Το Καφέ Πυθέας (2 rue Pythéas, 13001 Marseille) μια χειμωνιάτικη νύχτα.
*
ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΙ ΤΗΣ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑΣ
γράφει ο Γιάννης Παρασκευόπουλος
~.~
Πάνε περίπου πέντε αιώνες που η πρωτεύουσα της Προβηγκίας θέλησε να ενώσει υπό την αιγίδα της όλους τους Προβηγκιανούς, τουτέστιν όλους εκείνους που μιλάνε την προβηγκιανή γλώσσα καθώς και τις διαλέκτους της. Η Αυτοκρατορία του Ήλιου προσδιοριζόταν γεωγραφικά από τα ανατολικά της, τη δυτική Ιταλία, περνούσε από τις Άλπεις και την Κυανή Ακτή, όπου αποτελούσε το κύριο μέρος της πρώην ρωμαϊκής επαρχίας, από όπου και κράτησε το όνομα (Provincia Romana), και επεκτεινόταν μέχρι τη βόρειο Ισπανία, πιο κάτω από τα Πυρηναία Όρη. H Empèri dóu Soulèou δεν εδέησε να συστηθεί ποτέ αυτόνομα ως μια αυτοκρατορία ή ως μοντέρνο κράτος. Από τον 15ο αιώνα η κεντρική εξουσία των ιστορικών Φράγκων ενοποίησε όλη την περιοχή γύρω της ξεκινώντας με την Marseille la Rebelle και συνεχίζοντας με τη Βρεττάνη. Στο σκεπτικό των γηγενών ετούτων των περιοχών, η κεντρική εξουσία των Φράγκων αποτελεί μια κατάκτηση έως και αποικιοποίηση που κρατά μέχρι σήμερα, δημιουργώντας μια εμφυλιακή κατάσταση που συχνά πυκνά έρχεται στην επιφάνεια στα ματς ανάμεσα στον Ολυμπιακό της Μασσαλίας (Olympique de Marseille) με την πρωτευουσιάνικη Παρί Σαιν-Ζερμαίν.
“Σκατότρυπα της Γαλλίας”, “H πόλη των εκατό χωριών”, “Πρώτη πόλη της Αφρικής”, “Υπόδειγμα συνύπαρξης διαφορετικών πολιτισμών”, “Πύλη της Ανατολής”, “Άναρχη πόλη”, “Κολομβία της Ευρώπης”, “Τέρας”, “Μασσαλία η Επαναστάτρια”, “Χαλιφάτο της Γαλλίας”, “Πρωτεύουσα του Γκράφιτι” και πιο τωρινά “ πόλη cool” είναι κάποιοι από τους προσδιορισμούς που έχω καταγράψει μέχρι στιγμής. Η Μασσαλία εξυμνείται και καταποντίζεται ανά τους αιώνες από αυτούς που την κατοίκησαν και την εχθρεύτηκαν, από εκείνους που την πολέμησαν ή και την έκλεψαν. Και είναι λογικό αυτή η ιδιόρρυθμη πρώην ελληνική αποικία να αποτελεί σημείο προβληματισμού για τους συγκαιρινούς μας, όπως αποτέλεσε, παλαιότερα, αντικείμενο θαυμασμού, για τους ταξιδιώτες που πέρασαν από εδώ. Η Μαρσέγια (στα προβηγκιανά) είναι σήμερα η πιο κακόφημη πόλη της Γαλλίας και μία από τις φτωχότερες της Ευρώπης. Φιλόξενη και ταυτόχρονα εχθρική, πόλη προσφύγων και ρατσιστών, γηγενών ερωτευμένων με τη γη τους και γεμάτη τριτοκοσμικούς χρηματοθήρες, γκάνγκστερ και εμπόρους ναρκωτικών, εξτρεμιστές Μουσουλμάνους και new age χρηματιστές. Την έζησα μαζί με τις ορδές των αιώνων.
«Μπήκα στα περίχωρα της Μασσαλίας. Σε μια στροφή του δρόμου είδα τη θάλασσα, στο βάθος ανάμεσα στους λόφους. Λίγο αργότερα είδα την ίδια την πόλη μπροστά στο νερό. Μού φάνηκε τόσο γυμνή και άσπρη σαν αφρικανική πόλη. Επιτέλους ηρέμησα. Η μεγάλη ηρεμία με κυρίεψε: αυτή που πάντα με κυριεύει όταν κάτι μου αρέσει πάρα πολύ. Στην πόλη αυτή, πίστεψα, θα έβρισκα επιτέλους αυτό που αναζητούσα, αυτό που πάντα αναζητούσα. Πόσες φορές ακόμα θα με εξαπατήσει αυτή η αίσθηση καθώς θα μπαίνω σε μια άγνωστη πόλη.»
Το ίδιο κι εγώ. Μοιράστηκα τις ίδιες ελπίδες και την παρόμοια γαλήνη με την παραθαλάσσια πόλη, έπειτα από έναν μακρύ περίπλου στα φανερά και απόμερα μέρη της Ιβηρικής χερσονήσου. Καταλήγοντας για κάποιον περίεργο λόγο εδώ, ένιωσα ταυτόχρονα την ηρεμία του εξόριστου και την γαλήνη της θάλασσας, βλέποντας ένα τόσο οικείο τοπίο όσο εκείνο της παραμελημένης Αθήνας όσο και ο, καταδικασμένα, περιφερόμενος ήρωας της Ζέγκερς.
*
*
Η προσωπική αναζήτηση, τυχαίνει να συμπίπτει πολλές φορές με την αναζήτηση της Ιστορίας, που ενίοτε μετατρέπεται σε προσωπική ιστορία. Τυχαία γεγονότα που μετατρέπονται σε μοίρες καθορίζουν την διαγραφόμενη στο χρόνο πορεία. Μια βιογραφία δεν είναι τίποτα άλλο εκτός από μία σύζευξη χρονικών αποσπασμάτων παρά μια συνέχεια στον χώρο που περικλείει, χωρίς να μπορούμε να τον κατακτήσουμε εμείς, παρά τις ατέρμονες προσπάθειες που, υβριστικά, αποπειρόμαστε.
«Στο τέρμα του λεωφορείου πήρα ένα τραμ. Ταξίδεψα ανενόχλητος. Είκοσι λεπτά αργότερα αργά με το βαλιτσάκι μου την Canebière. Tις περισσότερες φορές σε απογοητεύουν οι δρόμοι για τους οποίους έχεις ακούσει πολλά. Εγώ όμως δεν απογοητεύτηκα. Βάδιζα με το πλήθος μέσα στον άνεμο, που έκανε να εναλλάσσονται γρήγορα από πάνω μας το φως και οι ξαφνικές νεροποντές. Και η ελαφρότητά μου, που οφειλόταν στην πείνα και στην εξάντληση, μεταμορφώθηκε σε μια ανώτερη, υπέροχη ελαφρότητα, που ήταν ό,τι έπρεπε για τον άνεμο που με φυσούσε όλο και πιο γρήγορα στο δρόμο. Μόλις κατάλαβα πώς αυτό που έφεγγε γαλάζιο στο τέλος της Canebière ήταν κιόλας η θάλασσα, το Παλιό Λιμάνι, ένιωσα πάλι επιτέλους, ύστερα από τόση ανοησία και αθλιότητα, τη μόνη πραγματικά ευτυχία, που είναι προσιτή κάθε στιγμή σε κάθε άνθρωπο: την ευτυχία να ζεις.»
Έξοδος προς την θάλασσα ή και μια πιο αρχαία κραυγή συγκίνησης: «Θάλαττα! Θάλαττα!», αποπνέουν ως σκέψεις τα λόγια του πλάνητα του Τράνζιτο. Πράγματι, η θάλασσα αποκαθαίρει από την ηλιθιότητα των συγκαιρινών και σε εποχές παρακμής, στα κύματά (ακόμα και τα πιο άγρια) της βρίσκεις μια συνεχόμενη κίνηση που ταυτόχρονα είναι και στάση, κάτι σαν αιωνιότητα, που αναγράφεται πάνω τους και σε αγαλλιάζει. Πιθανώς αυτό να οφείλεται στον λόγο ότι η θάλασσα είναι ανιστορική. Ως ένα φυσικό στοιχείο είναι τόσο πολύ ανιστορική, καθότι πάνω της αδυνατεί να γραφτεί οποιαδήποτε εξιστόρηση γεγονότων. Τα κύματα διαγράφουν αυτομάτως οποιαδήποτε τραγωδία ή ευτυχία συντελέστηκε πάνω της και μέσα της. Βαθιά στον βυθό μόνο, και με πολύ τύχη, ένας δύτης μπορεί να βρει κάποια αποσπάσματα θαλασσοπαρμένων πολιτισμών. Τα φοινικικά, ελληνικά και ρωμαϊκά ερείπια των ακτών μαρτυρούν μόνο το τέλος της πορείας ή και μια αλληλογραφία ανάμεσα σε τόπους. Ποτέ την ίδια την θάλασσα. Θάλασσα ως μέσον και θάλασσα ως αυτοσκοπός. Δύο διαφορετικές ιστορίες, μια αόρατη και μια των ερειπίων. Η ιστορία της Μεσογείου είναι μια καθαρά ανθρώπινα θνητή ιστορία που καταγράφεται, ανασκευάζεται και προβάλλεται από τους αυτούς που την καθοδηγούν και την καθορίζουν.
*
Από την εκκλησία Saint Vincent de Paul, σημείο που ενώνει τρεις διαφορετικές αρτηρίες, εκκινεί η Canebière οδηγώντας στο Παλαιό Λιμάνι.
Η Canebière είναι η κύρια αρτηρία της πόλης. Παίρνει την μορφή ενός είδος παριζιάνικου βουλεβάρτου που εμφανίζει και εξαφανίζει διάφορα είδη ανθρώπων, πανίδα θα λέγαμε, τόσο μέσα της όσο και στις παραφυάδες της. Η Canebière συνδέει την υπόλοιπη πόλη με το Παλιό Λιμάνι, τόπο αντάμωσης όλων των Μασσαλιωτών, των τουριστών και των εμιγκρέδων. Μασσαλία χωρίς το Παλιό Λιμάνι δεν νοείται. Είναι το σημείο που γύρω του γυρνά η πόλη. Το κέντρο της πόλης, με άλλα λόγια, είναι η ακρώρειά του, το ακρότατό του σημείο, η θάλασσα. Είναι η μόνη πόλη που έχει ως κέντρο της τη θάλασσα. Κάτι που συμβαίνει από την αρχαιότητα.
Για τους ανέργους και τους εμιγκρέδες, τους πολιτικούς εξόριστους από όλον τον πλανήτη, τους άστεγους και τους «παράνομους μετανάστες» η Canebière είναι μια λεωφόρος που θα ανεβοκατέβεις πολλές φορές μέσα σε μια μέρα ή και μια νύχτα, αναρωτώμενος πάντα τι κάνεις εκεί πέρα και ψάχνοντάς τον καλύτερο τρόπο να τα βγάλεις πέρα. Πάνω-κάτω η Canebière, λοιπόν, κατά το πάνω κάτω η Πατησίων της Γώγου, σ’ ένα άλλο πλαίσιο. Και στις δύο αυτές πόλεις, έχω γίνει μάρτυρας του πάνω κάτω να γίνεται άνω κάτω… Για τον υπόλοιπο πληθυσμό είναι η λεωφόρος της κυριακάτικης βόλτας που οδηγεί στα καφέ του λιμανιού για την ηλιόλουστη ακηδία. Για όποιον βρίσκεται σε τράνζιτο αλλά δεν ξέρει για πού η Μασσαλία είναι ο καλλίτερος τόπος αναμονής.
Από το τέλος της λεωφόρου αυτής, πίσω από το Παλιό Λιμάνι, στην γωνία της Πλατείας Στρατηγού Ντε Γκωλ και της Οδού Πυθέως, παρατηρούσα την χειμωνιάτικη ζωή και ατένιζα το τοπίο και τις γωνίες της πόλης, καθισμένος στο παριζιάνικου τύπου καφέ «Le Pytheas». Στο πρώτο μέρος του πρωϊνού λάμβανε χώρα η συγκρότηση της ημέρας σε αυτού του είδους το στρατηγείο για να ξαναβρεθώ εκεί πάλι μετά την πτώση του ήλιου, με φιλικές συντροφιές.
Τα ακρότατα σύνορα της πόλης με τη θάλασσα, που μεταμόρφωσαν το τοπίο σε ενός είδους Ιωνικής παράλιας πόλης στο τέρμα της Ευρώπης, εξάπτουν τόσο την ιστορική φαντασία όσο και τη φαντασία ανακάλυψης των πέρα τόπων. Οι Ίωνες που ήρθαν σε τούτη την ακτογραμμή ιδρύσαν μια σειρά από αποικίες, που η μία έχει πιο ωραίο όνομα από την άλλην και που δηλώνουν ταυτόχρονα την ιδιότητά τους: Εμπορείον, Ρόδη, Λευκάτη, Αγάθη, Θηλίνη, Ταυρόεις, Ολβία, Αντίπολις, Νίκαια, Μονοίκου Λιμήν. Η Μασσαλία μαζί με την Νίκαια, είναι αυτές που πήραν όλη τη δόξα και όχι άδικα.
Ένα από τα πράγματα που ήξεραν να κάνουν καλά οι Έλληνες, μαζί με τους Φοίνικες, ήταν το εμπόριο. «Φωκαεῖς οἱ ἐν Ἰωνίᾳ ἐμπορίᾳ χρώμενοι ἔκτισαν Μασσαλίαν», αναφέρει ο Αριστοτέλης· φράση που χρησιμοποιήθηκε και ως επιγραφή στο Πάρκο της Χιλιετίας. Πέρα από τους εμπορικούς σκοπούς των Ιώνων, η Μασσαλία αποδείχθηκε μια ένωση δύο διαφορετικών λαών που οδήγησε σε μια ειρηνική συνύπαρξη χωρίς πολεμικά απρόοπτα. Η ιστορία θέλει τον γιό του Ευξένου και της Αριστοξένης, Πρώτι, να ερωτεύεται τη νεαρά Γύπτιδα, κόρη του βασιλιά των ιθαγενών Σεγοβρίγων. Έπειτα από αυτήν την ένωση, ο βασιλιάς παραχώρησε στους ξένους Φωκαείς μέρος της επικράτειάς του με κύριο το λιμάνι Λυκαδών. Στον λόφο, πιο πάνω από το λιμάνι, χτίστηκε η Ακρόπολη με ναούς της Εφεσίου Αρτέμιδος και του Δελφινίου Απόλλωνος. Ο Στράβων εκθέτει μια ωραία περιγραφή του τοπίου:
«Η Μασσαλία είναι αποικία των Φωκαέων και βρίσκεται σε πετρώδη περιοχή, ενώ το λιμάνι της είναι τοποθετημένο κάτω από ένα αμφιθεατρικό βράχο που βλέπει προς νότο. Είναι και αυτός καλά περιτειχισμένος, όπως και ολόκληρη η πόλη, που έχει αξιόλογο μέγεθος. Στο ακρωτήριο έχει ιδρυθεί το Εφέσιο και το ιερό του Δελφίνιου Απόλλωνα· το δεύτερο είναι κοινό όλων των Ιώνων, ενώ το Εφέσιο είναι ναός της Εφέσιας Αρτέμιδος. Γιατί, όταν οι Φωκαείς ξεκινούσαν από την πατρίδα τους, λένε ότι τους δόθηκε χρησμός να πάρουν και να χρησιμοποιήσουν οδηγό του ταξιδιού από την Εφέσια Άρτεμη· κι εκείνοι πήγαν λοιπόν στην Έφεσο και ζητούσαν με ποιο τρόπο θα εξασφαλίσουν από τη θεά αυτό που τους παραγγέλθηκε. Και λένε ότι στην Αριστάρχη, μια γυναίκα από τις πλέον επιφανείς, εμφανίστηκε η θεά στον ύπνο της και την πρόσταξε να φύγει με τους Φωκαείς, αφού πάρει ένα ιερό άγαλμα της θεάς· κι αφού έγινε αυτό και έλαβε τέλος ο αποικισμός, ίδρυσαν, λένε το ιερό και τίμησαν εξαιρετικά την Αριστάρχη, αναδεικνύοντάς τη σε ιέρεια, και στις αποικίες τους παντού τιμούν πρώτα απ’ όλους τη θεά αυτή και διατηρούν την ίδια μορφή του αγάλματος και τα υπόλοιπα έθιμα ίδια όπως είναι καθιερωμένα στη μητρόπολή τους. […] Αργότερα, μάλιστα, με τις ανδραγαθίες τους κατόρθωσαν να κερδίσουν κάποιες από τις γύρω περιοχές με την ίδια στρατιωτική δύναμη με την οποία έχτισαν και τις πόλεις, αυτές στην Ιβηρία ως οχυρώματα απέναντι στους Ίβηρες (στους οποίους μετέδωσαν και τις πατροπαράδοτες τελετές της Εφέσιας Αρτέμιδος, ώστε να θυσιάζουν με τον τρόπο των Ελλήνων), τη Ποδανουσία και την Αγάθη απέναντι από τους βάρβαρους που κατοικούν γύρω από τον ποταμό Ροδανό, και το Ταυροέντιο, την Ολβία, την Αντίπολη και τη Νίκαια απέναντι στο έθνος των Σαλύων και στους Λίγυες που κατοικούν στις Άλπεις».
*
Γκράφιτι από την συνοικία Πανιέ, όπου βρισκόνταν η αρχαία Ακρόπολη των Ιώνων.
*
Το αρχαίο λιμάνι της Μασσαλίας, Λακυδών, και νυν αρχαιολογικός χώρος που αποτελεί τον εξωτερικό χώρο του αρχαιολογικού μουσείου το οποίο και στεγάζεται, όλως παραδόξως, σε εμπορικό κέντρο. Δεξιά διακρίνεται σκελετός τριήρους.
Το αρχαίο λιμάνι, που βρίσκεται γύρω στα δύο χιλιόμετρα με τα πόδια από το Παλιό, είναι σήμερα προσβάσιμο και επισκέψιμο ως αρχαιολογικός χώρος. Μία ακόμη (κιτς) παραξενιά της Μασσαλίας, είναι ότι ο αρχαιολογικός χώρος, στεγάζεται σε εμπορικό κέντρο και δίπλα από ένα κακόγουστο κτίριο αμερικανόφιλης έμπνευσης με όνομα, World Trade Center, κάτι που απέχει πολύ από το να είναι κάτι τέτοιο.
Στο βιβλίο με τον σεφερικό τίτλο Ευτυχισμένος που έκανε το ταξίδι του Οδυσσέα, που έπεσε κατά τύχη στα χέρια μου, η συγγραφέας αναφέρει την ιστορική πραγματικότητα για τις ελληνικές αποικίες της Θράκης, της Μαύρης Θάλασσας και των περιοχών γύρω από τον Ίστρο, της συνεχούς παρουσίας του ελληνικού πληθυσμού από την ίδρυση των αποικιών μέχρι και τις αρχές του τραγικού 20ου αιώνα. Γλώσσα και εμπόριο διέσχισαν όλες τις θάλασσες. Το ίδιο συνέβαινε και στην Εσπερία τα τελευταία χιλιάδες χρόνια, καθώς κανείς κεφαλαιούχος νησιώτης του Αρχιπελάγους ή Ίωνας ούτε ξέχασε ούτε και άφησε να χαθούν οι μοναδικές εμπορικές δυνατότητες που του προσέφερε η Μασσαλία τόσο μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης όσο και κατά τον 19ο αιώνα. Άλλωστε, η Μασσαλιώτιδα πόλη είχε πλήρη επίγνωση της ταυτότητάς της, τουτέστιν ότι αποτελούσε πόρτα για την Ανατολή και μεταβιβαστικό λιμάνι για τα εμπορεύματά της μέχρι πρόσφατα, και το απέδειξε τον 19ο αιώνα με τις δύο νεόδμητες εκκλησίες επηρεασμένες από τον βυζαντινό, ανατολίτικο και ρωμανικό ρυθμό, διαχωρίζοντας σαφώς την θέση της από τον γοτθικό ρυθμό που κυριαρχεί στην υπόλοιπη χώρα. Ο Καθεδρικός της Μασσαλίας, μπροστά στην θάλασσα, αποτελεί ένα αρχιτεκτονικό αριστούργημα που ντύθηκε στο εσωτερικό του με τρομερά ψηφιδωτά πρωτοχριστιανικής έμπνευσης και με ημιπολύτιμους λίθους από την Ουμβρία. Από την άλλην μεριά, η Notre-Dame de la Garde ή Bonne Mère, με το άγαλμα της Παναγίας να γίνεται το έμβλημα της Μασσαλίας, φτιάχτηκε πάνω σε ένα παλιό εκκλησάκι που υπήρχε πάνω στον βράχο και στο εσωτερικό της υποδέχεται τα τάματα των ναυτικών καθότι η εκκλησία αποτελεί πάνω απ’ όλα την προστάτιδα των ναυτικών όταν έχουν ξεμπαρκάρει στη στεριά!
*
Πανοραμικό της Μασσαλίας από τον σταθμό Saint Charles. Στο βάθος διακρίνεται η εκκλησία Notre-Dame de la Garde.
*
Το χρυσοποίκιλτο άγαλμα της Παναγίας επιβλέπει την πόλη.
Απ’ όσο θυμάμαι, δύο φορές ξεμπάρκαρε στη Μασσαλία και ο Καββαδίας φωτογραφούμενος στο παλιό λιμάνι και αφιερώνοντας ένα ποίημα στην πόλη με τίτλο Γράμμα από την Μαρσίλλια, από την αλλοπρόσαλλη δεκαετία του ’30 και του Μαραμπού. Καθαρό ποίημα περίεργου ναύτου, αφού μόνος του μαρτυρεί ότι ζαλίστηκε από την πόλη όσο προφανώς και γοητεύτηκε, αγκυροβολημένου στο φημισμένο λιμάνι της Γαλλικής Βαβυλώνας:
Έσχισα, φίλε μου, πολλά χαρτιά για να σου γράψω.
Εδώ η Μαρσίλια μ’ έκανε πολύ να ζαλιστώ,
κι όμως δεν πέρασε στιγμή, πιστέφτε, αγαπητέ μου,
χωρίς και μες στη ζάλη μου να σας συλλογιστώ.
Σας σκεφτόμουν στο Μπουλβάρ ντε Νταμ σαν περπατούσα
ανάμεσα σε δυο τροτέζ που έκαναν σαν τρελές,
ενώ μιλώντας δυνατά τριγύρω μου περνούσαν
άνθρωποι απ’ όλες, θα ’λεγες, του κόσμου τις φυλές.
Κι έπειτα πάλι στη μεστή από κόσμο Κανναμπιέρα,
στο Πόρτο Βέκκιο, στην τεφρήν οδό Σαιντ Ονορέ,
κι ακόμα, συγχωρήστε με, σας ένιωθα μαζί μου
στα θορυβώδη και γιομάτα κόσμο καμπαρέ.
Βορινοί ναύτες μπλέκονται με θερμαστές του Νότου,
στα γόνατά τους κάθονται κορίτσια της δουλειάς,
παίζει το πιάνο μοναχό και μια μικρή σφυρίζει
έναν παράταιρο σκοπό μιας μελωδίας παλιάς.
Κι ύστερα απ’ το Ταρτάν εβγήκα μεθυσμένος
και νόμιζα το σώμα μου ανάξιο και μικρό,
πολύ κοντά σας ένιωθα να μου χαμογελάτε
μ’ εκείνο το παράξενο το γέλιο, το πικρό.
Και μόνον όταν στην Κορνίς, σε κάποιο γκρίζο σπίτι,
γύρω από εβραίους που ’χανε με γυναικεία ντυθεί,
σας έχασα για μια στιγμή απ’ τα μάτια μου, μου εφάνη
ο φύλακας μου άγγελος πως είχε πια χαθεί.
Αύριο φεύγω και μαζί μου φέρνω στην Αθήνα
αναμνήσεις παράξενες, πολλές, με το σωρό
και κάποιο δώρο θλιβερό, προϊόν της Μασσαλίας,
που μια Πωλίν μου χάρισε προχθές στα Numeros…
Δεν είναι μόνον ο Καββαδίας ο ναύτης που έγραψε για την κοσμοσύναξη της Μασσαλίας αλλά και ο σήμερα ξεχασμένος γηγενής ναυτικός, φωτογράφος, ζωγράφος και ποιητής του «γνωρίζω νησιά μακρινά» Λουί Μπρωκιέ (Louis Brauquier). Ποιητής που αξίζει να συγκριθεί με τον Καββαδία αφού έχει τόσα κοινά με τον Έλληνα ναυτικό.
*
Αndré Lhote, L’escale, 1913.
Η πλειοψηφία των αναγνωστών είναι γνώριμη με τον συγγραφέα αυτού που στα ελληνικά αποκαλείται Η Τριλογία της Μασσαλίας. Τριλογία είναι σίγουρα, αλλά δεν είναι τριλογία για την Μασσαλία, αλλά για έναν Μασσαλιώτη. Πέρα από ένα αστυνομικό μυθιστόρημα ή μεθιστόρημα που υπερβαίνει το είδος προς την μεταφυσική, με κεντρικό ήρωα έναν πρώην μπάτσο με όνομα Ιταλού ποιητή, τον Μοντάλε, ο Ζαν-Κλωντ Ιζζό έχει γράψει ένα θαλασσινό και μασσαλιώτικο μυθιστόρημα που αγνοείται, πλέον, η αναγνωστική του τύχη, με τίτλο Les Marins Perdus (1997). Σε ελεύθερη μετάφραση, Οι Χαμένοι ναυτικοί. Χαμένοι τόσο στον χρόνο, όσο και στον τόπο, όσο και στα θαλασσόβρεχτα μυαλά, όσο και στην ίδια την πρωταγωνίστρια ακόμη μια φορά, Μασσαλία. Χαμένη και η πόλη μαζί τους, που εμφανίζεται σαν η μήτρα του λιμανιού που μαζεύει όλες τι χίμαιρες.
Ο μεσογειακός ήλιος είναι τόσο αθώος όσο και επικίνδυνος. Φαινόμενο γνωστό σε όλους του πλοηγούς από τους Φοίνικες μέχρι τους Άραβες. Τα λιμάνια που βρίσκονται κάτω από αυτόν τον ήλιο και όπου αγκυροβολούν τα καράβια είναι άλλο τόσο επικίνδυνα. Στο μυθιστόρημά του, ο Ιζζό εκθέτει αυτό στο θαλασσινό σκηνικό της νυχτερινής αρόδου. Οι Χαμένοι Ναυτικοί είναι τρεις διαχρονικοί μεσογειακοί ήρωες: ο Αμπντούλ, ο Διαμαντής και ο Νεντίμ. Λιβανέζος, Έλληνας και Τούρκος κατά σειρά. To εμπορικό τους, το «Αλδεβαράν», βρέθηκε αγκυροβολημένο στο λιμάνι της Μασσαλίας. Μην έχοντας πληρωθεί επί μήνες, ο πλοίαρχος Αμπντούλ ενημερώνει το πλήρωμα ότι ή θα πρέπει να πάρουν ό,τι χρήματα δίνει ο πλοιοκτήτης και να φύγουν ή να περιμένουν επ’αόριστον τους μισθούς τους και το πλοίο κάποτε να σαλπάρει. Η μεγαλύτερη μερίδα του πληρώματος έφυγε, αφήνοντας τους τρεις μόνους τους. Ο καπετάνιος δεν αφήνει το πλοίο ούτε και ο Έλληνας υποπλοίαρχος. Ο Νεντίμ, έκανε μια προσπάθεια να φύγει αλλά έμπλεξε την ίδια νύχτα με τις πουτάνες και τους νταβατζήδες του Παλιού Λιμανιού. Η Φεϊρούζ, το ρούμι,οι γυναίκες που περιμένουν την επιστροφή του κάθε Οδυσσέα, η χαρτογραφία, η αναπόληση ενός παρελθόντος οριστικά χαμένου αλληλοεμπλέκονται σε μια αφήγηση που είναι τόσο σύγχρονη όσο και αρχαία. Ο Διαμαντής, ως άλλος Οδυσσέας ή Καββαδίας ρεμβάζει αναλογιζόμενος τη Μασσαλία:
«Η Μασσαλία, σκέφτηκε τότε, είναι μία γυναίκα που προσφέρεται σε εκείνους που φθάνουν δια θαλάσσης. Το είχε μάλιστα σημειώσει στο ημερολόγιο καταστρώματος. Δίχως να γνωρίζει ότι αυτή η φράση εξέφραζε τον μύθο για την ίδρυση της πόλης.»
Ο Ιζζό διαγράφει μια παράλληλη σχέση ανάμεσα στους πολλούς Έλληνες ναυτικούς που πέρασαν από αυτό το λιμάνι, από τον Πρώτι μέχρι τον Διαμαντή. Κόλπος της Μασσαλίας, όπως το ερωτικό καλωσόρισμα στον γυναικείο κόλπο… Ανάμεσα στη θάλασσα και τη στεριά, ανάμεσα στον ήλιο και την σελήνη οι ισορροπίες χάνονται διαρρηγνύοντας τον ορθολογισμό της χαρτογραφίας. Ο Ιζζό υπενθυμίζει ότι η Σκύλλα και η Χάρυβδη, η Εκστρατεία των Αργοναυτών, ο Σκοτεινός Ωκεανός των Πορτογάλων με τα τέρατά του και όλες οι αφηγήσεις των ταξιδιωτών απευθύνονται πάνω από όλα στους ίδιους τους ναυτικούς. Είναι εκείνοι που αντιμετωπίζουν όλες αυτές τις τρομερές θαλάσσιες δοκιμασίες, είναι οι τρομεροί Οδυσσείς που βάζουν κερί στα αυτιά τους ενάντια στην οφθαλμαπάτη του παρόντος και στην ψευδαίσθηση του παρελθόντος. Για το μέλλον δεν μιλάμε πια. Σε αυτή την έλλειψη χρονικότητας βρίσκεται, άλλωστε, ο σύγχρονος πλοηγός, σε αυτήν την έλλειψη μέλλοντος αποθανατίζεται το σύγχρονο μυθιστόρημα που δεν περιμένει τίποτα πια, αλλά που ταυτόχρονα ξερνάει τα πάντα δίχως να έχει τίποτα να χάσει. Ένα μεθυσμένο ναυτικό μυθιστόρημα όπως ένας ναυτικός τη νύχτα της εξόδου του.
Περιμένοντας, ο Διαμαντής έχει την ανάγκη να περπατήσει στη στεριά. Μια στεριά που του ανήκει όπως ανήκει και σε όλους όσους βρίσκονται σε αυτήν την πόλη.
«Το ήξερε, η Μασσαλία, ήταν η μόνη πόλη στον κόσμο όπου δεν αισθανόταν ξένος. Από όπου και αν προέρχεται κανείς και σε όποια ράτσα και αν ανήκει. A priori, δεν μπορούμε να είμαστε παρά μόνο Μασσαλιώτες. Αυτό του έλεγαν τα βλέμματα των ανθρώπων. Ένα μοναδικό αίσθημα οικουμενικότητας.»
*
Προτομή του Ομήρου στην rue d’Aubagne.
Rue D’Aubagne. Ανεβαίνοντας αυτόν τον δρόμο όπου βρίσκεται η προτομή του Ομήρου, του ποιητή-προστάτη όλων των ξενιτεμένων, νιώθεις την τρομερή οικειότητα της κοινωνικής επιμειξίας με λαούς που δεν είχες καν φανταστεί ότι θα δεις μια μέρα μπροστά σου και μαζεμένους. Νήσοι Κομόρες, Μαδαγασκάρη, Βιετνάμ, Κίνα, Γουαδελούπη, Πράσινο Ακρωτήρι, Σενεγάλη, Μαλί, Αλγερία και Μαρόκο: οι πατρίδες τους τούς ξενίτεψαν στην Μασσαλία. Πατρίδες ή παρτίδες; Καθότι ως γνωστόν γεωγραφία ίσον πεπρωμένο. Όπως συμβαίνει και με τους Νεοέλληνες τα τελευταία εκατό χρόνια, ακόμη και με το τελευταίο κύμα μετανάστευσης.
*
Προσωπογραφία του Ρεμπώ στην είσοδο του νοσοκομείου La Conception.
*
Μνήμα Έλληνα του 19ου αιώνα.
Παρ’ όλη την ένδειά της η Μασσαλία τίμησε τους Έλληνες, αρχαίους και νεότερους. Παρατηρώντας κεντρικά κτίρια με ονόματα Ελλήνων, όπως των Ζαφειροπουλαίων, μου ήρθε στο μυαλό η συνοικία των Φαναριωτών στην Πόλη αλλά και πόλεις της Ρουμανίας, όπου το παρελθόν και το παρόν του ελληνικού εμπορίου είναι πλέον ετοιμόρροπα όπως και τα κτήρια που φέρουν τα ονόματά του. Αναζητώντας κάποια μέρα τον τάφο του Αντωνέν Αρτώ στο νεκροταφείο του Αγίου Πέτρου, έπεσα πάνω σε μια τιμητική πλάκα που είχε θέσει ο δήμος για την «πολιτισμική, οικονομική και κοινωνική προσφορά» των Ελλήνων κατά τον 19ο αιώνα. Διθυραμβικοί τάφοι, σχεδόν μπαρόκ, διακοσμημένοι με τα πιο γυαλιστερά μάρμαρα και με νεοκλασσικίζουσα αισθητική φέρουν σε αυτό το τετράγωνο τις οικογένειες Ελλήνων που μετανάστευσαν από τη Σμύρνη, την Κωνσταντινούπολη, τη Χίο και από άλλα νησιά του Αρχιπελάγους. Φεύγοντας από το κοιμητήριο, η μνήμη των οδοιπόρων αυτών μένει μαζί σου καθ’ όλη την διάρκεια του περπατήματος. Και ξαφνικά εκεί που επισκέπτεσαι του νεκρούς και λίγο από την ιστορία τους πέφτεις πάνω σε μια πόρτα με το πορτρέτο του Ρεμπώ.
Από το νοσοκομείο La Conception, ο Αρθούρος έστελνε τα τελευταία του γράμματα σε όποιον μπορούσε έστω και ελάχιστα να τον βοηθήσει να ξαναφύγει. Μακριά, όλο και πιο μακριά από τον παλιό κόσμο της Ευρώπης. Με ακρωτηριασμένο το πόδι του, σε κατάσταση φρικτού καρκινικού πόνου, ερχόμενος από την Αβησσυνία πίσω στην Ευρώπη του spleen, ο ποιητής συνεχίζει να ονειρεύεται το ταξίδι και το Μεγάλο Παιγνίδι που συμμετείχε. Οι τελευταίες του γραπτές λέξεις γράφονται την 9η Νοεμβρίου 1891, μία ημέρα πριν αποβιώσει, στον Διευθυντή των Messageries Maritimes. Οι τελευταίες του τρεις προτάσεις από τα γράμμα είναι τούτες:
«Στείλτε μου λοιπόν την τιμή των υπηρεσιών της Aphinar στο Σουέζ. Είμαι εντελώς παράλυτος: θέλω λοιπόν να βρίσκομαι εγκαίρως στο πλοίο. Πείτε μου πιά ώρα πρέπει να μεταφερθώ στο πλοίο…»
Οι μέρες περνούν και οι ξενοδίτες συνεχίζουν να ανεβοκατεβαίνουν την Canebière. Κάτι σαν μια κλίμακα του Μπέκετ. Μια αναμονή άνευ λόγου και αιτίας. Η οικονομία της περιοχής έχει καταστραφεί από τους τοπικούς πολιτικάντηδες. Το κεντρικό κράτος των Παρισίων προχώρησε σε οικονομική αποκέντρωση.
Το προαναφερθέν ποίημα του Καββαδία έχει, σήμερα, μόνο μουσειακή ή εγκυκλοπαιδική ισχύ, πέραν της γλωσσικής καλλιέπειας και της προσωπικής μυθολογίας του ποιητή. Κι αυτό γιατί το τρισχιλιετές λιμάνι μετατοπίστηκε πρόσφατα έξω από την πόλη με το εμπόριο να γίνεται, όπως και σε άλλες περιοχές της Μεσογείου, κάτι το αφηρημένο, εξειδικευμένο και αόρατο που περνάει από μεγάλες εταιρείες καταστρέφοντάς έτσι τις καθημερινές σχέσεις και έναν κοινωνικό ιστό που διατηρούνταν από τους Έλληνες μέχρι τους σημερινούς εναπομείναντες ψαράδες.
Ενώ οι ναζί βομβάρδισαν το λιμάνι, οι αμερικανοτραφείς Γάλλοι το μετέστρεψαν σε ομοίωμα του εαυτού του που σε συνδυασμό με τις οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης το μετέτρεψαν σε ένα επαρχιακό λιμανάκι. Εκεί που προσδένονταν τα πλοία με εμπορεύματα όλης της υφηλίου, σήμερα έχουμε γιότ και σκάφη νεόπλουτων. Τα docks της Ζολιέτ μεταμορφώθηκαν σε μεταμοντέρνα εστιατόρια καθώς και σε τόπο στέγασης start-up εταιρειών.
Οι μόνες κατασκευές των τελευταίων χρόνων αποτελούν μια ακραία μπετονοποίηση της πόλης με πρώτο και κύριο το αφιερωμένο στους μεσογειακούς πολιτισμούς μουσείο Mucem. Ένα τεράστιο τίποτα, παρεμφερές με το Ίδρυμα Νιάρχου στις Τζιτζιφιές: χιλιόμετρα ασφάλτου και μπετόν, σχεδόν καμμία σκιά σε περιοχές που το θερμόμετρο φθάνει τους σαρανταπέντε βαθμούς τους καλοκαιρινούς μήνες, επίδειξη δύναμης πάνω στους σκασμένους και ιδρωμένους νεόπτωχους όλης της υφηλίου… Το επίτευγμα του τίποτα πήρε και μια κορώνα (ένα κερασάκι στην τούρτα) κατά τη διάρκεια του περίφημου lockdown ή (αυτο)καραντίνας: κάποια μέτρα πιο κάτω από το μουσείο ένα τεράστιο αρκουδάκι με τις επιγεγραμμένες πάνω του λέξεις ΗUG ME τοποθετήθηκε μόνιμα εκεί…
Η μοίρα των σύγχρονων μεσογειακών πόλεων συνδέεται με την τουριστικοποίηση. Ψαροχώρια και καλύβες από τσίγκο μετατρέπονται σε ξενοδοχειακά συγκροτήματα ενώ ο τρόπος ζωής των ψαράδων μετατοπίζεται από την θάλασσα στα σούπερ μάρκετ. Το εμπόριο του ηλιόφωτος και του θαλασσινού νερού υποκύπτει στις αξιώσεις της νέας ιδέας της ευτυχίας που είναι η μητρόπολη. Η μεταπολεμική χωροταξία μετέτρεψε τις πόλεις σε μεγαλουπόλεις χωρισμένες σε ζώνες που δεν ενώνονται μεταξύ τους παρά μόνον μέσω του αυτοκινήτου: ζώνη ύπνου, ζώνη εργασίας, ζώνη διασκέδασης. Τον 21ο αιώνα, αυτό το φαινόμενο φτάνει σε ένα κρεσέντο αστεακής κακοφωνίας. Όπως και η σύγχρονη Αθήνα, η Μασσαλία βλέπει τους κατοίκους της να μετατοπίζονται προς τα προάστια αφού οι κεντρικοί άξονες της πόλης απευθύνονται, πλέον, στους τουρίστες. Η μετατόπιση του πτωχού ή και μικροαστικού πληθυσμού ήταν ένα όνειρο της αστικής τάξης του 19ου αιώνα που ξεκίνησε να λαμβάνει χώρα με τον βαρώνο Ωσσμάν κατά την δεκαετία του 1860 και σε μεγαλύτερο βαθμό μετά την Παρισινή Κομμούνα. Ό,τι δεν κατάφερε ο στρατός, το έφερε εις πέρας το Airbnb. Ας μη λησμονούμε το γεγονός ότι η οικία εθεωρείτο από την αρχαιότητα μέχρι πρόσφατα τόπος ιερός. Οι Έλληνες της είχαν αφιερώσει και μια θεά, την Εστία. Από την επιβίωση εκείνης της λατρείας, οι βυζαντινοί και οι μεταβυζαντινοί λαοί κρατούσαν αναμμένο το καντήλι δίπλα από τα εικονίσματα.
Αφού ανέβαινα την οδό Αθηνών (rue d’Athènes) κατευθυνόμενος προς τον σταθμό άκουσα δύο εκρήξεις. Λίγο αργότερα ενημερώθηκα για τα συμβάντα. Στην πόλη των παρισινών προαστίων, Ναντέρ, ένας αστυνομικός πυροβόλησε και σκότωσε ακαριαία έναν ανήλικα αφού εκείνος δεν σταμάτησε το όχημα κατά τις προσταγές του πρώτου. Είναι όμορφη κάθε εξέγερση.
Ενώ η Ευρώπη βρίσκεται σε έναν συνεχή εμφύλιο πόλεμο τα τελευταία χρόνια, με μια σειρά από απαγορεύσεις που επιβάλλονται, ενίοτε βιαίως, στον δημόσιο χώρο και κρίσεις που διαδέχονται η μία την άλλη οδηγώντας σε ένα καταστροφικό-αποκαλυπτικό όραμα το βίωμα της καθημερινής ζωής, βρίσκεται στην εξέγερση αυτή, πιθανώς, μια ρωγμή στον ψευδοηδονιστικό βίο της ηπείρου, της αποκαλούμενης Γηραιάς και όχι δίχως λόγο αφού φαίνεται ότι οι κάτοικοι έχουν απεμπολήσει κάθε ζωτική έννοια των κοινών και της εορτής. Κάθε τι που ενώνει ενάντια στην καταστροφή φέρει στην επιφάνεια το χαμένο διονυσιακό αίσθημα. Δεν γνωρίζουμε τι μπορεί να βγει μέσα από την καταστροφή ενάντια στην καταστροφή.
*
*
Παρατηρώντας μια εξέγερση που αφορούσε κυρίως τους κατοίκους των γκετοποιημένων περιχώρων σκεφτόμουν τα δύο οχυρά που βρίσκονται δεξιά και αριστερά του παλιού λιμανιού. Και τα δύο έχουν κατασκευαστεί με εντολή του Κολμπέρ, υπουργού του Λουδοβίκου ΙΔ΄. Το πρώτο, το οχυρό Saint-Jean έχει κατασκευαστεί με σκοπό την προστασία της πόλης από εξωτερικούς εχθρούς. Το δεύτερο οχυρό, εκείνο του Saint-Nicolas, είναι γυρισμένο προς την πόλη. Είναι η μόνη πόλη στον κόσμο, από όσο γνωρίζω, που έχει ένα μια τόσο ξεκάθαρη ενδογενή εμφυλιακή πολεοδομία, εκείνη δηλαδή που επιτρέπει να σταματήσει κάθε εσωτερική κίνηση της πόλης σε περίπτωση δυσαρέσκειας προς την κεντρική εξουσία. Δίχως καμμία δεύτερη σκέψη, τα κανόνια ήταν στραμμένα και έτοιμα να χτυπήσουν τους πολίτες. Ενώ η εξέγερση λαμβάνει χώρα από αυτό που αποκαλούνταν παλιότερα, άγριες τάξεις, από εκείνους δηλαδή που δεν έχουν να χάσουν τίποτα καθότι η κοινωνική γεωγραφία τους έχει ήδη τοποθετήσει σε ένα αχρονικό no man’s land, σε ένα πεπρωμένο προδιαγεγραμμένα ηττημένο από την γέννησή τους, η ακολουθία των γεγονότων έρχεται σε αντιστοιχία με το παρελθόν της πόλης.
Με την φωτιά που κράτησε δέκα νύχτες κάηκε και το καφέ Πυθέας.
«Κι έπρεπε επιτέλους να καταλάβω πώς οι πόλεις δεν ήταν στη διάθεσή μου για να μένω αλλά για να φεύγω.»
*
*
*












