Αλέξανδρος Σχινάς, Εξορκισμοί χριστιανικών δαιμονίων

*

Ε ξ ο ρ κ ι σ μ ο ί
[ 3 / 4 ]

Εισαγωγή-Επιμέλεια Αφιερώματος
ΣΠΥΡΟΣ ΜΟΣΚΟΒΟΥ

Βλ. τo Πρώτο Μέρος και την Εισαγωγή του αφιερώματος εδώ.
Βλ. το Δεύτερο Μέρος εδώ.

 ~.~

ΕΞΟΡΚΙΣΜΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΔΑΙΜΟΝΙΩΝ

Μην άδεις στο Βατικανό ούτε και στο Φανάριον
εφ’ όσον δεν ομοιάζεις με ψιττακό ή κανάριον.

Όσο για Λούθηρο, Ζβίγγλιο ή Καλβίνο,
τράβα μια μονοκοντυλιά και πες: «Τους σβήνω».

Τους πάσης φύσεως λυπηρούς, χιλιαστάς, Μορμόνους
προσπέρνα τους αμίλητος, παράτησέ τους μόνους.

Σχισματικοί, αιρετικοί, δεν ξέρουνε τον όρθρο,
ρίχνουν κουραμπιεδόσκονη στον προαιώνιο βόθρο.

Εδώ απαιτείται εκσκαφεύς, κανένα μέσον άλλο,
δεν πρόκειται για πάσσαλον που εκκρούεται πασσάλῳ.

Απ’ όσο μέσα απ’ τις γραμμές του κείμενου διακρίνω
πρέπει να ήτανε χοντρό και τεντωμένο κρίνο.

Του αμνού η μήτηρ πρόβαλλε πάντα αρνησικυρία
όποτε τη ρωτάγανε: «Αρνί συ, κυρία;»

Αποβιώνων προ Χριστού ειρηνικά και ήπια
λυπόνταν που δεν πρόλαβε να σφαγιάσει νήπια.

Όθεν η εις Αίγυπτον φυγή όχι λόγω κινδύνου,
αλλ’ εις τα πλαίσια τουρισμού φτηνού και ανωδύνου.

Σε στάβλο απαντήσανε μπάνικο βρέφος θείο
και στρίβοντας τον μύστακα οι μάγοι: «Έλα στον θείο».

Ποτέ δεν το ξανάκουσαν μάγοι, άγγελοι, ποιμένες
πως και στη γέννα μένουνε άθικτοι οι υμένες.

Τρεις επί δεκατέσσερις, ποια ήτανε η λύση;
Πάσχιζε να τη βρει προτού ο αλέκτωρ τρις λαλήσει.

Σαράντα δύο γενεές του χάρισε ο Ματθαίος
και όσοι το αμφισβητούν ανευλαβώς και αθέως.

Άχρηστοι όλοι οι πρόγονοι και μάλλον δίκην έρματος
εφ’ όσον συνελήφθη αμώμως, άνευ σπέρματος.

Τότε εβόα βαφτιστής, λερός και ακριδοφάγος,
όλης της γύρω περιοχής περίγελως και άγος.

Τους ήταν αηδιαστικό μα και γελοίο όντως
ν’ ακούνε εκείνη τη φωνή στην έρημο βοώντος.

Κήρυττε: «Ο ισχυρότερος έρχεται γαρ οπίσω μου»
του πλήθους σπαρταρώντος από τα γέλια σύσσωμου.

Τι θέλεις επί πίνακι, γαρδούμπα ή σουβλάκι;
Εσκέφθη η Σαλώμη και είπε: «Κεφαλάκι».

Ήδη ως παις ο βαφτιστής έκανε ντόρο στον ναό
μα άλλα επεφύλασσε μετά για τον λαό.

Έπεισε κάτι αλιείς να ψέλνουνε τροπάρια
και ν’ αγκιστρώνουν στο εξής μονάχα ανθρωπάρια.

Τα θαύματά του έγιναν γνωστά με τον καιρό,
με τη νοθεία μετέτρεπε τον οίνον σε νερό.

Επιχειρούσε συνεχώς βάδισι επί υδάτων,
οι απόστολοι τον έβγαζαν με κόπο από τον πάτον.

Εν τρικυμία επιτιμών τον άνεμον, τη θάλασσα,
φτου, είπε ως προς την φύσι, τους νόμους της δεν χάλασα.

Παρόντος του Ηλία κι ενός άλλου ρεμπεσκέ
μετεμορφώθη και είπε: «Πάω σε μπαλ μασκέ».

Λάζαρε, δεύρο έξω, του φώναξε με οργή
που ’χε μπει στο κελάρι κι έκλεβε το φαγί.

Πέντε χιλιάδες πείναγαν, τριγύρω ούτε χορτάρια,
δύο ιχθύες τους έδειξε. «Φάτε, ω μάτια, ψάρια».

Αδύνατον να πολλαπλασιασθούν κι εκείνοι οι πέντε άρτοι,
τους κρύψανε οι μαθηταί κι είπαν πως ήταν σκάρτοι.

Εγώ περνάω κάμηλον από οπή βελόνας!
Με κάτι τέτοια τσάντιζε Φαρισαίους και Τελώνας.

Οργή νεκροθαπτών κατά καιρούς
που συνιστούσε στους νεκρούς να θάπτουν εαυτών νεκρούς.

Για κτηνοτρόφους πάντως ήταν επί το χείρον
που έστελνε δαιμόνια εντός αθώων χοίρων.

Διέταξε κάποιους δαίμονες να παν σε χοιροστάσιο.
Δεν το κουνάμε, τούπανε, υπάρχει ενοικιοστάσιο.

Πάσαν νόσον θεράπευε και πάσαν μαλακίαν
με συνταγάς που εξέπλητταν και αυτόν τον Μαλαχίαν.

Ο Ιπποκράτης είπε: «Να πάει να κουρευθεί,
μ’ εμένα η ιατρική αλλιώς θα πορευθεί.»

Δεν τα προδίδω, είπε, τα κόλπα μου είναι εμά
και εθεράπευσε τυφλόν που ’βγαινε από σινεμά.

Η θεραπεία του τυφλού δεν ήτανε απάτη.
Άρον τον κρέββατόν σου, του ’πε, και περιπάτει.

Έκανε τυφλούς ν’ ακούν, κωφούς να αναβλέψουν
και ήτανε έξω φρενών που αρνούνταν να πιστέψουν.

Εντός σταδίου θεράπευσε παράλυτον κοντό
λέγοντας: «Μην ξαναπηδάς ποτέ επί κοντώ.»

Συνέχυσεν παράλυτον μετά παθόντος άλλου
και του παρέσχε επιτυχώς ίασιν κωφαλάλου.

Ίασιν υποσχέθηκε σε παραλυτικό
από ελαφρό συνάχι, κάπως κολλητικό.

Πολύ εταλαιπώρησεν κακόν, άλαλον άλτην
θέλοντας να τον κάνει καλόν, χωλόν και ψάλτην.

Θεράπευσε δυσκοίλιον διατάζων: «Άντε χέσε!»
Και του εξήγησε: «Όχι εγώ, η πίστις σέσωκέ σε.»

Βραδύγλωσσος αντί παπά έλεγε παπαπά,
τον εθεράπευσε τόσο πολύ που ’λεγε μόνον πα.

Προετοίμασε για ίασι γαλλομαθή μουγγό
και του ’πε να προφέρει αντί Hugo Ουγκώ.

Θεράπευσε ανίκανον που ονειρευόταν καύλα
λέγων: «Σε τέτοιο όνειρο βάλε τελεία και παύλα.»

Κίναιδον επετίμησε ενώπιον αφελών
και τον ευλόγησε όπου δει χώνων κι έναν φελλόν.

Κάποιον που ’τρωγε κι έπινε και οργίαζε άνευ φρένου
γιάτρεψε ομοιοπαθητικά: «Φάγε, πίε και ευφραίνου.»

Θεράπευε τους κλαυθμηρούς που δεν γνωρίζαν γέλιο
προτρέπων να διαβάζουνε απλώς το Ευαγγέλιο.

Για κάποιον που ύμνει τον Λουκά, τον Μάρκο, τον Ματθαίο
είπε: «Άρχισε η ίασις, δεν έχει τεταρταίο.»

«Κύριε, έχω ημικρανία». Τον γιάτρεψε με κόπο,
τον έσουρε ως τα μισά εις του Κρανίου Τόπο.

Σε κάποιον που ’χε AIDS, σύφιλι και βλεννόρροια
είπε πως υπερέβη της εγκρατείας τα όρια.

Σε θεραπεύω αμέσως, αν και τα αφροδίσια
σημαίνουν για κοινούς ιατρούς ατέρμονη οδύσσεια.

Κάποιον που του ’πε: «Κύριε, με κατατρώγει η φθίσις»
τον ψυχανάλυσε βαθιά μπας κι είχε απωθήσεις.

Ήξερε και τη συνταγή για κάποιον που είχε δάγκειο
και του ’πε: «Να προσεύχεσαι μονάχα στο απάγκιο».

Να κόψετε, είπε, το φαΐ και ειδικώς την όρυζα
για να προστατευθείτε σίγουρα από την κόρυζα.

Κάποιος του είπε ότι έπασχε από υποχλωρυδρία
και του συνέστησε να πιει γεμάτη χλώριο υδρία.

Σε κάποιον που ’χε εμφανή και εκ των έξω κήλη
συνέστησε μετάνοια γιατί είχε εξοκείλει.

Ούρλιαζε κάποιος που ’χε ανώδυνο κιρσό
όπως τον εθεράπευε με ευχές και με πυρσό.

Συνέστησε σε κάποιον που ’χε στο στόμα άφτρα
να καπνίζει ανάποδα ρουφώντας απ’ την καύτρα.

Επέβαλε σε κάποιον που είχε διφθερία
να παύσει να φωνάζει: «Ζήτω η ελευθερία!»

Σε έναν που του κλάφτηκε πως όλο σεληνιάζεται
διέγνωσε νόσον ιεράν και του ’πε να μη νοιάζεται.

Πλήθος χολής ως διέγνωσε δι’ ενός και μόνου βλέμματος
κάποιον επότισες χολή κι είν’ λίθος αναθέματος.

Κάποιος του είπε: «Η νόσος μου λέγεται κερατίτις».
Κι αυτός σοφά γνωμάτευσε: «Προέρχεται από κοίτης».

Η λόρδωση, είπε, είναι νόσος της Βρετανίας,
πώς την απέκτησες εσύ που ’σαι εξ Ευρυτανίας;

Απάντησε σε κάποιον που του ’πε: «Έχω διαβήτη»
Δεν μου χρειάζεται, μου αρκεί της ράβδου μου η μύτη.

Θύμωσε που κάποιος του ’πε ότι είχε ευλογία.
Αν άλλος σου την έδωσε, τότε δεν είναι αγία.

Του είπαν για πυρέσσοντα ότι είχε μελιταίον.
Πάρτε τον είπε απ’ εδώ, ακούων αμελητέον.

Του προσκομίσαν μερικούς που είχανε σκορβούτον.
Μακάριοι, είπε, πείναγαν, δεν ήρπαζον και εβούτων.

Αρκεί πια επιτέλους με θεραπείες λεπρών,
είπε, και εξεστόμισε τη λέξι του Καμπρόν.

Δεν θεραπεύω, δήλωσε, του ήπατος την κίρρωσιν,
την θεωρώ δικαίαν εκ του πατρός μου κύρωσιν.

*

**