κάτι ὁλόκληρο ποὺ παραμένει ᾿Απλησίαστο, ἀσύλληπτο στὴ σκιά· ἀπὸ κάτι ποὺ μᾶς κοιτάει ψυχρὸ καὶ ἀσυγκίνητο καθὼς σπαράζουμε στὰ ἐρωτικὰ κρεβάτια. ῾Η μοίρα τοῦ ᾿Ανθρώπου λοιπὸν εἶναι δεινή. ῾Ο ἄνθρωπος ζεῖ συμβιβασμένος, συνθηκολογημένος μὲ πολέμους, μὲ ἐρωτικὲς σχέσεις, μὲ θεσμοὺς καὶ ἐθνικὲς παραδόσεις, δουλεύοντας σὲ ἐργοστάσια καὶ γραφεῖα, γράφοντας ποιήματα καὶ βιβλία, περιχαρακωμένος στὰ ψεύδη τῆς γλώσσας του, στὶς αὐταπάτες του, ἔχοντας καρφωμένο τὸ ἕνα του μάτι πάντα πρὸς τὸν ἀθέατο ᾿Οφθαλμὸ τοῦ Παλαιοῦ τῶν ῾Ημερῶν, ποὺ στὸ βλέμμα κάθε ταπεινοῦ ἀνθρώπου ὁ ᾿Οφθαλμὸς ἐκεῖνος μοιάζει νὰ ἀλλοιθωρίζει.

Α. Κ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ

 

 

 

 

«Λόγος και σκέψη»: Τέσσερα αγοραία μυθεύματα 

penseur

του ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΠΛΑΤΑΝΙΑ 

Στους καιρούς μας, και όσον έχει να κάνει με τις διάφορες «διαδικτυακές» μορφές που μπορεί να πάρει η λογοτεχνική έκφραση, η κριτική παρατήρηση τείνει να αντικαθίσταται από την ατεκμηρίωτη ή αυθαίρετη προπαγάνδα και τις λογικά ναυαγισμένες «αιτιάσεις». Στο βαθμό, μάλιστα, που ο διαδικτυακός προφορικός λόγος συχνά συμμειγνύεται με όλες εκείνες τις ιδιαίτερες ποιότητες που χαρακτηρίζουν τον γραπτό λόγο ή και τις αντικαθιστά πλήρως (καταστρέφοντάς τες βέβαια), το πρόβλημα θα έλεγε κανείς πως κλιμακώνεται σε βαθμό αν όχι ανεπανόρθωτο, τότε σίγουρα ιδιαζόντως παρακμιακό ή διαβρωτικό.

Από αυτήν την άποψη, πολλά είναι τα «συνθηματολογικά» κλισέ που χρησιμοποιούνται ως υποκατάστατα μιας λογοτεχνικής σκέψης, εφ’ όσον βέβαια τα όποια φαινόμενα παρακμής τείνουν να κάνουν αν όχι αποδεκτά, τότε τουλάχιστον πράγματα ανεκτά την αγοραία διαπίστωση, το ψευδοθεώρημα, την συμπλεγματική αποστροφή, ή και μια γκαιμπελική αναστροφή της πραγματικότητας.

Ας δούμε τέσσερα σύγχρονα, ή λιγότερο σύγχρονα, ψευδολογοτεχνικά μυθεύματα τα οποία ελέχθησαν κατά καιρούς και σε διάφορες περιστάσεις , και ας εξετάσουμε λίγο το λογικά αδόκιμο ή και πλήρως παράλογο που τα διακρίνει:

Μύθευμα 1ον: «Τα πάντα έχουν ειπωθεί στην λογοτεχνία». Από εκεί και πέρα οι λογοτέχνες είτε οφείλουν να κλαίνε την μοίρα τους, είτε υποχρεώνονται αυστηρώς και δια ροπάλου σε υποκριτικές επιδείξεις ψευδοταπεινοφροσύνης και «υποταγής» σε κάποιο, –απ’ όλα τα διαθέσιμα στο χρόνο–, παρελθόν (ή τους συγγραφείς του).

Απάντηση: οι διατυπώνοντες αυτή την τετράπαχη κοτσάνα, πάσχουν συνήθως από σύνδρομο χαμηλής αυτοεκτίμησης (αλλά και αλαζονεία που δεν υποψιάζονται) το οποίο και μασκαρεύουν σε ψευδοσεμνότητα. Μα, πραγματικά, για να φτάσει να πει ένας άνθρωπος, σε κάποιο σημείο του χρόνου, σε κάποια ορισμένη εποχή, ότι «τα πάντα έχουν ειπωθεί», αυτό σημαίνει ότι ο ίδιος γνωρίζει όχι μόνον ποια είναι αυτά τα «πάντα», αλλά και ποια θα μπορούσαν να είναι αυτά τα πάντα σε κάθε προοπτική και έκταση του χρόνου. Γνωρίζει ακόμα προφητικώς πως στο μέλλον δεν μπορεί να προκύψει τίποτε περισσότερο από τα ήδη γεγονότα «πάντα», και το κυριώτερον, όλα αυτά τα γνωρίζει από την αρχή του χρόνου!

Επειδή δεν μπορείς να ξέρεις σε αυτήν την περίπτωση αν κάτι έχει «τελειώσει» αν δεν είσαι εσύ ο ίδιος που το έχεις δημιουργήσει!

Με λίγα λόγια, όποιος διατείνεται με τόση θρασεία αφέλεια ότι «τα πάντα έχουν ειπωθεί» στην λογοτεχνία, ούτε λίγο ούτε πολύ, πιστεύει ότι είναι ο ίδιος ο θεός!

Απ’ όπου και αν το δει κανείς, δεν συμπεραίνεται τίποτε διαφορετικό. Και να σκεφθεί κανείς, πως αυτή η ψευδοδιαπίστωση εκφέρεται με έκδηλη διάθεση «ταπεινότητας».

Μύθευμα 2ον: «Πολλές φορές η γραφή χρησιμεύει ως «ψυχοθεραπεία». Η διαπίστωση αυτή χρησιμοποιείται για να χλευάσει κατ’ επιλογήν ή να απαξιώσει με συνθηματολογικό-συνοπτικό τρόπο διάφορους γραφείς κλπ.

Απάντηση: Το τι ειναι και δεν είναι «ψυχοθεραπεία» μπορεί να το ορίσουν μόνον πολύ ειδικές επιστημονικές παράμετροι και στο κάτω κάτω θα ήταν παράλογο (ή και πλήρως απευκταίο) αν έλειπε ποτέ η όποια ψυχοθεραπευτική διάσταση από την διαδικασία της λογοτεχνικής δημιουργίας.

Το κυριώτερο, όμως, είναι πως ουδείς μπορεί να βρίσκεται στο κεφάλι του άλλου, για να διαπιστώσει τις προθέσεις ή τις ανάγκες του και να επιτύχει έτσι την απόλυτα επιτυχή «δίκη προθέσεων». Το πολύ πολύ, να προβάλλει με αυτόν τον τρόπο τις δικές του προθέσεις στον άλλον, κρίνοντάς τον κατ’ επέκτασιν με μέτρο τον δικό του εαυτό. Στο βαθμό, μάλιστα, που μην μπορώντας να είναι μέσα στο κεφάλι του άλλου, βρίσκεται αναγκαστικά και εκ δεδομένης βιοανατομικής πραγματικότητας στο δικό του, το ίδιο του το κεφάλι! Εξ αυτού, λοιπόν, ό,τι λέει.

«Του κεφαλιού του», λοιπόν είναι πάντα αυτά τα πράγματα, με ζητούμενο ωστόσο το κεφάλι του άλλου.

Θα πρέπει ωστόσο να λεχθεί ακόμα ότι και «ψυχοθεραπεία» να συνιστά η γραφή για πολλούς, αυτό δεν μας ενδιαφέρει, σε πρώτο πλάνο παρατήρησης τουλάχιστον. Μας νοιάζει κατά κύριον λόγον αν είναι λογοτεχνία, και μάλιστα καλή λογοτεχνία. Αν όντως είναι, ας είναι ταυτόχρονα και ψυχοθεραπεία, ας είναι και γιόγκα, με γειά της με χαρά της. Έχουν διατυπωθει μάλιστα κατά καιρούς και διάφοροι παραλογισμοί που «καταδικάζουν» κάθε αυτοβιογραφική παράμετρο στην γραφή. Εδώ θα απαντούσε κανείς: μα αστειεύεστε. Πάνω από το 50% της ποίησης στους αιώνες θα έπρεπε τότε να αποδοκιμάζεται.

Μύθευμα 3ον: Η «διακειμενικότητα» ως έννοια «λάστιχο». Όταν, δηλαδή, ο μύθος της διακειμενικότητας χρησιμοποιείται είτε εν είδει δικαιολογίας για να καλύψει άνομους σφετερισμούς υλικού είτε κατά κατάχρησιν (ή κατ’ αυθαιρεσίαν) για να «μειώσει» σημαντικά έργα του παρελθόντος ή ποιοτικές και εξαιρετικά πρωτότυπες δουλειές στο παρόν.

Απάντηση: Οι παλιοί καλοί λογαριασμοί και διαχωρισμοί, τουτέστιν η σαφής διάκριση ανάμεσα σε νόμιμη επιρροή, μίμηση και λογοκλοπή, κάνουν και τους καλούς φίλους της ποίησης. Οι επιρροές είναι νόμιμες και χωρίς αυτές δεν νοείται όχι μόνο λογοτεχνία, αλλά και καμμία ανθρώπινη πράξη. Η ξεδιάντροπη μίμηση όμως (σε ηλικίες που δεν είναι νεαρές) και η λογοκλοπή είτε απροκάλυπτη είτε «με δικαιολογίες» (δήθεν «διακειμενικότητα»), είναι καταδικαστέες από κάθε άποψη.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι ιδιοτελείς συνηθίζουν να «συσκοτίζουν», να μην κατονομάζουν, να μην τεκμηριώνουν, να δικαιολογούνται, να ψεύδονται. Στο διαδίκτυο σπάνια στέκεται κανείς να εξετάσει επιμελέστερα όχι μόνο το ΤΙ λέει ο άλλος, αλλά κυρίως το ΠΩΣ το τεκμηριώνει! Και όμως θα έπρεπε.

Από εκεί και πέρα, είναι αρμοδιότητα και χρέος της κριτικής, να εξετάζει κάθε φορά αυτά τα ζητήματα με τεκμηριωμένο λόγο, με παραθέσεις κειμένων, με αιτιολόγηση και με σαφέστατο ειρμό. Όλα τα άλλα είναι απλά για τα σκουπίδια.

Μύθευμα 4ον: «Η λογική είναι κάτι που δεν έχει σχέση με την λογοτεχνία και δη με την ποίηση».

Απάντηση: Η λογική έχει σχέση με τα πάντα!

Καίτοι αυτό είναι ένα τεράστιο ζήτημα που χρίζει μιας διεξοδικότερης δοκιμιακής αντιμετώπισης, εν τούτοις, και για τους σκοπούς μόνον του παρόντος κειμένου, θα λέγαμε το εξής: αλλοίμονον αν διαχωρίζαμε τόσον στενόμυαλα και φέρναμε σε μια παράλογη αντιπαράθεση μεταξύ τους την λογική με την φαντασία ή την ποιητική δραστηριότητα! Συχνά, τους λιγότερο συνειδητοποιημένους ποιητές τους χαρακτηρίζει ένα είδος ψευδοηρωικού συνδρόμου κατά της «λογικής» (ειδικά στην χώρα μας, για πολλούς και διάφορους ιστορικούς λόγους που σχετίζονται με την αντιθεωρητική παράδοσή της). Δεν υπάρχει όμως μεγαλύτερη χίμαιρα από αυτό. Κυρίως, δεν θα υπήρχε λόγος να κρύβεται σε αυτές τις ολιγόμυαλες (πραγματικά) περιπτώσεις η μασκαρεμένη ελπίδα για επικράτηση μιας πλήρους αυθαιρεσίας (ιδιαίτερα στην κριτική θεώρηση), ώστε και ο λίγοτερο προικισμένος στην γραφή να ανακουφίσει κάπως το αίσθημα μειονεκτικότητάς του με αιτιάσεις «ό,τι να ‘ναι» και τις οποίες επιχειρεί να τις πλασάρει ως «ποιητικές» ή «γνωμοδοτικές».

Αυτά είναι, λοιπόν, τέσσερα αγοραία μυθεύματα που επιχειρήσαμε να καταδείξουμε εδώ ως αναληθείς «φόρμουλες» και τα οποία συχνά αναπαράγονται ακρίτως και με μιμητικό ή άσκεπτο τρόπο από διάφορους θιασώτες των λογοτεχνικών πραγμάτων.

Ίσως ασχοληθούμε κάποια στιγμή και με άλλα αγοραία «συνθήματα» αυτού του είδους.

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΠΛΑΤΑΝΙΑΣ

Η αειθαλής πρόσληψη του Σολωμού

*

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ

Καταντάει κουραστικό να διατυπώνουμε συνεχώς ερωτήματα τύπου “γιατί διαβάζουμε σήμερα Σολωμό;” και τα λοιπά. Παρ’ όλα αυτά είναι αναπόφευκτο. Ο Σολωμός ανήκει στους ποιητές που γνωρίζουμε σε νεαρή ηλικία, μέσα από το σχολείο, καθώς τραγουδούσαμε ανόρεχτα τους στίχους του στον εθνικό μας ύμνο. Ανήκει επίσης σε μια κατηγορία ποιητών που απορρίπτουμε συνήθως κατά την εφηβεία μέσα στην παραζάλη του ποιητικού κυκεώνα που μας παρασύρει στην δίνη του (με συναρπαστικά διαβάσματα μοντερνιστικών καταβολών). Είναι τέλος ένας ποιητής που ανακαλύπτουμε εκ νέου μεγαλώνοντας και θαυμάζουμε τις κρυφές του χάρες. Ίσως αυτή η διαδοχή να μην έχει καθολική ισχύ. Το αξιοσημείωτο πάντως είναι ότι με την ίδια περίπου διαπίστωση ξεκινάει ο Παλαμάς το δοκίμιό του για τον Σολωμό 115 χρόνια πριν. Υπάρχει προφανώς ένα διαχρονικό στοιχείο στην πρόσληψη του Σολωμού που μας κάνει να τον επανεκτιμούμε ξανά και ξανά.

Ο επιθετικός προσδιορισμός “εθνικός ποιητής” μπορεί να του προσέδωσε για δεκαετίες αίγλη, αλλά τον κατέστησε έως και απωθητικό στο μάτια του σύγχρονου αναγνώστη, για τον οποίο η έννοια “εθνικό” έχει πια ποικίλες αποχρώσεις. Αυτός ο μεγαλόσχημος τίτλος όμως συναιρεί δύο ιδιότητες. Ο Σολωμός δεν αποκαλείται εθνικός ποιητής μόνο επειδή προσέφερε δύο στροφές, από τις 158 που απαρτίζουν τον Ύμνο εις την Ελευθερία, ως στίχους του Εθνικού Ύμνου, ούτε μόνο λόγω της εθνοκεντρικής θεματικής κάποιων από τα πιο γνωστά έργα του. Αλλά και επειδή είναι ο θεμελιωτής, ο γεννήτωρ της εθνικής μας λογοτεχνίας. Πριν από αυτόν, καθώς λέγεται δεν υπήρξε παρά ο Ερωτόκριτος και το δημοτικό τραγούδι. Μετά το πέρασμά του στο μπαρουτοκαπνισμένο έδαφος της νεοπαγούς ελληνικής επικράτειας ανθίζει η ελληνική λογοτεχνία και κυρίως η ποίηση. Ο 19ος αιώνας είναι ασφαλώς ο αιώνας της ποίησης και αυτό πιστοποιείται από όλες τις εκφάνσεις της λογοτεχνικής ζωής: τις εκδόσεις, τις δημοσιεύσεις, τους διαγωνισμούς. Η λεγόμενη Πρώτη Αθηναϊκή Σχολή αυτοπροσδιορίζεται σε σχέση και σε αντιπαράθεση με την σολωμική ποίηση.

Σήμερα προτιμούμε να αντικρίζουμε τον Σολωμό ως έναν poète maudit, παρά ως τον άμεμπτο και αψεγάδιαστο (και για αυτό βέβαια ψεύτικο) εθνικό ποιητή. Ο αλκοολισμός του, η αντικοινωνικότητα, ο μισογυνισμός, η θρυλούμενη εβραϊκή του καταγωγή, η ελλιπής γνώση της ελληνικής γλώσσας, όλα αυτά τα στοιχεία τέλος πάντων που χρησιμοποιήθηκαν κατά καιρούς από τους αρνητές του ως μέσο κατακρήμνισης από το βάθρο του εθνικού ποιητή, τώρα αντιμετωπίζονται με ανεκτικότητα, με συμπάθεια, για να μη πω ότι θεωρούνται και εύσημα για έναν δημιουργό. Ο “καταραμένος» ποιητής, αυτός που άγεται και φέρεται από τα πάθη του, ασκεί πάντα μεγάλη γοητεία σε ευρεία γκάμα αναγνωστών. Στο κάτω κάτω της γραφής δεν μας αφορά καν αν ο εθνικός μας ποιητής λεγόταν Salamon ή Salomone – ίσα ίσα κάτι τέτοιο δημιουργεί μια ενδιαφέρουσα αντίφαση, ενώ προσθέτει στον μύθο του γιατί μας θυμίζει συνειρμικά τον Carl Solomon από το Ουρλιαχτό του Γκίνσμπεργκ. (περισσότερα…)

Δημήτρης Αγαθοκλής: Ο Ποιητής ως Αξίωμα

pic-1

♦♦♦

ΤΟ ΝΑ ΠΟΥΜΕ ΟΤΙ Η ΠΟΙΗΣΗ, και γενικώς η Τέχνη, έχει τον ένα ή τον άλλο σκοπό, λίγο θα ωφελήσει. Εάν δηλαδή στοχεύει στην ανάδειξη τού ιδανικώς Ωραίου αναπτύσσοντας την αισθητική ευαισθησία, ή στο να τέρπει τις αισθήσεις και να κάνει τον άνθρωπο να στοχάζεται ή ακόμα να βελτιώνει τις κοινωνικές σχέσεις που διέπουν την καθημερινότητά του· λίγο ενδιαφέρει.

Κανείς δεν διαβάζει έχοντας στο πίσω μέρος τού κεφαλιού του ότι με το πέρας τής ανάγνωσης θα πρέπει να έχει κερδίσει κάτι απτό, κάτι μετρήσιμο που να μπορεί να το βάλει δίπλα σε μιά σειρά από λοιπές «γνώσεις» για επίδειξη προς τρίτους, όπως για παράδειγμα όταν τοποθετούμε τα βιβλία μας στη βιβλιοθήκη ή όπως συνηθίζαμε μικροί να έχουμε τα στρατιωτάκια μας σε διάφορους σχηματισμούς, δείχνοντάς τα επαιρόμενοι σε φίλους. Όχι. Η Ποίηση είναι κάτι διαφορετικό. Δεν ποσοτικοποιείται, δεν έχει λαβές να την πιάσεις και να την σηκώσεις ψηλά για να δεις όλες της τις πλευρές· κάθε παραμικρή καμπύλη, ακμή, επιφάνεια ή κορυφή κάτω από άπλετο φως. Αν μάς επιτρέπεται η φανταστική μεταφορά, η Ποίηση ομοιάζει προς ένα τετραδιάστατο στερεό την μορφή τού οποίου αντιλαμβανόμαστε απ’ την προβολή τής σκιάς του στις διαστάσεις που γνωρίζουμε, ανάλογα με τον φωτισμό κάθε φορά. Όσο ικανώτερος ο ποιητής, τόσο πιο πλούσιες και ποικίλες οι προβολές τού (ιδεατού) ποιητικού στερεού. Διότι μη γελιόμαστε. Είμαστε (και θα παραμείνουμε) δέσμιοι των αισθήσεών μας. Μέσω αυτών αντιλαμβανόμαστε τον Κόσμο και δίνουμε νόημα στις ενέργειές μας. Είναι μια πικρή αλήθεια αυτή, πράγματι· ίσως και ήττα. Γι’ αυτό κι εν προκειμένω η Ποίηση έρχεται ως αρωγός (αλλά και παρηγορία). Όχι για να μάς υποδείξει πώς να ζήσουμε, όχι! Η Ποίηση δεν ξέρει τον τρόπο, δεν μπορεί να μάς δώσει καμμιά μονολεκτική απάντηση για την ανθρώπινη κατάσταση. Είναι όμως σε θέση (και οφείλει) να ξεσκεπάζει τα μεγάλα ερωτήματα τής Ζωής, τις μεγάλες αγωνίες. Κι αυτό μεν δεν αποτελεί ικανή συνθήκη· είναι όμως σίγουρα αναγκαία για να λέμε ότι έχουμε Ποίηση – τουλάχιστον το είδος που αξίζει μνείας και καλούμε σπουδαία.

ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΙΑ ΠΑΡΕΞΗΓΗΣΗ όσον αφορά στον ρόλο τού Ποιητή. Μερικοί υποστηρίζουν ότι πρέπει να είναι μεταρρυθμιστής, αναμορφωτής των μαζών, κοινωνικός καινοτόμος. Άλλοι, και δεν είναι λίγοι, ότι δεν πρέπει να είναι οπαδός τής «δράσης» αλλά αντιθέτως περισσότερο ιδεαλιστής, συγκεντρωμένος στα γραπτά του ανεξαρτήτως εάν αυτά, τελικώς, επηρεάσουν ή όχι τον κοινωνικό του περίγυρο. Η αλήθεια πιστεύουμε βρίσκεται, όπως συνήθως, κάπου στη μέση. Σίγουρα ο ποιητής δεν είναι επαναστάτης αλλά από την άλλη δεν είναι και επαίτης. Όπως δεν αρμόζει να ανεμίζει ποιητικές μπαντιέρες άλλο τόσο δεν αρμόζει και να παρακαλεί. Δεν είναι τής φύσης του να περπατά με σκυφτό κεφάλι στους δρόμους, μ’ ένα λουλούδι στο χέρι, ζητώντας συγκατάθεση για να το δωρίσει εδώ ή εκεί. Η ταπεινότητα δεν είναι γνώρισμά του. Αντιθέτως! Ο Ποιητής, που έχει επίγνωση τής θέσης του, κατεβαίνει στο πεζοδρόμιο όχι με τηλεβόα και συνθήματα αλλά με χαρτί και πέννα. Στέκεται καταμεσής τού πλήθους κι αρχίζει να κηρύττει, να κατηχεί τις καρδιές των συνανθρώπων του που μέσα στη ρεαλιστικά απροσδιόριστη καθημερινότητα που καλούμε Ζωή, άλλοτε αγωνιούν κι άλλοτε χαίρουν. Ζωή για την οποίαν έχει την πεποίθηση πως γνωρίζει αρκετά ώστε ν’ αξίζει να μιλήσει γι’ αυτήν σε μια γλώσσα πιο θελκτική ή προσιτή, σίγουρα πάντως εκλαϊκευμένη – απευθυνόμενη στους πολλούς και όχι στους ολίγους. Ο Ποιητής πρέπει να φέρει ερωτήματα στην επιφάνεια· να θέσει τα φλέγοντα ζητήματα τού καιρού του υπό τον τύπον των ήλων, να εγείρει παλαιά πάθη από την λήθη και να τα μελετήσει υπό νέον πρίσμα, κι όλα μαζί να τα ξαπλώσει σαν ασθενή επί τής χειρουργικής κλίνης να τ’ ανατάμει. Προσοχή όμως, να μην προτρέχουμε! Δεν είναι χρέος τού Ποιητή να προτείνει κάποια λύση, κάποια απάντηση να τού βρίσκεται – δεν είναι φιλόσοφος ή καλύτερα μάγος να εμφανίζει λαγούς μέσα από καπέλλα. Μην τού ζητούμε να ενδυθεί ένα ρούχο που τού είναι μεγάλο ή εκτός εποχής. Είναι όμως Κτίστης ο Ποιητής. Δημιουργός, Γεννήτωρ ενός Κόσμου που οφείλει να πλάσει απ’ το μηδέν. Να πάρει χώμα και να κάνει λάσπη –κι απ’ την λάσπη μετά πηλό!– αυτοβούλως θέτοντας τ’ Αξιώματα πάνω στα οποία θα οικοδομήσει τις Προτάσεις και τα Θεωρήματά του· ή αν θέλουμε αλλιώς, τους Ήρωες και τις Σχέσεις που διέπουν την προσωπική αισθητική του Σκηνή (όπως στο θέατρο). Αυτή είναι η προσφορά του. Δεν αποτελεί διέξοδο, ούτε όμως κι αδιέξοδο (δεν προσπαθεί ν’ αποδείξει κάτι). Δεν υπάρχει επιμύθιο ή happy end σε ό,τι μάς λέει. Γιατί δεν μπορεί να υποσχεθεί τίποτε παραπάνω από μια γνήσια μεταγραφή τής Αλήθειας σε όρους κατά τι πιο προσιτούς στα συνήθη γλωσσικά αισθητικά μας κριτήρια. Αυτό είναι ο Ποιητής. Μια υπερχορδή, ένα bing bang, μια πιθανότητα που θέτει τα πράγματα «στη μυστική κίνηση» ενώπιόν μας, βάσει των δικών του αξιωματικώς απολύτων Σταθερών. Κι αλλοίμονο σε εκείνον που αντί να ορίσει τις δικές του σταθερές, τις παίρνει έτοιμες και αρχίζει να κτίζει επ’ αυτών σαν να ήτανε δικές του! Τί πλάνη… Η ποίησή του είναι καταδικασμένη να καταρρεύσει, να χαθεί για πάντα – γιατί τα ποιητικά παραγώμενα θα είναι ξένα, όχι δικά του, και αναπόφευκτα θα παγιδευτεί στην προσπάθεια να δικαιολογεί αενάως τ’ αδικαιολόγητα· τον λόγο για τον οποίο χρησιμοποίησε αλλότρια Αξιώματα αντί τού να παραγάγει/ορίσει ο ίδιος νέα. Η ποίησή του δεν θα είναι ειλικρινής και ο τόνος του θα τείνει διδασκαλίστικος. Και φυσικά, κάτι τέτοιο δι’ όλου δεν αρμόζει στον ποιητικό Λόγο.

ΑΝ Ο ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ ΕΙΔΕ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ μονότονο και πεζό, αν ο Σεφέρης τον είδε χαλάσματα κι ο Ελύτης να πλέει σ’ ένα εκθαμβωτικό αιγαιοπελαγίτικο φως, και οι τρεις είχαν το θάρρος να ορίσουν καλώς τα Αξιώματα τής ποίησής τους επί των οποίων, αργά και μεθοδικά, όρθωσαν το (στέρεο) ποιητικό τους Σύμπαν με ειλικρίνεια και συνέπεια. Δεν προσπάθησαν να τον αλλάξουν ή χειρότερα να μάς «νουθετήσουν» να δεχτούμε την ορθότητα τής οπτικής τους. Κάτι τέτοιο θα αποδομούσε το ποιητικό τους εγχείρημα, θα αναιρούσε την ποιητική τους ενέργεια· που δεν ήταν άλλη απ’ το να θέσει ερωτήματα που λίγο-πολύ βρίσκονταν στα χείλη όλων εκείνη την εποχή, αλλά αδυνατούσαν να λάβουν νόημα και μορφή. Και δεν είναι περίεργο που οι παραπάνω ποιητές, αν και τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους, πραγματεύονται πολλές φορές το ίδιο θέμα αλλά με τόσο ανόμοιο και συνάμα ξεχωριστό τρόπο. Γιατί κανείς τους δεν φοβήθηκε να μάς φανερώσει τί πίστευσε, τί είδε· με δικά του λόγια, με δική του φωνή. Αυτό που τόσο πολύ λείπει απ’ την Ποίηση σήμερα.

ΑΡΑΓΕ, ΠΟΤΕ ΟΙ ΝΕΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ θα τολμήσουν να μιλήσουν με αυτούσια δική τους φωνή και όχι δανεική; Να πάρουν τον ποιητικό τους λόγο έξω σε πλατείες και δρόμους, χωρίς φωνασκίες, χωρίς πομπώδη σχήματα και ρητορείες, αποθέτοντάς τον στα πόδια ενός τυχαίου περαστικού και να πουν: «Ορίστε, αυτά είναι τα  Αξιώματά μου, αυτός είναι ο Κόσμος μου – όχι κάποιου άλλου αλλά δικά μου, διότι αυτά μάς απασχολούν σήμερα, αυτά μάς καίνε τούτη την στιγμή, τώρα που μιλάμε και αναπνέουμε, εγώ κι εσύ· και οι στίχοι μου, αυτές οι ταπεινές γραμμές που βγήκαν με κόπο και που ίσως να μην αξίζουν τίποτα ή ίσως πάλι και να μη συμφωνείς με αυτές (έχεις κάθε δικαίωμα), είναι η Ζωή όπως την βλέπω εγώ –όμορφη ή άσχημη, ποιός θα το πει!– όμως γυμνή με κάθε της μέλος κι από ένα ερώτημα, που αυθαίρετα (και συγχώρεσέ με για το θάρρος) είπα να το θέσω εδώ, σε αυτήν την κοινή τράπεζα που καθόμαστε όλοι νύχτα-μέρα, για συζήτηση».

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΓΑΘΟΚΛΗΣ
www.dagathoklis.com

Ποίηση εν κινήσει: Ο Νικόλαος Κάλας στα ερείπια της Ακρόπολης

NicolasCalas

ΤΟ ΑΙΤΗΜΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΕΝΟΣ ΝΕΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ

γράφει η ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ

Ίχνος παρηγοριάς δε βρίσκω πια στα ερείπια.
Νικόλαος Κάλας

Το 1976, ο Οδυσσέας Ελύτης, προλογίζοντας την πρώτη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του Νικόλαου Κάλας (Οδός Νικήτα Ράντου, Ίκαρος, 1977), θα γράψει: «Στην ιστορία όμως της Λογοτεχνίας, όχι αυτήν που καταρτίζουν οι ειδικοί αλλά την άλλη, που η πυξίδα της δεν υπάκουει πάντοτε στον βορρά, μου άρεσε ανέκαθεν να παρακολουθώ τις παλινδρομικές αποτιμήσεις του χρόνου: που τον βλέπεις να προωθεί άξαφνα μια συγκίνηση του 1931 στα 1976 και αντίθετα, μιαν ευαισθησία δήθεν σημερινή να την απωθεί –με χαιρεκάκεια θα’ λεγα– σαράντα χρόνους πίσω. Αλλά όταν η γοητεία μπαίνει στη μέση, αλλάζουν όλα. Επειδή η γοητεία μοιάζει με τη θάλασσα· κι ευτυχώς».

Για πολλούς και ποικίλους λόγους –πέρα από την αδιαφιλονίκητη γοητεία του Νικόλαου Κάλας, τόσο της προσωπικότητας όσο και του έργου του– θα μπορούσε να επιδιώξει κανείς να επιστρέψει σήμερα, άλλα σαράντα έτη μετά και την Νικήτα Ράντου, στις αρχές της δεκαετίας του ’30, προσπαθώντας να ανακαλύψει κάτι από αυτήν τη συγκίνηση που θα κάνει τον Ελύτη στον ίδιο πρόλογο παρακάτω να προειδοποιήσει για τα εν λόγω ποιήματα: «Τρέμεις μην εκραγούν στα χέρια σου».

Τον Οκτώβρη του 1932, εκδίδονται στην Αθήνα από τις εκδόσεις «Πυρσός» (στο εξώφυλλο αναγράφεται ως έτος έκδοσης το 1933) και με το ψευδώνυμο Νικήτας Ράντος  τα Ποιήματα του κατά κόσμον Νικόλαου Καλαμάρη. Η ποιητική ενασχόληση όμως δεν είναι παρά μόνο μία από τις πολλές πλευρές της δραστηριότητας του πολυώνυμου και πολυσχιδή Καλαμάρη. Ο λάβρος από τις σελίδες των αριστερών περιοδικών της εποχής νεαρός κριτικογράφος Μ. Σπιέρος (εμπνευσμένος από τον επαναστάτη Μαξιμιλιανό Ροβεσπιέρο), το μαχητικό μέλος της «Φοιτητικής συντροφιάς» και υποστηρικτής του «Εκπαιδευτικού Ομίλου» του Γληνού, ο αποστάτης της μεγαλοαστικής του καταγωγής ανένταχτος μαρξιστής και κατευθυνόμενος προς τον τροτσκισμό διανοούμενος, ο πρωτοπόρος υπερρεαλιστής ποιητής Νικήτας Ράντος –από τους πρώτους που χρησιμοποίησαν ελεύθερο στίχο στην Ελλάδα–, ο συνοδοιπόρος των σουρρεαλιστών στους κύκλους του Παρισιού της δεκαετίας του ’30 και ο καταξιωμένος μεταπολεμικά στην Αμερική ρηξικέλευθος θεωρητικός της τέχνης Nicolas Calas, είναι ένα και το αυτό πρόσωπο, αυτός που ο Αντρέ Μπρετόν στα Προλεγόμενα του τρίτου μανιφέστου του σουρρεαλισμού, θα αποκαλέσει ως ένα από «τα πιο διαυγή και τολμηρά πνεύματα» της εποχής του. Ο μοντερνιστής, αμφισβητίας και πολύ μπροστά από την εποχή του Νικόλαος Κάλας, όπως τελικά επικράτησε να λέγεται, ασφαλώς χρειάστηκε να καταβάλει και το ανάλογο κόστος που όλα αυτά συνεπάγονται: Ψόγοι, λοιδορίες, εμπαιγμοί και εν τέλει πλήρης σιωπή και απαξίωση για το ποιητικό του έργο στα καθ’ ημάς.

Ένα θεμελιώδες στοιχείο της ποίησής του, όπως επισημαίνει ο Mario Vitti στη μελέτη του για τη Γενιά του ’30, είναι η «κίνηση»: «ο Ράντος καταβάλλει μεγάλη προσπάθεια, λίγο μετά το 1930, για να συγκροτήσει μία ποίηση κίνησης, χρησιμοποιώντας γι’ αυτό το σκοπό ένα ανάλογο υλικό σε έντονη κίνηση, καθώς και ένα λόγο γοργά εναλλασσόμενο, σε στενή συνάρτηση με τη γενική κίνηση. Ήταν και αυτός ένας τρόπος να αντιδράσει ο νέος ποιητής στη λυρική ακινησία, στον αδρανή ναρκισσισμό που ακινητοποιεί εκείνα τα χρόνια την ελληνική ποίηση». Μα και ο ίδιος ο Κάλας άλλωστε βρίσκεται διαρκώς εν κινήσει και εν εγρηγόρσει, όχι μόνο γιατί ταξιδεύει για πολλά χρόνια, πριν καταλήξει να εγκατασταθεί οριστικά μετά το 1940 στη «Μανχατανή Βαβυλώνα» του, με μία ταυτότητα που αδιάλειπτα μεταβάλλεται, μεταπηδώντας από το ένα πεδίο δράσης στο άλλο, αλλά κυρίως γιατί παραμένει πάντα ανήσυχος, αεικίνητος, ασυμβίβαστος, μία ρευστή ύλη που εμπεριέχει αντιφάσεις και ρήξεις, μεταπτώσεις και αντιθετικές συνθέσεις.

Στην πρώτη του συλλογή, τα Ποιήματα του 1932, (θα επανεκδοθεί μαζί με άλλα μεταγενέστερα από τις εκδόσεις Ίκαρος στη συλλογή Γραφή και Φως το 1983), που έχει έντονες μαρξιστικές και φουτουριστικές επιρροές και στην ενότητα με τον τίτλο «Βουή», θα εντάξει το ποίημα «Ακρόπολη», όπου πίσω από ένα σατιρικό προκάλυμμα χλευάζει τη στερεότυπη ωραιοποιημένη εικόνα της Ακρόπολης και την αθρόα τουριστική της εκμετάλλευση, όπως συνετέλεσαν σε αυτήν ξένοι φιλέλληνες και καλλιτέχνες, μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους:

ΑΚΡΟΠΟΛΗ

Στο πρώτο πλάνο
ο Παρθενός
ο δηλητηριασμένος με ψυχαρική μελάνη
ο ψεύτικος, ο νεκρός
ο σκοτωμένος με φακό σε πλούσιο χαρτί
από τον Μπουασονά
νεκροθάπτη της Ελλάδας –
για φόντο χέρια σταυρωμένα
μπλεγμένα
σε θέση προσευχής
εντατικής προσευχής
τα χέρια φλύαρα χοντρά
εξόχως χοντρά
στα δάχτυλα για δαχτυλίδια
σύρματα ηλεκτρικά
που τρεμοσβούν τη λέξη
Ρ ε ν ά ν
– ο επίσημος της Ακρόπολης
κανδηλανάφτης –
πάνου στα μάρμαρα
πόδια, κοιλιά, στήθια, χέρια
μαλλιά ξέπλεκα
της Νταλιλάς
αλλά οι τρίχες κομμένες
είναι χορεύτρα που βαρέθηκε τα παρκέτα
και πηδά
σε παλιά μάρμαρα
προκλητικά
πηδά ανάμεσα σε κολόνες
τοποθετημένες φανταστικά
από ποιητή μεγαλόπνοο πολύ
τον Χερ Καρλ Μπέντεκερ –
κι όλα αυτά
κάποιας έκθεσης Ζαππείου ο προβολέας
ρεκλάμα οίκου γαλλικού
τα χτυπάει σαδικά
με μπουνιές στ’ αυτιά μας
έχει απόφαση ο αθεόφοβος
να ριμάρει με το φεγγάρι
ενώ σε νύχτες πανσελήνου
ο φορατζής εισπράττει τα φιλιά
που κρύβει ψεύτικης καρυάτιδας η φούστα
κι αφήνει σ’ αυτές
χοντρές κοιλιές
σ’ αυτούς σωληνάρια εξακόσια εξ
μόνο κύλινδροι φαίνονται εδώ πέρα
κολόνες ίσιες πεσμένες
μαρμάρινες και άλλες
ρολ-φιλμ, αγκφά, κοντάκ
νομισμάτων – τα ρέστα
αλλαγμένων δολαρίων και στερλινών
κυλινδρικά επίσης οι λέξεις ετούτες
ζουμερά πέφτουν
λέξεις εμπνευσμένες
από τη φρίκη που μας προξενούν
οι κανονιές του Μοροζίνη –
τα κανόνια κι αυτά κυλινδρικά
κάθε μέρα γκρεμίζουν τις ακρόπολες
κάθε μέρα γκρεμίζουν τις ακροπόλεις
που αναστηλώνουν άλλοι σε πλάκες αρνητικές
φωνάζουν τα κλικ των κοντάκ
λέξεις που απαγγέλλει
με ρυθμό μηχανής άντλερ
κυρία ηθοποιός
εκπορνεύει τ’ αυτιά μας
μ’ αδύναμο λάρυγγα
οχετό της ψυχής της
που χύνει τελικά
σε χειροκροτήματα
– μαύροι αφροί θάλασσας ενετικής.

Εικονοκλαστικά εδώ, ο Κάλας παρουσιάζει έναν Παρθενώνα νεκρό και ρημαγμένο και σε μία κινηματογραφικής κίνησης αλληλουχία, ξεδιπλώνει τους πρωταίτιους αυτής της καταστροφής. Διακωμωδεί τη μεταγραφή στη δημοτική «Παρθενός» του Ψυχάρη, εμφανίζει τον Φρεντ Μπουασονά ως νεκροθάφτη του Παρθενώνα, αποδοκιμάζοντας την ειδυλλιακή απεικόνισή του στις πασίγνωστες φωτογραφίες του στις αρχές του 20ού αι., και σαρκάζει τον Ερνέστο Ρενάν για την περίφημη «Προσευχή» του «πάνω στην Ακρόπολη», επιφυλάσσοντας γι’ αυτόν τη θέση του καντηλανάφτη. Ύστερα, ρίχνει τους προβολείς του στις γυμνές χορεύτριες της Νέλλης που βρήκαν καινούργιο παρκέ στα πεντελικά μάρμαρα, συμβάλλοντας ακόμη περισσότερο στη φήμη του μνημείου ενώ από την αιχμή της πένας του δεν ξεφεύγουν ούτε οι ονομαστοί οδηγοί του Καρλ Μπέντεκερ, το ταξιδιωτικό ευαγγέλιο της εποχής για τους πάσης φύσεως περιηγητές. Και εν γένει εκτοξεύει τα βέλη του προς όλους όσους είδαν τον Παρθενώνα σαν μία ευκαιρία για να προβάλουν μία λουστραρισμένη εικόνα της αρχαιότητας και τον κατέστησαν αντικείμενο επίδειξης, αξιοποίησης, προβολής.

Η Ακρόπολη είναι νεκρή κατά τον Κάλας και την θανάτωσαν όλοι αυτοί που υποτίθεται την εξυψώνουν. Αλλά η μεγαλύτερη πρόκληση στο ποίημα συνίσταται στην αντιπαραβολή της καταστροφής του Παρθενώνα από τις βόμβες του Μοροζίνι, κατά τον ενετοτουρκικό πόλεμο του 1687, όταν ο ναός είχε μετατραπεί σε πυριτιδαποθήκη, με την «καταστροφή» που επιφέρουν στο μνημείο τα φιλμ των φωτογράφων, οι κινηματογραφικές μηχανές και οι εκτυφλωτικοί προβολείς των εκθέσεων. Φιλέλληνες και αρχαιολάτρες που εφορμούν για να το απαθανατίσουν, το τραυματίζουν ανεπανόρθωτα, ίσως χειρότερα και από την οβίδα του Μοροζίνι. «Δεν είμαι διόλου βέβαιος εάν στην ομορφιά του Παρθενώνα δεν συνετέλεσε πάρα πολύ κι ο Μοροζίνι», προβοκατόρικα θα δηλώσει, περίπου την ίδια περίοδο, στο δοκίμιό του «Γύρω στην Μοντέρνα Τέχνη» (1931). Πολλά χρόνια πριν τον Ντάνιελ Μπούρστιν, τον αμερικανό ιστορικό που στις αρχές της δεκαετίας του ’60, στο εμβληματικό έργο του για την αμερικανική –και όχι μόνο– κουλτούρα “The Image” μίλησε για τα απατηλά «ψευδο-γεγονότα» που παράγει η τουριστική βιομηχανία, ο Κάλας διαβλέπει εδώ την επερχόμενη έκρηξη της ψευδαισθησιακής πραγματικότητας που σκηνοθετεί ο τουρισμός. Οι ξένοι επισκέπτες της Ακρόπολης που ανεβαίνουν στον ιερό βράχο δεν βλέπουν τον αρχαίο ναό όπως είναι στην πραγματικότητα αλλά το παραμορφωμένο είδωλο της κατασκευασμένης εικόνας, όπως φτάνει σ’ αυτούς.

Η ιδέα της καταστροφής της Ακρόπολης και γενικά αρχαιοτήτων και μνημείων του παρελθόντος που έχουν καταλήξει αβάσταχτο φορτίο και τροχοπέδη, είναι μία μηδενιστική μεν γοητευτική δε μέσα στην αιρετικότητά της σύλληψη, με πολλούς εκφραστές· όπως στην ντανταϊστικής πνοής «Διακήρυξη Υπ. Αριθμόν 1», του Σ.Α.Σ.Α (Συνδέσμου Αισθητικών Σαμποτέρ Αρχαιοτήτων) που κυκλοφόρησε ο παραγνωρισμένος αυτόχειρας συγγραφέας Γιώργος Μακρής το 1944 και καλούσε σε «ανατίναξη των αρχαίων μνημείων, προπαγάνδα ενάντια στις αρχαιότητες και σε κάθε αντικείμενο που δε μας αρέσει». Μία προσωπικότητα και μία ιστορία που εγκιβωτίζει επιτυχώς ο συγγραφέας Χρήστος Χρυσόπουλος στην αναθεωρημένη έκδοση της νουβέλας του «Ο Βομβιστής του Παρθενώνα» το 2010. Αλλά και τα προτάγματα του φουτουρισμού, από τον οποίο επηρεάστηκε ο Κάλας, προς την ίδια κατεύθυνση κινήθηκαν. Στο ιδρυτικό του Μανιφέστο, ο Μαρινέττι μετά βδελυγμίας αποστρέφεται κάθε ένδειξη προγονολατρείας και ζητεί την κατεδάφιση μουσείων και βιβλιοθηκών.

Διαχωρίζοντας ασφαλώς τη θέση μας από όποια μηδενιστική εμπρηστική διάθεση ενυπάρχει σε τέτοια οράματα, ας επιμείνουμε στην αξία της ποιητικής μεταφοράς: τα απομεινάρια μίας παρελθούσης δόξας προβάλλουν ως άχθος βαρύ ενώ ο εκμηδενισμός τους ως εν δυνάμει όχημα αναγέννησης προκειμένου να ανακοπεί μία φθίνουσα πορεία. Η ποίηση μπορεί να φέρει το βάρος αυτού του σοκ. Η ποίηση μπορεί να αφυπνίσει, η ποίηση διαθέτει το καύσιμο υλικό για να διασπείρει «εστίες πυρκαγιάς» (όπως το ομότιτλο σημαίνον θεωρητικό έργο του Κάλας “Foyers d’ Ιncendie”), σαν αυτές που άφηνε πίσω της η ερεθιστική σκέψη του.

«Το ποίημα δεν ακούει, ούτε βλέπει. Ξαναδιαβάζεται» λέει ο Κάλας. Και η καινούρια ανάγνωση φυσικά προϋποθέτει και μία διαφορετική ερμηνεία, ένα νέο πρίσμα που θα φωτίσει ό, τι στον καιρό του υποτιμήθηκε. Το ποίημα στέκει αδιάφορο και αγέρωχο απέναντι στις κριτικές, στις εποχές, στις προθέσεις του ίδιου του ποιητή· και το έργο του Κάλας, το πλέον πρόσφορο σε τέτοιου είδους αναγνώσεις. Τον ξαναδιαβάζουμε, λοιπόν, με πλήρη συνείδηση ότι εδώ υπάρχουν πλούσια ανεκμετάλλευτα κοιτάσματα σκέψης και προσδοκώντας τη στιγμή που θα κατακτήσει τη θέση που δικαιούται, σύμφωνα και με την εισαγωγική παρατήρηση του Ελύτη για τα καπρίτσια του θαυματοποιού χρόνου και την «παλινδρομική αποτίμησή» του.

Ο Κάλας, ως γνωστόν, αποτελεί ιδιάζουσα περίπτωση της Γενιάς του ’30, ενώ κινήθηκε αρκετά μακριά από τον ελληνοκεντρισμό της και δεν συνομολόγησε σε όλα αυτά που οι βασικοί εκπρόσωποί της συνόψισαν υπό τον όρο «ελληνικότητα». Αλλά υπάρχει ένα σημείο σύγκλισης στον στοχασμό του με τον «ελληνικό ελληνισμό» του Σεφέρη, όπως διαφαίνεται και στο ποίημα «Ακρόπολη», και αυτό είναι το αίτημα αποτίναξης ενός παρελθόντος όπως το διαμόρφωσαν οι Ευρωπαίοι κι εμείς βολικά ενστερνιστήκαμε, δίχως να το υποβάλουμε στη βάσανο της επεξεργασίας. Ο νεοκλασικισμός και ο άκριτος θαυμασμός του Βίνκελμαν για την αρχαία ελληνική Τέχνη, τα ρομαντικά ιδεώδη του Γκαίτε και του Σίλλερ, η Ελλάδα ως μούσα του Σατωμπριάν και του Χαίλντερλιν, πόση σχέση είχαν όλα αυτά με μία αυθεντική ελληνική ταυτότητα και πόσο τάχα δεν ανταποκρινόντουσαν και σε ανάλογους ευρωπαϊκούς πόθους για το κλέος της γηραιάς ηπείρου; Οι Μεγάλες Δυνάμεις δεν παρεμβαίνουν μόνο στη ναυμαχία του Ναβαρίνου αλλά μέσω του φιλελληνικού κύματος που ενσκήπτει στο νεοσύστατο τότε ελληνικό κράτος και στην αναβίωση ενός ένδοξου παρελθόντος, όχι απλώς ως ιστορική μνήμη αλλά ως συμπαγές ιδεολόγημα. Οι παραζαλισμένοι από την απότομη μετάβαση στη νεωτερικότητα Βαλκάνιοι χωριάτες έπρεπε να πεισθούν ότι όχι μόνο είναι απευθείας απόγονοι του Περικλή αλλά και Ευρωπαίοι ή άλλως «Η σύγχρονη Ελλάδα είναι ένα αποχωρητήριο χτισμένο από φιλέλληνες πάνω στα ερείπια ενός αρχαίου ναού», σύμφωνα με τον γνωστό αφορισμό του Κονδύλη.

Η ανάγκη δημιουργίας ενός νέου παρελθόντος, ενός «Μεταχθές», όπως είναι ο όρος που χρησιμοποιεί σε άλλο ποίημά του, είναι μία προβληματική που απαντάται συχνά στο έργο του Κάλας και όχι μόνο το ποιητικό. «Δε μπορώ να ζήσω αν δε βρεθεί για μένα κάποιο άλλο παρελθόν» λέει στη Νικήτα Ράντου. Η σχέση μας με τον Παρθενώνα σήμερα δεν έχει διαφοροποιηθεί και πολύ από το 1932: Ένα αειθαλές σύμβολο που αντέχει κόντρα σε αλλαγές, καταστροφές, παραμορφώσεις και στην ιστορική ασυνέχεια αλλά παράλληλα παραμένει αμετακίνητο μέσα στη στασιμότητα του νοήματός του και ιερό ταμπού, ένα μέτρο τελειότητας που κανείς δεν φτάνει αλλά που δεν χάνει και ευκαιρία να το επικαλείται, ξένος ή γηγενής. Ο κοινότοπος  επαναλαμβανόμενος τρόπος θαυμασμού, η ανύψωσή του σε βάθρο που απέχει παρασσάγγας από το παρόν, εμποδίζει τη διαλεκτική με το μνημείο. Όπως δηκτικά σημειώνει σχετικά ο Αλέξανδρος Αργυρίου: «σκέπτομαι […] μήπως είναι λογικό να προσθέσουμε στα αποδεκτά συμπλέγματα και το σύμπλεγμα του Παρθενώνα».

Το μείζον ζήτημα που αναδύεται από την «Ακρόπολη» του Κάλας είναι αυτό του πολυσυζητημένου επαναπροσδιορισμού της νεοελληνικής ταυτότητας, ένα αίτημα που στα χρόνια της κρίσης ασφαλώς προβάλλει πιο επίκαιρο από ποτέ. Πολλές δεκαετίες πριν, ο μετέπειτα διανοούμενος της διασποράς, αποκαθηλώνοντας το πλέον εμβληματικό μνημείο της Αθήνας, ουσιαστικά αναρωτιέται: «Ποιοι είστε;» «Ποιοι είστε;» αναρωτιόντουσαν και οι ορδές των φιλελλήνων και περιηγητών που συνέρρεαν από όλες τις γωνιές της Ευρώπης στην επαναστατημένη οθωμανική επαρχία, συνεπαρμένοι από τα αρχαιοελληνικά ιδανικά, αλλά δεν συναντούσαν τους Κούρους και τους Απόλλωνες που φαντασιώνονταν. «Ποιοι είστε;» αναρωτιούνται σήμερα και τόσοι όψιμοι φιλέλληνες που στα χρόνια της οικονομικής κρίσης επικαλούνται τα «φώτα» της Ελλάδας για να την υπερασπιστούν, για να ζητήσουν την επιείκεια των ισχυρών και για να υπενθυμίσουν πόσα της χρωστάει η Δύση, καταφεύγοντας συχνά σε γραφικότητες, όπως το περίφημο ποίημα του Γκύντερ Γκρας, με αφορμή την ελληνική κρίση, «Η ντροπή της Ευρώπης». Πάλι ένα παρελθόν μέσα από τα μάτια των ξένων, πάλι μία αλλοτινή αίγλη, σπάνια θα ακούσει κανείς να επικαλείται το σήμερα, αυτόν τον αιώνα, το παρόν.

«Ποιοι είστε;», μοιάζει να αναρωτιέται τις νύχτες κι ο απαστράπτων Παρθενώνας, που στέκει αινιγματικός μέσα στο θάμβος που προκαλεί και ως άλλη Σφίγγα μας καλεί να λύσουμε το σύγχρονο αθηναϊκό αίνιγμα. Στην πραγματικότητα, είναι αυτός που μας παρατηρεί κι όχι εμείς αυτόν. Σε μια πόλη που κείται πάνω στα λείψανα ενός δανεικού μεγαλείου, ανυψώνεται από τα σπλάχνα της, τόσο υπεράνω, τόσο απομακρυσμένος από αυτήν, ξένο σώμα αλλά και τόσο οικειοποιημένο και σίγουρα όχι αρκετή παρηγοριά για το ζόφο μιας κοινωνίας που όζει από τη στασιμότητα. «Έχουν κατασκευασθεί για να ποτισθούν τα πέρατα της γης με τη δόξα πόλης που πλένεται σε άνυδρο ποτάμι / με ό, τι απομένει από την δόξα αυτή» γράφει στο ποίημα «Αθήνα 1933» ο Κάλας. Και τα απομεινάρια αυτής της «δόξας» είναι πια βάρος που πρέπει να αποτιναχθεί, κόμπος που πρέπει να λυθεί, αλλά και ευκαιρία για να αναγεννηθεί εκ τέφρας το νόημά της.

Ο Παρθενώνας παραμένει πάντα πεδίο πρόσφορο για κρίσεις που αφορούν τη συλλογική μας ταυτότητα, τις αγκυλώσεις και την παρελθοντολαγνεία μας, τη σχέση μας με τους ξένους, τη θέση μας στην ιστορική διαχρονία. Παραμένει όμως πάντα έδαφος γόνιμο και για το χτίσιμο μιας νέας σχέσης. Μπορούμε να διαλεχθούμε μαζί του υπό νέους όρους; Μπορούμε να οικοδομήσουμε έναν νέο συμβολισμό πάνω στα συντρίμμια της κακοπαθημένης από την υπερπροβολή εικόνας της Ακρόπολης; Μπορούμε να ορίσουμε μία νέα ταυτότητα, απαλλαγμένη από ψευδαισθησιακά ιδεολογήματα και ξενοκίνητες φαντασιώσεις; Μπορούμε να εκκινήσουμε προς το μέλλον, αν δεν απεγκλωβιστούμε από τα δεσμά ενός βαρύτιμου παρελθόντος, για το οποίο δεν κοπιάσαμε και που η προστατευτική αγκάλη του μας εμποδίζει να ενηλικιωθούμε; Μπορούμε να εφεύρουμε ένα νέο παρελθόν, όπως έλεγε ο Κάλας, παρατηρώντας πλέον εμάς στον καθρέφτη και όχι εμάς μέσα από το πώς μας βλέπουν οι άλλοι; Τα ερωτήματα παραμένουν ανοιχτά και μάλλον θα παραμείνουν ως έχουν για πολύ καιρό ακόμα.

ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ

ΠΟΙΗΣΗ  ΕΝ  ΚΙΝΗΣΕΙ: Αναγνώσεις, αναδιφήσεις, ιχνηλασίες στο παρελθόν, όμως με το βλέμμα στραμμένο στα σημάδια που αφήνει πάνω στο παρόν  – μια στήλη για την ποίηση από την Ειρήνη Γιαννάκη. Γιατί, καθώς λέει ο Μπόρχες, η ποίηση δεν είναι ξένη αλλά, όπως και η ζωή, παραφυλάει στη γωνία και μπορεί να μας αιφνιδιάσει ανά πάσα στιγμή.

Κώστας Κουτσουρέλης: Συγγενείς, συντοπίτες, συνάδελφοι

 

κοινοτισμός

Λένε συχνά ότι ο Έλληνας είναι ατομικιστής, ότι ενδιαφέρεται μόνο για τον εαυτό του και δεν δίνει δεκάρα για το κοινό καλό, το συλλογικό συμφέρον. Την ίδια στιγμή, ισχυρίζονται πολλοί (κάποτε και οι ίδιοι άνθρωποι) ότι η ελληνική κοινωνία δεν έχει περάσει από το στάδιο της εξατομίκευσης, ότι παραμένει δέσμια του κοινοτισμού της σε σημείο που με την κηδεμονία της να καταπιέζει, να εξουθενώνει το άτομο.

Και οι δύο παρατηρήσεις είναι εν μέρει σωστές και εν μέρει λανθασμένες. Περιγράφουν εμπειρικά μια πραγματικότητα, επειδή όμως το κάνουν με απρόσφορα σχήματα, δάνεια από την Εσπερία, αδυνατούν να την αποδώσουν πειστικά. Γιατί η διάκριση που επικρατεί στην Ελλάδα δεν είναι μεταξύ γενικού και ατομικού, δημόσιου και ιδιωτικού, ολότητας και μεμονωμένου προσώπου όπως συμβαίνει στη Δύση. Η κάθετη τομή που χωρίζει την κοινωνία μας είναι μεταξύ γενικού και ατομικού συμφέροντος, από τη μια, και μερικού συμφέροντος, από την άλλη. Σε σχέση με το γενικό, δημόσιο συμφέρον, αυτό το δεύτερο, το μερικό, είναι επίσης συλλογικό, όμως αφορά πάντοτε ένα μειοψηφικό υποσύνολο της ολότητας – τέτοιο είναι λ.χ. το τοπικιστικό, το παραταξιακό, προ πάντων όμως το οικογενειακό και το συντεχνιακό συμφέρον.

Στενά ατομικό συμφέρον στην Ελλάδα δεν νοείται – και εδώ έχουν δίκιο όσοι επισημαίνουν το έλλειμμα εξατομικεύσεως που μας χαρακτηρίζει. Η ένταξη στη συλλογικότητα παρ’ ημίν είναι υποχρεωτική, δυνατότητα εξόδου στην ουσία δεν υφίσταται, τόσο απαγορευτικές είναι οι κυρώσεις. Κάποιες φορές αυτές οι τελευταίες περιβάλλονται ουσιαστικά ισχύ νόμου. Ο δικηγόρος ή ο δημοσιογράφος λ.χ. ο οποίος θα αντιταχθεί στην πολλοστή εξωφρενική αποχή ή απεργία που κηρύσσει ο οικείος του επαγγελματικός σύλλογος, σε αντίθεση με τον κοινό εργαζόμενο δεν έχει το δικαίωμα να αποφασίσει ο ίδιος αν θα εργαστεί ή αν θα απόσχει – η συντεχνία του έχει τον θεσμικό τρόπο να τον εξαναγκάσει να συμμορφωθεί! Αντιστοίχως, όπου τίθεται ζήτημα σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ ατόμου και συλλογικότητας, αυτή η τελευταία έχει σχεδόν παντού προτεραιότητα. Ο καθηγητής της Μέσης λ.χ., καίτοι διορισμένος από το ΑΣΕΠ, πειθαρχεί στα κελεύσματα της λοιπής δημοσιοϋπαλληλίας άπαξ και τεθεί θέμα απολύσεως των αναξιοκρατικά διορισμένων. Ο βιολονίστας της ΕΡΤ, που έχει περάσει από μύριες όσες οντισιόν για να προσληφθεί, βγαίνει στις ρούγες για να υπερασπιστεί τον τεχνικό ή τον διοικητικό υπάλληλο που μπήκε στον οργανισμό από την πίσω πόρτα.

Ιδίως το να ζεις στην επαρχία και να πηγαίνεις αντίδρομα σε ό,τι η τοπική κοινωνία θεωρεί θέσφατο, έχει κόστος. Ακόμη και την ψήφο εκεί, τα κόμματα (που με τη σειρά τους δεν είναι παρά διευρυμένες φαμίλιες, πολύ λίγο συγκρίσιμες με τα κόμματα στη Δύση) σε οικογενειακή βάση την υπολογίζουν, στη ζυγαριά του μικροπολιτικού πάρε-δώσε η ατομική ψήφος δεν βαραίνει. Αναλογικά πάνε και τα ρουσφέτια, κατά σόγια. Δεν διορίζεται πρόσωπο με προσόντα ή ιδιότητες ζητούμενες, η αξιοκρατία εδώ δεν παίζει τον ελάχιστο ρόλο. Διορίζεται το μέλος που η οικογένεια-πελάτισσα επιλέξει. Ακόμη και οι θέσεις εργασίες και τα προς ανάθεσιν έργα με βάση τη ζήτηση αυτών των πελατών καθορίζεται, όχι με βάση τις όποιες μετρήσιμες ανάγκες. Μουσεία, σχολεία, πανεπιστήμια, στρατόπεδα φτιάχνονται εκ των ενόντων και επί τούτου για να εξαργυρωθεί η υπόσχεση να βολευτούν τα δικά μας παιδιά ή για να μοιραστούν τα δημόσια κονδύλια στους φίλα προσκείμενους. Αν ο πολιτευτής «ρίξει» την οικογένεια, λέει η άτυπη συμφωνία που ισχύει εδώ, τότε αυτή έχει όλο το δικαίωμα στις επόμενες εκλογές να μεταναστεύσει μαζικά σ’ έναν άλλο.

Ο γιος του Ολλανδού ή του Γερμανού βιομηχάνου ξέρει ότι το όνομά του δεν αρκεί για να του εξασφαλίσει την αναγνώριση. Ξεκινάει λοιπόν ως απλό στέλεχος ώσπου να πείσει για τις ικανότητές του. Και αν αποδειχτεί ακατάλληλος, οι ίδιοι οι οικείοι του θα του υποδείξουν να αναζητήσει αλλού την τύχη του, διότι τέτοιο είναι το δικό τους προσωπικό αλλά και το γενικό συμφέρον της εταιρείας. Όμως η ελληνική φαμίλια, η ελληνική συντεχνία, η παρέα ακόμη, είναι προστατευτική, υποστηρίζει τυφλά τα μέλη της, τα καλομαθαίνει όσο μπορεί και τους συγχωρεί προκαταβολικά κάθε τους στραβοπάτημα.

Αν δεν θίγεται άμεσα, συγχωρεί μάλιστα ακόμη κι εκείνους που βδελύσσονται τις αξίες που εκείνη πρεσβεύει. Φτάνει βέβαια να μένουν στα λόγια. Ο εκσυγχρονιστής διανοούμενος, λ.χ., που κόπτεται για την αξιοκρατία και βγάζει πύρινους λόγους για χάρη της, στο Πανεπιστήμιό του όταν φτάσει ο κόμπος στο χτένι δεν διαφέρει απ’ τους άλλους. Κρατάει το στόμα του κλειστό, ακολουθεί την πεπατημένη και κοιτάει όπως όλοι –τί άλλο;– να βολέψει τους φίλους του.

Λοξές ματιές: Ο ποιητής στο κλουβί

kavafis

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ

Τόνοι μελάνι έχουν χυθεί για το παγκόσμιας ακτινοβολίας ποιητικό έργο του Κ. Π. Καβάφη. Μελέτες, μονογραφίες, άρθρα, αφιερώματα σε περιοδικά, διεθνή συνέδρια, ων ουκ έστιν αριθμός. Το έργο του ποιητή έχει αναλυθεί από πολλές και διαφορετικές πλευρές σε σημείο που αναγκαζόμαστε –πριν μιλήσουμε γι’ αυτό– να πρέπει να ανατρέξουμε στην ογκωδέστατη βιβλιογραφία που το συνοδεύει. Έχει ενδιαφέρον όμως να δούμε πως έγινε η πρόσληψη του Καβάφη από εκείνους τους διανοούμενους που πρώτοι ήρθαν σε επαφή με το έργο του, εκείνους τους φιλοπερίεργους και φιλέρευνους πρώτους περιηγητές της οδού Lepsius.

Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Γιάννη Οικονόμου μια διαφωτιστική σχετική συναγωγή. Τιτλοφορείται Κ.Π. Καβάφης, Κριτικές Μελέτες, σε επιμέλεια Γιώργου Πικρού. Πρόκειται για μια ετερόκλητη συλλογή δοκιμίων που απλώνεται σε χρονικό εύρος μερικών δεκαετιών. Οι συντάκτες των κειμένων, περιώνυμοι άνθρωποι των γραμμάτων μας (και όχι μόνο), θέλγονται από το αντικείμενο της σπουδής τους και μαζεύονται γύρω από αυτό σαν τουρίστες που θαυμάζουν ένα αξιοθέατο, ή σαν φιλότεχνοι μπροστά από ένα σπάνιο έκθεμα ή ακόμα σωστότερα σαν θαυμαστές μπροστά στο κλουβί κάποιου εξωτικού ζώου. Και επιδίδονται σε φλογερούς σχολιασμούς, με τον ζήλο του νεοφώτιστου.

Ως επί το πλείστον πρόκειται για διανοητές, συγγραφείς και ποιητές που γνώρισαν προσωπικά τον Αλεξανδρινό. Ο Γιώργης Πικρός στην χαρακτηριστικά ευσύνοπτη εισαγωγή του (απλώνεται σε περίπου δέκα αράδες) αναφέρει ότι οι κρίσεις που συγκέντρωσε σε αυτό το τομίδιο διίστανται. Άλλες τοποθετούνται υπέρ του ποιητή και άλλες εκφράζουν αντιρρητικές γνώμες. Ο επιμελητής υπερθεματίζει αυτή την επιλογή επικαλούμενος λόγους αντικειμενικότητας και σφαιρικής διαπραγμάτευσης. Και ορθώς το πράττει αυτό. Μπορεί στην εποχή μας, με την πάνδημη αναγνώριση της ποιητικής μεγαλοφυΐας του Καβάφη, οι αντιρρητικές κρίσεις να φαντάζουν παράταιρες ή και ενοχλητικές, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να αποσιωπούνται. Ανεξαρτήτως εάν φαίνονται φαιδρές και σκάνε πάνω στους κυματοθραύστες της καβαφικής ποίησης σαν μικρά, ανώφελα κυματάκια.

Κάθε συγγραφέας πιάνει το θέμα του από διαφορετική σκοπιά. Κάποιοι από αυτούς, με την άγνοια και τις προκαταλήψεις της εποχής, κάνουν, με κάποια αμηχανία και αδεξιότητα, μνεία στην “γυναικεία” πλευρά της ψυχοσύνθεσης του ποιητή. Αλλά γενικώς αυτό είναι ένα θέμα απου αποσιωπάται. Ο Βάρναλης είναι απροκάλυπτα εκθειαστικός. Με τα επίθετα «μοναδικός, ανόμοιαστος και ανεπανάληπτος» τιτλοφορεί ένα από τα κείμενά του που φιλοξενούνται στον εν λόγω τόμο. Ο ίδιος κάνει ειδική αναφορά και στο θρυλικό και διορατικότατο εκείνο κείμενο του Ξενόπουλου που δημοσιεύτηκε στα Παναθήναια το 1903 και αποτελεί την πρώτη δημόσια παρουσίαση του καβαφικού έργου στην Ελλάδα. Ο Ουράνης και ο Καζαντζάκης συνεχίζουν τους διθυράμβους και τους πανηγυρικούς. «Η πιο εξαιρετική πνευματική φυσιογνωμία της Αιγύπτου είναι χωρίς άλλο ο ποιητής Καβάφης». Έτσι ξεκινάει το δοκίμιο του Καζαντζάκη. Ο Κ. Θ. Δημαράς ακολουθεί στο ίδιο ύφος, αλλά ρίχνει λίγο τους τόνους και προσπαθεί με το δοκίμιό του να μπει λίγο πιο βαθιά στην καβαφική ποίηση. Προβαίνει σε στίχο προς στίχο ανάλυση, επιμένει στην επιλογή των τίτλων των ποιημάτων (αφιερώνει παραπάνω από μιάμιση σελίδα στον τίτλο “Επέστρεφε” που με το εξόφθαλμο γραμματικό του λάθος σκανδάλισε πολύ, όπως αναφέρεται, τους φιλολόγους της εποχής) και προσπαθεί να φωτίσει το ψυχολογικό και συναισθηματικό υπόστρωμα της καβαφικής ποίησης.

Όλα βαίνουν καλώς λοιπόν μέχρι που φτάνουμε στο “πρόσκομμα” που λέγεται Τέλλος Άγρας. Εδώ η ανάλυση βαθαίνει απότομα. Ο συντάκτης αυτού του κειμένου δεν ενδίδει σε δοξαστικούς, αν και η τελική του ετυμηγορία είναι θετική απέναντι στον Αλεξανδρινό. Εξετάζει με το μικροσκόπιο την καβαφική ποίηση και αποπειράται να ξεχωρίσει την ήρα από το στάχυ. Και οι υπόλοιποι κριτικοί αυτού του τομιδίου έχουν γερή κατάρτιση, τεράστιο κύρος και εγνωσμένη οξυδέρκεια, αλλά μόνο ο Τέλλος Άγρας διηθίζει με τέτοιον εξονυχιστικό τρόπο το αντικείμενο της μελέτης του. Τι κάνει λοιπόν ο χαλκέντερος διανοούμενος και τραβάει τόσο αναπόδραστα την προσοχή μας; Τι τον κάνει να ξεχωρίζει ανάμεσα στους υπόλοιπους γίγαντες της κριτικογραφίας;

Αρχικά προβαίνει σε μια διαπραγμάτευση και επεξεργασία του θέματός του καθαρά τεχνικού επιπέδου. Μας θυμίζει μάλιστα μια ορολογία που τείνει να χαθεί από το σύγχρονο φιλολογικό λεξιλόγιο: συνίζηση, έκθλιψη, άτμητος στίχος, διασκελισμός, ημιστίχια κ.α. Η ψύχραιμη και διαυγής ανάλυσή του επικεντρώνεται αρχικώς σε τεχνικά ζητήματα και προχωράει εν συνεχεία σε θέματα ποιητικής ουσίας. Η προσέγγισή του ξεχωρίζει από των υπολοίπων μελετητών και στο εξής: ενώ, όπως είπαμε καταλήγει στον έπαινο, δεν φαίνεται από την αρχή διατεθειμένη να ενδώσει σε αυτόν, να του χαριστεί. Διαβάζοντας το κριτικό σημείωμα του Άγρα, έχουμε αρχικά την εντύπωση ότι ετοιμάζεται κλιμακωτά να κατακεραυνώσει τον Αλεξανδρινό ποιητή. Ένα τέτοιο συμπέρασμα βγαίνει από τους αρχικούς ψόγους, την επισήμανση των αδυναμιών, των “λαθών” και των ασυνεπειών” της καβαφικής ποίησης. Το ύφος του Άγρα διέπεται από παγωμένη διαύγεια, κρυστάλλινη λογική και ψύχραιμη αντιμετώπιση. Έρχεται, κατά συνέπεια σε πλήρη αντίθεση με το ύφος των προλαλησάντων, που διακρίνεται από θυμικές εξάρσεις και εύκολες, επαινετικές κρίσεις. Το μόνο στοιχείο που θολώνει λίγο την καθαρότητα της ματιάς του, είναι η λεπτή ειρωνεία που διαποτίζει το ξεκίνημα του δοκιμίου του.

Γρήγορα όμως αφήνει κατά μέρος τα ανεκδοτολογικά σχόλια και τις προσωπικές γνώμες και προβαίνει σε στυφή γραμματολογική ανάλυση. Έτσι αναλύει το μέτρο των ποιημάτων (επικρατεί “ρυθμικός σάλος”, σχολιάζει επιτιμητικά) και προβαίνει σε χαρακτηρισμούς αρκετά οξείς. Θα λέγαμε ότι βγάζει τα μαχαίρια του εδώ. Αναφέρει χαρακτηριστικά στίχους “κακά φτιαγμένους άτμητους”, “περιττοσύλλαβους”, “κακώς παρατονισμένους”. Στην συνέχεια βρίσκει την καβαφική ποίηση απογυμνωμένη από “μεταφορές, επίθετα, παρομοιώσεις”, αλλά εντοπίζει την δύναμή της σε τέσσερα άλλα βασικά όπλα: την περίφραση, την περιγραφή, την υποβλητική εικόνα και το ρήμα. “Α, τι ανήσυχα που είναι τα ρήματά του!” αναφωνεί θαμπωμένος από την κινητοποίηση ενέργειας που αυτά προκαλούν.

Μετά την παύση του Τέλλου Άγρα οι πανηγυρικοί συνεχίζονται. Όχι όμως εντελώς απρόσκοπτα. Στην συλλογή συγκαταλέγεται και το περιβόητο πρώτο λιβελλογράφημα κατά του Καβάφη που αποτέλεσε και πρότυπο, καθώς λέγεται, για όλα τα υπόλοιπα που θα ακολουθούσαν (δημοσιεύτηκε το 1912). Το υπογράφει ο εμπαθής Ροβέρτος Κάμπος (άραγε υπάρχει κάποια μακρινή συγγένεια με τον Άλβαρο ντε Κάμπος;!), ψευδώνυμο του ποιητή Πέτρου Μάγνη που το αληθινό του όνομα ήταν Κ.Γ. Κωνσταντινίδης. Ο αληθινός συντάκτης του κατάπτυστου (για μας του καβαφολάγνους – έτσι μας αποκαλεί ο ίδιος) και ανερμάτιστου αυτού αρθριδίου, βρίσκεται εγκιβωτισμένος σαν ρωσική μπάμπουσκα μέσα σε αλλεπάλληλα λογοτεχνικά ψευδώνυμα. Κέρδισε μια θέση στην ιστορία της λογοτεχνίας μας με αυτό το μικρό και ζηλόφθονο δοκίμιο. Το ποιητικό του έργο πάντως θάφτηκε μέσα στις δεκαετίες και έσβησε από προσώπου γης.

Και ο Ψυχάρης εναντιώνεται με ένα μάλλον ιταμό, ευσύνοπτο και ατεκμηρίωτο κείμενο στην “καβαφολαγνεία”. Αλλά η πολεμική του είναι πρόχειρη, αβαθής και ατελέσφορη. Ο επιμελητής παρά την αρχική του διακήρυξη δεν επιλέγει να συμπεριλάβει στη συλλογή άλλους από τους τόσους επιφανείς αντικαβαφικούς λόγιους της εποχής.

Αντίθετα το τομίδιο κατακλύζεται από κείμενα των Βρισιμιτζάκη, Νικολαρεΐζη (εντυπωσιακή η προσέγγισή του με πολύ στέρεες επαγωγικές απολήξεις), Τσίρκα, Κατσίμπαλη, Μαλάνου κ.α. προς επίρρωσιν της έκδηλα φιλοκαβαφικής τάσης. Τέλος έρχονται και δυο δοκίμια από τα πολύ υψηλά κλιμάκια της παγκόσμιας λογοτεχνίας που επισφραγίζουν τον θρίαμβο της καβαφολαγνείας: Φόρστερ και Ώντεν αποτίνουν τον δικό τους φόρο τιμής στον ποιητή της Αλεξάνδρειας.

* * *

Τι μας ενδιαφέρουν όλα αυτά; Τι μας νοιάζει αν κάποιοι διανοούμενοι συνάχτηκαν κάποτε για να εξετάσουν αυτό το περίεργο ζώο, τον ποιητή στο κλουβί, που αβοήθητος περιμένει την κρίση τους; Ο ποιητής στο κλουβί –πολύ ωραία, τραγικά και μοιραία σχηματοποίησε αυτή την εικόνα ο Έζρα Πάουντ κατά την αιχμαλωσία του στην Πίζα– μοιάζει να είναι στο έλεος των επικριτών, αλλά και των θαυμαστών του. Παρά ταύτα υπάρχει μια ασπίδα προστασίας απέναντι σε όλη αυτή τη σκύλευση: το ίδιο του το έργο. Ρευστό, πολυποίκιλτο, ανοιχτό σε ερμηνείες και αναλύσεις, υπερβατικό, βρίσκεται θρονιασμένο σε ενα φαντασιακό επέκεινα, σε μια δική του λογοτεχνική νιρβάνα και από κει περιγελά ή συγκατανεύει φιλικά προς όλες τις απόπειρες προσέγγισης.

Το θέμα είναι λοιπόν πως ένα κείμενο μιλάει για ένα άλλο κείμενο. Πως αποφεύγει τη γελοιότητα ή τις παγίδες που ελλοχεύουν στην όλη διαδικασία. Ο Προυστ τα είχε επισημάνει σαφώς πλην εμμέσως όλα αυτά. Προσπαθούμε να μεταδώσουμε την συγκίνησή και την αίσθηση μεγαλείου που μας προκαλεί η επαφή με κάποιο σημαντικό έργο, με αλλαλαγμούς, επιφωνήματα, πιθηκισμούς και κραυγές ενθουσιασμού. Αυτή την εικόνα έχουν πολλές φορές τα κριτικά κείμενα ή οι φιλολογικές αναλύσεις, και δη στις μέρες μας. Άλλοτε το κείμενο που μιλούσε ευμενώς για άλλο κείμενο μπορεί να διακρινόταν από λεπτότητα, ευγένεια, διακριτικότητα, ηθική σεμνότητα. Σήμερα βλέπουμε πολύ συχνά μια τάση θεοποίησης του προς εξέτασιν προσώπου να γίνεται κανόνας ύφους και περιεχομένου.

Δεν είναι ψέμα στον σύγχρονο περί λογοτεχνίας δημόσιο λόγο, όπως εκφράζεται μέσα από περιοδικά, ίντερνετ κτλ. να υπερθεματίζεται η προσωπικότητα και το έργο κάποιου (εκλιπόντος συνήθως συγγραφέα) με ορολογία που προσιδιάζει σε ροκ σταρ. Έτσι ερχόμαστε αντιμέτωποι συχνά με επίθετα και χαρακτηρισμούς, τύπου “μεγάλος”, “τεράστιος”, ”ανυπέρβλητος”, “αριστουγημα”, “σκοτεινή ιδιοφυΐα” που συνοδεύουν σπουδαίους κατά τα άλλα δημιουργούς όπως Μπουκόφσκι, Μπολάνιο, Μαλλαρμέ κ.ά. Η αμετροέπεια στον δημόσιο λόγο δεν είναι βεβαίως κάτι καινούργιο και δεν είναι κάτι που μπορεί να διορθωθεί ή να εκλείψει μέσα από τέτοιου είδους επισημάνσεις.

Το να γράφεις κείμενα για άλλα κείμενα είναι σαν να βάζεις έναν παραμορφωτικό καθρέφτη μπροστά σε έναν κανονικό καθρέφτη. Το αποτέλεσμα βγαίνει αναγκαστικά αλλοιωμένο. Η εικόνα του πρώτου κειμένου αποτυπώνεται στο τεθλασμένο της είδωλο με τρόπο άγαρμπα και αδέξια σοβαροφανή. Το κείμενο που μιλάει για άλλο κείμενο είτε είναι εγκωμιαστικού χαρακτήρα είτε έχει χλευαστική διάθεση δεν μπορεί να σταθεί τις περισσότερες φορές με αξιοπρέπεια απέναντι στο αντικείμενο του. Καταρρακώνεται, συντρίβεται, εκμηδενίζεται από αυτό.

Από την πλειάδα των σημαντικών λογίων που παρελαύνει στον τόμο Κ.Π. Καβάφης Κριτικές Μελέτες, αναφερθήκαμε με έμφαση στην περίπτωση του Τέλλου Άγρα γιατί αντιστέκεται πεισματικά σε αυτή την κατηγορία. Κωφεύει στις σειρήνες της ενθουσιαστικής παρουσίασης, (σαφώς σε ένα έργο σαν το καβαφικό κάτι τέτοιο είναι τρομερά δύσκολο) και επιλέγει έναν τρόπο προσέγγισης αυστηρό, αλλά εναργή, επιφυλακτικό, αλλά και γενναιόδωρο, λεπτομερειακό αλλά εν τέλει ακριβοδίκαιο.

Ασφαλώς μπορεί να καταλογισθεί σε μια τέτοια τοποθέτηση έλλειψη πάθους, άνευρη διάθεση, ψυχρότητα. Δεν πειράζει. Κάποιες φορές είναι απαραίτητο κάτι τέτοιο (και) για λόγους διακειμενικής εντροπίας.

ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ

Ζέφη Δαράκη: Το μετέωρο άλμα

7e38f3cf-e24e-4e79-9290-7a7263ceca1c

                                                ΤΟ ΜΕΤΕΩΡΟ ΑΛΜΑ

… μέσα μου κατοικεί μια κραυγή
κάθε νύχτα πετιέται έξω
κοιτάζοντας με τ’ αγκίστρια της
για ν’ αγαπήσει κάτι…
ΣΥΛΒΙΑ ΠΛΑΘ

Θέλω να ευχαριστήσω το «Νέον Πλανόδιον» γι’ αυτή την ευγενική χειρονομία τιμής προς την ποίησή μου. Και επίσης τις ποιήτριες και τους ποιητές που θα απαγγείλουν απόψε ποίησή μου εξ αφορμής της 8ης Μαρτίου, ημέρας τιμής και γιορτής προς τη γυναίκα παγκόσμια και όχι μόνο προς τη γυναικεία ποίηση.

Κάνοντας μια μικρή παρέκβαση θα ήθελα να παρατηρήσω ότι τα αίτια της δραματικής προαιώνιας καταπίεσης του θηλυκού προσώπου, είναι ακριβώς τα ίδια που οδήγησαν στην φοβερή κόπωση, του ανδρικού κόσμου – του ανδρικού προσώπου. Η  ίδια  η ζωή είναι εκείνη που ίσως θα εξανθρωπίσει αυτή τη σχέση γέρνοντας προς την ποιητική πλευρά του κόσμου που ξέρει μοναδικά εκείνη να καταδύεται, αναδυόμενη. Όμως σήμερα, δε μας σώζει ούτε η ποίηση, ούτε το δωμάτιό μας. Γιατί έρχονται τα γεγονότα απέξω και σπάνε τα τζάμια. Οι βαμμένες με αιμάτινο κόκκινο πόρτες της Αγγλίας. Και τα παιδιά μισοπνιγμένα – μισοζωντανά στο Αιγαίο να χάνονται – να μη τα σώζει το κλάμα της ποίησης. Και τότε τί; Τι σώζει η ποίηση; Μας σώζει από τους ανθρωποφράχτες;

Μόνο ένας πανανθρώπινος θυμωμένων ψυχών και σωμάτων ξεσηκωμός, θα έσωζε τον κόσμο από τα τερατώδη κύματα της βαρβαρότητας. Γιατί η ποίηση είναι ποίηση, αλλά ένας νέος ανθρωπισμός αφορά όλους εκείνους που πάτησαν τις νάρκες του ανδρικού κόσμου – ενός δύσμορφου, συνθλιβόμενου κόσμου. Τότε, στα πίσω καθίσματα της ιστορίας, έκπληκτα έντρομοι, αφουγκραζόμαστε αυτό που πεθαίνει. Που ποτέ δεν θα γίνει τέχνη.

Η ποίηση, το ποίημα, είναι το εναντίον. Και μαζί ένα μόνιμο τραύμα.

Ο αναγνώστης το θεάται, το ανιχνεύει. Θεάται τις ανοιγμένες φλέβες της ποίησης – αρχίζει μια υπόγεια συνομιλία. Το ποίημα, βρίσκεται ήδη μέσα στο δράμα. Αυτό που ψιθυρίζει είναι το ρίγος του. Και αυτό είναι το ήθος του.

Το ποίημα πονάει. Έτσι μας αποκαλύπτεται αν διαπλεύσουμε το σκοτάδι του. Ξαφνικά συνταράσσεται από τη ρήση του Ρεμπώ, «εγώ είναι ένας άλλος…» όταν ο ποιητής γίνεται ένας τρίτος… Τότε ο Βύρων Λεοντάρης θα γράψει «… αυτά που λέω, είναι η σιωπή μου. Αυτά που γράφω, είναι το σβήσιμό μου». Ή ο Τάσος Λειβαδίτης «… υπάρχουν μερικοί που παραδόξως νομίζουν πως είμαι εγώ, ας τους αφήσουμε στην πλάνη τους». Ή ο Αλέξης Τραϊανός, «Απουσία εμένα από εμένα…». Ενώ η Μαρία Πολυδούρη θα πει: «πως ήμουν έτσι ανάρμοστα βαλμένη εγώ στην πλάση σα ριγμένη…».

Γι’ αυτό η αγωνία της ποίησης δεν κοινωνικοποιείται σε ανταγωνιστικά ρινγκ. Στην ποίηση το άλμα, πρέπει να μείνει  μ ε τ έ ω ρ ο. Δεν μπορεί να γίνει εμπόριο – να γεμίσει το στήθος της κουρέλια και άχρηστα αισθήματα. Έτσι που η ονειροπόληση να μοιάζει θανατική καταδίκη.

Η ποίηση είναι έτσι κι αλλιώς πολιτική πράξη. Είναι μια πράξη ανατροπής. Ένα πολιτικό ποίημα είναι μια πράξη ανατροπής, το ίδιο φλογερή, όσο και ένα ερωτικό ποίημα.

Κι ας αφήσουμε ελεύθερο αυτό τον παραστρατημένο, τον φανταστικό στίχο, να το σκάσει από το ποίημα αναγκάζοντας τις λέξεις, να γίνουν, ζωή.

 Ο Η Ε *

Από επανάσταση σε επανάσταση
άλλη πατρίδα
κι ας τρέμαν της Ιτίλντα τα μαλλιά
ιδρώνοντας στο μέτωπό μου κι από
κρυψώνα σε κρυψώνα εκρήξεις μυστικές
στον ουρανό μου
αλλά αφόρμησε επάνω μου η ζωή και κοντινοί
και μακρινοί οι ίσκιοι των συντρόφων –
parlami d’ amore Mariu…

Μια μέρα ολόκληρη η ενέδρα ήταν στημένη
… μία και δέκα μετά μεσημβρίαν
στο πλυσταριό του Βαγιεγκράντε
με την πλάτη στον τοίχο ακουμπισμένη
έτσι πεθαίνει η ομορφιά κι η ουτοπία
μισόγυμνος κι ασάλευτος στο ράντζο
πως επιτέλους ξεψυχώ πως φεύγω…
πάρα πολύ αθώος για νεκρός

Παρών ο θάνατός μου

Και Απών

*Πρώτη δημοσίευση

Κώστας Κουτσουρέλης: Μια ομολογία ενοχής

GUILTY

 

Όπως με τους αριστερούς φίλους όλη την περσινή χρονιά, όπως με τους ευρωπαϊστές και φιλελεύθερους φίλους ενίοτε, ή τους ομοτέχνους άλλοτε για ποικίλες αφορμές, μου συμβαίνει συχνά, πολύ συχνά ομολογουμένως τον τελευταίο καιρό, να στενοχωρώ φίλους και συνομιλητές με όλα αυτά που γράφω περί προσφυγιάς και περί μετανάστευσης. Αρκετές φορές, όταν όλα τα άλλα εμπράγματα επιχειρήματα παροπλιστούν –αν και πρέπει να ομολογήσω ότι τέτοια σπανίως μου αντιτάσσονται–, αυτό που μένει στην ατμόσφαιρα να επικρέμαται εναντίον μου είναι η μομφή, κάτι μεταξύ παραπόνου και καταγγελίας: ότι μου λείπει η συμπόνια, ότι δεν έχω καρδιά, ότι αυτό που απουσιάζει από τα λεγόμενά μου είναι ο ανθρωπισμός.

Ένα τέτοιο κατηγορητήριο δεν μου φαίνεται κακή αφετηρία. Ας ξεκινήσω λοιπόν με μια ομολογία ενοχής, κι ας ονοματίσω εδώ το ακατονόμαστο: δεν είμαι ανθρωπιστής. Ο ανθρωπισμός στα μάτια μου είναι ένα ιδεολόγημα. Μια αυταπάτη. Πατάει πάνω στην πλανερή παραδοχή ότι ο άνθρωπος είναι φύσει αγαθός και ότι αρκεί να τον απαλλάξεις από τα έξω του βάρη που τον κάνουν «κακό» (τις μολυσμένες ιδέες και λέξεις, τις φρικτές ύπερθεν εξουσίες) για να ανασάνει. Επιπλέον, ο ανθρωπισμός, ως ανθρωποκεντρισμός αυτή τη φορά, κρύβει μέσα του μια βαθιά έπαρση, είναι το αλαζονικό πιστεύω ενός βιολογικού είδους που επειδή ανέπτυξε αυτοσυνειδησία νομίζει ότι είναι ανώτερο απ’ όλα τα άλλα, και ότι γι’ αυτό και μόνο, η φύση, ο πλανήτης, το σύμπαν ολόκληρο, με επικεφαλής του τον Μεγαλοδύναμο, οφείλει να τον υπηρετεί. Μόνο μια τέτοια αλαζονεία εξηγεί το γεγονός ότι τούτο το βίαιο, βάναυσο βιολογικό είδος, το πιο απάνθρωπο που έχει περπατήσει πάνω στη γη, έχει βαφτίσει τα υψηλότερα, τα ευγενέστερα ιδεώδη που μπορεί να διανοηθεί, με το όνομά του: «ανθρωπιά».

Τις δύο αυτές πλάνες, την αυταπάτη και την έπαρση, τις συναντώ αδελφωμένες στο μεταναστευτικό. Στην αγιογράφηση του μετανάστη λ.χ. βλέπω την επείγουσα ανάγκη του ανθρωπιστή να βρει έναν υποδειγματικό τύπο ανθρώπου για να πιστέψει. Ένα πρότυπο όσο το δυνατόν αμόλυντο, απαλλαγμένο από την καιροσκοπία, την πονηρία και την ιδιοτέλεια την οποία –τόσο ορθά– εντοπίζει στον άμεσό του περίγυρο. Ο πρόσφυγας και ο μετανάστης σήμερα είναι ο πτωχός τω πνεύματι του Ιησού, ο ευγενής άγριος του Τάκιτου και του Ρουσσώ, ο αλυσοδεμένος προλετάριος του Μαρξ, ο εν γένει πάσχων άνθρωπος. Απέναντι στη λογοκριτική ορμή αυτής της πεποίθησης, όποιος επιμένει όχι στην πρώτη όψη των πραγμάτων και στις ρητορικές δηλώσεις των πρωταγωνιστών της (στην προαίρεση και στα λόγια μας μπορούμε να είμαστε όλοι αγαθοί) αλλά στην αμείλικτη δυναμική της ανθρώπινης κατάστασης και της ιστορίας (πρόσφυγες -οι Γότθοι- γκρέμισαν την -ευεργέτιδά τους- Ρώμη· πρόσφυγες -οι Εβραίοι- ξεσπίτωσαν τους Παλαιστίνιους· μετανάστες οικονομικοί στις ΗΠΑ, την Αυστραλία και αλλού ευθύνονται για την γενοκτονία των αυτοχθόνων πληθυσμών), είναι λογικό να αντιμετωπίζεται ώς απολογητής, αυτοθέλητος κήρυκας του απάνθρωπου. Το συνήθειο να τα βάζουμε με τον αγγελιαφόρο όταν το μήνυμά του μας οχλεί είναι πανάρχαιο. Ο Ληρ αποκτά επίγνωση της αφροσύνης του όταν είναι αργά. Κανείς δεν αγαπά τους μάντεις κακών. Κανείς δεν συμπαθεί την Κασσάνδρα. Ας είναι ωστόσο, so be it. Γένοιτο.

Ότι η αγαθότητα (όπως και η μοχθηρότητα) δεν είναι φύσει αλλά θέσει ιδιότητα, παραπροϊόν της ίδιας πάντοτε επικαθοριστικής μας ορμής, της αυτοσυντήρησης, ο ανθρωπιστής δεν μπορεί να το παραδεχτεί. Τι ανθρωπιστής θα ήταν τότε; Όμως όλα στον βίο μας είναι ιδιοτελή, όλα υπηρετούν πρωτίστως τις δικές μας ανάγκες. Ενίοτε, όταν οι εξωτερικές συνθήκες βοηθούν, και όταν η ισορροπία αυτών των δικών μας αναγκών με τις ανάγκες του εκάστοτε άλλου είναι η σωστή (η ενσυναίσθηση εδώ βοηθάει), παίρνει σάρκα και οστά εκείνη η υπερπολύτιμη αρμονία που ονομάζουμε δικαιοσύνη. Όμως για λίγο. Κι αυτό δεν αναιρεί σε τίποτα την ανεκκρίζωτη ιδιοτέλεια της αρχικής μας πράξης.

Τώρα, η συμπόνια ως στρατηγική επιβίωσης διηθημένη μέσα από το φίλτρο της συγγένειας πρώτα, και εξακτινωμένη αργότερα σε όλο το κοινωνικό σώμα, μέχρι το νοερό, αφηρημένο επίπεδο της ανθρωπότητας και της ίδιας της ζωής, είναι ασφαλώς κατάσταση φυσική. Μόνο όμως στο μέτρο που δεν θίγει την αυτοσυντήρηση· όταν ναρκοθετεί τα βιοτικά και κοινωνικά θεμέλια, τότε ισοδυναμεί με αυτοχειριασμό. Ο οίκτος για να πιάσει τόπο πρέπει να λογοδοτεί στην πραγματικότητα. Πρέπει να τον αντέχει πρώτα απ’ όλα αυτός που τον προσφέρει. Ειδάλλως, είναι γέννημα όχι της καλής καρδιάς αλλά της πλάνης, ή, ακόμη χειρότερα, της πιο βαθειάς αλαζονείας: γέννημα της ανάγκης μας να φανούμε ηθικώς ανώτεροι όχι στον άλλο μόνον, ώστε να μας θαυμάσει και να μας ευγνωμονεί, αλλά κυρίως (και εδώ έγκειται η υπουλότητά του) στα ίδια τα μάτια μας. Οι χριστιανοί ασκητές εδώ έχουν να μας διδάξουν πολλά, την πιο φρικτή του μορφή την παίρνει ο δαίμων όταν φοράει τη μάσκα της αυταρέσκειας. Και ο Στέφαν Τσβάιχ στον Επικίνδυνο οίκτο μάς έχει δώσει το συγκλονιστικό του πορτραίτο.

Θα ρωτήσει κανείς: Και μένουμε απαθείς εμπρός στον πόνο που αντικρίζουμε; Δεν δρούμε, δεν αντιδρούμε εμπρός στο κακό; Η απάντηση είναι ναι, αντιτασσόμαστε στο Κακό: δεν του ανοίγουμε διάπλατα την πόρτα. Ο Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ, δεκαετίες πρωτύτερα, περιέγραψε με μοναδική ψυχολογική ακρίβεια τη βαθιά δυσθυμία που αθέλητα καταλαμβάνει τον άνθρωπο, κάθε άνθρωπο, εμπρός στον Ξένο. Το σκηνικό είναι εκείνο του κουπέ σ’ ένα τραίνο εν κινήσει. Ο μόνος ώς τότε επιβάτης αντιδρά με ενστικτώδη ενόχληση όταν την ηρεμία, την άνεση της μόνωσής του, έρχεται να χαλάσει ένας νεοφερμένος. Χρειάζεται να περάσει λίγος χρόνος, κάποια λεπτά, ώσπου να συνηθίσει την παρουσία του και να συμβιβαστεί πια ψυχικά μαζί της, αναγνωρίζοντας στον συνεπιβάτη του ότι έχει κάθε δικαίωμα να βρίσκεται εκεί. Μέχρι τον επόμενο σταθμό, οπότε ένας τρίτος κι ένας τέταρτος επιβάτης έρχονται να πάρουν θέση στα διπλανά τους καθίσματα. Τότε, σημειώνει ο Εντσενσμπέργκερ, την αρχική εκείνη ενόχληση του ενός την βλέπεις πια να διευρύνεται, δεν είναι μόνο εκείνος, αλλά και ο δεύτερος επιβάτης που την συμμερίζεται, κι από κοινού πια κι οι δυο, μέσα σε μια αναπάντεχη άδηλη αλληλεγγύη την στρέφουν προς τους νέους «εισβολείς».

Με αυτήν την εικόνα ο Εντσενσμπέργκερ περιέγραφε αλληγορικά την κοινωνική κατάσταση στην Ευρώπη των μεταπολεμικών μεταναστευτικών ρευμάτων και των ήδη τότε διαφαινόμενων αντιδράσεων. Περιέγραφε έναν πανίσχυρο ψυχικό αυτοματισμό δηλαδή σε μια ανώδυνή του εκδήλωση, ώστε να εννοήσουμε τη δυναμική και τις ακραίες του συνέπειες – που μόλις σήμερα αρχίζουμε κάπως να τις υποψιαζόμαστε. Ο Παναγιώτης Κονδύλης το ίδιο αυτό αίσθημα, παροξυμένο πλέον ώς την ύπατή του αναβαθμίδα, το συνόψισε σε δύο αράδες. Τα φασίζοντα και ακροδεξιά αντιμεταναστευτικά ρεύματα που αυτή τη στιγμή μας απειλούν στην Ευρώπη, γράφει, δεν τα τρέφει τόσο μια ιδεολογία ή ένα νοσηρό ιδεώδες ρατσιστικής υφής αλλά κάτι βαθύτερο, στοιχειακό, η «επιθετικότητα του ζώου όταν ένα άλλο ζώο εισδύει στη φωλιά του». Όταν παραγνωρίζουμε τον ποσοτικό παράγοντα στα θέματα της μετανάστευσης, χάνουμε την επαφή με την πραγματικότητα. Κι άλλοι σημαντικοί συγγραφείς, λ.χ. ο Καστοριάδης, έχουν εγκαίρως επισημάνει την ακρισία μιας μεταναστευτικής πολιτικής που φαντάζεται ότι αρκεί να παραχωρήσει στον μουσουλμάνο επήλυδα ιθαγένεια και πολιτικά δικαιώματα για να τον κάνει να προσχωρήσει εθελουσίως στον δυτικό τρόπο ζωής.

Υπάρχει στα νομικά μια κρίσιμη έννοια, εκ των ων ουκ άνευ. Και ισχύει εξίσου για την πολιτική: impossibilium nulla est obligatio – δεν μπορούμε να αξιώνουμε από κάποιον τα αδύνατα. Πολλώ δε μάλλον: δεν γίνεται να απαιτούμε από κάποιον να βλάψει ανήκεστα τον ίδιο τον εαυτό του. Κι όμως αυτό ακριβώς πράττει εξήντα σχεδόν χρόνια τώρα η Ευρώπη, αξιώνει από τον εαυτό της, και από τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς που την κατοικούν, το αδύνατο. Εξήντα χρόνια διαρκών αποτυχιών, που γέννησαν γκέττο, εκκόλαψαν τρομοκρατικές οργανώσεις και φανατικούς ζηλωτές, γιγάντωσαν την εγκληματικότητα και την ανομία και ανέστησαν από τις στάχτες του το φίδι του φασισμού και της πολιτικής ακρότητας. Τα γεγονότα του περασμένου έτους εικονογραφούν αρκετά πιστά την κατάστασή μας.

Σήμερα έχουμε φτάσει στο απόγειο της παραδοξότητας. Σ’ ένα σημείο όπου ο μεγαλύτερος κίνδυνος που αντιμετωπίζουμε δεν είναι ίσως ούτε η ακροδεξιά ούτε η ισλαμιστική βία, ούτε οι κοινωνικές συγκρούσεις ούτε οι εκατέρωθεν ρατσισμοί που τις συνοδεύουν. Αλλά αυτός ο αστόχαστος ιδεαλισμός, αυτός ο άκριτος ανθρωπισμός που επιμένει να τους δίνει τροφή, αποθαρρύνοντας κάθε συζήτηση επί της ουσίας, κάθε απόπειρα να δούμε το πρόβλημα στις πραγματικές του διαστάσεις – άρα και κάθε δυνατότητά μας να το αντιμετωπίσουμε.

Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που τον δρόμο προς την κόλαση τον στρώνουν οι καλές προθέσεις – ετερογονία των σκοπών ονομάζουν το φαινόμενο οι φιλόσοφοι. Ωστόσο τι ωφελεί να το επισημαίνεις; Όποιος δεν καταλαβαίνει τον πόνο, δεν έχει καρδιά, σου απαντούν. Να το παραδεχθώ. Τι γίνεται όμως μ’ αυτόν που δεν έχει μυαλό;

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Ίππος Υψαύχης: Θέλουμε ξανά στη σκηνή τον Αρλεκίνο!

AcrobatandYoungHarlequin

 

Ένα από τα θέματα που είχε κατά νου ο Johann Christoph Gottsched, όταν το 1730 δημοσίευσε το έργο του Kritische Dichtkunst, ήταν να καθαρίσει το θεατρικό τοπίο από την επιδερμική, ex tempore, απλοϊκή, πληβειακή φάρσα του ιταλικού θεάτρου, της Commedia γενικώς. Αν και μπροστά του είχε να αντιμετωπίσει τη γερμανική εκδοχή του κεντρικού ήρωά της, την χονδροειδή, αισχρολόγα και μπουφόνικη φιγούρα του Hans Wurst, στο βάθος στόχευε τον λεπτό, ευκίνητο, διφορούμενο, θρυμματισμένο και ευάλωτο Harlequin. (Τι απρέπεια κι αυτή μερικών δημοσιογράφων που χαρακτηρίσαν κάποτε “Αρλεκίνο” τον Μπερλουσκόνι !) Έριξε λοιπόν, παρέα με την ηθοποιό φράου Neuber, το μοιραίο σύνθημα: “Κατεβάστε επιτέλους τον Αρλεκίνο από τη σκηνή!”

Εμπνεόταν ασφαλώς από ευγενή κίνητρα. Στα μάτια του ψηλόκορμου, εύρωστου Πρώσσου όλοι αυτοί οι παρακμιακοί τύποι της Commedia dell’Arte αντιπροσώπευαν στην καλύτερη περίπτωση ένα ανεπίστρεπτο παρελθόν, ενώ στη χειρότερη παρακμιακούς, τυποποιημένους, ρηχά διασκεδαστικούς τύπους, ανάξιους για το πεπρωμένο ενός λαού που επεφύλασσε για τον εαυτό του τον απόλυτο ιστορικό ρόλο. Άξιζε σ’ αυτό το λαό μια κωμωδία αλλά και ένα δράμα σαν του Πλαύτου, του Τερέντιου, των Ελλήνων τραγικών. Ανάγκη πάσα να ανέβει το γούστο του κοινού και να τεθούν στόχοι στους συγγραφείς: (προτεσταντική) σοβαρότητα, (γερμανική) υψιπέτεια, (αγγλική) έμπνευση, κριτικό πνεύμα.

Όχι άλλοι zanni, τέρμα οι burlae, στο βεστιάριο με τη ναφθαλίνη ο Πιερότος (Πεντρολίνο), ταξικό και ηθικό alter ego του Αρλεκίνου, η Κολομπίνα, ο καυχησιάρης Καπιτάνο, ο Πουλτσινέλλα, ο Πανταλόνε, η Ιναμοράτα, ο Τουρλουπέν και οι λοιποί παρδαλοί “παγαπόντηδες”. Με απόφαση του αυτοκράτορα (της Αγίας Ρωμαϊκής) Ιωσήφ Β΄ άπαντες της παρέας αντάλλαξαν το δικαίωμά τους να βγαίνουν ενίοτε απ’ το μπαούλο, σαν ξεχαρβαλωμένοι φασουλήδες, με τον απαράβατο όρο να μην ανοίξουν ποτέ πια το στόμα τους: υποχρεώθηκαν να μετατραπούν στις γνωστές θλιμμένες, βουβές φιγούρες της παντομίμας, καταδικασμένες στην εξοντωτική ποινή της ανοίκειας μορφής. Μοναδικός φιλόξενος και αληθινά χαρούμενος για τους φίλους μου “ευρωπαϊκός” τόπος από το 19ο και μετά οι πανέμορφοι κήποι Τίβολι στην Κοπεγχάγη. Ας είναι!

Οι γραμμές χαράχτηκαν

Το εγχείρημα του Gottsched ήταν ασφαλώς τεράστιο, σημαντικό, “σοβαρά” αμφιλεγόμενο. Το θέατρο πολύ περισσότερο από την ποίηση, τη λογοτεχνία και τις άλλες τέχνες υπολείπεται ως προς την αποσαφήνιση της συμμετοχής του στην υπό διαμόρφωση αστική δημόσια σφαίρα. Η αγωνία, η σπουδή και ο μονοκόματος τρόπος του Gottsched είναι κατανοητά σε μια εποχή που διχάζεται από θρησκευτικές έριδες, ιδεολογικούς σπαραγμούς και οδηγείται σε πολώσεις όπως από ακραίες αντιθεατρικές στάσεις (J.J. Rousseau, θρησκευτικός δογματισμός) έως καθωσπρέπει θεατρόφιλες (Gottsched, Diderot, Lessing,) με τον όρο το θέατρο να καθαρθεί από τους αμαρτωλούς πειρασμούς της φάρσας, των μπουρλέσκ θιάσων και της παρέας του Αρλεκίνου. Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, πόση ήταν η προσπάθεια στην Ευρώπη, με τους Άγγλους να πρωτοπορούν, να βγει το δράμα από τους αριστοκρατικούς κύκλους και να αποδοθεί στα μεσαία αστικά στρώματα. (Κι εδώ με λύπη, για πολλοστή φορά, η διαπίστωση του χάσματος μεταξύ της θεατροκρατούμενης [κατά Παπαϊωάννου] αθηναϊκής δημοκρατίας με την απόλυτη συνάρθρωση δράματος – πολιτών – δημοκρατίας και της θεοκρατούμενης νεωτερικής Δύσης με την απόλυτη αμηχανία απέναντι τόσο στο δράμα όσο και στην κωμωδία).

Κι αν ενδεχομένως δεν έλειψαν απόπειρες διερεύνησης και επαναφοράς στοιχείων του κεντρικού ήρωα της Commedia τουλάχιστον από τον Θερβάντες, τον Μπέκετ, τον Τσάπλιν και πιο πάνω, για μένα, τον Πικάσο, κι αν ο ευρωπαϊκός καθωσπρεπισμός βρίθει από τετριμμένες αναφορές στο όνομά του, η πρόκληση να ανακαλύψουμε (ιδίως από την ελληνική πλευρά) ή να συνεχίσουμε την αναζήτηση αυτού του μυστηριώδη διονυσιακού ανδρόγυνου ταξιδευτή, αλχημιστή, μισού διαβόλου – μισού λυτρωτή είναι πέρα για πέρα παρούσα.

ΙΠΠΟΣ ΥΨΑΥΧΗΣ