*
του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ
Ἔρως δ’ οὐκ ἤρκεσε Μοίρας
[ 2 / 4 ]
~.~
Η τρίτη μετάφραση του Θρασύβουλου Χατζηαράπη
Στο προηγούμενο σημείωμα, σχετικά με τις μεταφράσεις του Θρασύβουλου Χατζηαράπη είχαμε αναφέρει πως η τρίτη και τελευταία του μετάφραση (1915) έγινε στη δημοτική με ομοιοκατάληκτα τετράστιχα. Σε αυτή του την αναπάντεχη (κρίνοντας από τις δυο προηγούμενες εργασίες του στην καθαρεύουσα) μεταφορά του επύλλιου του Μουσαίου στη δημοτική γλώσσα, ο μεταφραστής είχε σύμβουλο κι εμπνευστή του, όπως γράφει, τη δημώδη γλώσσα του λαού. Γι’ αυτό και η μετάφραση διαστίζεται με αντίστοιχες λεκτικές εκφράσεις κι ηχοχρώματα που απηχούν παρόμοιες στιγμές και συνθήκες, όπως τραγουδήθηκαν από τη λαϊκή μούσα. Μα κι όλη η γλωσσική και μορφική της υπόσταση μαρτυρά έντονα κι έκδηλα τις λαϊκές της καταβολές, δηλαδή το δημοτικό τραγούδι. Νομίμως (και δικαίως θαρρώ) υποψιάζομαι πως για μια τέτοια μεταφραστική επιλογή, ο δημιουργός της αφενός πρέπει να είχε αποδεχτεί τις γλωσσικές και μορφικές επιλογές της νεώτερης ποιητικής έκφρασης της εποχής (Αθηναϊκή σχολή) κι αφετέρου πρέπει να είχε δεχτεί τις ισχυρές και ευεργετικές επιδράσεις της εργασίας του Σίμου Μενάρδου, που ολόκληρη είχε ήδη δει το φως της δημοσιότητας το 1911. Τούτο καταδεικνύουν απερίφραστα κι ορισμένες αξιοπρόσεκτες επιλογές ―μεταξύ άλλων― όπως λόγου χάριν η λέξη ‘εκκλησία’ για τον ναό, και ‘καλογριά’ για την αφιερωμένη παρθένο στην Αφροδίτη, που πρώτος ο Σίμος Μενάρδος υιοθέτησε. Πριν από την εκτενή ανθολόγηση της προκείμενης απόδοσης, παραθέτω την μετάφραση του επιγράμματος «Εἰς Ἡρὼ καὶ Λέανδρον» του Αντίπατρου Θεσσαλονικέως, από την Ελληνική Ανθολογία, όπως το παραθέτει ο Χατζηαράπης στο έργο του:
Γιὰ ἰδὲς αὐτὸ τὸ πέραμα μὲ πικραμένο μάτι,
γιατ’ εἶναι γιὰ τὸν ἔρωτα πολὺ πικρό, διαβάτη!…
Γιὰ ἰδὲς τὸν πύργο τῆς Ἡροῦς… ἐρείπια κρημνισμένα,
ὁ λύχνος ὁ προδότης ἄχ! Σὲ χρόνια περασμένα
ἔφεγγ’ ἐδῶ… Μὲ κύματα ὁ Λέανδρος, μ’ ἀέρα,
μὲ τὸ σκοτάδι τῆς νυχτιᾶς ἐπάλευε ’δῶ πέρα…
Ἀκόμα γιὰ τὸν ἄνεμο τὸ φθονερὸ κ’ οἱ δύο
ἔχουν πικρὸ παράπονο μέσ’ ἀπὸ μνῆμα κρύο…
~•~
Οὗτος ὁ Λειάνδροιο διάπλοος, οὗτος ὁ πόντου
πορθμὸς ὁ μὴ μούνῳ τῷ φιλέοντι βαρύς·
ταῦθ’ Ἡροῦς τὰ πάροιθεν ἐπαύλια, τοῦτο τὸ πύργου
λείψανον· ὁ προδότης ὧδ’ ἐπέκειτο λύχνος.
κοινὸς δ’ ἀμφοτέρους ὅδ’ ἔχει τάφος, εἰσέτι καὶ νῦν
κείνῳ τῷ φθονερῷ μεμφομένους ἀνέμῳ.
~•~
Κι ας περάσουμε τώρα στην τρίτη και τελευταία απόδοση του ίδιου του επύλλιου, που τὀσο αγἀπησε ο άγνωστὀς μας, κι αποξεχασμένος σἠμερα, εκδότης και μεταφραστής του, διδάκτωρ φιλολογίας:
Γιὰ πὲς θέα, τὸ λαμπερὸ τῆς νύχτας τὸ λυχνάρι
ποὺ μάρτυρας ἐστάθηκε σὲ ἔρωτα κρυφό·
Μοῦσα γλυκειά! τῆς θάλασσας τραγούδια παλληκάρι,
ὁποὺ γιὰ γάμους πέλαγο ἐπέρν’ ἀγριωπό.
Τὸ γάμο τὸ ξενύχτη ’πές, ποὺ δὲν τὸν εἶδ᾽ αὐγούλα·
Σηστὸ τραγούδα κι’ Ἄβυδον, ὅπου μὲσ’ τὴ νυχτιὰ
μὲ τὸ γλυκό της Λέανδρο Ἡρώ, σεμνὴ παιδούλα
τοῦ γάμου της ἐγιόρταζε τὴ μυστικὴ χαρά…
Νὰ τραγουδιῶνται νιὸς μαζὶ ἀκούω καὶ λυχνάρι,
λυχνάρι ἀγαπημένο τους!… λυχνάρι ἀκριβό!…
λυχνάρι γαμοστόλιδο! τοῦ ἔρωτα καμάρι!
’ς τὰ ἐρωτομηνύματα ὑπάκουο, πιστό!
’ς τὸν οὐρανὸ τοῦ ἔπρεπε Θεὸς νὰ τὸ σηκώση,
στῶν ἀστεριῶν τὴ συντροφιὰ νὰ λάμπῃ τὴ χρυσή,
κι’ ἄστρο νυφιάτικο ὄνομα ἔπρεπε νὰ τοῦ δώσῃ,
εὐθὺς ποὺ τόσβυσε νυχτιᾶς θανάσιμη πνοή.
Γιατί παράστεκε πιστό, δούλεβ’ ἀγάπης πόνο,
τὸ γάμο τὸν ἀκοίμητο τῆς κόρης τῆς γλυκειάς
μηνοῦσε, μόνος μάρτυρας, βοηθὸς ἐκεῖνο μόνο,
ὥσπου ἐφύσησ’ ἄγριος ἀπάνω του Βορριᾶς…
Μὰ ἔλα, Μοῦσα, βοήθα με ’ς τὸν πόνο τὸ μεγάλο·
τὸ σβύσιμο τὸ θλιβερὸ ἐνῶ τοῦ λυχναριοῦ
θὰ τραγουδᾶς γλυκά, μαζὶ ἐνῶ κ’ ἐγὼ θὰ ψάλλω,
’πέ μας τὸ τέλος τὸ πικρὸ καὶ τοῦ παλληκαριοῦ!…
Σηστὸς ἀγνάντια κι’ Ἄβυδος, κοντὰ ἡ μία ’ς τὴν ἄλλη,
δυὸ πόλεις ποὺ τῆς χάϊδευαν θαλασσινὰ νερά,
’ς τοῦ Ἑλλησπόντου τὸ διπλὸ ἀσπρίζαν ἀκρογιάλι.
Κι’ ὁ Ἔρωτας τεντώνοντας δοξάρια φλογερὰ
ἀνάβει νέαν ἀπό ’δῶ κι ἀπό ’κεῖθε νέο
μὲ σαϊτιά του πύρινη στὰ δύο πόλεις μιά.
Χαριτωμένο Λέανδρο λέγαν τὸ νιὸ κι’ ὡραῖο
παρθένα τὴν ἀγάπη του Ἡρώ ’λέγαν γλυκειά!
[…]
Ἂν τύχῃ ’κεῖθε καὶ διαβῇς, καλέ μου ταξειδιάρη,
γύρνα καὶ κάποιο ζήτα μου πύργο ἐκεῖ παληό,
᾽π’ ἀπ’ τὴν κορφή του ἕνα καιρό, ’ς τὸ χέρι μὲ λυχνάρι,
’ς τὸ Λέανδρό της ἔφεγγεν ἡ εὔμορφη Ἡρώ.
καὶ τῆς Ἀβύδου ζήτα μου τὸ πέραμα… Τὸ κῦμα,
’κεῖ ’π’ ἀφρισμένο δέρνεται, κλαίει, θαρρεῖς, πικρὰ
καί ’ς τοῦ Λεάνδρου τὸ ὑγρό, θαρρεῖς, ἐπάνω μνῆμα
τὸν ἔρωτα καὶ θάνατο τοῦ νιοῦ μοιρολογᾶ…
[…]
Τὰ παλληκάρια ἔτρεχαν· δὲν ἔλειψε κανένα·
ὄχι πῶς τόσο βιάζονται σέ ’μέρα θεϊκή
δῶρα νὰ πᾶνε ’ς της ἐκκλησιαίς· πηγαίνουν μαζεμένα
νὰ ἰδοῦν κορίτσια εὔμορφα ποὺ προσκυνοῦν ἐκεῖ.
Ὡσὰν τασημομάγουλο φεγγάρι ’π’ ἀναιβαίνει
’ς τὸν οὐρανὸ τὴ λάμψη του ν’ ἀπλώση τὴ γλυκειά,
μέσα ’ς τὴν ἅγια ἐκκλησιὰ καὶ ἡ παρθένα ’μπαίνει
μὲ μιά της χαριτόβρυτη σεμνὴ περπατησιά.
Γυρίζει ἐδῶ, πηγαίνει ἐκεῖ, παντοῦ, καὶ τὰ χιονάτα
ἀχτίνες ἀσημόλευκες σκορποῦσαν, φῶς χρυσό
τὰ δυὸ γλυκιά της μάγουλα, πού ’μοιάζαν μὴλ’ ἀφρᾶτα
κ’ ἔλαμπαν ’σὰν τὸ δίχρωμο τὸ ρόδο τὸ γλυκό.
[…]
Ψέματα εἶπαν οἱ παληοὶ Τρεῖς εἶν’ ἠ Χάραις τάχα·
γλυκὸ γεμάταις φῶς ’ς ἕνα της μάτι γελαστό
γλυκογελοῦσαν ἑκατὸ εἰς ἕνα της μονάχα.
Ηὗρ’ ἡ θέα της ἄξια καλόγρηα, τὴν Ἡρώ.
Αὐτὴ ποὺ δὲν τὴν ἔφτασε ποτὲ καμιὰ ’ς τὰ κάλλη
’ς ὅλων τῶν νιῶν τὴν τρυφερὴ ἐμπῆκε τὴν καρδιά·
γυναῖκα των τὴν ἤθελαν· γιατ’ Ἀφροδίτη ἄλλη
σὲ ὅλους των ἡ εὔμορφη φαινόταν καλογρηά.
Κι’ ὅποια μεριὰ κι’ ἂν ἔκαμεν ἡ εὔμορφη παρθένα
μέσα ’ς τὴν καλοθέμελη νὰ πάγῃ ἐκκλησιά,
ἀκολουθοῦσαν τῶν ἀντρῶν μαζί της, σὰν δεμένα
ἐπάνω της, καὶ μάτια των καὶ νοῦς των καὶ καρδιά.
«Ἂς ἤτουν ’ς κορμάκι της τὸ χέρι μου νὰ βάλω…
νὰ τὴν χαιρόμουν μιὰ φορά, κι’ ἂς πέθαινα… Ποτὲ
ἂς μὴν ἀναίβαινα θεὸς νά ’ζοῦσα ’ς τὸ μεγάλο
τὸν Ὄλυμπον, ἂν ταίρι μου ἐζοῦσε αὐτὴ μ’ ἐμέ».
«Μ’ ἂν ἄνδρας ’ς τὴν καλόγρηα σου τὸ χέρι του νὰ βάλῃ
δὲν εἶναι, Κυθηριώτισσα θεά, κανεὶς σωστό,
μὲ τέτοια νιᾶτα δῶσε μου γυναῖκα τότε ἄλλη».
Ἔλεγ’ ὁ νιός· καὶ ὅλοι τους, κεῖθ’ ἕνας, ἄλλος ’δῶ
κρυφοτραβῶντας μέσα τους τοῦ ἔρωτα τὸν πόνο
τὸ νοῦ νὰ χάσουν πήγαιναν γιὰ τέτοια εὐμορφιά!…
Δυστυχισμένε Λέανδρε!… μὲσ’ τὴν καρδιὰ σὺ μόνο
νά ’νοιώθῃς ἔρωτα κρυφὸ δὲν ἤθελες κεντριά.
Μιὰ ξάφνου ποὺ σ’ ἐπλήγωσεν ἡ πύρινη σαΐτα,
μαὺρ’ ἡ ζωὴ σοῦ φαίνετο ἀπ’ τὴν Ἡρὼ μακρυά…
Τοῦ ἔρωτ’ αὔξαιν’ ἡ φωτιά, ὅσο τὴν κόρη (ἐ)κύττα·
’ς τὴν κάθε μιὰ ἡ φλόγα του ἐπλήθαινε ματιά.
Χοχλάκιζε ’ς τὰ στήθια του καρδιὰ ἀφηνιασμένη
ἀπὸ φωτιᾶς ἀνίκητης ἀκράτητη ὁρμή,
γιατ’ ὀμορφιὰ ἀψεγάδιαστης γυναίκας ξακουσμένη
κι’ ἀπὸ σαΐτα πιὸ πολὺ πληγώνει φτερωτή.
Ἀγάπη ὅταν πιάνεται, τὰ μάτια ἔχει δρόμο·
σιγογλιστρῶντας ἀπὸ ’κεὶ τραβάει ’ς τὴν καρδιά.
Ἀδιαντροπιὰ αἰσθάνουνταν, ντροπή, θαμπούρα, τρόμο·
τὰ μάτια του ’ς τὴν τόση της θαμπῶναν ἐμορφιά.
Ἔτρεμε ἡ καρδούλα του· ντροπὴν εἶχε μεγάλη
’ς τὸ δίχτυ πῶς τοῦ Ἔρωτα νὰ πέσῃ τὸ πυκνό…
μ’ αὐτὸς τοῦ βγάζει τὴν ντροπή, τοῦ δίνει θάρρος πάλι,
κι’ ἀντίκρυ της τὸν ἔστηνε μὲ βῆμα σιγανό.
Στέκετ’ ὁ νιός, ἅμα κοντά ’ς την κόρ(η) ἤθελε φθάσῃ,
καὶ πλάγιαις ρίχνοντες ματιαὶς μὲ πονηριὰ συχνὰ
τὰ μάτια στριφογύριζεν, ὡς ποὺ νὰ ξεγελάσῃ
τὸ νοῦ της μὲ τοῦ ἔρωτα γνεψίματα βουβά.
Κ’ ἡ κόρη καμαρώνοντας τὰ τρυφερά της κάλλη,
τὸν πόθο του ’σὰν ἔνοιωσε καὶ σχέδια πονηρά,
στέλνει κι’ αὐτὴ εἶναι γνεψίματα, χωρὶς ’μιλιὰ νὰ βγάλῃ,
κ’ ἐσυχνοανοιγόκλεινε τὰ μάτια τὰ γλυκά.
[…]
’Στὸ μυρωδᾶτο της λαιμὸ τὴ φίλησε κ’ ὡραῖο,
καὶ μὲ λαχτάρα ἔρωτα «Παρθένα μου γλυκειά!…»
λέγει της, «Ἴση μὲ καμιὰ γυναῖκα δέ’ σε λέω,
σέν’, Ἀφροδίτη δεύτερη, δεύτερη Ἀθηνᾶ!…»
«Μὲ μιὰ τοῦ Δὶ(α) ἀθάνατη σύ ’μοιάζεις θυγατέρα,
μ’ αὐταῖς ποὺ κλεῖ ’ς τοὺς κόρφους του θεαὶς ὁ οὐρανός.
Καλότυχη ’ς τὰ σπλάχνα της σ’ ἐβάσταξε μητέρα!
Ποιὸς κόρη του σὲ λέει χρυςὴ καλόμοιρος γονιός;!…»
«Τὰ παρακάλια μ’ ἄκουσε ’ς ἀνάγκη, ποὺ παιδεύει,
καὶ τὴν σκληρή του Ἔρωτα λυπήσου τυραννιά!…
Τῆς Ἀφροδίτης λάτρισσα, κάν’ ὅ,τ’ αὐτὴ γυρεύει·
γάμου μυστήργι’ ἀγάπησε. Παρθένα καλογρηά».
[…]
Παρθένα κρύβει κόκκινο κι’ ἀπὸ ντροπὴ γεμᾶτο
μάγουλο μὲ τὸ φόρεμα καί, ’ς τὴ ντροπὴ ἐνῶ
μὲ τὴς πατούσαις της τῆς γῆς τὸ χῶμα ξύνει κάτω,
τραβᾶ νὰ κλεῖ ’ς τοὺς ὤμους της πουκάμισο λευκό.
Σημάδια ὅλα κοριτσιοῦ ποὺ πιὰ δὲν ἀντιστέκει
καὶ ἄφωνή του ’πόσχεσιν ἔχει βουβὴ σιωπή.
Κι’ αὐτὴν ἀνάβει ἔρωτας, γύρω της βρόχια πλέκει
καὶ ’ς τὴν καρδιὰν ἀνοίγει της γλυκόπικρην πληγή.
[…]
Ὁ Ἔρωτας ποὔχει βουλαὶς τὸν ἄντρα σαϊτεύει·
μ’ ἂν ὅλους μας τἀλάθευτο δοξάρι του χτυπᾷ,
μὲ τὴς βουλαίς του τὴς πληγαὶς πάλι αὐτὸς γιατρεύει
καὶ ’ς ὅποιον γίνει βασιλιᾶς σχέδια γεννᾶ σοφά.
Ἐκεῖνος καὶ ’ς τὸ Λέανδρο βοήθεια μόνος δίνει.
Ἀργὰ βαρὺν ἀπ’ τὴν καρδιὰ βγάλλει ἀναστεναγμὸ
βαθὺ καὶ λόγον ἔξυπνο εἶπεν ὁ νιὸς ’ς ἐκείνη
«Παρθένα! ’ς τὴν ἀγάπη σου καὶ κύματα περνῶ…
Τῆς τρικυμιᾶς τὰ μουγκρητά, πέλαγα φουσκωμένα,
κι’ ἂν ἄλλος τέτοια θάλασσα κἀνένας δὲν περνᾶ,
δὲν τὰ ψηφῶ, δὲ’ σκιάζομαι, ’σὰν θἄρχωμαι σὲ σένα,
κι’ ἂν μὲ φωτιὰ τὰ ἄγρια της χοχλάκιζαν νερά.
Κάθε νυχτιὰ τὰ γλήγορα νερὰ θὰ κολυμπάω
τοῦ Ἑλλησπόντου· ἀπὸ σὲ δὲν κάθομαι μακριά·
θὰ σκίζω κύματ’ ἁρμυρὰ γιὰ ’κείνην π’ ἀγαπάω·
ἀγνάντια σου ’ς τὴν Ἄβυδο μένω πέρα μεριά.
Μόν’ ἀπ’ ἀγνάντια κράτα μου λυχνάρι ἀναμμένο
ἀπ’ τὴ κορφὴ τοῦ πύργου σου καὶ βλέποντας αὐτὸ
θἆμαι καράβι Ἔρωτα, ’π’ ἀγάπη φορτωμένο,
τὸ λαμπερὸ λυχνάρι σου θἄχ’ ἄστρο μου γλυκό».
[…]
Ἦταν βραδιὰ καὶ ἄρχιζεν ὁρμῶντας ν’ ἀναιβαίνῃ
ἡ μαυροφόρα ’ς τ’ οὐρανοῦ τὸ θόλο Σκοτινιά,
ποὔχει τὸν ὕπνο συνοδό… Ξύπνιος ὁ νιὸς προσμένει
’κεῖ, ποὺ βογκᾶ ’ς ἀπόμερη τὸ κῦμ’ ἀκρογιαλιά,
μὲ ’μάτι πὸτ’ ἀχόρταγο τὸ μήνυμα θὰ πάρῃ
τοῦ μάρτυρα ποὺ λαμπερὸς γάμου κρυφοῦ φωλιὰ
φώτιζε… πὸτ’ ἀπὸ μακριὰ θὰ λάμψη τὸ λυχνάρι,
ποὺ δάκρυα χύθηκαν γι’ αὐτὸ χωρὶς παρηγοριὰ
νὰ βροῦν… Ἀντάρα σκοταδιοῦ τὴ Νύχτα μαῦρα ντύνει
καὶ βλέποντας τὴ σκοτεινιὰ τὴν ἄφεγγη ἡ Ἡρώ
τρέχει καὶ ’ς τὸ λυχνάρι της φλόγα καὶ πάλι δίνει.
Κ’ ἐνῶ αὐτὸ ἀνάλαμψεν ἀγνάντια φωτερό,
ἄναψε, καίουνταν κι’ ὁ νιὸς ἀπ’ τὴ μεριὰ τὴν ἄλλη…
’Μπρὸς κύματ’ ἄγρια σκροποῦν ἀφροὺς καὶ μουγκρητὰ
καὶ βλέποντάς τα ἔτρεμεν ὁ νιός· μὰ θάρρος πάλι
δίνοντας ’ς τὴν καρδούλα του, μέσα του λέγει αὐτά:
«Κι’ ὁ Ἔρωτας εἶν’ φοβερός… μὰ κι’ ἄγρια φοβέρα
βγαίνει ἀπ’ τὸ πέλαο… μὰ πάλι θάλασσα νερὸ
κ’ ἐγώ ’χω φλόγαν ἄσβεστη μέσ’ στὴν καρδιὰ ’δῶ πέρα!…
Καρδιά μου θάρρος! Μὴν ψηφᾶς τὸ κῦμα τἁρμυρό.
Πότ’ ἡ Ἀγάπη σου θὰ πᾶς πέρα μεριὰ προσμένει·
μὴ φοβηθῇς τὴ θάλασσα, μ’ ἄσπρους ἀφροὺς κι’ ἂν σπᾶ,
ἡ Ἀφροδὶτ’ εἶν’ κόρη της κι’ ἀφέντρα ἀγαπημένη
ὁποὺ καὶ τῆς ἀγάπης μας τοὺς πόνους κυβερνᾶ».
[…]
Λαμπάδων φῶς δὲν ἄστραψε λάμψι γλυκειὰ νὰ χύσῃ
ἐπάνω ’ς τὸ κρεββάτι των, καὶ τὸ κορμὶ λαφρὸ
δὲ’ ’βρέθη σὲ χορὸ κανεὶς καμαρωτὰ νὰ σείσῃ·
οὔτ᾽ὁ γονιὸς τραγούδησε γι’ αὐτοὺς τὸ νυφικό.
Τοῦ κρεβατιοῦ των ἡ Σιωπὴ ἦταν βουβὴ στολίστρα
Νυχτιὰ τὴ νύφη, Σκοτινιὰ στόλιζε τὸ γαμπρό…
Χαραὶς χωρὶς τραγουδιστὴ καὶ δίχως τραγουδίστρα
’ς ἄλαλη μέσα μοναξιά… Δὲν ηὗρε ’ς τὸ κρυφὸ
κρεββάτ’ αὐγὴ τὸ Λέανδρο· γύριζε νύχτα πέρα
κι’ ἄφηνε μέσ’ τὰ πέπλα της νυφούλα τὴν Ἡρώ·
κι’ αὐτὴ γυναῖκα τὴς νυχτιαίς, παρθένα τὴν ἡμέρα
τὸ γάμο ’βάστα ἀπόκρυφον ἀπὸ γονιὸ σκληρό.
Κ’ ἔτσι κρυφοχαρούμενοι κ’ οἱ δυὸ ’ς τὸν ἔρωτά τους
πόσαις φοραὶς Πότ’ ἡ γλυκειά, εἶπαν, νυχτιὰ θἀρθῇ,
ξανὰ ν’ ἀγκαλιασθοῦν, γλυκὰ νὰ σμίξουν τὰ φιλιά τους…
Μὰ Μοῖρα δὲν τοὺς ἔγραφε νὰ ζήσουνε πολύ…
πολὺ δὲν ἐχαρήκανε τὸ γάμο τὸν ξενύχτη,
ποὺ σὲ νυχτογυρίσματα ἔβαζε τὸ γαμπρό…
Ἀνεμοζάλαις ξαπολᾶ χειμώνας· πάχνη ρίχτει,
’ς ἄγριον ἀνεμοστρόβιλα σωριάζοντας καιρό.
Ἡ θάλασσ’ ἄνε(μοι) ἠσυχιὰ ποτὲ δέ’ ’θέλαν νάχῃ·
τὰ βάθια της τραντάζοντας καὶ θέμελα ὑγρά
μὲ τἀνεμόβροχά ’δερναν τοῦ πέλαου τὴ ράχη
κ’ ἐσάλευαν κι’ ἀνάδευαν τ’ ἀστήριχτα νερά!…
[…]
Μὰ φόβος χειμωνιάτικης θάλασσας δέ’ ’μποδίζει
σέν’, ἀνδρειωμένε Λέανδρε!… μὲ φλόγα λαμπερή,
μήνυμα γάμου στέλνοντας, ὁ λύχνος νὰ φωτίζῃ
’σὰν εἶδες, πάλι δὲν ψηφᾶς θάλασσα τρομερή,
κι’ ἂν ἄπιστο πιὰ τἄσπλαχνο σοῦ ἔφεγγε λυχνάρι!…
Τὸ ἄστρο το’λιγόημερο τοῦ γάμου σου, Ἡρώ,
ἄμποτε νὰ μὴν ἄναβες ’ς τὴν χειμωνιά!… μακάρι
σέ ’μέραις ἄγριαις νἄμενες μακριά ’πὸ τὸ γαμπρό!
Μὰ τὴν ἀνάγκαζ’ Ἔρωτας καὶ Μοῖρα τὴν τραβοῦσε
μὲ δύναμι ἀνίκητη νὰ στέκῃ ἐκεῖ… Μὰ πιὰ
ὄχι ἀγάπης νιόνυφη, Μοίρας δαυλὸ κρατοῦσε
κ’ ἔφεγγε μέσα σὲ νυχτιᾶς τὴ μαύρη σκοτινιά…
Βαρειὰ βογγοῦν οἱ ἄνεμοι καὶ Νύχτ’ ἀνταριασμένη
’ς ὅλους των ὅμοια μ’ ἄβυσσον ἀνοίγει ἀγκαλιά…
Φυσᾶν αὐτοὶ μὲ παγωνιὰ καὶ πέφτουν μανισμένοι
’κεῖ ποὺ βουνὰ τὰ κύματα σποῦν ’ς ἄγρια ἀκρογιαλιά…
Πέρα νὰ φτάςῃ ρίχνεται σὲ πέλαο μεγάλο
καὶ παραδέρνει ὁ Λέανδρος ἐκεῖ ποὺ κολυμπᾶ…
Γύρω του κύματα πηδοῦν, τόνα κυλάει τἄλλο…
Μὲ τὰ οὐράνια ἡ θάλασσα σμίγει καὶ τὰ χτυπᾶ
ὁλόρθη σὲ φριχτὴ ὁρμὴ κάθε λογῆς ἀνέμου.
Φυσᾶ ’πτὴ δύσιν ἕνας των, ἀπ’ τὴν Ἀνατολὴ
ἄλλος· καὶ μέσ’ τὴν ταραχὴ τοῦ ἀνεμοπολέμου
ἀπὸ παντοῦ μιὰ τρομερὴ μαζεύονταν βοή…
’Σ ἄγριο βορριὰ φριχταὶς Νοτιᾶς φοβέραις ξαπολοῦσε
καὶ χτύπος ’χτύπα χαλασμοῦ μὲ δίχως τελειωμό
σὲ θάλασσα ποὺ δέρνονταν κ’ ἔτσι βροντοκοποῦσε!…
Μέσα σὲ κύματ’ ἄσπλαχνα καί ’ς ἔρωτα καϋμό
τὴν Ἀφροδίτη, θάλασσας ἀφέντρα, ’παρακάλει·
’ς τὸν Ποσειδῶνα ἔταζε, πελάγων βασιλιᾶ.
Πῶς κόρης Ἀθηνιώτισσας ἀγάπησε τὰ κάλλη
παρακαλῶντας ’θύμιζε ’ς ἄσπλαχν’ ὁ νιος Βορριᾶ…
Μὰ δὲν ἐβόηθαε κανείς… ἄσπλαχνοι δὲν ἀκοῦνε…
κι’ ὁ Ἔρωτας δὲ’ ’μπόδισε τὴ Μοῖρα τὴ σκληρή…
Τὸν ζώνουν κύματα βουνὰ κι’ ἁρπάζουν καὶ πετοῦνε
κορμὶ ὁποὺ παράδερνε ρίχνοντας ’δῶ κ’ ἐκεῖ.
Τὰ γόνατά του κόπηκαν, τὰ πόδια δὲ’ βαστᾶνε
κ’ ἡ ἀπαλάμαις ἡ γεραὶς ὁποὺ τόσαις νυχτιαὶς
ἄγρυπναις δὲν ’κουράσθηκαν τὸ κῦμα νὰ χτυπᾶνε
’ς τὰ κύματα ξαπλώθηκαν καὶ μένουν ἀνοιχταίς.
Μὲ κύματα τὸν πότιζεν ἡ θάλασσα, κι’ ἁρμύρας
’κεῖ ποὔπιν’ ἄχρηστο πιοτὸ φριχτῆς, ’ξάφνου μαζὶ
σβύνει τὸ λύχνο, ἄπιστο!… ἄνεμος, δοῦλος Μοίρας
σκληρῆς, καὶ τἄμοιρου τοῦ νιοῦ κι’ ἀγάπη καὶ ζωή!…
Ἀργοῦσ’ αὐτός!… Σὲ τρικυμιὰ ’ς τὸν ἔρμο πύργο πέρα
’ς τὸ πόδι ἔστεκι’ ἄγρυπνη, σὲ θρῆνο καὶ καϋμό,
καὶ μαύρη ’ς ἄγριον ἡ Ἡρὼ κατάρα ρίγνει ἀέρα,
ποὺ σὲ σκοτάδι βύθισε θανάσιμο τὸ νιό…
Φέγγει Αὐγή· μὰ ὁ γαμπρὸς δὲ’ ’φάνη… Μὲ γεμάταις
δάκρυα ματιαὶς ψάχνει ἡ Ἡρὼ ’ς τὸ πέλαο παντοῦ
τὸ δρόμο του μὴν ἔχασε ’ς τῆς θάλασσας τὴς πλάταις,
’σά’ ’σβὲσθ’ ὁ λύχνος· τάχα ζῇ;… μὴν παραδέρνει ἀλλοῦ;…
Μὰ ’κεῖ ποὺ ψάχνει βλέποντας, τὴν κεφαλή της γέρνει
καὶ ’ς τὰ θεμέλια ἔξαφνα τοῦ πύργου της κυττᾶ
κῦμα τὸν ἄντρα της νεκρὸ σὲ πέτραις νὰ ξεγδέρνῃ
καὶ ’ς τἄγρια βράχια τἄψυχο κορμί του νὰ χτυπᾷ…
Τὸ κεντητὸ ’πουκάμισο γύρω σὲ ἄσπρα στήθια
ξεσκίζει… πέφτει ἀπὸ ’ψηλὰ μὲ τὸ κεφάλι ἐμπρὸς
κι’ ἀπάνω του ξεψύχησε… Καὶ πεθαμένοι, ἀλήθεια,
ἕνας τὸν ἄλλον χάρηκαν, καὶ νύφη καὶ γαμπρός!…
*
*
*
