*
Άγιος ή προδότης;
Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών
γράφει η ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
[7/12]
~.~
Τον νεοορθόδοξο στοχασμό, ως αυτός εκφράστηκε τουλάχιστον κατά τις δεκαετίες του ’80 και του ’90, δεν απασχόλησε ο ισλαμικός κόσμος, καθώς μείζων αντιπολιτισμικό υπόδειγμα στην προβληματική της ελληνικής ταυτότητας, μπροστά στον εξευρωπαϊσμό και την παγκοσμιοποίηση, συνιστούσε κατ’ ουσίαν η Δύση. Με την πτώση του Σιδηρού Παραπετάσματος, που έδωσε γεωπολιτισμικό χώρο στην ευρωατλαντική ηγεμονία, χάρη στα άρθρα του Σάμιουελ Χάντινγκτον στο περιοδικό Foreign Affairs,[402] που επέδειξαν ως μείζονα πρόκληση στη νέα τάξη πραγμάτων τη σύγκρουση των πολιτισμών, ο Γιανναράς διαβλέπει προφητικά, ήδη το 1995, ως βασικότερους πόλους αντιπαράθεσης στον 21ο αιώνα τη Δύση και τον ισλαμικό φονταμενταλισμό.[403] Σπεύδει δε να αποκαθάρει τη δυτικής κοπής σύμπτωση που το βιβλίο του Χάντινγκτον πυροδότησε ανάμεσα στην Ορθοδοξία και το Ισλάμ ως εξίσου αντινεωτερικά δόγματα, εστιάζοντας μάλλον στα κοινά χαρακτηριστικά του Ισλάμ με τη Δύση.[404] Παρότι, επιπλέον, ανησυχεί για την από τη δεκαετία του ’90 διαπιστωμένη πολιτική διείσδυση του Ισλάμ στον ευρωπαϊκό και τον βορειοαφρικανικό χώρο, ο Γιανναράς δεν θεωρεί κίνδυνο τον αραβικό ισλαμισμό, καθότι αυτός αποκλείει, κατά τον ίδιο, ιστορικοπολιτισμικά την Ελλάδα από τον προαιώνιο εχθρό του, τη Δύση.[405] Ο «οθωμανικός ισλαμισμός»,[406] ο οποίος διεκδικεί «πολιτική προτεραιότητα έναντι του εθνικού κράτους»,[407] αντιθέτως, υποδεικνύεται ως απειλή σε ζητήματα εθνικής επιβίωσης, δεδομένου ότι δεν σχετίζεται πλέον με τη μεταφυσική, αλλά αντικειμενοποιείται ως η θρησκεία του έθνους.
Tον δε Ράμφο το ζήτημα του Ισλάμ θα απασχολήσει κυρίως μετά από τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου στο βιβλίο του Έλληνες και Ταλιμπάν (2001).[408] Το Ισλάμ επικρίνει σποραδικά, έναντι του κεμαλικού κράτους, ως συντελεστή ανιστορισμού και χρονικής αγκύλωσης για τη νεοοθωμανική στρατηγική της σύγχρονης Τουρκίας.[409] Συναφώς, η μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί προκύπτει κατά τον ίδιο ως σύμπτωμα «πολιτισμικού γενιτσαρισμού» και «πνευματικής υστέρησης».[410]
Το Ισλάμ, συνεπώς, για τους δύο αυτούς στοχαστές, ειδικά στην εποχή της ακμής του νεοορθόδοξου λόγου, δεν αποτελεί ποτέ πρόβλημα ή απειλή per se, ωστόσο εισέρχεται σποραδικά στις παρεμβάσεις τους στη νέα χιλιετία, κυρίως σε σχέση με την τουρκική επιθετικότητα στο Αιγαίο και την Κύπρο, το Δόγμα «Νταβούτογλου» και την εν γένει απειλή της Τουρκίας για τον ελληνισμό.
Εν αντιθέσει προς τους ανωτέρω, η Ευρώπη και η Δύση στον Μαργαρίτη δεν απαντούν με πολεμικούς όρους, η δε Ελλάδα και η Κύπρος εντάσσονται άνευ σχισματικότητας στο ενιαίο και αδιαίρετο ευρωδυτικό γεωπολιτισμικό πλαίσιο, το οποίο τελεί σε πλήρη αντιπαραβολή με το Ισλάμ και την Ανατολή, νοούμενη εν προκειμένω αποκλειστικά ως ισλαμική Ασία — από το λεξιλόγιο του συγγραφέα απουσιάζει πλήρως η έννοια της «καθ’ ημάς Ανατολής». Το Ισλάμ στον Μαργαρίτη καθίσταται με συνέπεια, επαναληπτικότητα και ευκρινώς μια Άλλη θρησκευτική και οριενταλιστικά σχεδόν απολίτιστη οντότητα, σε σχέση με τα δυτικοευρωπαϊκά πολιτισμικά επιτεύγματα, τα οποία συνιστούν και τη δική του πνευματική οικοδομή. Προς αυτή την κατεύθυνση, απέναντι στην «ασιατική βαρβαρότητα»,[411] η οποία ενθυμίζει και τον περίφημο στίχο του Κώστα Μόντη «μητέρα, βρισκόμαστε στα πρόθυρα της Ασίας»,[412] ένεκα της δεινής εγγύτητας της Κύπρου με την κατοχική Τουρκία, ο Μαργαρίτης δεν διστάζει να υιοθετήσει για τον εαυτό του το αιρετικό αντιπαράδειγμα του Νίτσε,[413] όπου ο οικουμενισμός, υπέρβαση κάθε εθνικής και τοπικής προοπτικής, ταυτισμένος με τον ευρωπαϊσμό, τυγχάνει επίκλησης, αποκλείοντας ριζικά, στην περίπτωση του Μαργαρίτη, την ισλαμική Ανατολή:
Ο ισλαμικός ζόφος με βοήθησε να ομολογήσω ότι είμαι και εγώ, φύσει και θέσει, […] ένας καλός Ευρωπαίος. Φερ’ ειπείν σαν τον Φρειδερίκο Νίτσε. Αυτός είναι ο οικουμενισμός μου.[414]
Επιπλέον, και σε αντίθεση με το Ισλάμ, ο δυτικός χριστιανισμός δεν τυγχάνει παρόμοιων χαρακτηρισμών στον Μαργαρίτη, παρότι ο συγγραφέας φροντίζει να διαχωρίσει τους Ρωμαιοκαθολικούς από τον Ρωμαιοκαθολικισμό. O τελευταίος νοείται ως «αίρεση» και «θρησκεία», και ως τέτοιος ανήκει στο φάσμα της ιδεολογίας, σε αντίθεση με την Ορθοδοξία, την οποία ο πεζογράφος αποκαλεί «γεγονός».[415] Στο ίδιο πλαίσιο, ο Τάκης Παπατσώνης οικειώνεται σεβαστικά από τον πεζογράφο ως «δυτικός μέτοχος της Ορθοδοξίας»[416] στη βάση του ανθρωπισμού του και της οικείωσης από μέρους του του βυζαντινού υποδείγματος: «Ζούμε σε μια λέξη του Τάκη Παπατσώνη: να καταλαβωθούμε. […] Για να κατανοούμε αλλήλους, εις παροξυσμόν αγάπης και καλών έργων».[417] Περαιτέρω, η χριστιανική Ευρώπη, ως ανήκουσα στη Δύση, με πυλώνες της την Ελλάδα και την Κύπρο, χρήζει για τον συγγραφέα (επαν)Ευαγγελισμού, επιστροφής δηλαδή στο γεγονός της αναγγελίας της Σάρκωσης και της σωτηριώδους δυνατότητας που αυτή εισάγει για τα ανθρώπινα:
Εκεί, στην Άγρια Δύση, που μένει ακόμα να αγιάσει, αν το ρο γυρίσει στον Έρωτα.[418]
Αυτή τη χαμένη αδελφή μου γυρεύω: τον εκ νέου Ευαγγελισμό της Ευρώπης μου, με έναν σταυρό από νέον, με ένα νέον πνεύμα στις εκτάσεις της Δύσεως. Πόσα έψιλον θροΐζουν στο γέρμα: Ελένη, Ελλάδα, Ελευθερία.[419]
Η ίδια δυνατότητα για σωτηρία που παρέχεται στην Ευρώπη και τη Δύση δεν υφίσταται ωστόσο για την ισλαμική Ανατολή, ωσάν αυτή να εξαιρείται εν γένει από το όραμα της πανανθρώπινης ενότητας. Ενώ, περαιτέρω, ο Μαργαρίτης τείνει χείρα μετανοίας στον Νίκο Σαμψών ή ακόμα και στον δήμιο των απαγχονισθέντων αγωνιστών της ΕΟΚΑ Χάρι Άλεν, η ίδια λυτρωτική πρόθεση αποκλείει, μέχρι στιγμής, στα βιβλία του τον ισλαμικό κόσμο, ιδία δε τους Οθωμανούς/Τούρκους τυράννους της χώρας του. Ο κατά τον συγγραφέα «σφυρήλατος χαμοθεός» του Ισλάμ, ως αυταπάτη του κόσμου τούτου και εξαπλωθείς διά πυρός και σιδήρου, ανήκει στον κόσμο της βίας και των ειδώλων και ταυτίζεται με τον Σατανά:
Ο Διγενής ήταν γιος Βυζαντινής πριγκίπισσας και Άραβα εμίρη […]. Την ένωση σφράγισε το βάπτισμα του ανδρός εξ ύδατος και πνεύματος, διά της αποτάξεως Σατάν, που είναι ίδιος με τον σφυρήλατο χαμοθεό του Ισλάμ. Ξόανα.[420]
Η Δύση προσλαμβάνει, περαιτέρω, στο μαργαρίτειο μυθιστόρημα σταυροφορικές διαστάσεις απέναντι στο Ισλάμ. Στο Συμβάν 74 γίνεται υπόμνηση στον θρήνο της χριστιανικής Δύσης για την απώλεια της Κύπρου, «το τελευταίο χριστιανικό βασίλειο της Ανατολής»,[421] με αναφορά στην οθωμανική κατάκτηση (1571), ενώ στο Σαμψών ο συγγραφέας εκθειάζει τον Ενετό υπερασπιστή της Κύπρου από τους Οθωμανούς Μαρκαντώνιο Βραγαδίνο, που έπεσε με αυταπάρνηση στην πολιορκία της Αμμοχώστου (1571). Σ’ αυτό το πλαίσιο, ο Μαργαρίτης υιοθετεί το σαιξπηρικό ιδίωμα, παίρνοντας τη σκυτάλη από σύσσωμη τη μεσαιωνική δυτικοχριστιανική γραμματεία, χαρακτηρίζοντας αναπολόγητα, παραθέτοντας από τον κυπριακότατο Οθέλλο,[422] τους Τούρκους «σκυλιά»:
Γι’ αυτό όμως είχε έρθει και ο Οθέλλος στην Κύπρο, στην Αμμόχωστο, ως Βενετσιάνος ιππότης∙ γι’ αυτό: για να μας φυλάξει από τον χαμοθεό του Ισλάμ. Μα δεν πρόλαβε, ένεκα ο ψίθυρος του Ιάγου, που εξαπέλυσε φίδια, ανίερα τέρατα στους λαβυρίνθους του αυτιού, και γέννησε στον νου του Μαύρου λογισμό απιστίας […]. […] Ο σταυρός δεν άνθισε: Είσαι νεκρή! Με το ίδιο μαχαίρι που είχε σκοτώσει τόσα σκυλιά – Τούρκους.[423]
Οικοδομώντας στις προηγούμενες παρατηρήσεις μας, ο προσδιορισμός της οικουμενικότητας της Ορθοδοξίας γίνεται στον Μαργαρίτη με όρους κατά κύριο λόγο πνευματικού πολιτισμού, ο οποίος ανάγεται γεωγραφικά και πολιτισμικά στο Βυζάντιο και αποκτά οντολογικό βάρος στο σύμβολο του Σταυρού. Ο πολιτισμός αυτός, παρότι προσδιορίζεται ως υπεριστορικό μέγεθος, προκύπτει καθοριστικός, στην περίπτωση του Μαργαρίτη, για την πρόσβαση στο εκκλησιαστικό γεγονός και την επιδιωκόμενη ενότητα του ανθρώπινου γένους. Ο οικουμενισμός συνεπώς προϋποθέτει, ως προκύπτει, στην αντίληψη του συγγραφέα, μια κατά κύριο λόγο χριστιανική Ευρώπη, που έλκει την καταγωγή της από τον εκχριστιανισμό της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και εξαιρεί ριζικά τον εισβάλλοντα σε αυτήν ισλαμικό κόσμο. Η μικρή Kύπρος δεν συνιστά, σε αυτό το πλαίσιο, παρά μια μικρογραφία ενός τραύματος θρησκευτικο-πολιτισμικού, που είναι για τον Μαργαρίτη βαθύτερο, υπεραιωνόβιο και πανανθρώπινο.
///
[402] Στη βάση των δύο αυτών άρθρων του, τα οποία ο Γιανναράς δηλώνει να έχει διαβάσει στον άμεσο απόηχό τους, εκδόθηκε αργότερα το βιβλίο του Samuel Huntington, The Clash of Civilizations and the Remaking of World Order, Simon & Schuster, Νέα Υόρκη 1996.
[403]Χρήστος Γιανναράς, Αντιστάσεις στην αλλοτρίωση, Ίκαρος, Αθήνα 2008, 29–31.
[404] Χρήστος Γιανναράς, Η απανθρωπία του δικαιώματος, Δόμος, Αθήνα 1998, 143–153.
[405] Γιανναράς Αντιστάσεις στην αλλοτρίωση, ό.π. (σημ. 403), 19–21.
[406] Ό.π.
[407] Χρήστος Γιανναράς, «Η πρόκληση Νταβούτογλου», Η Καθημερινή, 30 Αυγούστου 2009, ημερ. τελευτ. πρόσβ. 14 Αυγούστου 2025, http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_3_30/08/2009_327431.
[408] Στέλιος Ράμφος, Έλληνες και Ταλιμπάν, Αρμός, Αθήνα 2001.
[409] Στέλιος Ράμφος, «Το Ισλάμ παραλύει την Τουρκία», Ποιότητα, 27 Αυγούστου 2014, ημερ. τελευτ. πρόσβ. 18 Αυγούστου 2025, https://piotita.gr/2014/08/27/στέλιος-ράμφος-το-ισλάμ-παραλύει-την-τ/. Στέλιος Ράμφος, «Πολιτισμικός γενιτσαρισμός», Skai.gr, 27 Ιουλίου 2020, ημερ. τελευτ. πρόσβ. 18 Αυγούστου 2025, https://www.skai.gr/ramfos-ston-skai-1003-politismikos-genitsarismos-i-metatropi-tis-agias-sofias-se-tzami.
[410] Ράμφος, «Πολιτισμικός γενιτσαρισμός», ό.π. (σημ. 409).
[411] Μαργαρίτης, Τζούμπιλι, ό.π. (σημ. 12), 167.
[412] Κώστας Μόντης, Γράμμα στη μητέρα κι άλλοι στίχοι [1965], στο Άπαντα, τόμ. Α΄, μέρος Β΄, Ίδρυμα Αναστασίου Λεβέντη, Λευκωσία 1987, 856.
[413] Φρίντριχ Νίτσε, Ecce Homo (Ίδε ο Άνθρωπος), μτφρ. Ζήσης Σαρίκας, Πανοπτικόν, Θεσσαλονίκη 2010, 27.
[414] Μαργαρίτης, Τζούμπιλι, ό.π. (σημ. 12), 167.
[415] Μαργαρίτης, Η εκλογή του Τ.Κ. Παπατσώνη, ό.π. (σημ. 39), 8–9.
[416] Μαργαρίτης, Φοντάνα Αμορόζα, ό.π. (σημ. 29), 47.
[417] Μαργαρίτης, Εννέα, ό.π. (σημ. 10), 435.
[418] Ό.π., 18.
[419] Ό.π., 14.
[420] Ό.π., 110–111.
[421] Μαργαρίτης, Συμβάν 74, ό.π. (σημ. 6), 16.
[422] Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, Οθέλλος, μτφρ. Βασίλης Ρώτας, Ίκαρος, Αθήνα 1985.
[423] Μαργαρίτης, Σαμψών, ό.π. (σημ. 1), 109.
*
**
