Γυναίκα

*

Πού πας με στολή αμαζόνας,
γυναίκα; Υπάρχει κανόνας
που σίγουρα δεν σ’ εξαιρεί·
παρά τις δεκάδες σου όψεις
θα είσαι υλικό για ονειρώξεις,
αξία, ασφαλώς, σταθερή.

Τι κρίμα, το λάγνο του μάτι
–οικτροί γεναριάτικοι γάτοι…–
εκεί στων χειλιών το lip gloss
ρηχά ν’ απομένει· τι κρίμα,
εσύ του κορμιού σου το σχήμα
κι αυτός ένας σκέτος φαλλός.

Οσμίζεται (λες απ’ την ήβη;)
το μαύρο ματιών σου μολύβι
πως γράφει από πίσω γκρεμό·
βορά εσύ πρωτόγονης πείνας
πως έχεις αγκάθια σκορπίνας
και θα του σταθείς στον λαιμό.

Συχνά, σ’ αγαπά μέχρι τρέλας.
Στη σκέψη καμιάς κουτσουκέλας
θα δέσει τον φόβο θηλιά
–αυτόν, που φυλάει τα έρμα–
θα σ’ οριοθετήσει με σπέρμα
ως κάνουν στη γη τα σκυλιά.

Γυναίκα, μην κλαις για όλα τούτα,
Μαρία, Ζαν ντ’ Αρκ, Σταχτοπούτα,
η προίκα μας είναι λειψή.
Μην κλαις θα περάσει· θ’ αλλάξει
ο κόσμος (αν κόσμος υπάρξει)
μα θα ’χεις περάσει κι εσύ.

ΑΝΝΑ ΣΠΥΡΑΤΟΥ

*

*

*