Day: 25.03.2026

Σπυριδιώνης, ένας παράδοξος Λευκαδίτης στα χρόνια της Επαναστάσεως

 *

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

ΠΑΡΑΜΟΝΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ, αν κάποιος ήθελε να φκιάξει βαρέλια στην Ζάκυνθο πά’αινε δελόγκου σ’ έναν Λευκαδίτη. Είχε, βαραμέντε, και ντόπιους μαστόρους το Τζάντε, τζόγια μου, μα εκείνοι έμοιαζαν μπροστά του σόλιτοι –συνηθισμένοι, πάει να πεις– κι έφκιαναν μόνον βαρέλια. Ο Σπυριδιώνης, περ ντι πιού –συν τοις άλλοις– έφκιανε και σφραγίδες. Ταγιαδόρος από τσι καλούς, ξυλοσκαλιστής φαμόζος!

Εκεί, στο μαγαζάκι του, μπονώρα-μπονώρα, ανακατώνονταν οι κρασέμποροι με τους καλαμαράδες κι οι μπαρτσολέτες πά’αιναν σύγνεφο. Κογιονάριζε αβέρτα ο ένας τον άλλον. Και τόμου κι ο αβεντόρος έχει πάντα δίκιο, ο μαγαζάτορας ήταν ομπλιγάδος να κρατεί παλάντζα. Μαγγιώρος στο να τηρεί το όρντινο.

Με την μπίμπια στο στόμα, ο ρεμπεσκές – καλαμπούρι στο καλαμπούρι, μαθές. Τον έκανες χάζι ορτό στην μπασία να υποκλίνεται εξεχώριστα σε γραμματιζούμενους και σέμπρους, σε ντινιέντηδες και λιανομάριδο, λες και τους έστελνε ούλους ούφου ντου λούφου – στα τσακίδια, διάτανε!

Τι να σου πρωτομολο’ήσω, ψυχίτσα μου! Χάρμα των ομματιών, το ραμολιμέντο! Κι ήθελε, ο κουζουλός –βόηθα να μην κρεπάρω, Άγιε Διονύσιε– να τονε λένε Βασιλέα της Λευκάδος κιόλας!

«Ε, μα τέτοιοι που ’ν’ οι Αγιομαυρίτες, μάτια μου, μην άξιζαν καλύτερο βασιλέα από τούτο το ρεντίκολο;» μουρμούργαν πίσ’ απ’ την πλάτη του. Γιατί αν το ’λεγαν και μπροστά του, θα τους έπαιρνε και θα τους σήκωνε ο διάσκαντζος!

Μα να ξέρανε κι αυτοίνοι ποιος ήτανε, δεν θ’ αμόλαγαν τέτοιες παρόλες.

Ας έφερναν τα μούτρα τους να τον έβλεπαν στην πολιορκία της Αγια-Μαύρας το 1807, όταν ο Αλή Πασάς απ’ το κάστρο του Τεκέ εξαπέλυε μύδρους στην ρωσσοκρατούμενη Λευκάδα.

Κι όταν τον Μάιο του ιδίου έτους οι Αλβανοί πολιορκητές ενισχύθηκαν απ’ το γαλλικό πυροβολικό, ας ήταν εκεί να ιδούν τι έκαμε αυτός, ο Σπυριδιώνης, τι έκαμε και τον ανακήρυξε βασιλέα ο απεσταλμένος της Ιονίου Πολιτείας, ο ίδιος ο κόμητας Καποδίστριας!

Όταν ο Γάλλος μηχανικός διέταξε να ανοιχτεί περιφερειακή του φρουρίου τάφρος και να γίνει ανέγερση προχώματος, παρατήρησαν πως τα χώματα του ανυψούμενου προμαχώνος ήταν σαθρά και έχρηζαν υποστηρίξεως με σανίδες και δοκάρια, πράγμα σπάνιο στην αγιομαυρίτικη αγορά τον καιρό εκείνο.

Τότε ο Σπυριδιώνης, δίχως ίχνος δισταγμού, σπεύδει στο φτωχόσπιτό του, αποσπά τις πόρτες και τα παράθυρα, ακόμα κι αυτές τις παλιοσανίδες του πατώματος και, μεταφέροντάς τα στον ώμο του, ενισχύει τα οχυρωματικά έργα της πόλεως, που μ’ εκείνα προσδοκούσε την σωτηρία της.

*

(περισσότερα…)