*
Εισαγωγή – Ανθολόγηση – Μετάφραση – Σημειώσεις
ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ
Επιστημονικός συνεργάτης από την περσική (φαρσί)
ΜΠΑΜΠΑΚ ΛΟΓΚΜΑΝΙ
~.~
«Αν δεν καταφέρεις να απελευθερωθείς από τον εαυτό σου και να αποδεσμευτείς από τους περιοριστικούς εαυτούς των υπολοίπων, δε θα καταφέρεις τίποτε.»
«Το να συνηθίζει κανείς σε παράλογες έξεις της ζωής και να υποτάσσεται σε περιορισμούς, φραγμούς και τείχη είναι ενάντια στη φύση.»
Η Φορούγκ Φαρροχζάντ (فروغ فرخزاد, Forugh Farrokhzad), η αποκαλούμενη και ως “η επαναστάτισσα ποιήτρια του Ιράν”, είναι μία από τις σπουδαιότερες ποιητικές φωνές της σύγχρονης ιρανικής λογοτεχνίας. Προσωπικότητα αμφιλεγόμενη, τύχη που συνοδεύει συχνά τα σπουδαία μυαλά και τους ανθρώπους που καινοτομούν, ειδικά στο χώρο του πολιτισμού, με το παράδειγμά της η Φαρροχζάντ ενέπνευσε κι εξακολουθεί να εμπνέει μετά θάνατον γενιές και γενιές γυναικών του Ιράν, στον αγώνα τους για ένα καλύτερο μέλλον.
Γεννημένη το 1934 σε μια εύπορη, πολύτεκνη και πολύ αυστηρή οικογένεια, η Φορούγκ Φαρροχζάντ παλεύει από μικρή για την εύνοια του –στρατιωτικού στο επάγγελμα– πατέρα της. Πνεύμα ατίθασο, αγοροκόριτσο σωστό, παραβγαίνει με τα αγόρια της οικογένειας και της γειτονιάς στις αταξίες, προκειμένου να κερδίσει την προσοχή, πράγμα που επιτυγχάνει μεν, όχι όμως με το επιθυμητό αποτέλεσμα. Όταν την τιμωρούν, βρίσκει καταφύγιο στα βιβλία και την ποίηση, μεταξύ άλλων, του Χάφεζ και του Ρούμι, πάντως δεν πτοείται. Έχει βάλει στόχο να αποδείξει ότι τα κορίτσια είναι ικανά για όσα κάνουν τα αγόρια, ή και καλύτερα.
Δεκαέξι ετών, παντρεύεται τον εγγονό μιας θείας της, ονόματι Παρβίζ Σαπούρ, δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερό της. Μέσα σε ένα έτος, αποκτούν το γιο τους, Καμυάρ, τον οποίο εκείνη φωνάζει χαϊδευτικά Καμί. Ο έγγαμος βίος τής προσφέρει ελευθερία, αφού τώρα, ως νυμφευμένη και άρα ‘τακτοποιημένη’ γυναίκα, μπορεί να βάψει τα μάτια της με μαύρο μολύβι, να φορέσει κοντές φούστες και να χρησιμοποιήσει κατακόκκινο κραγιόν, όπως και κάνει[1]. Φευ, αυτά δεν είναι, παρά πράγματα μικρά που απλώς χρυσώνουν το κλουβί της. Σύντομα νιώθει δέσμια, όπως γράφει και στο ομώνυμο ποίημά της (που περιλαμβάνεται στο παρόν αφιέρωμα), να ασφυκτιά μέσα στο γάμο της και σε κοινωνικούς ρόλους παραδοσιακούς και προκαθορισμένους. Αργότερα, θα παραδεχτεί και θα αποδώσει σε αυτόν τον εσπευσμένο γάμο σε τόσο μικρή ηλικία το γεγονός ότι δεν εξελίχθηκε περαιτέρω προσωπικά, πράγμα που επεδίωξε μανιωδώς από τα εικοσιεφτά της και μετά[2].
Με την παρακίνηση και τη στήριξη του συζύγου της, η Φαρροχζάντ αρχίζει να δημοσιεύει δειλά-δειλά τα ποιήματά της σε λογοτεχνικά περιοδικά, επισκεπτόμενη συχνά την Τεχεράνη εις αναζήτηση εκδότη για την έκδοσή τους. Οι λογοτεχνικοί κύκλοι της πρωτεύουσας παραμένουν ‘κλειστοί’ και την αντιμετωπίζουν ως “ποιήτρια”, όρο που χρησιμοποιούν υποτιμητικά και περιπαιχτικά, εν αντιθέσει με τον τίτλο του “ποιητή”. Καθώς η ποίηση της Φαρροχζάντ είναι έντονα αυτοβιογραφική και προκλητική, περισσότερο ενδιαφέρονται για το κουτσομπολιό και την ταυτοποίηση των προσώπων, παρά για τις λογοτεχνικές αρετές της, διαχέοντας φήμες για εξωσυζυγικές σχέσεις και περιπέτειες της δημιουργού.
Αυτό το τελευταίο θα κλονίσει τελικά όντως το γάμο της, με αποτέλεσμα το χωρισμό της. Ενώ για οποιαδήποτε άλλη γυναίκα της εποχής της αυτό θα σήμαινε την καταστροφή, την ίδια αυτό που την πονάει περισσότερο είναι η μοναξιά και κυρίως το γεγονός ότι της αποσπούν το γιο της, στρέφοντάς τον μάλιστα εναντίον της, ώστε να πιστεύει ότι η μάνα του τον παράτησε για την ποίηση και τις περιπέτειές της.
Δεν πτοείται, και εκδίδει το πρώτο ποιητικό της βιβλίο σε ηλικία είκοσι ετών, το 1955, με τίτλο Δέσμια (Asir). Τόσο ο επίμονα προκλητικός τόνος, όσο και η καινοτομία του, δεν της συγχωρούνται. Ιστορικά, οι γυναίκες και τα χαρακτηριστικά τους –στήθη, μαλλιά κλπ.– συνιστούν συχνό θέμα στην περσική ποίηση, τώρα όμως η Φαρροχζάντ μετατρέπει τους άντρες σε αντικείμενο του πόθου, της λατρείας, της αγάπης και της ποίησης. Ακόμη και μορφικά, η ποίησή της ενσαρκώνει το μοντέρνο και το προοδευτικό, ερχόμενη σε σύγκρουση με την παράδοση, με αποτέλεσμα να απορρίπτεται από τους διανοούμενους και τους πανεπιστημιακούς κύκλους και να μη θεωρείται καν ποίηση. Για τη Φαρροχζάντ, η αγάπη είναι το παν. Στο ποίημά της «Περί αγάπης», γράφει:
Ναι, κι έτσι η αγάπη ξεκινά –
και, αν το τέλος του δρόμου δεν είναι ορατό,
δεν σκέφτομαι το τέλος
αφού είναι η αγάπη, αυτή που τόσο αγαπώ.
Για το συγκεκριμένο ποίημα η ίδια θα πει:
Ήθελα να μιλήσω για ένα είδος αγάπης που φαίνεται να μην υπάρχει πια… Σήμερα οι άνθρωποι μετρούν την αγάπη με το τικ-τακ των ρολογιών τους. Την καταγράφουν σε βιβλία, ώστε να γίνει αξιοσέβαστη. Την υποβάλλουν σε νόμους και κανόνες. Αναγράφουν μία τιμή επ’ αυτής και την περιορίζουν με όρους όπως “πίστη” ή “απάτη”.
Στο πιο προκλητικό δε ποίημα της συλλογής, με τίτλο «Αμαρτία», το οποίο μεταφράσαμε για το εδώ αφιέρωμα, η Φαρροχζάντ όχι μόνο γιορτάζει ευθαρσώς τη διάπραξη σαρκικής αμαρτίας, αλλά –πολύ χειρότερα για πολλούς– το πράττει από την οπτική της γυναίκας, οπτική, την οποία εκθειάζει. Η επακόλουθη κοινωνική κατακραυγή, το διαζύγιο και ο χωρισμός από τον γιο της έχουν ως αποτέλεσμα την ψυχική της κατάρρευση και τον εγκλεισμό της για λίγους μήνες σε ψυχιατρική κλινική, όπου υποβάλλεται σε ηλεκτροσόκ. Σε γράμμα στον πρώην συζυγό της αναφέρει:
Όλη μου η ψυχική ταραχή οφείλεται στη μοναξιά. Όταν είμαι μόνη, δεν υπάρχει κανείς να μου εμφυσήσει θετικές κι υγιείς σκέψεις. Οι σκοτεινές μου σκέψεις με δένουν χειροπόδαρα και νιώθω πως δεν έχω πια τη δύναμη να αντισταθώ, πως ό,τι είχα να ζήσω το έζησα και πως όλοι με κοιτούν με συγκατάβαση. Νιώθω τη ζωή μου ποταπή και δίχως νόημα, παρά μονάχα ως πηγή ντροπής και δυστυχίας. Τότε αναλώνομαι στη θλίψη και σκέφτομαι πώς θα απαλλάξω τον κόσμο από την παρουσία μου.
Οι επισκέψεις ενός γαλλοτραφούς ποιητή, του Ναντέρ Ναντερπούρ, με τον οποίο σύντομα γίνονται εραστές, αποδεικνύονται σωτήριες, καθώς της υπενθυμίζουν τη δύναμη του έρωτα:
Μέσα από ένα παράθυρο αντικρίζουμε τον ορίζοντα· στον περιορισμό που επιβάλλουν οι τέσσερις τοίχοι τού χρόνου, η μόνη σύνδεσή μας με τον έξω κόσμο είναι το παράθυρο. Ένα παράθυρο στο φως, στον ήλιο. Ένα παράθυρο, που από την άλλη του μεριά βρίσκεται η ομορφιά και ο πόθος. Χωρίς το παράθυρο, πώς να αντέξουμε το σκοτάδι που πέφτει επάνω μας βαρύ;
Στα μέσα κιόλας της επόμενης χρονιάς (1956), η Φαρροχζάντ δημοσιεύει τη δεύτερη ποιητική της συλλογή με τίτλο Το τείχος (Deevar), απ’ όπου μεταφράσαμε δύο ποιήματα για το παρόν αφιέρωμα, μεταξύ των οποίων και το ομώνυμο, η οποία σε μεγάλο βαθμό θεματοποιεί τα δεσμά που επιβάλλουν η αγάπη και η κοινωνία. Για πρώτη φορά αφήνει πίσω της το Ιράν και ταξιδεύει –ελλείψει πόρων, με φορτηγό αεροσκάφος– για εννέα μήνες στην Ευρώπη, ευτυχής που αφήνει πίσω της το ανδροκρατούμενο και στενόμυαλο λογοτεχνικό σινάφι:
Το να είσαι ποιητής είναι, κατά τη γνώμη μου, αγώνας μιας ζωής. Το να είσαι ποιητής θα πει να είσαι άνθρωπος. Γνωρίζω ορισμένους, των οποίων η ποίηση δε συνιστά αντανάκλαση της καθημερινής ζωής τους, με άλλα λόγια, είναι ποιητές μονάχα κατά τη διαδικασία της συγγραφής. Με το που αποθέτουν όμως την πένα, επιστρέφουν στους αδηφάγους, μικρόψυχους, στενόμυαλους κι άπληστους εαυτούς τους. Πώς να αποδεχτώ, λοιπόν, τα όσα λένε; Για μένα η ζωή έχει μεγαλύτερη αξία από αυτό. Κάθε φορά που οι εν λόγω κύριοι σηκώνουν τις γροθιές και ξεκινούν τα υβρεολόγια –στα ποιήματα και τα άρθρα τους– νιώθω αποστροφή απέναντί τους, αδυνατώντας να πιστέψω το παραμικρό από όσα λένε. Αναρωτιέμαι όμως: διαμαρτύρονται κι εξανίστανται έτσι, μόνο και μόνο για να κερδίσουν τον επιούσιον;
Με λιβέλους ή χωρίς, η φήμη της Φαρροχζάντ έχει εκτοξευτεί και η ποίησή της έχει αρχίσει να λαμβάνεται υπόψη και να ανοίγει δρόμους. Για πρώτη φορά, άρθρο σοβαρού λογοτεχνικού περιοδικού παραδέχεται ότι η δύναμη των ποιημάτων της έγκειται στην ικανότητα της δημιουργού να αποκαλύπτει τον εαυτό της σε αυτά. Για την ίδια, η ποίηση είναι το παν. Σε γράμμα στον πατέρα της αναφέρει:
Η ποίηση είναι ο Θεός μου. […] Μέρες και νύχτες ολόκληρες ονειρεύομαι να γράψω το πιο ωραίο ποίημα που έχει γραφτεί ποτέ, που όμοιό του να μην υπάρχει.
Και αλλού:
Μακάρι να μπορούσα να γράψω ποίηση σαν του Χάφεζ[3], με τέτοιο βαθμό ευαισθησίας, που να μπορώ να δημιουργώ κι εγώ μια σύνδεση με όλες τις αληθινές στιγμές που ενυπάρχουν στις ζωές όλων των μελλοντικών γενεών.
Με την επιστροφή της στην Τεχεράνη[4], εργάζεται στο πιο σημαντικό μοντερνιστικό περιοδικό του Ιράν, δημοσιεύοντας αναμνήσεις από τα ταξίδια της στην Ευρώπη, αλλά και την παιδική κι εφηβική της ηλικία. Τα υπόλοιπα, την αφήνουν αδιάφορη:
Στη ζωή, θα πρέπει κανείς να γελά με τους κουτσομπόληδες και να τους θεωρεί μαϊντανούς.
Απεχθάνομαι όσους κάνουν τα αντίθετα ακριβώς από όσα επιβάλλει το προσωπείο, το οποίο πολύ επιμελώς έχουν κατασκευάσει, γυρίζοντας ύστερα να κουνήσουν επικριτικά το δάχτυλο για τα έκπτωτα κοινωνικά ήθη.
Εν μέσω αυτού του κλίματος, εκδίδεται το 1958 η τρίτη ποιητική συλλογή τής Φαρροχζάντ, με τίτλο Εξέγερση (Osyan). Όπως θα πει η ίδια χαρακτηριστικά, η συλλογή αποτυπώνει μία φάση μεταβατική, «τον απεγνωσμένο αγώνα ανάμεσα σε δύο στάδια της ζωής, την εκπνοή αυτού που φεύγει και τον ερχομό της λύτρωσης». Αυτή η λύτρωση θα την οδήγησε προφανώς αργότερα στην καλύτερη ποιητική της συλλογή, με τη μεγαλύτερη απήχηση και διάρκεια στο χρόνο: την τέταρτη κατά σειρά, με τίτλο Αναγέννηση (Tavallodi Dēgar), στα 1964, απ’ όπου και τα περισσότερα μεταφρασμένα ποιήματα του παρόντος αφιερώματος.
Προς το παρόν όμως βρισκόμαστε στα 1959, οπότε η Φορούγκ Φαρροχζάντ ταξιδεύει στην Αγγλία για σπουδές κινηματογράφου. Επιστρέφοντας, πραγματοποιεί την ταινία Φωτιά, με αφορμή τη δίμηνη πυρκαγιά σε πετρελαιοπηγές στο νότιο Ιράν το 1958. Η ταινία προβλήθηκε το 1961 με επιτυχία, χάρη στην οποία η Φαρροχζάντ ελήφθη έκτοτε σοβαρά υπόψη ως κινηματογραφική σκηνοθέτις. Σε γράμμα της αναφέρει:
Νιώθω να έχω χαραμίσει τη ζωή μου… και να γνωρίζω τόσο λίγα για γυναίκα εικοσιεφτά χρονών… Νιώθω μιαν ιλιγγιώδη πίεση κάτω από το δέρμα μου… Θέλω να ανοίξω μια τρύπα στα πάντα και να εισχωρήσω βαθειά μέσα τους. Θέλω να φτάσω ώς την καρδιά της γης. Εκεί βρίσκεται η αγάπη μου, το μέρος όπου οι σπόροι βλασταίνουν, οι ρίζες συναντιούνται και η δημιουργία συνεχίζεται, ακόμη και σε αποσύνθεση. Νομίζω ότι ανέκαθεν ήταν έτσι, και στη γέννηση, και στο θάνατο. Θεωρώ ότι το σώμα μου είναι μια προσωρινή μορφή. Θέλω να φτάσω στην ουσία του. Θέλω να κρεμάσω την καρδιά μου σαν ώριμο φρούτο στο κάθε κλαδί τού κάθε δέντρου.
*
Όταν εμφανίζεται η συλλογή Αναγέννηση το 1964 –συλλογή τριανταέξι ποιημάτων γραμμένων τα προηγούμενα έξι χρόνια–, τυγχάνει θερμότατης υποδοχής και θεωρείται από τα σημαντικότερα βιβλία της –νεαρής ακόμη, τότε– μοντερνιστικής περσικής ποίησης. Τα ποιήματα της Φαρροχζάντ διαβάζονται, συζητιούνται κι αναλύονται ευρέως, έχοντας επιτύχει την ωριμότητα, τόσο σε επίπεδο περιεχομένου, όσο και μορφής. Ενώ τα ποιήματα των πρώτων συλλογών συνδιαλέγονταν με πιο παραδοσιακές μορφές, τώρα ο στίχος ελευθερώνεται ακόμη παραπάνω. Με τη Φαρροχζάντ, ο όρος “ποιήτρια” γίνεται πλέον ισάξιος με εκείνον του “ποιητή” και η ίδια καθιερώνεται στο ποιητικό στερέωμα του Ιράν. Για τη συγκεκριμένη φάση της ζωής και της τέχνης της, η ίδια θα πει:
Θεωρώ ότι οποιαδήποτε μορφή καλλιτεχνικής δημιουργίας οφείλει να συνοδεύεται από επίγνωση. Επίγνωση της ζωής, της ύπαρξης, του σώματος, ακόμη και του μήλου που δαγκώνουμε. Δεν μπορούμε –ούτε και πρέπει– να ζούμε μονάχα με το ένστικτο. Πρέπει να διαμορφώνουμε μιαν άποψη για τον εαυτό μας και τον κόσμο γύρω μας και αυτή η αναγκαιότητα μας ωθεί ως καλλιτέχνες στο να σκεφτούμε. Άπαξ και ξεκινήσει η διαδικασία της σκέψης, πατάμε γερά τα πόδια μας στο έδαφος. Με αυτό, δεν εννοώ ότι η ποίηση θα πρέπει να είναι αποκλειστικά διανοητική εργασία. Όχι. Κάτι τέτοιο θα ήταν ανόητο. Αυτό που εννοώ είναι ότι η καλλιτεχνική δημιουργία πρέπει να είναι αποτέλεσμα έμπνευσης και αντίληψης, καθοδηγούμενων από τη διάνοια του καλλιτέχνη.
Όπως θα ήταν αναμενόμενο, δεν έγιναν βέβαια όλα ρόδινα από τη μία στιγμή στην άλλη. Η ποίηση της Φαρροχζάντ είναι μεν –πλέον– καταξιωμένη και δημοφιλής, εξακολουθεί όμως να μην της επιτρέπει την επιβίωση, ώστε εκείνη να εργάζεται σε κινηματογραφικά στούντιο. Επιπλέον, εξακολουθούν να υπάρχουν οι δύσπιστοι καλοθελητές που συνεχίζουν να την κατακρίνουν. Τώρα, αποδίδουν ανοιχτά και ξεκάθαρα την επιτυχία της, με άλλα λόγια, τους καλούς της στίχους, στον Εμπραχήμ Γκολεστάν, σκηνοθέτη και παραγωγό κινηματογράφου, με τον οποίο –αν και παντρεμένος– η Φαρροχζάντ διατηρεί ερωτικό δεσμό. Δεn λείπουν βέβαια ούτε εκείνοι που αρνούνται να βάλουν μυαλό, όπως ο δημοσιογράφος Ιράντ Γκοργκίν που τη ρώτησε: «Δεν υπάρχει βέβαια διαφορά ανάμεσα σε έναν ποιητή και μια ποιήτρια, ωστόσο θα έλεγα ότι τα χαρακτηριστικά της ποίησής σας είναι ξεκάθαρα γυναικεία. Τι έχετε να πείτε επ’ αυτού;» Για να λάβει την απάντηση:
Αν η ποίησή μου έχει ένα στοιχείο θηλυκότητας, αυτό είναι φυσιολογικό κι αναμενόμενο. Εξάλλου, για καλή μου τύχη, είμαι γυναίκα. Αν όμως αναφέρεστε στις λογοτεχνικές αρετές, θεωρώ πως το φύλο δεν μπορεί να παίζει κάποιο ρόλο. Για την ακρίβεια, και μόνο ως υπαινιγμός, θα ήταν ανήθικος. Είναι φυσιολογικό, μια γυναίκα, χάρη στις βιολογικές, συναισθηματικές και πνευματικές κλίσεις της, να δίνει περισσότερη σημασία σε ορισμένα θέματα, τα οποία οι άντρες συνήθως δεν θίγουν. Πιστεύω ότι, αν όσοι επιλέγουν την Τέχνη προκειμένου να εκφράσουν τον εσωτερικό τους κόσμο, το πράττουν σκεπτόμενοι το φύλο τους, είναι καταδικασμένοι να μην εξελιχθούν στην τέχνη τους –και δεν είναι σωστό. Επομένως, αν όταν γράφω, σκέφτομαι συνέχεια «α, είμαι γυναίκα, οπότε πρέπει να θίγω γυναικεία θέματα, αντί για ανθρώπινα», αυτό θα με φρενάρει και θα με οδηγήσει στην αυτοκαταστροφή. Γιατί αυτό που πραγματικά μετράει είναι να καλλιεργούμε και να αναπτύσσουμε ολοένα περισσότερο τα θετικά μας στοιχεία, ώσπου να φτάσουμε σε ένα επίπεδο που να αξίζουμε να λεγόμαστε άνθρωποι. Αυτό που μετράει είναι η δουλειά ενός ανθρώπου και όχι αν ο δημιουργός φέρει την ταμπέλα “άντρας” ή “γυναίκα”. Όταν ένα ποίημα φτάνει σε ορισμένο βαθμό ωριμότητας, αποκόπτεται από το δημιουργό του, γίνεται κτήμα του κόσμου και η αξία του βασίζεται στις αρετές του και μόνο.
Από το καλοκαίρι του 1964 ώς το Δεκέμβριο του 1966, η Φαρροχζάντ δημοσιεύει πέντε νέα ποιήματα που ξεπερνούν σε καινοτομία τα προηγούμενα. Η ποίησή της γίνεται ολοένα και πιο πολιτική, θίγοντας τα κακώς κείμενα και τις κοινωνικές ανισότητες επί της κυριαρχίας του Σάχη, για παράδειγμα την αδυναμία μιας μερίδας πολιτών να επιβιώσει, τη στιγμή που η Τεχεράνη εκβιομηχανίζεται και προοδεύει. Σε συνέντευξή της στον Μοχαμάντ Ταμπί Σαλεχπούρ, θα πει:
Φυσικά και γράφουμε ποίηση από δική μας προσωπική ανάγκη, από ένα ακατανίκητο κάλεσμα… Τι συμβαίνει όμως, αφότου αποθέσουμε το ποίημα στη σελίδα; Θα κριθούμε και θα πρέπει να νιώθουμε ότι έχουμε κάνει τη διαφορά, ότι κάπου συνεισφέραμε, δημιουργώντας μια σύνδεση, για την οποία είμαστε υπεύθυνοι. Πώς όμως να κοιτάξει κανείς με συμπάθεια ή και να περιμένει μιαν απόκριση από μια κοινωνία άμορφη, χωρίς ιδανικά, που αρνείται κάθε είδος ευθύνης και που οι μόνες δύο εποχές που γνωρίζει είναι η εποχή του ζευγαρώματος και η εποχή της βόσκησης; Μέσα στο περιβάλλον αυτό, η δουλειά ενός καλλιτέχνη είναι ατομική και ιδιωτική. Πόσο καιρό όμως μπορεί να ζήσει σε αυτήν την απομόνωση, συζητώντας με την πόρτα και τους τέσσερις τοίχους; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα εναπόκειται στις δυνατότητες και τις αντοχές καθενός. Όσοι σιωπούν ή δεν έχουν κάτι πια να πουν, καλά θα κάνουν να διατηρήσουν την ψυχραιμία τους, διαφορετικά αδυνατούν να αντιπαλέψουν αυτόν τον οχετό και μια ωραία ημέρα βρίσκονται εγκαταλελειμένοι κι άχρηστοι. Ο μόνος τρόπος να επιβιώσουμε είναι να φτάσουμε σε τέτοιο βαθμό αποκοπής κι ωριμότητας, που να μπορούμε να είμαστε ταυτόχρονα οικοδόμοι και αγγελιαφόροι του κόσμου, παρατηρητές και κριτές συνάμα.
Στις 14 Φεβρουαρίου 1967, η Φορούγκ Φαρροχζάντ επισκέπτεται τη μητέρα της. Είναι η νέα των τριανταδύο χρόνων, όχι πια ονειροπόλα, αλλά ευτυχής που έχει βρει τον εαυτό της. Έχει ξεκινήσει τη μετάφραση της Αγίας Ιωάννας του Μπέρναρντ Σω, με την πρόθεση να ερμηνεύσει η ίδια τον πρωταγωνιστικό ρόλο, αφού η υπόθεση σημαίνει πολλά για εκείνην. Η επίσκεψη κυλά όμορφα και έρχεται η ώρα της επιστροφής στο στούντιο. Κατά τον αποχαιρετισμό, η μητέρα της παρατηρεί τα ψυχρά χείλη της κόρης, πράγμα που σχολιάζει, καθώς, κατά την τοπική δοξασία, τα ψυχρά χείλη σημαίνουν ότι βρίσκονται στο χείλος του θανάτου. Η Φαρροχζάντ αστειεύεται:
Όπως λες κι εσύ, μαμά: Ας έρθει, ό,τι ορίζει ο Θεός.
Στο δρόμο της επιστροφής, η Φαρροχζάντ αναγκάζεται σε ελιγμό προκειμένου να αποφύγει σχολικό λεωφορείο από την αντίθετη κατεύθυνση, το όχημά της εκτροχιάζεται, η ίδια εκτοξεύεται έξω από αυτό και χτυπάει με το κεφάλι στο τσιμεντένιο κράσπεδο. Ο θάνατός της ήταν ακαριαίος.
***
Η Φορούγκ Φαρροχζάντ, με την ποίηση και τη ζωή της, υπήρξε ορόσημο στον πολιτισμό και την κοινωνία του σύγχρονου Ιράν. Η ισλαμιστική κυβέρνηση, μετά την επανάσταση εναντίον του Σάχη το 1979, απαγόρευσε επίσημα την ποίησή της και διέταξε τον εκδότη να σταματήσει την επανέκδοση και την κυκλοφορία της. Εκείνος αρνήθηκε, με αποτέλεσμα να φυλακιστεί και το τυπογραφείο του να γίνει παρανάλωμα του πυρός. Συγκεντρωτικές εκδόσεις της που κυκλοφόρησαν μετά το 1979 συχνά έχουν υποστεί λογοκρισία. Σήμερα, στην εντεινόμενη αντίσταση του ιρανικού λαού εναντίον του θεοκρατικού καθεστώτος, οι στίχοι της Φαρροχζάντ συμβολίζουν τον διαρκή αγώνα του ανθρώπου για την ελευθερία και την πρόοδο.
///
Ποιήματα της Φορούγκ Φαρροχζάντ
Από τη συλλογή Δέσμια (Asir), 1955
Δέσμια
Πως σε θέλω, το ξέρω, και πάλι
να σε πιάσει η καρδιά δεν μπορεί·
ουρανός είσαι εσύ δίχως νέφη
και είμαι έγκλειστο, δέσμιο πουλί.
Από σίδερα ανάλγητα πίσω
λαχταρώ τη μορφή σου, κοιτώ,
και στο χέρι ενός μάγου όλο ελπίζω,
το πουλί να λυτρώσει ποθώ.
Λαχταρώ απ’ το κλουβί να το σκάσω
σαν απρόσεχτος γίνει ο φρουρός,
και κατάμουτρα να του γελάσω,
πριν στο πλάι σου ζήσω πια αλλιώς.
Λαχταρώ όλα αυτά, μα το ξέρω
πως το σθένος δεν έχω γι’ αυτά.
Και αν μ’ αφήσει ο φρουρός να το σκάσω,
τα φτερά δε θ’ ανοίξουν απλά.
Απ’ τα σίδερα πίσω, παιδάκι
κάθε μέρα, γλυκό, μου γελά
και φιλιά χαρωπό πάντα στέλνει,
το τραγούδι μου σαν το ξυπνά.
Αν μια μέρα το σκάσω και φύγω,
τι θα πω στο παιδί το μικρό;
Ουρανέ μου, πια δείξε λίγο έλεος.
Και αν πουλί, σε κλουβί είμαι κλειστό.
Τα χαλάσματα ετούτα φωτίζω
με τη φλόγα της δέσμιας καρδιάς
και θα μείνουνε μόνο άσπρες στάχτες,
αν διαλέξω να σβήσει διαμιάς.
///
Από τη συλλογή Το τείχος (Deevar), 1956
Αμαρτία
Αμάρτησα μια εκστατική,
μες στη φωτιά αμαρτία,
στην πυρωμένη αγκάλη του,
φωτιά στα μέλη, βία.
Μες στο σκοτάδι, στη σιωπή,
τον κοίταξα στα μάτια,
λαχτάρα τόση στην καρδιά,
σαν χίλια ατίθασα άτια.
Μες στο σκοτάδι, στη σιωπή,
στο πλάι του –λες– πιωμένη,
στα χείλη ο πόθος κόρωνε,
αλλά η καρδιά θλιμμένη.
Στ’ αφτιά του λόγια πρόφερα:
Ζωή μου, εσένα θέλω,
την αγκαλιά σου λαχταρώ,
διψώ για σε, ανατέλλω.
Τα μάτια του άναψαν μεμιάς,
από κρασί και πόθο.
Το σώμα μου, γυμνό κι υγρό,
στο στήθος του το νιώθω.
Αμάρτησα μια εκστατική,
μες στη φωτιά αμαρτία.
Θέε μου τι έκανα! Η σιωπή
και το σκοτάδι η αιτία.
///
Το τείχος
Στην παγερή δίνη των στιγμών
τα σιωπηλά σου βάρβαρα μάτια
ορθώνουν ένα τείχος γύρω μου.
Δραπετεύω από σένα σε αχαρτογράφητους δρόμους
για να δω την αχλή του φεγγαριού στα χωράφια,
να πλύνω το σώμα μου σε μακρινές πηγές,
να γλιστρήσω στους απότομους δρόμους του φωτός,
να στολίσω τις φούστες μου με κρίνους
στη ζεστή πολύχρωμη αχλύ ενός πρωινού το καλοκαίρι,
ακούγοντας τα κοκόρια να φωνάζουν απ’ τις σκεπές των γειτόνων.
Δραπετεύω από σένα στις αγκάλες των βοσκοτόπων
για να πατήσω γερά τα πόδια μου στο πράσινό τους
και να πιω τη δροσερή δροσιά του γρασιδιού.
Δραπετεύω από σένα
για να κοιτάξω ψηλά από ένα βράχο, χαμένο στα σύννεφα,
το μεθυστικό χορό της μακρινής θάλασσας,
σε μια εγκαταλειμμένη παραλία.
Σαν αγριοπερίστερο στο δειλινό
θα μαζέψω κάτω απ’ τα φτερά μου ερήμους, βουνά κι ουρανό
και θα ακούσω ανάμεσα απ’ τις ξερές πτυχές των θάμνων
τα εξυμνητικά τραγούδια των πουλιών στον κάμπο.
Δραπετεύω από σένα,
ώστε, μακριά σου, να μπορέσω να εισέλθω
στων ονείρων μου την πόλη
σπάζοντας το χρυσό βαρύ μάνταλο
που κρατάει κλειδωμένο
το παλάτι των πόθων μου.
Μα ο βουβός βρυχηθμός των ματιών σου
θολώνει κάθε πέρασμα στο βλέμμα μου
και, μες στο πανούργο μυστικό σκοτάδι του,
ορθώνει ένα τείχος γύρω μου.
Και όμως, θα δραπετεύσω,
θα δραπετεύσω απ’ το ξόρκι των αμφιβολιών,
θα αναδυθώ σαν το άρωμα λουλουδιού σε όνειρο,
θα αναχωρήσω για τις όχθες του ήλιου,
ξεγλιστρώντας στου νυχτερινού ζέφυρου τους βοστρύχους.
Ενόσω τα τρεμάμενα χέρια του φωτός
θα απλώνονται σαν μελωδία στον εύθυμο ουρανό,
θα ξεγλιστρήσω στην κλίνη ενός σύννεφου περίχρυσου,
ψηλά-ψηλά, πάνω από έναν κόσμο που κοιμάται εν ειρήνει.
Από εκεί ψηλά, αδέσμευτη κι ανέμελη,
θα κοιτάξω εκεί, όπου τα σαμάνικα μάτια σου
θολώνουν κάθε πέρασμα στο βλέμμα μου
και, μες στο πανούργο μυστικό σκοτάδι τους,
ορθώνουν ένα τείχος γύρω από εκείνον τον κόσμο.
///
Από τη συλλογή Αναγέννηση (Tavallodi Degar, 1964)
Συνοριακά τείχη
Τώρα, μες στο βουβό σκοτάδι,
απαγορευτικοί τοίχοι σηκώνονται ξανά,
συνοριακά τείχη ορθώνονται σαν φυτά
να περιφρουρήσουν της αγάπης μου τον κήπο.
Τώρα, της πόλης ο ηχηρός βρυχηθμός
εκτοξεύεται ξανά από τις σκοτεινές ακτές μου
σαν σμάρι ψαριών που το ενόχλησαν.
Τώρα, παράθυρα ανοίγονται ξανά
στο αισθησιακό άγγιγμα σκορπισμένων αρωμάτων.
Τα δέντρα του νυσταλέου κήπου γδύθηκαν το φλοιό τους
και η γη τραβά ξανά στους πόρους της
τα σαστισμένα μόρια του φεγγαριού.
Έλα κοντά,
τώρα,
κι άκουσε
του έρωτα τον αλύτρωτο ρυθμό
να διαχέεται σαν τα τομ-τομ των αφρικανικών τυμπάνων
από τα χόα-χόα των αυτόχθονων μελών μου.
Τη… νιώθω.
Τη… γνωρίζω
την ακριβή στιγμή της προσευχής.
Τώρα είναι που όλα τα άστρα κάνουν έρωτα!
Κάτω απ’ την ασπίδα της νύχτας, σείομαι
από την ύστατη πνοή κάθε αύρας.
Κάτω απ’ την ασπίδα της νύχτας, ξέφρενα χύνω
τα πυκνά μαλλιά μου στα χέρια σου
χαρίζοντάς σου αυτά τα πράσινα νέα άνθη των Τροπικών.
Έλα μαζί μου.
Έλα μαζί μου σε αυτό το αστέρι
χίλια και χιλιάδες έτη μακριά
από αυτό το παγωμένο χώμα,
από της γης τους ποταπούς υπολογισμούς,
εκεί όπου κανείς δε φοβάται το φως.
Παίρνω ανάσες σε νησιά που επιπλέουν.
Αναζητώ ένα κομμάτι ουρανού
ανέφελου από σκέψεις σκληρές.
Έλα πίσω, μαζί μου.
Έλα μαζί μου πίσω, στις απαρχές του χρόνου,
στο μυρωδάτο πυρήνα του αυγού,
τη στιγμή που γεννήθηκα από σένα.
Έλα πίσω, μαζί μου –
Με άφησες μισή.
Τώρα περιστέρια πιάνουν να πετούν
απ’ τις κορφές στα στήθη μου.
Τώρα τα φιλιά μες στο κουκούλι των χειλιών μου
είναι πεταλούδες που αναλογίζονται τις πτήσεις.
Τώρα του κορμιού μου το ιερό
είναι έτοιμο για της αγάπης τη λατρεία.
Έλα πίσω, μαζί μου.
Άλλα λόγια δεν έχω,
αφού είμαι ερωτευμένη μαζί σου
και αφου οι λέξεις «σε αγαπώ»
πηγάζουν από έναν κόσμο ματαιότητας,
επαναλήψεων και κλισέ.
Έλα πίσω, μαζί μου –
Άλλα λόγια δεν έχω.
Κάτω απ’ την ασπίδα της νύχτας,
άφησέ με να αλαφρώσω το φεγγάρι.
Άφησε στάλες της βροχής να με γεμίσουν
με μικρές καρδιές κι αγέννητα παιδιά.
Άφησέ με να νικήσω το κενό και να γεμίσω.
Ίσως η αγάπη μου να γίνει
το λίκνο ενός ακόμη Χριστού.
///
Παρασκευή
Σιωπηλή Παρασκευή.
Ερημική Παρασκευή.
Παρασκευή ανιαρή σαν ετοιμόρροπα περάσματα.
Παρασκευή των βλαβερών νωθρών σκέψεων.
Των ανιαρών χασμουρητών Παρασκευή.
Άνευ προσδοκιών Παρασκευή.
Παρασκευή των υποταγών.
Αδειανό σπίτι.
Ζοφερό σπίτι.
Σπίτι σφραγισμένο στην ορμή της νιότης.
Σπίτι του σκότους, του ζωγραφισμένου ήλιου.
Σπίτι της μοναξιάς, των οιωνών, των αμφιβολιών.
Σπίτι με κουρτίνες, ερμάρια, βιβλία, φωτογραφίες.
Ω, πόσο ήρεμη και περήφανη
η ζωή μου στριφογύρισε
σαν ρεύμα εξωτικό
διαπερνώντας την καρδιά αυτών των σιωπηλών μοναχικών Παρασκευών,
διαπερνώντας την καρδιά αυτών των ερημικών αδειανών σπιτιών.
Πόσο ήρεμη και περήφανη κύλησε η ζωή μου…
///
Το δώρο
Μιλώ απ’ το βαθύ τέλος της νύχτας.
Για το τέλος του σκότους μιλώ.
Μιλώ για τη βαθειά νύχτα που τελειώνει.
Ω, φίλε καλέ, στο σπίτι μου αν έρθεις,
φέρε μου ένα λύχνο, κόψε ένα παράθυρο,
για να αγναντεύω το μελίσσι των καλότυχων.
///
Ζευγάρι
Η νύχτα πέφτει
ύστερα το σκοτάδι –
Περασμένο το σκοτάδι της νύχτας,
μάτια
χέρια
ύστερα, ανάσες ρυθμικές, εισπνοή-εκπνοή, εισπνοή-εκπνοή
και το πλιπ πλοπ
πλιπ πλοπ
πλιπ πλοπ του νερού
που στάζει από τη βρύση
ύστερα, δύο τσιγάρα
δύο κουκίδες πυρακτωμένου κόκκινου
το τικ τακ του ρολογιού
και των δύο καρδιών
που μουσκεύουν στη μοναξιά…
///
Ο εραστής μου
Ο εραστής μου
ασύστολα γυμνός
στέκεται στους μυώδεις μηρούς του
σαν το θάνατο.
Γερτές ανήσυχες γραμμές
ακλόνητα ιχνηλατούν
τα εξεγερμένα μέλη του.
Είναι σαν ο εραστής μου
να καταφθάνει από γενιές ξεχασμένες.
Στα βάθη των ματιών του ένας Τατάρος
καραδοκεί για το διερχόμενο ιππέα.
Στη λάμψη των δοντιών του ένας Βέρβερος
αναρριγά απ’ το αίμα το ζεστό της λείας του.
Ο εραστής μου είναι σαν τη φύση –
αναπόφευκτος κι ωμός.
Κατακτώντας με, επιβεβαιώνει
το γυμνό νόμο της εξουσίας.
Είναι άγρια ελεύθερος.
Σαν το ένστικτο επιβίωσης
στην καρδιά ακατοίκητου νησιού,
σκουπίζει τη σκόνη του δρόμου απ’ τα παπούτσια
με παλιόπανα απ’ τη σκηνή τού Μετζνούν.
Σαν θεός σε νεπαλέζικο ναό,
ο εραστής μου δε γνωρίζει απαρχές.
Είναι άντρας περασμένων εποχών,
ενθύμηση της ευγένειας του κάλλους.
Ξυπνάει αθώες αναμνήσεις
με την παιδική μυρωδιά του,
και σαν μπαλάντα μελωδική
ξεχειλίζει από γυμνή σκληρότητα.
Αγαπάει ειλικρινά:
τα μόρια της ζωής,
τα μόρια της σκόνης,
τους ανθρώπινους πόνους,
τους άσπιλους πόνους.
Αγαπάει ειλικρινά:
το μονοπάτι στον κήπο του χωριού,
το δέντρο,
το χωνάκι παγωτό,
το σκοινί για την μπουγάδα.
Σε αυτήν τη γη των δυσοίωνων θαυμάτων,
ο εραστής μου είναι ένας άντρας απλός
που έκρυψα στα βουνά του στήθους μου
ως ύστατη απόδειξη μιας πίστης θαυματοποιού.
///
Κόκκινο τριαντάφυλλο
Κόκκινο τριαντάφυλλο.
Κόκκινο τριαντάφυλλο.
Κόκκινο τριαντάφυλλο.
Με πήρε στον κήπο του κόκκινου τριαντάφυλλου.
Στο σκοτάδι, πέρασε ένα κόκκινο τριαντάφυλλο στα ανάκατα μαλλιά μου
και ύστερα,
μου έκανε έρωτα στο πέταλο ενός κόκκινου τριαντάφυλλου.
Ω, παραλυμένα περιστέρια,
παρθένα χέρσα δέντρα και παράθυρα τυφλά!
Κοιτάξτε! Κάτω απ’ την καρδιά μου,
βαθειά μέσα στη μήτρα,
ένα τριαντάφυλλο φυτρώνει –
ένα κόκκινο, κόκκινο τριαντάφυλλο.
Τριαντάφυλλο, κόκκινο σαν σημαία,
σαν επανάσταση.
Ένα παιδί.
Ένα παιδί.
///
Αναγέννηση
Όλη μου η ύπαρξη είναι ένα στίχος σκοτεινός
που σε επαναλαμβάνει ώς την αυγή
μιας αξεθώριαστης άνθισης και ευδοκίμησης.
Σε επικαλέστηκα στο ποίημά μου με ένα στεναγμό
και σε μπόλιασα με νερό, φωτιά και δέντρα.
Ίσως η ζωή να είναι ένας δρόμος μακρύς
που μια γυναίκα κάθε μέρα διασχίζει με ένα καλάθι.
Ίσως η ζωή να είναι ένα σκοινί
που ένας άντρας χρησιμοποιεί για να κρεμαστεί από ένα δέντρο.
Ή ίσως είναι ένα παιδί στο γυρισμό απ’ το σχολείο.
Ίσως η ζωή να είναι το άναμμα του τσιγάρου
στο ράθυμο διάλειμμα των ερωτικών περιπτύξεων.
Ή το άδειο βλέμμα του περαστικού
που ακουμπά το καπέλο και λέει Καλημέρα!
με χαμόγελο ανούσιο.
Ίσως η ζωή να είναι η ελάχιστη στιγμή
όπου το βλέμμα μου εκμηδενίζεται στις κόρες των ματιών σου –
αίσθηση που αναμειγνύω
με την έννοια του φεγγαριού και την κατανόηση του σκότους.
Σε ένα δωμάτιο στο μέγεθος της μοναξιάς,
η καρδιά μου έχει το μέγεθος της αγάπης.
Παρατηρεί τις απλές αφορμές τής χαράς της:
την ομορφιά των λουλουδιών που μαραίνονται στο βάζο,
το φιντάνι που φύτεψες στον κήπο μας,
και το τραγούδι των καναρινιών – στο μέγεθος του παράθυρου.
Μα αλίμονο, αυτή είναι η μοίρα μου.
Αυτή είναι η μοίρα μου.
Η μοίρα μου είναι ένας ουρανός που μπορεί να σβηστεί
από το απλό τράβηγμα της κουρτίνας.
Η μοίρα μου είναι το κατέβασμα στα μοναχικά σκαλιά
προς αυτό που χαλάει και σκορπίζει στην εξορία του.
Η μοίρα μου είναι ο θλιμμένος περίπατος σε έναν κήπο αναμνήσεων,
και η αβάσταχτη λαχτάρα μιας φωνής που θα λέει:
αγαπώ τα χέρια σου.
Φυτεύω τα χέρια μου στο χώμα του κήπου –
Θα βλαστήσω,
το ξέρω, το ξέρω, το ξέρω.
Και στη γούβα της λεκιασμένης με μελάνι παλάμης μου
σπουργίτια θα χτίσουν τη φωλιά τους.
Θα στολίσω τα αφτιά μου με διπλοκρέμαστα κεράσια,
και στα νύχια θα φορέσω τα πέταλα μιας ντάλιας.
Υπάρχει ένα μέρος, όπου είναι ακόμη μαζεμένα τα αγόρια που με αγάπησαν
με απαράλλαχτα τα ανάκατα μαλλιά τους, τους λεπτούς λαιμούς και τα κοκαλιάρικα
πόδια,
κοιτάζοντας τα αθώα χαμόγελα ενός νεαρού κοριτσιού
που ο άνεμος μια νύχτα το παρέσυρε.
Υπάρχει ένα μέρος που η καρδιά μου το έκλεψε
από την τύρφη των παιδικών μου χρόνων.
Ένα σώμα που ταξιδεύει κατά μήκος της γραμμής του χρόνου
γονιμοποιεί του χρόνου τον άγονο λώρο
κι επιστρέφει από το τσιμπούσι τού καθρέφτη
στενά δεμένο με την εικόνα του.
Έτσι είναι που το ένα πεθαίνει ενώ το άλλο επιζεί.
Κανένας ανιχνευτής ποτέ δε θα βρει μαργαριτάρια
σε νερά που σε φρεάτια καταλήγουν!
Ξέρω μια μικρή θλιμμένη νεράιδα που ζει στη θάλασσα
και παίζει τον ξύλινο αυλό τής καρδιάς της τρυφερά,
τρυφερά…
Μια μικρή θλιμμένη νεράιδα που πεθαίνει κάθε νύχτα με ένα φιλί
και με ένα φιλί γεννιέται ξανά κάθε αυγή.
///
Ω κεκοσμημένο βασίλειο… [5]
Θρίαμβος, κυρίες και κύριοι!
Κατάφερα να δηλωθώ επιτυχώς. [6]
Την ταυτότητά μου κοσμούν το όνομα και το πρόσωπό μου
και η ύπαρξή μου έλαβε αριθμό.
Ζήτω το νούμερο 678, διοικητικό διαμέρισμα 5, Τεχεράνη.
Τέρμα οι ανησυχίες, τώρα μπορώ επιτέλους να χαλαρώσω
στον κόρφο της μαμάς-πατρίδας,
να βυζάξω περασμένα μεγαλεία,
να αποκοιμηθώ στα νανουρίσματα περί προόδου και κουλτούρας
και στα τόσα άλλα τρύπια του νόμου τερτίπια.
Γι’ αυτό σας λέω, τέρμα οι ανησυχίες…
Μέσα στον ενθουσιασμό μου πηγαίνω στο παράθυρο
και παίρνω 678 ανάσες μπόχας
από σκουπίδια, σκατά και κάτουρα,
ενώ στο κάτω μέρος των 678 υποσχέσεων και αιτήσεων για δουλειά
υπογράφω με το όνομά μου: Φορούγκ Φαρουχζάντ.
Τι ευλογία να ζεις
στη χώρα της ποίησης, των ρόδων και των αηδονιών
όταν ειδικά η ύπαρξή σου επιτέλους αναγνωρίζεται –
μια χώρα, όπου, πίσω απ’ τις κουρτίνες,
η πρώτη μου δηλωμένη ματιά κατασκοπεύει 678 ποιητές,
απατεώνες που, με τη φορεσιά εκκεντρικών χαραμοφάηδων,
παρασιτούν, χτενίζοντας τα σκουπίδια για λέξεις και ρίμες·
μια χώρα, όπου ο ήχος του πρώτου μου δηλωμένου βήματος
ξεσηκώνει από σκοτεινούς βάλτους,
αναγκάζοντάς τα σε νωχελικές πτήσεις ώς την άκρη της ημέρας,
678 μυστικιστικά αηδόνια που μετατράπηκαν σε παλιοκόρακα
έτσι, για την πλάκα·
μια χώρα, όπου η πρώτη μου δηλωμένη ανάσα
αναμειγνύεται με τη μυρωδιά 678 ρόδων,
κατασκευασμένων στο μεγαλειώδες εργοστάσιο πλαστικών Plasco Plastic.
Ναι, κυρίες και κύριοι, τι ευλογία να ζεις
στη γενέτειρα του πρεζονιού βιολιστή Σείχη Αμπού Τζουτζέ
και του Σείχη –Αμάν, αμάν!– Τυμπανοκρούστη
άξιου γιου του γιου του γιου ενός άλλου τυμπανοκρούστη·
στην πόλη, όπου –φάτε μάτια ψάρια!– γλουτοί, μηροί και στήθια σουπερστάρ
τυπώνονται σε εξώφυλλα ΤΕΧΝΗΣ·
στο λίκνο οπαδών τού «δε βαριέσαι, τι τα θες και καταριέσαι»,
αλλά και των διαγωνισμών ευφυίας ολυμπιακών διαστάσεων, [7]
όπου ολοένα νέες ιδιοφυίες παιανίζουν τους αυλούς τους
στα τηλεοπτικά –και όχι μόνο– κανάλια.
Μια χώρα, όπου, κάθε φορά που η εκλεγμένη ιντελιγκέντσια του έθνους
παραχωρεί εμφάνιση σε τάξεις ενηλίκων, αυτοί οι τελευταίοι προσέρχονται με
678 ηλεκτρικές σούβλες κεμπάπ
και 678 καρπούς με Rollex,
αφού ξέρουν καλά πως εξουσία σημαίνει
γεμάτο πορτοφόλι κι όχι γεμάτο κεφάλι.
Θρίαμβος, κυρίες και κύριοι, θρίαμβος!
Και τώρα, εν ονόματι του θριάμβου μου, περήφανα θα ανάψω
μπροστά στον καθρέφτη τα 678 κεριά που αγόρασα με δάνειο,
και θα στηθώ στο περβάζι τού παράθυρου για να εκφωνήσω τον πανηγυρικό μου
–με την άδειά σας, βεβαίως–
για τα οφέλη μιας ύπαρξης νόμιμης·
και θα άρω τον ριζοσπαστικό πέλεκυ τής προσφάτως ανυψωμένης ζωής μου
και υπό καταιγιστικό χειροκρότημα
θα στεφθώ η ίδια το στέμμα μου.
Είμαι ζωντανή,
μάλιστα, κυρίες και κύριοι,
ζωντανή σαν τον ποταμό Ζεντέ, που κάποτε έζησε κι εκείνος,
και θα αρπάξω ό,τι μπορώ απ’ τον κόσμο των ζωντανών.
Από αύριο, θα μπορώ να περπατώ στους δρόμους της πόλης
ξεχειλίζοντας από έρωτα εθνικιστικό,
να περπατώ ανάμεσα στις αβαρείς σκιές των στύλων,
και να γράφω στους τοίχους των δημόσιων αποχωρητηρίων 678 φορές:
ΟΙ ΥΠΕΡΑΝΩ ΑΣ ΞΙΝΙΣΟΥΝ ΠΡΩΤΟΙ.
Από αύριο, σαν θαρραλέα πατριώτισσα, θα μπορώ
ευλαβικά να συμμετέχω στη λοταρία τα απογεύματα της Τετάρτης,
ελπίζοντας στο μερίδιό μου από τα χίλια ριάλια και τα τόσα καλούδια:
ένα ψυγείο, έναν καναπέ, καινούργιες κουρτίνες ή 678 ουδέτερες ψήφους,
αγορασμένες στα κρυφά και χαρισμένες σε 678 πατριώτες.
Από αύριο, θα μπορώ να σνιφάρω μερικά γραμμάρια
από το πράμα πρώτης τάξης στην αποθήκη του Χατσίκ,
να πίνω και καμία Pepsi βότκα,
και ύστερα από μερικά Για Αλλάχ και Αλληλούια
γαβ-γαβ και μιάου-μιάου,
επισήμως να εισέλθω στις ταξιαρχίες των υψηλά σκεπτόμενων διανοουμένων,
στης ιντελιγκέντσιας την αφρόκρεμα, και τους οπαδούς της σχολής ‘ούγκα-μπούγκα’·
το πρώτο μου δηλωμένο αριστουργηματικό μυθιστόρημα
θα τυπωθεί επισήμως σε τυπογραφείο χρεοκοπημένο,
εκεί κάπου στο Ηλιακό Έτος Ταμπριζί 1678,
με την υπόθεση σημειωμένη και στις δύο μεριές 678 πακέτων τσιγάρα
ποιότητα άλφα-άλφα.
Από αύριο, θα μπορώ με απόλυτη αυτοπεποίθηση
να προσκαλώ τον εαυτό μου σε 678 συνεδριάσεις επί βελούδινων εδράνων
στο Κοινοβούλιο του «εξασφάλισε ο ίδιος το μέλλον σου»
και στη Γερουσία του «φίλησε το χέρι τού βασιλιά»,
γιατί, βλέπετε, έχω διαβάσει κάθε τεύχος του Τέχνες & Επιστήμες,
αλλά και κάθε τεύχος του Δικτυώσου & Γλείφε
κι έμαθα επιτέλους πώς να γράφω σωστά.
Τώρα, ως μέλος ενός εποικοδομητικού ρεύματος, απέκτησα επιτέλους υπόσταση·
ενός ρεύματος, του οποίου η τεχνολογική πρόοδος μας ώθησε
σε συνθετικά νέφη και φώτα νέον,
ως αποτέλεσμα ερευνών που διεξήχθησαν βέβαια σε κεμπαπτζήδικα.
Τώρα, ως μέλος ενός εποικοδομητικού ρεύματος, απέκτησα επιτέλους υπόσταση·
ενός ρεύματος, που ναι μεν δεν φτάνει να πληρώσει το ψωμί,
προσφέρει όμως την καλύτερη vista:
προς βορρά, το ζωηρό πράσινο του Πάρκου Πολυβόλων
προς νότο, την πανάρχαια Πλατεία Εκτελέσεων,
με τον ορίζοντα της πόλης να εκτείνεται σε ασφυκτικούς τομείς,
μεταξύ των οποίων και ο Δαχτύλιος του Πυροβολικού.
Από το βράδυ ώς το πρωί,
υπό τη σκέπη ενός ασφαλούς κι αστραφτερού ουρανού,
678 παχουλά χερουβείμ και γύψινα αγγελάκια
–όχι αγγελάκια ό,τι κι ό,τι …
αλλά φτιαγμένα από χώμα και νερό, γη και πηλό–
υπερδραστήρια διαφημίζουν τα μέτρα σταθερότητας και σιωπής.
Θρίαμβος, κυρίες και κύριοι, θρίαμβος!
Ζήτω το νούμερο 678, διοικητικό διαμέρισμα 5, Τεχεράνη,
που με μόνο σύμμαχο την ισχυρή θέληση και τη σκληρή δουλειά,
κατόρθωσε να φτάσει σε τέτοια δυσθεώρητα ύψη,
ώστε να στέκεται τώρα στο βάθρο των 678 μέτρων
και να απολαμβάνει το προνόμιο
της παραληρηματικής βουτιάς προς τη μαμά-πατρίδα,
άνευ αλεξίπτωτου.
Τελευταία του ευχή κι επιθυμία είναι μονάχα
η Αυτού Υψηλότης ο Αρχιποιητής Εμπραχήμ Σαχμπά να τιμήσει την ύπαρξή του
γράφοντας για 678 τάλαρα μιαν ελεγεία που να ριμάρει με το «μαλακοτρίφτης».
///
[1] Σε αυτό έχει συμβάλλει και η απαγόρευση της κάλυψης του κεφαλιού από το Σάχη το 1936.
[2] Σε γράμμα της θα εκμυστηρευτεί: «Αυτός ο γελοίος έρωτας και ο γάμος στα δεκάξι δυναμίτισαν τα θεμέλια της μελλοντικής μου ζωής. (…) Οτιδήποτε έχω, το οφείλω σε μένα, και, όσα δεν έχω, είναι εκείνα που θα μπορούσα να είχα και τα οποία όμως στερήθηκα, από έλλειψη αυτοκατανόησης, από δικά μου παραστρατήματα, και αδιέξοδα της ζωής. Θέλω επιτέλους να ξεκινήσω.»
[3] Αναφέρεται βέβαια στον μέγα Πέρση ποιητή Χάφεζ Σιραζί (Hafez Shirazi, 1325–1390).
[4] Για την Τεχεράνη γράφει σε επιστολή της: «Αγαπώ την Τεχεράνη μας, όπως και να ’χει. Την αγαπώ, και μόνον εκεί βρίσκω το λόγο της ύπαρξής μου. Αγαπώ τον ανάλγητο ήλιο της, τα μελαγχολικά δειλινά της, τους σκονισμένους δρόμους της και τον άτυχο, ταπεινό και στερημένο λαό της.»
[5] Στην περσική γλώσσα, η φράση “Marz-i por Ghohar” αναφέρεται στην πατρίδα Ιράν και χρησιμοποιήθηκε στον εθνικό ύμνο του Ιράν επί της Δυναστείας των Παχλαβί.
[6] Το Ιράν θέσπισε νόμο το 1976, βάσει του οποίου έγινε υποχρεωτική η δήλωση των γεννήσεων, πράγμα που δεν ίσχυε ώς τότε. Οι γεννημένοι πριν το 1976 πολίτες που δεν είχαν δηλωθεί, κλήθηκαν να δηλωθούν, προκειμένου να μπορέσουν να αποκτήσουν ταυτότητα, διαβατήριο και γενικά να έχουν πρόσβαση στις δημόσιες υπηρεσίες.
[7] Φαίνεται, θα υπήρχε και στο Ιράν ένας Ζαχόπουλος κι ένας στημένος διαγωνισμός για τη Γενική Γραμματεία Αξιοποίησης Ολυμπιακών Ακινήτων.
///
*
*
*


