*
του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ
~.~
ΠΑΡΑΜΟΝΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ, αν κάποιος ήθελε να φκιάξει βαρέλια στην Ζάκυνθο πά’αινε δελόγκου σ’ έναν Λευκαδίτη. Είχε, βαραμέντε, και ντόπιους μαστόρους το Τζάντε, τζόγια μου, μα εκείνοι έμοιαζαν μπροστά του σόλιτοι –συνηθισμένοι, πάει να πεις– κι έφκιαναν μόνον βαρέλια. Ο Σπυριδιώνης, περ ντι πιού –συν τοις άλλοις– έφκιανε και σφραγίδες. Ταγιαδόρος από τσι καλούς, ξυλοσκαλιστής φαμόζος!
Εκεί, στο μαγαζάκι του, μπονώρα-μπονώρα, ανακατώνονταν οι κρασέμποροι με τους καλαμαράδες κι οι μπαρτσολέτες πά’αιναν σύγνεφο. Κογιονάριζε αβέρτα ο ένας τον άλλον. Και τόμου κι ο αβεντόρος έχει πάντα δίκιο, ο μαγαζάτορας ήταν ομπλιγάδος να κρατεί παλάντζα. Μαγγιώρος στο να τηρεί το όρντινο.
Με την μπίμπια στο στόμα, ο ρεμπεσκές – καλαμπούρι στο καλαμπούρι, μαθές. Τον έκανες χάζι ορτό στην μπασία να υποκλίνεται εξεχώριστα σε γραμματιζούμενους και σέμπρους, σε ντινιέντηδες και λιανομάριδο, λες και τους έστελνε ούλους ούφου ντου λούφου – στα τσακίδια, διάτανε!
Τι να σου πρωτομολο’ήσω, ψυχίτσα μου! Χάρμα των ομματιών, το ραμολιμέντο! Κι ήθελε, ο κουζουλός –βόηθα να μην κρεπάρω, Άγιε Διονύσιε– να τονε λένε Βασιλέα της Λευκάδος κιόλας!
«Ε, μα τέτοιοι που ’ν’ οι Αγιομαυρίτες, μάτια μου, μην άξιζαν καλύτερο βασιλέα από τούτο το ρεντίκολο;» μουρμούργαν πίσ’ απ’ την πλάτη του. Γιατί αν το ’λεγαν και μπροστά του, θα τους έπαιρνε και θα τους σήκωνε ο διάσκαντζος!
Μα να ξέρανε κι αυτοίνοι ποιος ήτανε, δεν θ’ αμόλαγαν τέτοιες παρόλες.
Ας έφερναν τα μούτρα τους να τον έβλεπαν στην πολιορκία της Αγια-Μαύρας το 1807, όταν ο Αλή Πασάς απ’ το κάστρο του Τεκέ εξαπέλυε μύδρους στην ρωσσοκρατούμενη Λευκάδα.
Κι όταν τον Μάιο του ιδίου έτους οι Αλβανοί πολιορκητές ενισχύθηκαν απ’ το γαλλικό πυροβολικό, ας ήταν εκεί να ιδούν τι έκαμε αυτός, ο Σπυριδιώνης, τι έκαμε και τον ανακήρυξε βασιλέα ο απεσταλμένος της Ιονίου Πολιτείας, ο ίδιος ο κόμητας Καποδίστριας!
Όταν ο Γάλλος μηχανικός διέταξε να ανοιχτεί περιφερειακή του φρουρίου τάφρος και να γίνει ανέγερση προχώματος, παρατήρησαν πως τα χώματα του ανυψούμενου προμαχώνος ήταν σαθρά και έχρηζαν υποστηρίξεως με σανίδες και δοκάρια, πράγμα σπάνιο στην αγιομαυρίτικη αγορά τον καιρό εκείνο.
Τότε ο Σπυριδιώνης, δίχως ίχνος δισταγμού, σπεύδει στο φτωχόσπιτό του, αποσπά τις πόρτες και τα παράθυρα, ακόμα κι αυτές τις παλιοσανίδες του πατώματος και, μεταφέροντάς τα στον ώμο του, ενισχύει τα οχυρωματικά έργα της πόλεως, που μ’ εκείνα προσδοκούσε την σωτηρία της.
*
*
«Εύγε, Σπυριδιώνη, εύγε!» τον επευφημούσαν οι συμπατριώτες του.
«Έφυγε, μωρές, έφυγε, έφυγε η Αρβανιτιά;» έκανε πως παράκουσε εκείνος.
Κι αφού απαλλάχτηκε απ’ το φορτίο που κουβαλούσε, ψευτοδιαμαρτυρήθηκε για το βάρος το οποίο σήκωσε:
«Διάλε παρέ τα, μ’σοκοπιάστ’κα, λέει το λες! Άσε π’ ξετραφιάστ’κα να τα βγάλω κι απ’ τ’ς φρεμενέλες!»
Οι άλλοι του βάνανε φιτιλιές, του κολλάγαν σαν βδέλλες:
«Τα ξήλωσες όλα, μωρέ; Και τώρα, κονάκι δεν θα να ’χεις;»
«Γιατί, άμα διαβούνε οι Αρβανίτες θα να ’χω; Δεν θα να ’χω!»
Ο κόμητας Καποδίστριας τότε, τον πλησίασε και, δείχνοντάς τον με την αιχμή του ξίφους του, λες και του έδινε το χρίσμα, φώναξε μ’ ενθουσιασμό:
«Όποιος γίνεται δούλος της πατρίδος, είναι και άξιος να στεφθεί βασιλέας της!»
Το πλήθος αφιονίστηκε:
«Γεια σου, Σπυριδιώνη! Γεια σου, βασιλέα της Λευκάδος!»
Από τότε, του ’μεινε το παρατσούκλι και τον κοροϊδεύανε, τον έρμο! Μα ξέρει κανείς αληθινό βασιλιά που να γκρέμισε το σπίτι του για να το κάμει ανάχωμα όπως αυτός;
Ο αγνώστων λοιπών στοιχείων Σπυριδιώνης υπήρξε μια απ’ τις παραδοξότερες φυσιογνωμίες της Ελληνικής Επαναστάσεως. Ένας Διογένης Κυνικός της Λευκάδος. Ύστερα δε απ’ το εθελούσιο ξήλωμα της οικίας του χάριν της πατρίδος, ποιος ξέρει αν διέθετε καν πιθάρι όπως ο αρχαίος πρόγονός του. Η κοφτερή του γλώσσα όμως τσάκιζε κόκαλα. Με απαράμιλλη ευστροφία και χάρη σάρκαζε και αυτοσαρκάζονταν. Ευτυχώς, όσο κι αν άλλαξαν οι καιροί, ακόμα και σήμερα το στοιχείο ετούτο απ’ τα μέρη μας δεν εξέλιπε.
Ιδού, λοιπόν, κι επί τη εμφανίσει ο ήρωάς μας:
Ψηλός, ξερακιανός, με μακρύ τσιγκελωτό μουστάκι. Στο κεφάλι πηλήκιο μετά λοφίου χρωματιστών φτερών. Αμπέχονο με σιρίτια και φαρδιές επωμίδες. Στο στήθος τσίγκινα παράσημα δικής του κατασκευής. Στρατιωτικό παντελόνι με φαρδιά γαλάζια κορδέλα ραμμένη στο πλάι. Ριγμένη στον ώμο του μπέρτα, φοδραρισμένη με πανί κατακόκκινο. Στην μέση ζωσμένο σπαθί, μεγάλο και ξύλινο, απ’ όπου δυο φούντες κρεμόντανε παρδαλές και τεράστιες. Στολή μονταρισμένη από άλλες ευρωπαϊκές στολές, που κατά καιρούς του χαρίζανε οι φιλέλληνες του στρατεύματος.
Ως άλλος Θεόφιλος, γυρνούσε παράδοξα ντυμένος, και δεν άφηνε κανέναν σε χλωρό κλαρί και όρθιο τίποτα.
Τα καλντερίμια της παλαιάς πόλεως είχαν επίστρωση από ποταμίσιες πέτρες. Κάποτε κάποιος ρώτησε για την χιαστί τοποθέτηση των λίθων, κι ο απίθανος αυτός τύπος έσπευσε να τον πληροφορήσει πως τα σχηματιζόμενα επί του δαπέδου των οδών διάφορα Χ μαρτυρούσαν ότι τα πράγματα έβαινον:
Χρόνον τον Χρόνον
Χείρον Χειρότερα. [1]
*
*
Η αστυνομία της Λευκάδος για τις υπερβολικές και ανυπόφορες φάρσες του, τον έκρινε υπεράνω λογικής και τον έστειλε στο ζουρλοκομείο της Κέρκυρας.
Πώς ευρέθη εις Ζάκυνθον, το έτερον φρενοκομείον, ουδείς γιγνώσκει. Εκεί γνωρίστηκε με τον Κολοκοτρώνη, τον Νικήτα Σταματελόπουλο και άλλους αρματολούς Πελοποννήσιους –διωγμένους από τον γιο του Αλή Πασά, Βελή Πασά Μουχαβούζη του Μωρέως– που είχαν ζητήσει καταφύγιο στο Τζάντε και υπηρετούσαν στην Ιόνιο Λεγεώνα.
ΜΕ ΤΟ ΞΕΣΠΑΣΜΑ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ, ο Σπυριδιώνης μεταβαίνει στην Λιβαδειά, ξεσηκώνοντας τους Έλληνες με πύρινους λόγους και σκωπτικά στιχάκια.
Τελικά, τον πιάνουν οι Τούρκοι σε μια συμπλοκή και τον βάζουν να κάνει τον Καραγκιόζη του στρατοπέδου. Αυτός, ο παμπόνηρος, όμως, στα φαιδρά επεισόδια που μιμούνταν έβρισκε τρόπο να βγαίνουν οι Ρωμιοί από πάνω κι οι Τούρκοι να φαίνονται κορόιδα.
Αν ήταν άλλος, κάτι τέτοιο θα του στοίχιζε την ζωή. Μα οι Τούρκοι δείχνουν θρησκευτικό σεβασμό στους σαλεμένους κι έτσι την γλίτωσε. Τον συνόδευσαν έως το ελληνικό στρατόπεδο, σαν να ’ταν πράγματι βασιλιάς, και τον παρέδωσαν σώο και φρενοβλαβή!
ΦΛΕΓΟΜΕΝΟΣ ΑΠΟ ΠΑΤΡΙΩΤΙΣΜΟ, ο Σπυριδιώνης περνάει στον Μωριά κι ανταμώνει τον Νικηταρά, με τον οποίο συνδέονταν φιλικότερα.
«Καλώς σε βρήκα, στρατηγέ!»
«Δεν είμαι στρατηγός, ωρέ, καπετάνιος είμαι. Οπλαρχηγός, όπως και οι άλλοι».
«Σε κάνω στρατηγό εγώ!» είπε ο Σπυριδιώνης.
«Εσύ; Και ποιος είσαι εσύ;»
«Ο μέλλων Βασιλεύς της Ελλάδος!»
«Μα δεν έλεγες πως είσαι Βασιλεύς της Λευκάδος;»
«Προβιβάζομαι, στρατηγέ, και… σε προβιβάζω κι εσένα!»
Είχε όμως και την τύχη να βρίσκεται υπό την προστασία της μικρής κόρης του στρατηγού, Ρεγγίνας. Η μεταξύ τους γλυκοσάλιση – η καλοκάρδισή τους – ήταν παροιμιώδης:
«Σπυριδιώνη! Ε, Σπυριδιώνη…»
«Στις προσταγές σου, κερά!»
«Κεριά και λιβάνια! Κυρά είναι μόνο η Λευτεριά, ωρέ! Όσο είμαστε σκλάβοι να μην με ματαπείς έτσι!»
«Για μένα είσαι κερά, γιατί είμαι σκλάβος της ομορφιάς σου!»
«Πόσα ξέρεις εσύ!» τον κανάκευε, κατευχαριστημένη, η τσαχπινούλα. «Άιντε, κόπιασε στο κονάκι να φας. Σο’ ’χω και γλυκό!»
«Γλυκό είναι το στόμα σου, κερά Ρεγγίνα!»
«Άι, ωρέ, κι άμα σ’ ακούσει ο πατέρα μ’ θα στ’νε κόψει την γλώσσα, κακομοίρη μου!»
Με τούτα και μ’ εκείνα, παρασίτευε αξιοπρεπώς, ο έρμος, και λίγδωνε το δόλιο τ’ αντεράκι του. Είχε, που λένε, την βολή του στο πάντα φιλόξενο σπίτι του Νικηταρά, που κάποτε η μοίρα θα το ’φερνε να ζητιανεύει κι εκείνος, θεότυφλος και ελεεινότερος κι απ’ τον Σπυριδιώνη, κάθε Παρασκευή, στον χώρο που βρίσκεται σήμερα η Ευαγγελίστρια στον Πειραιά, έτσι θα όριζε η άδεια επαιτείας που θα του παραχωρούσε η Κυβέρνηση, η οποία δεν θα υπήρχε δίχως τους αγώνες του, για να τον καταντήσει ζητιάνο.
ΟΤΑΝ Η ΣΤΡΑΤΙΑ ΤΟΥ ΔΡΑΜΑΛΗ εισέρχεται στην Αργολίδα, βρίσκουμε τον Σπυριδιώνη στο στρατόπεδο των Μύλων της Λέρνης να παρηγορεί τ’ απελπισμένα πλήθη με διηγήσεις εκλαμπρότατων στιγμών της ελληνικής ιστορίας, γεμάτες αστεία γνωμικά και τερπνά επεισόδια:
«Μην σκιάζεστε τα μεμέτια, ωρές! Ενθυμείστε τι απάντησε ο Λεωνίδας στον Πέρση, όταν απείλησε πως τα βέλη του θα κρύψουν τον ήλιο; “Καλύτερα: θα πολεμούμε υπό σκιάν!” Κι εμείς είμαστε περισσότεροι από τρακόσοι, δεν είμαστε;»
«Είμαστε, είμαστε! Να μας ζήσεις, Σπυριδιώνη!» αφιονίστηκαν τα πλήθη.
Τότε εμφανίστηκε μπροστά του σοβαρότατος ο Νικηταράς.
«Μην τους σηκώνεις τα μυαλά, ωρέ!»
«Αυτό που τους σηκώνω βρίσκεται πιο κάτω απ’ τα μυαλά, πολύ πιο κάτω», είπε μειδιώντας σαρδόνια ο μουρλο-Λευκαδίτης, και τραντάχτηκε το στρατόπεδο απ’ τα χάχανα.
Εκείνος, χαμογελώντας, απόρησε:
«Μα πού τα βρίσκεις και τα λες; Πού τα βρίσκεις;»
«Εσύ πού τα βρίσκεις και τα ’χεις διπλά κάτω απ’ την φουστανέλα;» Κι εννοούσε τα «καρύδια».
«Σώπαινε, σώπαινε, Χριστιανέ μου, και κοκκίνισαν και τα κοτρώνια!»
«Δεν κοκκίνισαν απ’ τα λόγια μου, στρατηγέ, μ’ απ’ τα κεφάλια των Τουρκαλάδων που ξεπάστρεψες. Το λοιπόν, σε ξεβαφτίζω από Νικηταρά και σε βαφτίζω Τουρκοφάγο!»
Τα πλήθη παραληρούσαν:
«Τουρκοφάγος! Τουρκοφάγος! Γεια σου, Σπυριδιώνη, νουνέ!»
Κι εκείνος, αρπάζοντας μια μπιστόλα, την βρόντηξε στον αέρα, λέγοντας:
«Να ο νουνός, να και τα κεράσματα!»
Άρεσε στον Νικηταρά ο μουρλο-Λευκαδίτης. Κανείς δεν διασκέδαζε περισσότερο τα παλληκάρια του απ’ αυτόν. Μαζί με το έτερο μουρλάδι του στρατεύματος, τον αμίμητο Τσοπανάκο, έκαναν διαγωνισμούς στιχοπλοκής, στους οποίους διά βοής αναδεικνύονταν ο νικητής.
Άρχιζε ο ένας: «Ο γάιδαρος του Δράμαλη / τρώει ψωμί και σάμαλι». Και τέλειωνε ο άλλος: «Μα θα την φάει και θα πονεί, / ο Δράμαλης, γαϊδουρινή!»
Ακολουθούσε πανζουρλισμός: χειροκροτήματα, ιαχές, ντουφεκιές.
«Γράφεις αριστουργήματα, ρε μπαγάσα, αριστουργήματα», του φώναζαν όλοι.
«Αχριστουργήματα, αχριστουργήματα», αυτοχλευάζονταν εκείνος.
Μια μέρα έτρωγε βρασμένο καλαμπόκι με αλάτι ο Σπυριδιώνης.
«Μωρέ, τι τρως;»
«Τρέφομαι οικτρώς!» απάντησε αυτοστιγμεί στον Νικηταρά.
«Και θα χορτάσεις;»
«Εγώ τρώω κι εσύ θα σκάσεις!»
Ε, μα ήταν απίθανος αυτός ο τύπος! Μπορούσε να πείσει ακόμα και χήρα να ξαναπαντρευτεί την ίδια μέρα που έθαψε τον άντρα της, έτσι λέγανε, για να δείξουν το πόσο εύκολα κανείς ευθυμούσε μαζί του.
ΜΕ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ ΤΟΥ ΝΑΥΠΛΙΟΥ, τον Δεκέμβρη του 1822, ο Σπυριδιώνης εισέρχεται στην πόλη και πιάνει αμέσως δουλειά: χαράζει τις σφραγίδες των Αρχών του πρώτου Ελληνικού Κράτους.
Ίσως να κατασκεύαζε και βαρέλια, αν δεν ξημεροβραδιάζονταν στο καφενείο του Καπετάν Αλέξη, στην Πλατεία Πλατάνου, παρατηρώντας τους αργόσχολους στρατιωτικούς να φκιάχνουν στα ξυλοτράπεζα του καφενέ, με κιμωλία, σχέδια μελλοντικών μαχών και επιχειρήσεων, ενώ ο Ιμπραήμ Πασάς όργωνε την Πελοπόννησο απ’ άκρη σ’ άκρη κι έκρουε τις πύλες κι αυτού ακόμη του Ναυπλίου.
Ο αυτοαποκαλούμενος Βασιλεύς της Λευκάδος εξόργιζε τους πολυλογάδες καραβανάδες με πειράγματα και ειρωνείες, τόσο πολύ, που ένας Ρουμελιώτης καπετάνιος τράβηξε το σπαθί του και τον έστρωσε στο κυνήγι μέχρι την πόρτα της οικίας του Νικηταρά, μα την τελευταία στιγμή τον έσωσαν απ’ τον αποκεφαλισμό τα μακριά φουστάνια της κόρης του στρατηγού, Ρεγγίνας, που τον έκρυψαν.
ΣΤΑ ΤΕΛΗ ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1823 το Βουλευτικό Σώμα καταφεύγει στο Κρανίδι για να βρίσκεται πιο κοντά στα ναυτικά νησιά που το υποστήριζαν. Από εκεί κηρύσσει παράνομο το Εκτελεστικό και κηρύσσει νέο, με επικεφαλής τον υδραίο μεγαλοκαραβοκύρη Γεώργιο Κουντουριώτη.
Έτσι, δημιουργούνται δύο πόλοι εξουσίας, ο ένας με έδρα το Κρανίδι, οι «Κυβερνητικοί», και ο άλλος με έδρα την Τριπολιτσά, οι «Αντικυβερνητικοί». Η μία κυβέρνηση κατηγορούσε την άλλη ως παράνομη, ενώ και οι δύο προκήρυξαν εκλογές για την ανάδειξη νέου Βουλευτικού.
Οι «Αντικυβερνητικοί» κατηγορούσαν τους «Κυβερνητικούς» ότι θέλουν να παραδώσουν την Ελλάδα στους Άγγλους, ενώ οι «Κυβερνητικοί» εξέφραζαν τους φόβους για τις δικτατορικές τάσεις των στρατιωτικών, που αποτελούσαν τη ραχοκοκαλιά των «Αντικυβερνητικών».
Η πλάστιγγα έγειρε εύκολα υπέρ των «Κυβερνητικών», που είχαν την δύναμη και τον πλούτο. Συσπείρωναν τους νησιώτες εφοπλιστές και κεφαλαιούχους, τους περισσότερους ρουμελιώτες οπλαρχηγούς, το μεγαλύτερο μέρος των Πελοποννησίων γαιοκτημόνων, τους Έλληνες του εξωτερικού και τους περισσότερους φιλέλληνες.
Ο Κολοκοτρώνης μπορεί να ήταν η ψυχή των «Αντικυβερνητικών», αλλά οι δυνάμεις που τον υποστήριζαν ήταν περιορισμένες.
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΗ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ και την κατάληψη του Ναυπλίου από τον Γεώργιο Κουντουριώτη, ο Σπυριδιώνης – πάντα με το μέρος του Κολοκοτρώνη και του Νικηταρά – εμφανίστηκε ένα πρωί στην Πλατεία Πλατάνου φορώντας ψευδεπίχρυση στολή και παράσημα, παριστάνοντας τον Βασιλιά των Ελλήνων. Ανέβηκε σε μια καρέκλα, κρατώντας στο χέρι ένα μακρύ ορειχάλκινο μελανοδοχείο, και εκθείασε την νίκη των καλαμαράδων και την διά των μελανοδοχείων καταστροφή του Ιμπραήμ!
Σφόδρα αγανακτισμένος ο Σπυριδιώνης, καθώς έβλεπε τους ανθρώπους της Κυβερνήσεως να κινούνται πάνω-κάτω μέσα στην πόλη φουριόζοι και περιφρόντιδες, έλεγε:
«Ε, ησυχότερα, μην κάνετε σαν τους γύφτους που κλέβουν το σίδερο!»
Μιαν άλλη μέρα, που συνεδρίαζε το Εκτελεστικό Σώμα στην οικία του Κουντουριώτη, προκειμένου να επικυρώσει απόφαση του Βουλευτικού, περί εκποιήσεως εθνικών γαιών σε φιλοκυβερνητικούς, ο Σπυριδιώνης προσήλθε εις τον εγγύτατα της οικίας περίβολο του φρουρίου, και με φωνή στεντόρεια, επιτηδευμένα μιμούμενος την καθαρευουσιάνικη γλώσσα των καλαμαράδων, άρχισε να βρίζει και ν’ αναθεματίζει, δήθεν, την αναρχική και αρπακτική πολιτική του γερο-Κολοκοτρώνη, ο οποίος «σφάζων αρνιά και τρώγων κότας, ταΐζων δε το άλογό του με κριθάρι, ερήμαξε την Ελλάδα, ενώ ο κακόμοιρος ο κυρ-Γιώργης Κουντουριώτης έφερε τον θαλασσινόν του ίππον και τον άραξε στα σίγουρα εις το Μπούρτζι – το επιθαλάσσιο φρούριο του Ναυπλίου – και έτσι μας ξανακουβάλησε τους Τούρκους και τον Μπραΐμη εις τον κατακαημένον Μωριά».
Κατόπιν, μαινόμενος, κατήγγειλε ξεκάθαρα στον λαό την εκποίηση των εθνικών κτημάτων, απ’ το Βουλευτικό και το Εκτελεστικό σώμα, στους παρατρεχάμενους της Κυβέρνησης, καταλήγοντας με την γνωστή επωδό:
Βουλευταί κι Εκτελεσταί,
αγορασταί και πωληταί!
ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ 1825, ο Υδραίος πλοίαρχος, Κυριάκος Σκούρτης –χειροτονημένος από τον Κουντουριώτη «Αρχιστράτηγος των όπλων της Πελοποννήσου»– προσκάλεσε τον λαβωμένο ψυχικά, λόγω της απώλειας του γιου του Πάνου στον τελευταίο εμφύλιο, Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, να προσέλθει στο Ναύπλιο να συμφιλιωθούν.
Αντί συμφιλιώσεως, όμως, τον συλλαμβάνει και τον στέλνει υπό ισχυρή στρατιωτική συνοδεία στην Ύδρα, να φυλακιστεί μαζί με άλλους αποστάτες οπλαρχηγούς στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία.
Στην αποβάθρα του Ναυπλίου, καθώς μεταφέρουν τον Γέρο του Μωριά στο καράβι για την Ύδρα, ο στημένος από την Κυβέρνηση όχλος τον γιουχάρει, πετώντας του πέτρες και αποφάγια. Μια πέτρα μάλιστα τον τραυματίζει σοβαρά στο δεξί μάτι.
Ο Κολοκοτρώνης κοντοστέκεται και τους κοιτάζει βουρκωμένος, ενώ το αίμα τρέχει στο πρόσωπό του. Η οχλοβοή σταματά. Ο Γέρος προτάσσει τ’ αλυσοδεμένα χέρια του και λέει:
«Κρίνετε εσείς αν μου πρέπει τέτοια καταισχύνη!»
Αφήνουν κάτω τις πέτρες και φεύγουν από ντροπή. Μένουν μόνον εκείνοι που αγαπούσαν τον Γέρο, να κοιτάζουν το πλοίο που απομακρύνεται στον ορίζοντα.
Ο Σπυριδιώνης τότε, για να καυτηριάσει την αναξιοπιστία της Κυβερνήσεως, αφηγείται στο αγανακτισμένο πλήθος τον μύθο των πιθήκων:
«Πώς πιάνουν, φίλοι μου, οι κυνηγοί τα πιθήκια; Με τα χέρια; Όχι, βέβαια, γιατί δαγκάνε! Τα πιάνουν με δόλο: τους βάζουν πιθάρια γεμάτα καρύδια, αλλά με στενό στόμιο, και τα κρεμάνε στα δέντρα. Τα πιθήκια χώνουν το χέρι στην τρύπα και φουχτώνουν τα καρύδια. Μετά, όμως, άντε να το βγάλουν! Γιατί, λαίμαργα όπως είναι, δεν λένε να εγκαταλείψουν τα καρύδια για να ξεμαγκώσει το χέρι. Κι έτσι, τα πιάνουν!»
Εύκολα ο καθείς εννοούσε ότι ο Σπυριδιώνης, με τον μύθο αυτόν, υπαινίσσονταν τον Κολοκοτρώνη, ο οποίος, παραπλανημένος από την αίγλη της εξουσίας, ήρθε στο Ναύπλιο κι έπεσε στην παγίδα που του έστησαν τα όργανα της Κυβερνήσεως.
ΟΙ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟΙ ΣΤΗΝ ΥΔΡΑ, με εισήγηση του Κωλέττη, πρόκριτοι και καπεταναίοι του Μωριά –Κολοκοτρώνης, ∆εληγιανναίοι, Θεόδωρος Γρίβας, Γεώργιος και Χρύσανθος Σισίνης, Σωτήρης και Ιωάννης Νοταράς– παρακολουθούσαν με αγωνία την άσχημη τροπή που είχαν πάρει τα πράγματα και ζητούσαν την άμεση απελευθέρωσή τους, ώστε να μπορέσουν να πολεμήσουν τον Ιμπραήμ.
Ο λαός της Ύδρας έδειχνε απροκάλυπτα την συμπάθειά του στους κρατουμένους, στέλνοντάς τους μικρά δώρα για ν’ απαλύνει την πίκρα τους: αμυγδαλωτά, φκιαγμένα με μια πανάρχαια συνταγή, από αμύγδαλα και ροδόνερο, φέσια, μαντήλια και κομπολόγια ήταν στο ημερήσιο πρόγραμμα. Στο τέλος, δεν ένιωθαν πλέον φυλακισμένοι, αλλά φιλοξενούμενοι που δεν τους άφηναν να φύγουν οι οικοδεσπότες.
Ακόμα κι ο ίδιος ο Λάζαρος Κουντουριώτης –άνθρωπος με εξαιρετική αντίληψη, αλάνθαστη πολιτική κρίση και θερμότατο πατριωτισμό– πολύ γρήγορα άρχισε να συναινεί για την απόλυσή τους.
Κάποτε ο Κολοκοτρώνης ζήτησε να τον συναντήσει.
Το απόγεμα της Μεγάλης Τρίτης του 1825 η συνάντηση πραγματοποιήθηκε στο αρχοντικό του Κουντουριώτη.
«Σ’ ακούω, Θοδωράκη! Για πες μου τώρα γιατί ζήτησε να μ’ ανταμώσεις;»
Ο Γέρος αποκρίθηκε με το ασυναγώνιστο χιούμορ του:
«Να σου πω, κυρ Λάζαρε! Τώρα που κι ο δικός σου ο Γιώργης έγινε αρχιστράτηγος κι ο καπτάν Κυριάκος στρατηγός, ήρτα να σε παρακαλέσω να με κάμεις κι εμένα… ναύαρχο!»
Ο Κουντουριώτης λύθηκε στα γέλια. Η ατμόσφαιρα ζεστάθηκε. Κι η πρόταση του Κολοκοτρώνη για την απελευθέρωση του ίδιου και των κρατουμένων δεν απεκρούσθη σθεναρώς.
Ήταν και οι Υδραίοι, που υπολήπτονταν πολύ τον κυρ Λάζαρο, μα τώρα πια του το πέταγαν κατάμουτρα:
«Αν το κουβέρνο σιωπήσει, θα μιλήσουν τ’ άρματα!»
Πολλοί στενοί φίλοι του Γεώργιου Κουντουριώτη είχαν έντονα εκδηλωθεί υπέρ των κρατουμένων.
Ένας απ’ αυτούς ήταν ο φλογερός υπουργός Εσωτερικών και Αστυνομίας Γρηγόριος Δικαίος, ο επονομαζόμενος Παπαφλέσσας, που τελικά αποφάσισε να ηγηθεί ο ίδιος της εκστρατείας κατά των Αιγυπτίων, για ν’ απαιτήσει, κατόπιν ενδεχόμενης επιτυχίας του, την απελευθέρωση των αρχηγών.
Πορευόμενος προς το Μανιάκι, πληροφορήθηκε ότι είχαν απελευθερωθεί οι κρατούμενοι και είχε ήδη δοθεί γενική αμνηστία. Τα γεγονότα, όμως, τον πίεζαν αφόρητα. Το πεπρωμένο τον πρόσμενε. Το αίμα στενεύονταν στις φλέβες του. Αδημονούσε να χυθεί στην ύστατη θυσία. Παραμονή της μάχης ενθυμήθηκε τον Λεωνίδα και είπε στους συμπολεμιστές του τα ίδια περίπου λόγια: «Αύριο ή θα νικήσουμε ή θα δειπνήσουμε στον Άδη». Την νύχτα λιποψύχησαν πολλοί. Γλίστρησαν σαν σκιές και κρύφτηκαν στα δάση. Απόμειναν καμιά τρακοσαριά. Κι έγινε το Μανιάκι οι δικές τους Θερμοπύλες. Έπεσαν μέχρις ενός.
Δυο μέρες νωρίτερα – όπως ήδη γνωρίζουμε – η κυβέρνηση Κουντουριώτη, Κωλέττη, Μαυροκορδάτου, κατόπιν εντονότατων πιέσεων του λαού, αποφάσισε να δώσει αμνηστία στους κρατουμένους.
Ο Κολοκοτρώνης έμεινε φυλακισμένος τέσσερις μήνες στην Ύδρα. Υπέφερε απ’ το τραύμα στο μάτι, ενώ και η γενικότερη κατάσταση της υγείας του είχε κλονιστεί. Εκεί τον φρόντιζε μια αποσχηματισμένη καλόγρια, η Μαργαρίτα, κόρη του Αγγελή Βελισσάρη από τα Χαλκιάνικα, με την οποία συνδέθηκε αισθηματικά. Αργότερα απέκτησε μαζί της κι έναν γιο, τον οποίο ονόμασε Παναγιώτη, σε ανάμνηση του αδικοχαμένου πρωτότοκου Πάνου.
Ο πρόεδρος του Εκτελεστικού Γεώργιος Κουντουριώτης, υποκύπτοντας στις πιέσεις και δίνοντας γενική αμνηστία, αναλογίστηκε την ταλαιπωρία των στρατιωτικών και προκρίτων εξαιτίας της Κυβέρνησεώς του και ρώτησε συνοφρυωμένος: «Ναι, να τους αφήσουμε, αλλά πού θα κρυφτούμε για να γλυτώσουμε την εκδίκηση, μου λέτε;»
ΟΤΑΝ Ο ΓΕΡΟΣ ΕΦΤΑΣΕ ΣΤΟ ΝΑΥΠΛΙΟ, μαζί με τους πρώην κρατουμένους, τα «ζήτω» του κόσμου τρικύμιζαν τον αέρα απ’ άκρη σ’ άκρη.
Τότε ο Κολοκοτρώνης είπε δυο λόγια:
«Έλληνες! Πριν έβγω στ’ Ανάπλι έριξα στην θάλασσα τα πικρά τα περασμένα. Κάμετε κι εσείς το ίδιο. Στο δρόμο που περνούσαμε να ’ρθούμε στην εκκλησιά, είδα κάποιους να σκάβουν έναν λάκκο. Ρώτησα και μου ’πανε πως ψάχνουνε χαμένο θησαυρό. Εκεί, στον λάκκο μέσα, ρίχτε κι εσείς τα μίση τα δικά σας. Έτσι θα βρεθεί και ο χαμένος θησαυρός: η ομόνοια του γένους».
Μόλις ο Κολοκοτρώνης τέλειωσε τον λόγο του, κοπάζοντας οι ζητωκραυγές και τα χειροκροτήματα, έσπευσε κι ο Σπυριδιώνης να τον υποδεχτεί αναφωνώντας:
«Χαίρε Αρχιστράτηγε των Ελλήνων!»
Κατόπιν, με ύφος επίσημο, έδωσε σ’ αυτόν μια τσέτουλα –μικρό ξύλο, όπου παλαιότερα σημείωναν με εγκοπές τα βερεσέδια– που συμβόλιζε την ειλικρινή συμφιλίωση, την οποία χρωστούσαν στον Γέρο του Μωριά· μια κάπα, απαραίτητη στην διαβίωσή του στο στρατόπεδο· ένα σπαθί, για να σφάζει τους Τούρκους· κι ένα ραβδί.
«Καλά όλα τ’ άλλα!» απόρησε ο Κολοκοτρώνης. «Το ραβδί, ωρέ παιδί, τι μου το ’δωκες;»
Ο Σπυριδιώνης, περιμένοντας την ερώτηση, είχε την απάντηση στο τσεπάκι του:
«Ε, μα χωρίς ραβδί, το σπαθί είναι άχρηστο, στρατηγέ μου!»
Κανείς δεν φάνηκε να κατάλαβε τι εννοούσε.
Ο Σπυριδιώνης, μισοκλείνοντας αλεπουδιάρικα τα μάτια, σιώπησε λίγες στιγμές, επιτείνοντας εντέχνως την αγωνία τους. Κι ελάχιστα πριν αρχίσουν ν’ αγανακτούν, εκστόμισε τούτα:
«Με το ραβδί, Αρχιστράτηγε, θα περιλάβεις τους αργόσχολους στρατιωτικούς, που ξημεροβραδιάζονται στα καφενεία και σχεδιάζουν με κιμωλία πάνω στα τραπέζια φανταστικές μάχες! Κατάλαβες τώρα γιατί χωρίς ραβδί, το σπαθί είν’ αχρείαστο; Γιατί άμα δεν ξεκουνήσουμε από δω, πώς θα πολεμήσουμε, διάτανε;»
Ο Κολοκοτρώνης έκαμε ένα βήμα μπροστά, τον αγκάλιασε και τον φίλησε σταυρωτά. Ο λαός ξέσπασε σε ιαχές θριάμβου, λες μόλις τώρα η μάχη με τον Ιμπραήμ να είχε κριθεί και η πλάστιγγα έγειρε προς το μέρος της νίκης:
«Ζήτω ο Κολοκοτρώνης!»
«Ζήτω ο Σπυριδιώνης!»
«Κάνουμε κι ομοιοκαταληξία, μάτια μου!» ψέλλισε βουρκωμένος ο μουρλο-Λευκαδίτης.
Στις 19 Μαΐου έγινε στην Μητρόπολη του Ναυπλίου η δοξολογία της συμφιλίωσης. Οι καμπάνες χτυπούσαν χαρμόσυνα, ανάφτηκαν πολύχρωμες λαμπάδες, κι ο ένας φιλούσε τον άλλον.
Από τον άμβωνα της εκκλησίας ο Σπυρίδων Τρικούπης εκφώνησε πανηγυρικό λόγο για την ενότητα:
«Κινδυνεύει η Πατρίς. Και δεν κινδυνεύει, βέβαια, διότι δεν έχει στρατεύματα φιλοκίνδυνα και εμπειροπόλεμα. Και δεν κινδυνεύει διότι δεν έχει χρηματικούς πόρους. Κινδυνεύει η Πατρίς από ημάς τους ιδίους, οι οποίοι αποκαταστήσαμεν το δυστυχισμένον Έθνος παίγνιον των παθών μας. Από ημάς, οι οποίοι αντί να κλείσωμεν τας δεινάς του και παλαιωμένας πληγάς, του ανοίξαμε νέας και βαρυτέρας. Από ημάς, οι οποίοι αντί να το οδηγήσωμεν εις τον λιμένα της σωτηρίας και ευδαιμονίας, το εφέραμεν εις το χείλος της αβύσσου. Και τούτον διατί; Διότι η φιλαρχία πολιορκεί τον νου μας, ο φθόνος και το εμφύλιον μίσος κατατρώγει τα σπλάχνα μας, η ιδιοτέλεια οδηγεί τα έργα μας, αι σκευωρίαι και τα διαβούλια είναι η πολιτική μας…»
ΤΟ 1825 ΝΑΥΠΗΓΗΘΗΚΕ ΣΤΟ ΛΟΝΔΙΝΟ το ατμόπλοιο «Καρτερία», το μόνο που παραλήφθηκε από τα έξι πλοία αυτού του τύπου, που είχαν παραγγελθεί από τον Τόμας Κόχραν για λογαριασμό της Ελληνικής επαναστατικής Κυβέρνησης, με την εξ ολοκλήρου χρηματοδότηση του Φιλελληνικού Κομιτάτου Λονδίνου.
Στις 3 Σεπτεμβρίου 1826 κατέπλευσε στο Ναύπλιο.
Πλήθος κόσμου πλημύρισε το λιμάνι για να θαυμάσει το επίτευγμα αυτό της ναυπηγικής τέχνης.
Ανάμεσά τους, βεβαίως, κι ο Σπυριδιώνης.
«Τι ’ναι τούτο ’δω το μουντζούρικο, φίλε μου;» απευθύνθηκε στον διπλανό του.
«Αυτό είναι το πρώτο ατμοκίνητο πολεμικό πλοίο στην Ιστορία!» αναφώνησε με άκρατο ενθουσιασμό εκείνος.
Ο Σπυριδιώνης δεν έχασε την ευκαιρία ν’ αστειευθεί, αλλά και συγχρόνως να σχολιάσει με καυστικότατο τρόπο τα ξοδεμένα χρήματα γι’ αυτό, μιας κι ήταν ήδη γνωστό το περιστατικό με την πυρκαγιά που ξέσπασε στο πλοίο πριν τον ερχομό του, που είχε ως αποτέλεσμα να καταστραφεί η μηχανή του και να φτάσει στο Κάλιαρι της Ιταλίας με την βοήθεια των ιστίων του. Κι αφού επισκευάστηκε, ήρθε στην Ελλάδα με καθυστέρηση τέτοια, που δικαιολογούσε απόλυτα το ευφυολόγημα και την σάτιρα του Σπυριδιώνη:
«Πολύ καρτερέσαμε τούτη εδώ την Καρτερία, αγαπητέ μου, που μόλις ναυπηγήθη, παρολίγον να ναυαγήθη! Άσε που αυτό το ατιμοκίνητο το ατμοκίνητο, μας εκόστισε αηδόνι κι εβγήκεν κούκος!»
Έκτοτε η φράση έμεινε. Κι έμελλε ουκ ολίγες φορές να μας κοστίσει ο κούκος αηδόνι στην κατοπινή ιστορία της πατρίδας μας, της Ψωροκώσταινας.
ΑΛΗΣΜΟΝΗΤΗ ΘΑ ΜΕΝΕΙ Η ΜΕΡΑ ΕΚΕΙΝΗ της 8ης Ιουνίου 1826, όταν ο διδάσκαλος του Γένους Γεώργιος Γεννάδιος, προσκαλούσε τους κατοίκους του Ναυπλίου στην Πλατεία Πλατάνου και με λόγια τόσο συγκινητικά, που ράγισαν και οι πέτρες, είπε πως ήταν καθήκον τους να κάνουν έρανο και να δώσει ο καθείς ό,τι έχει – ό,τι έχει και όχι ό,τι μπορεί – για να εξοπλισθεί η εκ θαύματος διασωθείσα φρουρά του ηρωικώς αλωθέντος Μεσολογγίου.
Κι ενώ κανείς δεν πλησίαζε στο τραπέζι, η φτωχότερη όλων, η Πανώρια Χατζηκώσταινα, η χήρα Αϊβαλιώτισσα προσφυγοπούλα –που είδε να σφάζουν τον άντρα της οι Τούρκοι και να σέρνουν τα παιδιά της στην αιχμαλωσία, κι από τότε πήρε υπό την προστασία της τα ορφανά τέκνα των αγωνιστών, τα οποία ζητιάνευε για να τα θρέψει– έβγαλε το ασημένιο δαχτυλίδι που φορούσε, και μαζί με το τελευταίο της γρόσι, τα ακούμπησε στο τραπέζι της ερανικής επιτροπής.
«Δεν έχω τίποτα άλλο από αυτό το ασημένιο δαχτυλίδι κι αυτό το γρόσι. Αυτά τα τιποτένια προσφέρω στο μαρτυρικό Μεσολόγγι».
Η απρόσμενη χειρονομία της, έκανε τον Σπυριδιώνη, που βρίσκονταν ανάμεσα στο πλήθος, ν’ αναφωνήσει:
«Για δείτε, η πλύστρα η Ψωροκώσταινα πρώτη πρόσφερε τον οβολό της».
Αμέσως ξύπνησε το ελληνικό φιλότιμο.
Ένας-ένας, όλοι άρχισαν να αποθέτουν στο τραπέζι του εράνου λίρες, γρόσια κι ασημικά – ό,τι ο καθένας είχε απ’ το υστέρημά του.
Τότε, κάποιος πλούσιος, αλλά γνωστός τοις πάσι φιλάργυρος, πλησίασε προς το τραπέζι της συσταθείσης επιτροπής και με πολύ δισταγμό κατέθεσε μερικά αργυρά νομίσματα.
Ο Σπυριδιώνης, που έτυχε την ώρα εκείνη να βρίσκεται ακριβώς πίσω του, έχωσε το χέρι στην τσέπη του τσιφούτη και απέσπασε από κει μια χρυσή ταμπακιέρα, την οποία προσέφερε στην επιτροπή λέγοντας:
«Πατριώτης μεγάλος ο ανήρ τούτος, αλλά ολίγον βαρήκοος! Δεν ήκουσεν, αγαπητοί μου, την φράση του διδασκάλου “ο καθείς ό,τι έχει” και συγκράτησεν μόνον το “ό,τι μπορεί”. Ζητώ συγγνώμην εκ μέρους του και ζητώ την εκ μέρους σας κατανόησιν!»
Τότε, τα γέλια του πλήθους ξεπέρασαν κατά πολύ τον χώρο της Πλατείας Πλατάνου και έφτασαν μέχρι τις μέρες μας.
Ο ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ, με απόφαση της Γ´ Εθνοσυνέλευσης της Τροιζήνας, ανέλαβε τα ηνία του κλυδωνιζόμενου Ελληνικού Κράτους στις 18 Ιανουαρίου 1828. Την νύχτα εκείνη το Ναύπλιο αποκοιμήθηκε «μέσα στην ευφροσύνη όλου του λαού και στην μελαγχολία μερικών προκρίτων και αριστοκρατών» [2] .
Δεν πέρασε πολύς καιρός από τότε, και ο Σπυριδιώνης τάχθηκε με την αντιπολίτευση. Όμως ήταν πολύ επιφυλακτικός στις επικρίσεις του, γιατί έτρεμε τον αυστηρό Κεφαλλονίτη αστυνόμο Ευάγγελο Ποταμιάνο, τον πιστό εκτελεστή του καθήκοντος, του οποίου η έκτακτη και αφιλοκερδής αφοσίωση υπήρξε παροιμιώδης.
Ο Σπυριδιώνης περιορίστηκε σε χλευαστικούς ψιθύρους. Κι όταν κάποιος απ’ την παρέα μιλούσε δυνατότερα, του έκανε νόημα να σωπάσει, φέρνοντας το δάχτυλο στα χείλη και λέγοντας: «Σουτ, γιατί έρχεται ο ικ… σουήτ… σουτ…», υπονοώντας τον αυστηρό και δραστήριο αστυνόμο.
Παρ’ όλο τον φόβο του, όμως, δεν παρέλειπε – στις ιδιωτικές συναντήσεις με εμπιστευμένους ομοϊδεάτες του – να σατιρίζει παντοιοτρόπως το απεχθές όργανο της τάξεως και να σκώπτει την φυσική δυσμορφία του με μύριους μορφασμούς και διαστροφές του προσώπου και επάλειψη αυτού δι’ ασβόλης.
Έτσι, πασαλειμμένο με καπνιά, τον έπιασε να τον χλευάζει μια φορά ο αστυνόμος και τον έριξε στο μπουντρούμι.
Με την μεσολάβηση του ίδιου του κυβερνήτη αφέθηκε ελεύθερος, αφού υποσχέθηκε πιο πριν πως θ’ αλλάξει ρότα.
Λέγεται, μάλιστα, πως ο Καποδίστριας κατέβηκε στο μπουντρούμι μόνος του και μίλησε με τον Σπυριδιώνη:
«Σε θυμάμαι από την Λευκάδα εσένα, φίλε μου! Ναι, το 1807 στην Αγια-Μαύρα. Εσύ δεν ήσουν που κουβάλησες την θύρα, τα παράθυρα και την ξυλεία του πατώματος της οικίας σου για το ανάχωμα;»
«Θα κουβαλούσα και το καλύβι, εξοχότατε! Αν έβρισκα τρόπο να το ξεθεμέλιωνα, δηλαδής», απάντησε αστειευόμενος, αλλά με σεβασμό και σεμνότητα ο Σπυριδιώνης.
«Μα, καλά, γιατί δεν κάθεσαι στ’ αυγά σου και δημιουργείς συνεχώς προβλήματα στα όργανα της τάξεως;» τον επιτίμησε ο Καποδίστριας.
«Δεν πολεμήσαμε για να κάτσουμε στ’ αυγά μας, κυβερνήτα! Αλλά για να έχουμε λόγο και να έχουμε και το θάρρος να τον λέμε», διαρρηγνύει τα ιμάτιά του ο Σπυριδιώνης.
«Μα και βέβαια, αγαπητέ μου, μπορείς να κρίνεις την κυβέρνηση. Κι εμένα προσωπικά, σου δίνω το ελεύθερο ακόμα και να με βρίζεις αν θέλεις. Αλλά αυτός ο έρμος ο Ποταμιάνος είναι κομματάκι αψύς. Χρειάζεται να του μπαίνεις συνεχώς στην μύτη; Και ν’ αλείφεσαι με καπνιά κοροϊδεύοντάς τον; Αν οι αστυνόμοι λοιδορούνται απ’ τους ευυπόληπτους πολίτες κατ’ αυτόν τον τρόπο, θαρρείς πως θα τους υπολήπτονται οι ανυπόληπτοι; Ε; Τι λες; Έλα για λίγο στην θέση του».
Μέχρι να έρθει στην θέση του Ποταμιάνου ο Σπυριδιώνης, έφυγε από την θέση του ο Καποδίστριας. Κι όχι μόνον από την θέση του κυβερνήτη…
Στην τελευταία της επιστολή προς τον Καποδίστρια, η αγαπημένη του, Ρωξάνδρα Στούρτζα, του ζητάει να φυλάγεται:
«Έμαθα ότι δεν δέχεσθε με κανένα τρόπο να σας φρουρούν. Ότι αρνείσθε να σας συνοδεύουν σωματοφύλακες. Γνωρίζοντας την γενναιότητα και την ακεραιότητα του χαρακτήρα σας, ήμουν σίγουρη για την άρνησή σας. Γιατί όμως δεν σκέπτεσθε ότι η δυστυχισμένη πατρίδα μας σας εξέλεξε ως πρώτο Κυβερνήτη της και σας έχει απόλυτη ανάγκη για την σωτηρία της, από τόσους εχθρούς, ξένους και ιδικούς μας, που επιβουλεύονται, με άλλους καταχθόνιους τρόπους, την ελευθερία και την ανεξαρτησία της; Γιατί δεν συλλογίζεσθε τον δυστυχισμένο λαό της που είσθε το μόνο πρόσωπο στο οποίο, με τη σοφή διαίσθησή του, έχει στηρίξει όλες τις ελπίδες του και τα όνειρά του επάνω σας, δικαιολογημένα; Αυτόν τον λαό που σας λατρεύει κυριολεκτικά, που σας φωνάζει «πατέρα», που σας βλέπει ως το μοναδικό σωτήρα του από τη σκληρή εκμετάλλευση των παλαιών «αρχόντων» του; Οι χιλιάδες τα ελληνόπουλα, που τους προσφέρατε την πατρική σας στοργή, προστασία, αγάπη, μόρφωση, σχολειά, μουσική, τέχνες, δεν σας συγκλονίζουν; Δεν σκέπτεσθε ότι θα μείνουν ορφανά, χωρίς πατέρα;»
Η επιστολή αυτή έφθασε στο Ναύπλιο όταν η πατρίδα, σαν χαροκαμένη μητέρα, είχε πλέον μαυροφορεθεί. Και τα τέκνα της, ήδη ορφανά, θρηνούσαν τον θάνατο του Κυβερνήτη, ο οποίος θάφτηκε –μη διαθέτοντας άλλη στολή– με τα ματωμένα ρούχα που φορούσε.
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΟΥ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ στις 9 Οκτωβρίου 1831 (στις 27 Σεπτεμβρίου με το Ιουλιανό) και κατόπιν περιόδου αναταραχών, οι Μεγάλες Δυνάμεις διόρισαν βασιλέα της Ελλάδος τον Όθωνα.
Ο Σπυριδιώνης, τότε, βρήκε ακόμα πιο πρόσφορο έδαφος για σάτιρα. Τα έβαλε με τους Βαυαρούς στρατιώτες, που του κάθονταν στο στομάχι, όπως και κάθε ξένος κατέχων εξουσία στην Ελλάδα, κατάλοιπο κι αυτό από την μαρτυρική Λευκάδα – μπας και δεν πέρασε κι από κει η σάρα και η μάρα; Αντέχεται η καταπίεση; Καταπίνεται η προσβολή; Ξεχνιούνται τα κομμένα κεφάλια, τα κρεμασμένα στο Πεντοφάναρο;
Αρχίνησε ξανά τους πύρινους λόγους:
«Μα είναι καράβλαχοι αυτοί οι Αλαμάνοι! Όταν κατέβηκαν στην Τεργέστη, να μπουν στα καράβια που θα τους έφερναν στην Ελλάδα – ανάθεμα την ώρα! – κι είδανε πρώτη φορά την θάλασσα, ξέρετε τι κάμανε, οι μπουνταλάδες; Ξέρετε;»
«Τι κάμανε;» αγωνιούσαν οι θαμώνες του καφενείου.
«Τι κάμανε;…» επέτεινε με απαράμιλλη τέχνη την αγωνία τους αυτός.
Οι άλλοι κοιτούσαν με το στόμα ορθάνοιχτο σαν χάνοι.
«Περάσανε την αρμύρα για γλυκό νερό και…»
«Και;…» επανέλαβε το κοινό εν εκστάσει.
«Και σκύψανε να πιούνε! Να τι κάμανε!»
Έπεσε πολύ γέλιο, μα το διέκοψε ο Σπυριδιώνης λέγοντας:
«Μην γελάτε! Δεν είναι για γέλια αυτά τα πράματα, αλλά για κλάματα! Πού να ακούσετε δηλαδή και το άλλο…»
Σιώπησε ξανά εντέχνως.
«Ποιο άλλο, ποιο άλλο; Πες το μας, ντε, και μας έσκασες; Με το τσιγκέλι θα στα βγάνουμε;»
«Να, οι καλοί σας οι Βαυαροί, είναι…»
Οι παριστάμενοι κρεμάστηκαν κυριολεκτικά απ’ τα χείλη του.
«Είναι…» επανέλαβαν μηχανικά κι εκείνοι.
Τότε αυτός, παίρνοντας έκφραση απολύτου αποστροφής, ξεστόμισε:
Είναι… χελωνοφάγοι!»
«Μπλιαχ! Αηδίες, καημένε! Μα είναι δυνατόν;» ακούστηκαν πολλές φωνές μαζί και κάποιοι έπιασαν τις κοιλιές τους δήθεν να ξεράσουν.
Με την προκλητική του αυτή συμπεριφορά, ο Σπυριδιώνης, πολλές φορές απειλήθηκε κι άλλες τόσες κακοποιήθηκε απ’ τα όργανα της τάξεως.
Έτσι, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το Ναύπλιο και να μεταβεί στην Αθήνα.
ΕΝ ΕΤΕΙ 1834, δεν πρόλαβε καλά-καλά ο ήρωάς μας να πατήσει στην αττική γη, κι η πρωτεύουσα του κράτους, μαζί με τον Όθωνα και τους μισητούς Βαυαρούς του, μεταφέρθηκε στην Αθήνα κι εκείνη!
Από τότε, ο Σπυριδιώνης, περιφερόμενος ένθεν κακείθεν, σαν κάτι ν’ αναζητούσε, απαντούσε στις ερωτήσεις τον διερχομένων πως ψάχνει παντού να βρει – ως άλλος Διογένης – κανέναν Αθηναίο, και βλέπει μόνον Βαυαρούς και βλαχαδερά!
Κι όταν μια μέρα κάτι αγυιόπαιδες εκ των οψοκομιστών –κάτι αλητόπαιδα για τα θελήματα– τον παρενοχλούσαν λέγοντας πως αυτοί είναι οι γνήσιοι Αθηναίοι που εναγωνίως αναζητούσε, εκείνος ανέβηκε σ’ ένα αρχαίο μάρμαρο στην πύλη της Αγοράς, εστραμμένος προς την Ακρόπολη, κι έριξε μια μούντζα στα παλιόπαιδα που μαζώχτηκαν τριγύρω του, βουίζοντας όπως οι αλογόμυγες, και αναφώνησε:
Ω Αθήνα, πρώτη χώρα,
τι γαϊδάρους τρέφεις τώρα!
που ’τρεφες τους φιλοσόφους,
τώρα τρέφεις παλιανθρώπους! [3]
Με το άκουσμα των στίχων αυτών, το πλήθος που εν τω μεταξύ μαζεύτηκε, άρχισε να τον βρίζει και να τον πετροβολά, καταδιώκοντάς τον μέχρι το κοντινό στην αγορά παντοπωλείο του Χιώτη Στέφανου Κουζουλούδη, ο οποίος ήταν γνωστός του από το Ναύπλιο και τον έκρυψε εκεί, γλυτώνοντάς τον από την μανία του όχλου.
ΕΠΙ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΟΔΟΥ, πριν τον Βοτανικό Κήπο, υπήρχε την εποχή εκείνη ένα ζυθοπωλείο, ονόματι «το Πράσινο Δενδρί». Με το πέρας την ημέρας – και εις το ροδόχρουν φως της εσπέρας – προσέρχονταν Βαυαροί, ως επί το πλείστον αξιωματικοί της Φρουράς των Αθηνών, για να πιουν την μπύρα τους και να δειπνήσουν με παστά χοιρινά και φημισμένα γερμανικά αλλαντικά.
Στο εν λόγω ζυθοπωλείο κατέφθασε ένα πρωί ο Σπυριδιώνης και παρήγγειλε στον Βαυαρό διευθυντή, δήθεν εξ ονόματος γνωστού ανωτέρου αξιωματικού, ιδιαίτερο πρόγευμα για δέκα περίπου άτομα.
Η παραγγελία εκτελέσθηκε, το τραπέζι ετοιμάστηκε, την ώρα που συμφωνήθηκε, στην μεγάλη σάλα του καταστήματος, και άπαν το υπηρετικό προσωπικό ανέμενε με αδημονία τους υψηλούς συνδαιτυμόνες.
Τότε, ο Σπυριδιώνης, κατέφθασε με μια ντουζίνα μαντρόσκυλα, που είχε περισυλλέξει έξωθεν παρακείμενου κρεοπωλείου, και εισήλθε μαζί τους λαθραία στο κατάστημα από την είσοδο προσωπικού. Έβαλε τους σκύλους μέσα, έκλεισε την πόρτα πίσω του κι εξαφανίσθηκε.
Οι πειναλέοι σκύλοι, μόλις μυρίστηκαν το ψητό, ορμήξανε σαν λυσσασμένοι στα τραπέζια αρπάζοντας κρέατα, σέρνοντας λουκάνικα, σπάζοντας πιάτα, και σκορπίζοντας μεσάλια και κουταλοπίρουνα στο δάπεδο. Τα γκαρσόνια, κάθιδρα, έτρεχαν με σκουπόξυλα, φωνάζοντας και χτυπώντας, να αποδιώξουν τους πειναλέους επιδρομείς.
Κι ενώ στην αίθουσα γινόντανε το έλα να δεις, εμφανίστηκε από την κύρια είσοδο ο Σπυριδιώνης απαθής, κρατώντας απ’ το λουρί κάμποσους οικόσιτους σκύλους. Και, βλέποντας την καταστροφή που συντελούνταν, άρχισε ν’ αναθεματίζει τα αδέσποτα σκυλιά, διαμαρτυρόμενος ότι «έτσι και οι Αλαμάνοι ήρθαν και τρώνε το ψωμί των Ρωμιών!»
Κατόπιν της τελευταίας σκηνής, η βαυαρική αστυνομία συνέλαβε τον Σπυριδιώνη και τον εξόρισε στην Αίγινα, απαγορεύοντάς του αυστηρά «να πατήσει το πόδι του το χώμα των Αθηνών» στο εξής.
Μετά την απαγόρευση, μετέβη εις τον υπαγορευθέντα υπό των Βαυαρών τόπο της εξορίας του, προμηθεύθηκε ευρύχωρα υποδήματα, με διπλούς πάτους, και αφού τοποθέτησε μεταξύ των πάτων των υποδημάτων του χώμα εξ Αιγίνης, επανήλθε εις τας Αθήνας όλως αδιάφορος.
Και όταν ευθύς τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν στο αστυνομικό κατάστημα, άρχισε να διαμαρτύρεται φωνάζοντας ότι δεν είχε παραβιάσει διόλου την εντολή που του δόθηκε, καθόσον τα πόδια του πατούσαν ακόμα την γη της Αιγίνης, που βρίσκονταν μέσα στα υποδήματα που φόραγε, και ουχί το απαγορευμένο χώμα των Αθηνών!
Οπωσδήποτε, μετά το τελευταίο επεισόδιο, ελήφθησαν αυστηρότερα μέτρα, καθόσον ο Σπυριδιώνης απελαθείς εκ νέου απ’ τας Αθήνας, ουδέποτε έκτοτε ανεφάνη. Άδηλον δε παραμένει πότε και πού ετερμάτισε τον πλήρη περιπετειών βίον αυτού.
ΚΑΠΩΣ ΕΤΣΙ ΤΕΛΕΙΩΝΟΥΝ ΟΙ ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ άλλωστε. Ο ήρωας χάνεται αιφνιδίως απ’ το προσκήνιο της ιστορίας ή πεθαίνει πάμφτωχος και λησμονημένος, δίχως να γνωρίζουμε πού βρίσκεται καν ο τάφος του.
Ο παραγκωνισμένος Νικήτας Σταματελόπουλος ή Νικηταράς ο Τουρκοφάγος πέθανε στις 25 Σεπτέμβρη 1849, μόλις 62 ετών, σ’ ένα καλυβόσπιτο μιας καρβουναποθήκης, κοντά στο λιμάνι του Πειραιά, αφού πρώτα πρόλαβε να διηγηθεί τα απομνημονεύματά του στον εθνικό δικαστή Γεώργιο Τερτσέτη. Η κηδεία του έγινε στο Α΄ Νεκροταφείο της Αθήνας. Το θέλημά του ήταν να ταφεί δίπλα στον θείο του, Θεόδωρο Κολοκοτρώνη. Η γενιά του έσβησε λίγα χρόνια μετά τον δικό του θάνατο. Κι αφού ξεκληρίστηκε η φύτρα του, χάθηκε κι ο τάφος του. Κανείς δεν ξέρει σήμερα πού κείτονται τα κόκαλα του Νικηταρά.
Χωρίς παιδιά πέθανε ο απόστρατος ταγματάρχης γιος του, ο Γιάννης.
Η θυγατέρα του, η Ρεγγίνα, παντρεύτηκε τον Υδραίο, Γιαννίτση, κι έμελλε να μείνει κι εκείνη άτεκνη.
Η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΔΕΝ ΕΊΝΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ όπως έγινε, ούτε όπως θα μπορούσε να γίνει, αλλά η ιστορία όπως θα έπρεπε να συμβεί.
Εμείς θα γυρίσουμε πίσω στον χρόνο με την σκέψη μας ή, καλύτερα, πετώντας με τα φτερά της φαντασίας μας –όπως λένε τα ποιήματα και τα παραμύθια– και θα δούμε τον Σπυριδιώνη να σπεύδει στην Ύδρα, μετά τον θάνατο του Γιαννίτση, να συμπαρασταθεί στην Ρεγγίνα.
Τι θέλουμε να συμβεί στην συνέχεια; Να παραμείνει υπό την προστασία της κόρης του Νικηταρά, όπως άλλοτε, ο ήρωάς μας ή να την πάρει ο ίδιος υπό την προστασία του;
«Σπυριδιώνη! Ε, Σπυριδιώνη…»
«Στις προσταγές σου, κερά!»
«Κεριά και λιβάνια! Κυρά είναι μόνο η Λευτεριά, ωρέ! Όσο είμαστε σκλάβοι…»
«Τώωωρα σκλαβιά; Πάει, πέταξε, κερά! Και μόνον εγώ παραμένω σκλάβος: της ομορφιάς σου, για πάντα!»
╬
ΣΠΥΡΙΔΙΩΝΗΣ
(εν είδει επιτυμβίου)
Τώρα, μετά διακόσια χρόνια,
η μνήμη σου έχει ξεχαστεί.
Μ’ ακόμα υπάρχουν πεζοδρόμια
που ’χουν τις πέτρες χιαστί.
«Χείρον Χειρότερα» όλα πάνε
«Χρόνον τον Χρόνον» και ποτέ
σκατά δεν παύουν ίδια να ’ναι
και «βουλευταί κι εκτελεσταί».
«Ατιμοκίνητοι» οι καιροί μας,
«κοστίζει ο κούκος αηδόνι».
Τώρα οι Έλληνες εχθροί μας
κι οι Τούρκοι φίλοι, Σπυριδιώνη!
Ηρωικά τα χρόνια εκείνα…
Συνώνυμο της Λευτεριάς
ήτανε τ’ όνομα Ρεγγίνα
κι η «αγάπη» της «παλληκαριάς».
Δ. Ε. Σ.
_____________
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] «Επάνω στην πόρτα που πρωτομπήκαν οι Τούρκοι στην Πόλη, έγραψε εκείνη την ημέρα ένας άγγελος με το χέρι του: Το χειρ’ χειρ’ χειρότερο. Και εννοούσε πως όλο και χειρότερα θα πηγαίνει η Πόλη. Και τα γράμματα αυτά βρίσκονται ως τα σήμερα.» (Ν. Γ. Πολίτου, Μελέται περί του βίου και της γλώσσης του ελληνικού λαού, τ. 1, Αθήναι: Τύποις Π.Δ. Σακελλαρίου, 1899-1902). «Ο Σπυριδιώνης πρέπει να είπε χείρου χειρότερα, όπως είναι η λευκαδίτικη γνωστή έκφραση. Ως τόσο την ερμηνεία του Χ των καλντεριμιών την ακούσαμε κι εμείς τελευταία. Ίσως λοιπόν ήταν κάτι κοινόλεκτο.» (Ροντογιάννη Π. Γ., Ιστορία της Νήσου Λευκάδος, τόμος Β′, Αθήνα 1982).
[2] Κωστής Γκιμοσούλης.
[3] «Το τετράστιχο αυτό εσφαλμένα αποδίδεται στον Γεώργιο Σουρή, αλλά ο χαρακτηρισμός του διστίχου ως παροιμιώδους δικαιώνεται, αν δούμε ότι το συμπεριλαμβάνει στην μνημειώδη συλλογή του – που έχει μείνει άδοξα ημιτελής – ο Νικ. Πολίτης, στο λ. Αθήνα. Εκεί, ο Πολίτης λέει ότι στην εποχή του πολλοί απέδιδαν την πατρότητα της φράσης στον Σπυριδιώνη, τον ημιπαράφρονα» κατά τον Πολίτη λαϊκό ποιητή, κάποιον χαρακτηριστικό τύπο της οθωνικής Αθήνας, που ήταν ένας από τους εξέχοντες πολεμίους της βαυαροκρατίας. Μπορεί ο Σπυριδιώνης να βοήθησε στην διάδοση της φράσης, αλλά η πατρότητα δεν είναι ούτε δική του, αφού ο Πολίτης την έχει καταγράψει σε πηγή του 1834, δηλαδή (μόλις) πριν από την μεταφορά της πρωτεύουσας στην Αθήνα και την εμφάνιση του Σπυριδιώνη. Πρόκειται για το λαογραφικό περιοδικό Das Ausland: Das heutige Athen (Η σημερινή Αθήνα) στον τόμο του 1834, σ. 743. Ο Πολίτης δίνει και δεύτερη πηγή, του 1843, από την συλλογή παροιμιών του Sanders. Η πηγή του 1843 δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να είναι ο Σπυριδιώνης αυτός που πρωτοδιατύπωσε την επίμαχη φράση. Η πηγή του 1834, μάλλον το αποκλείει.» (Απ’ το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου. Τελευταία ανάκτηση: 21.5.2021)
______
ΠΗΓΕΣ
Περιοδ. Εβδομάς, σ. 214, 1885
Φωτάκου Απομνημονεύματα, τ. Β′., σ.16, έκδοση Σταύρου Ανδριόπουλου, Αθήναι 1889
Εθνικόν Ημερολόγιον (Κωνστ. Φ. Σκόκου), Λαμπρυνίδου Μιχ. Γ., Ο Σπυριδιώνης, Αθήναι 1905
Λαμπρυνίδου Μιχ. Γ., Φαιδροί τύποι, Ο Επτανήσιος Σπυριδιώνης, Επτανησιακόν Ημερολόγιον Ιωάν. Πήλικα, σ. 181-192, 1913
Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Δραβίλλα Γ. Θ., ΚΒ′ τ., Σπυριδιώνης ή Σπυριδωνίδης, σ. 260-261.
Γιαννουκάκη Δημήτρη, Σπυριδιώνης: Ο απίθανος «Βασιλεύς της Λευκάδος», εφημ. Εμπρός, 13.8.1960
Λάζαρη Χρ., εφ. Λευκαδίτικος Παλμός, φ. 13, 14, 15 – 18.5, 3.6, 10.7.1980
Ιστορία της Νήσου Λευκάδας, Ροντογιάννης Π. Γ., τ. Β′, σ. 333-338, Λευκάδα 1982
Περιοδ. Ναυτική Ελλάς, Καλλίτσα Θεοφ., Κολοκοτρώνης και Κουντουριώτης, σ. 41-42, Σεπτέμβριος 1983
______
Απ’ το βιβλίο του Δημήτρη Ε. Σολδάτου, «Σπυριδιώνης», Βιβλιοπωλείο Συνθέσεις, Λευκάδα 2021.
*
*
*


