Month: Ιουνίου 2025

Εγκώμιο στις ωμοπλάτες

*

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

~

Εγκώμιο στις ωμοπλάτες

Όλα τα μέρη του γυναικείου σώματος έχουν εξυμνηθεί δεόντως αλλά ενώ πολλοί παρατηρούν με ζώπυρο ενδιαφέρον τις ωμοπλάτες που εξέχουν από ένα ξώπλατο φόρεμα ή διακρίνονται κάτω από λεπτό σάλι, λίγοι αποπειρώνται να γράψουν γι’ αυτές και ελάχιστοι καλλιτέχνες έχουν επιμείνει στην αισθητική τους ιδιοσυστασία. Οι ωμοπλάτες εντούτοις, αμέσως μετά τη γέφυρα του λαιμού που ενώνει το κεφάλι με το κορμί, είναι το πρώτο σημείο αποβίβασης του βλέμματος στη σωματική ήπειρο. Η ανάγλυφη γεωμετρία τους, ημιτελώς τριγωνική, συνδυάζοντας την ένταση της ακμής με την ηδύτητα της καμπύλης προδιατυπώνει τον χάρτη των επικείμενων ανακαλύψεων. Οι ωμοπλάτες χαρίζουν στους βραχίονες το ιδιαίτερο κινητικό τους ύφος και αποτελούν το ιδεώδες αντίδωρο για τα μαλλιά που ξεχύνονται πάνω τους. Το ρίγος που διατρέχει τη σπονδυλική στήλη ξεκινώντας από τις λαγόνες για να φτάσει σερπετό ως τον αυχένα κυλάει ανάμεσά τους. Τα υπερήφανα τόξα τους δίνουν τη δεσπόζουσα γραμμή στη έγερση του παραστήματος και το σφρίγος τους προικοδοτεί όλους τους τεταμένους χορούς από το τάνγκο ως το φλαμένκο. Οι στίλβουσες ωμοπλάτες είναι τα προγεφυρώματα της ανυπότακτης ομορφιάς. (περισσότερα…)

Ανεξήγητες σιωπές

*

Ανεξήγητες σιωπές

Αυτές οι σιωπές ως
καρφί στον λαιμό παραμένουν
αναμονές μιας οικοδομής
ημιτελούς κι ανέφικτης
–πάντα ένας θάνατος κρύβεται
πίσω τους–
της αναπάντεχης διαβολής ή
του πρόσκαιρου ψέματος η αρχή
και το τέλος.

Κείτεται τώρα μήνες εκεί
στην εθνική Κορίνθου-Πατρών
όπου η αίγα του Διός
ένα ψοφίμι αγνώριστο
–σκύλος, απρόσεκτη γάτα ή κουνάβι;–
του έρωτά μας η λήθη,
χώμα σχεδόν που πάνω του τόλμησε
μια παπαρούνα ν’ανθίσει –σπόρος τ’ανέμου–
τρεμάμενη –σκεπτόμενη καρδιά–
στη βιάση του επόμενου τροχού.

Εσύ, κρύβεσαι πάλι πίσω
από μια πόρτα δρύινη
κρούετε είπες, κι ανοιγήσεται υμίν.
Κι εμείς χιλιάδες χρόνια και
φορές Σε πιστέψαμε
και πιστέψαμε, θεολογούντες στην πέτρα.
Μήπως αργότερα δεν είδες τα κομμένα νήματα
στο ξύλινο ανθρωπάκι απ’ την Τοσκάνα
πώς έσπασε τη μύτη του
ή πώς έπεσε το κερί κι έκαψε
το πανί του Μαυρομάτη;

Μη βγάλεις απ’ τον λαιμό το καρφί
θα μας σκοτώσει ο αέρας
της σιωπής Σου·
πύρινη επί της κεφαλής γλώσσα
στου Θεριστή τη γιορτή
δε Σου ζητήσαμε
ταις γλώσσαις των ανθρώπων
όπως μπορέσαμε, λαλήσαμε–
τα μάτια μας μείναν ανοιχτά, (περισσότερα…)

Για μιαν Αρκαδία του Βορρά

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

Ο Πωλ Σρέηντερ έχει δώσει κατά τη διάρκεια της καριέρας του σενάρια για εμβληματικές επιτυχίες του αμερικάνικου κινηματογράφου όπως ο Ταξιτζής και το Οργισμένο είδωλο του Σκορσέζε, αλλά και έχει σκηνοθετήσει ο ίδιος ταινίες με μια βαθιά βάσανο πάνω σε κόμπους της σύγχρονης αμερικάνικης κοινωνίας όπως, ας πoύμε, το Lightsleeper και η πρόσφατη Οh, Canada. O αδρός προβληματισμός του και το απόμερο για τις χολλυγουντιανές σταθερές ύφος του δεν του άφησαν περιθώρια να ξεφύγει από τον σκιώδη ρόλο του συνεργάτη του Σκορσέζε παρά την υποστήριξη που είχε από πρώτου μεγέθους χολλυγουντιανούς αστέρες, οι οποίοι πέρασαν μέσα από τις ταινίες του (Ρίτσαρντ Γκηρ, Γουίλλιαμ Νταφόε κ.ά). Παρά την αμφίβολη όμως επιτυχία σύμφωνα με τα, χολλυγουντιανά, μέτρα δεν είναι δύσκολο να αφουγκραστεί κανείς τη γνήσια δημιουργική φλέβα που πάλλει κάτω από τις εικόνες του.

Η τελευταία του αυτή ταινία, το Oh Canada, δένει σε κόμπο μερικά αναγνωρίσιμα κινηματογραφικά θέματα: τον απολογισμό μιας «ένδοξης» διαδρομής και το τίμημά της, τα κενά και τα ρήγματα μιας φαινομενικά ολοκληρωμένης και άρτιας προσωπικότητας, τον φόβο και την οδύνη του σωματικού πόνου, της φθοράς και του θανάτου, την αγάπη ως αντίβαρο στη λαίλαπα της θνητής μοίρας, τη συγχώρεση ως τελικό υπολειπόμενο των παθών, τη διαθλαστική εξεικόνιση εκ μέρους των ΜΜΕ, τη νεανική αμφισβήτηση ως διαμαρτυρία αγάπης κλπ.

Κι όλα τα παραπάνω χωρίς πολλές ανατροπές αφού μέσω της αναδρομικής αφήγησης τα πράγματα παραπέμπουν ομαλά στην ενότητα των πεπρωμένων που εκθέτει η υπόθεση της ταινίας: ένας καταξιωμένος σκηνοθέτης ταινιών τεκμηρίωσης, ο Λήο Φάιφ (Ρίτσαρντ Γκηρ), δέχεται να μιλήσει μπροστά στην κάμερα για τη ζωή και το έργο του: είναι ήδη βαριά άρρωστος και νιώθει το τέλος να πλησιάζει, ενώ το μόνο στήριγμα και παρηγοριά του στην πορεία αυτήν είναι η γυναίκα του (Ούμα Θέρμαν), που κάνει το παν για να τον προστατέψει τόσο σωματικά όσο και ηθικά, πριν έρθει το μοιραίο τέλος. Αυτός που έχει μηχανευτεί και καταστρώσει τόσες κατά μέτωπον εξομολογήσεις και μαρτυρίες φαίνεται να μην πιστεύει τόσο στην ειλικρίνεια των εξομολογήσεων on camera, ψυχανεμιζόμενος ότι η αλήθεια έχει την ιδιότητα να ξεγλιστρά από την «έλλογη» και ισοπεδωτική έκθεσή της, όταν μάλιστα γίνεται παρουσία μαρτύρων και ενώπιον του φακού. Από την αρχή της συνέντευξης στην οποία παρευρισκόμαστε ως θεατές πάντως γίνεται σαφές το αιχμηρά συγκαταβατικό ύφος του σκηνοθέτη Λήο απέναντι στα μέλη του συνεργείου, με τη γυναίκα του να αποτελεί έναν πόλο που αμβλύνει και εξουδετερώνει τις εντάσεις. Αυτός που πρόδωσε τόσες γυναίκες και τις «χειρίστηκε» σεξουαλικά, εξαρτάται τώρα από το έλεος μιας γυναίκας. Όσο και να δυσπιστούμε όμως απέναντι στη θεατρικοποίηση αυτών των εξομολογήσεων, παραμένει το γεγονός ότι με τον τρόπο τους, με την παρασημαντική των εξωγλωσσικών τους σημείων, μεταδίδουν κάτι που, μπορεί να μην είναι απολύτως σαφές, έχει όμως μια δυναμική που μπορεί να προδώσει κάτι από την αλήθεια. Ότι η αλήθεια δεν είναι πάντα θέμα σαφήνειας, η αλήθεια δεν είναι πάντα ό,τι συνέβη αληθινά. (περισσότερα…)

Ο κόσμος στο μεταίχμιο

*

ΝΥΧΤΕΣ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΟΥ 2025

Παρασκευή 4 Ιουλίου

Συζήτηση στρογγυλής τραπέζης

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΣΤΟ ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ

Καθώς συμπληρώνεται εφέτος το πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα, οι πλανητικές πολιτικές ισορροπίες φαντάζουν περισσότερο εύθραυστες παρά ποτέ. Η νέα εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο, η ανοιχτή πληγή του Ουκρανικού, η κατάσταση στην Παλαιστίνη και τη Μέση Ανατολή, οι γεωπολιτικοί ανταγωνισμοί σε Ασία και Αμερική και η ραγδαία υποβάθμιση της Ευρώπης είναι μερικά μόνο από τα ζητήματα που ανακύπτουν. Συζητούν η Λαμπρινή Θωμά, δημοσιογράφος και πολιτική αναλύτρια, ο Ηλίας Μαλεβίτης, ισλαμολόγος και μελετητής, και ο Κώστας Κουτσουρέλης, συγγραφέας και διευθυντής του περιοδικού Νέο Πλανόδιον.

Είσοδος ελεύθερη

ΘΕΑΤΡΟ ΚΥΔΩΝΙΑ, Υψηλαντών 12, Χανιά

*

*

Γιάννης Πατίλης, «Η ποίηση είναι δημόσιος λόγος»

*

Στο τελευταίο δεκαήμερο του Μαΐου ο ποιητής Γιάννης Πατίλης βρέθηκε στην Λευκωσία, για να παρουσιάσει στο Πολιτιστικό Κέντρο του Πανεπιστημίου Κύπρου «Μιχάλης Πιερής», την συγκεντρωτική έκδοση ποιημάτων του Το Σπασμένο είναι πιο Ανθεκτικό (Ύψιλον, 2023). Με την ευκαιρία της παρουσίασης αυτής, το ΝΠ αναδημοσιεύει την συνέντευξη που παραχώρησε στον Κύπριο ποιητή και δημοσιογράφο Γιώργο Χριστοδουλίδη για λογαριασμό του Κυπριακού Πρακτορείου Ειδήσεων (ΚΥΠΕ).

///

Θα θέλαμε να μας πείτε λίγα λόγια για το σκοπό του ταξιδιού στην Κύπρο αλλά και για την Κύπρο την ίδια, αν είναι ένας χώρος πέραν από γεωγραφικός, και συναισθηματικός για εσάς.

Ετούτη είναι η τέταρτη φορά που επισκέπτομαι το νησί σας. Τώρα έρχομαι με πρωτοβουλία αγαπημένων φίλων, της Σταματίας Λαουμτζή, του Παναγιώτη Νικολαΐδη, της Αυγής Λίλλη, και με τη στήριξη της Διεύθυνσης Γραμμάτων του Υφυπουργείου Πολιτισμού καὶ του Πολιτιστικού Κέντρου Μιχάλης Πιερής, για να παρουσιάσω την Συγκεντρωτική Έκδοση ποιημάτων μου 1970-2022 με τίτλο Το Σπασμένο είναι πιο Ανθεκτικό, που κυκλοφόρησε από τον αθηναϊκό εκδοτικό οίκο Ύψιλον, το 2023.

Γεννήθηκα στην Αθήνα, και θεωρώ την Κύπρο πολιτισμικά αναπόσπαστο κομμάτι της ελληνικής πατρίδας μου, όπως, την Κρήτη, την Σάμο ή την Ήπειρο. Με πληγώνει το γεγονός ότι το νησί (ελεύθερο και κατεχόμενο), σφάγιο αιματηρό της αγγλικής αποικιοκρατίας, δεν είναι γεωπολιτικά ενωμένο με την υπόλοιπη Ελλάδα, όπως βαθύτατα επιθυμούσε η συντριπτικότατη πλειοψηφία του λαού της, αλλά και σχεδόν όλοι οι Έλληνες όπου γής. Αλλά περισσότερο με πληγώνει η εμπεδωμένη από χρόνων αίσθηση που ἐχω ότι για την κατάσταση αυτή ευθύνονται διαχρονικώς και ποικιλοτρόπως ανεύθυνες, αλλοπρόσαλλες και προδοτικές πολιτικές ηγεσίες σε Ελλάδα και Κύπρο, και ακολούθως μεγάλο και κρίσιμο μέρος της ελλαδικής και κυπριακής κοινωνίας που εκμαυλίστηκε από αυτές… Κατάντησε μικροπολιτική αυτό που ήταν το χρέος του λαού μας απέναντι στην ιστορία του. Τώρα και για την λέξη “λαός”, όπως και “πατρίδα” χρειάζεται λεξικό! Τις εκχωρούμε ευκολότερα  —και δικαίως—  στους μόνιμα εξεγερμένους και συστηματικώς αδικοσφαζόμενους Παλαιστίνιους απ’ ότι στον εαυτό μας! Όσο για τους ξένους, αυτοί κάνουν απλώς την δουλειά τους, όπως πάντα, αλλά τώρα περισσότερον αποτελεσματικά για τα συμφέροντά τους. (περισσότερα…)

Σκέψεις πάνω στην πολιτική διάσταση της ποίησης

*

του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΛΑΤΑΝΙΩΤΗ

Η ποίηση είναι πολιτική όταν στοχάζεται πάνω στη σχέση του ατόμου με το σύνολο, όταν εκφράζει τη ρήξη ή την ενότητα, όταν θεωρεί τη μοίρα του όλου μέσα στη διαχρονία και τη συγχρονία του. Η ποίηση είναι πολιτική όταν ο άξονας περιστροφής της είναι η πράξη. Ενάρετη ή κακή, η πράξη εντός του κοινωνικού πλαισίου ορίζει την πολιτική υπόσταση του ατόμου. Αυτός που απέχει από τη δράση, όχι μόνο τοποθετείται εκτός του πολιτικού ιστού, αλλά ακυρώνει την οποιαδήποτε ταυτότητα. Και η ταυτότητα είναι μνήμη και η μνήμη είναι το σύνολο, ή αλλιώς το άθροισμα των παραγόντων που ορίζουν το είναι του ατόμου. Με άλλα λόγια, η πολιτική είναι μια φυσική οντολογία. Αλλά ποιος είναι ο λόγος της ποίησης σε όλα αυτά;

Λένε ότι κάθε ποίημα είναι μια πολιτική πράξη. Κι όμως, μπορώ να σκεφτώ πολλά ποιήματα που αρνούνται τον πολιτισμό, που επιλέγουν τη φυγή προς τη δήθεν αρχαϊκή κατάσταση του ανθρώπου, που, με άλλα λόγια, ακυρώνουν την έννοια της πολιτείας. Ρεμπώ, Λωτρεαμόν, Τρακλ είναι μερικοί μόνο από τους ποιητές που αρνήθηκαν την ενσωμάτωση, αιχμαλωτίστηκαν από το όνειρο. Αυτή η άρνηση καθιστά την ποίησή τους μη πολιτική; Νομίζω πως όχι. Γιατί αποτελεί μέρος του διαλόγου για την πολιτεία: η άρνηση δεν είναι σιωπή, δεν είναι απραξία. Ακόμη και η φυγή είναι πολιτική. Είναι μια δήλωση με πολιτικό πρόσημο. Σίγουρα, όμως, δεν είναι μια συμμετοχική στάση. Οι πολιτικοί ποιητές πρέπει να ιδωθούν ως αρχιτέκτονες του μέλλοντος της πολιτείας. Κρίνοντας το παρόν, ελέγχοντας το παρελθόν, καταφάσκουν σ’ ένα νέο μέλλον. Η πολιτική ποίηση, λοιπόν, σ’ αυτό το δοκίμιο εξετάζεται περισσότερο ως κατάφαση προς την πολιτεία και τις προϋποθέσεις της.

Κι εδώ ακριβώς προκύπτει το πρόβλημα: μεγάλο μέρος της πολιτικής ποίησης είναι απλώς μια κριτική του παρόντος. (περισσότερα…)

Τι θα είχε συμβεί αν ο Μίκης Θεοδωράκης δεν είχε ασχοληθεί με την πολιτική και τη μελοποιημένη ποίηση

*

2025: Έτος Μίκη Θεοδωράκη – Μύθοι και πραγματικότητες #4

γράφει ο Θάνος Γιαννούδης

Σειρά άρθρων που καλύπτουν όλη τη διάρκεια του «Αφιερωματικού έτους Μίκη Θεοδωράκη». Ερευνώνται οι διαφορετικές πτυχές της ζωής και του έργου του, οι ιδεολογικές του μεταστροφές, οι συνάφειές του με το μοντερνισμό, καθώς και με άλλους καλλιτέχνες. Τι μένει εντέλει από το πολύπλευρο έργο του πλέον μείζονος Έλληνα δημιουργού του 20ού αιώνα εκατό χρόνια μετά τη γέννησή του.

***

Η ιστορία, ως γνωστόν, δεν γράφεται με υποθέσεις και εναλλακτικά σενάρια, αλλά κατά βάση κινείται μπροστά από τα άτομα εκείνα που παίρνουν πρωτοβουλίες στο πεδίο, επηρεάζοντας καθοριστικά τον καιρό και την εποχή τους. Αξίζει, ωστόσο, στο σημερινό μας άρθρο να εισέλθουμε στην επικράτεια μιας εναλλακτικής πραγματικότητας, ερευνώντας το τι θα μπορούσε να έχει συμβεί στο ελληνικό τραγούδι αλλά και στο έργο του ίδιου του συνθέτη, στην περίπτωση που ο Μίκης Θεοδωράκης δεν είχε εμπλακεί τόσο ενεργά στην πολιτική ζωή του τόπου και δεν είχε προβεί, ταυτόχρονα, στη συστηματική μελοποίηση του ποιητικού λόγου. Δεδομένου ότι και οι δύο υποθέσεις είναι άμεσα και άρρηκτα συνδεδεμένες με τον πυρήνα της ζωής και του έργου του συνθέτη, σε τέτοιο βαθμό που αδυνατούμε πια να τον φανταστούμε και να τον ανασυστήσουμε άνευ εκείνων, γίνεται προφανές ότι εντέλει αυτό που επιδιώκουμε με το παρόν άρθρο δεν είναι τόσο να στήσουμε ένα σενάριο επιστημονικής φαντασίας παρά περισσότερο να ερευνήσουμε το πώς ήταν το ελληνικό τραγούδι πριν την έλευση του μείζονος δημιουργού και (κυρίως) τι έχει απομείνει την επόμενη μέρα που το παράδειγμά του έχει φαίνεται πως έχει απολέσει οριστικά (;) την άλλοτε δυναμική του.

Αν ο Μίκης Θεοδωράκης δεν είχε ασχοληθεί ενεργά με την πολιτική, το έργο του μάλλον θα είχε κερδίσει αλλά και ταυτόχρονα… χάσει συγκεκριμένες κατηγορίες ανθρώπων που το προώθησαν ή το χρησιμοποίησαν από τη μία, αλλά και το ανέγνωσαν μονοδιάστατα από την άλλη, βάσει αυτής και μόνο της ιδιότητας του δημιουργού του. (περισσότερα…)

Η κριτική του Σαραντάρη στους ποιητές

*

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

Μην ανοίξης ποτέ το στόμα να πής την αλήθεια
Γιατί ξάφνου θ’ ανάψουν οι γύμνιες του κόσμου
Θα πιάσει φωτιά η λαίμαργη ανθρώπινη σκόνη!
Έργα, Β΄ τόμ., σελ. 82 (1935)

Εάν ισχύει αυτό που λέει ο Λορεντζάτος ότι η ποίηση συνιστά την «εσχατολογία της λογοτεχνίας» και εάν η σχέση του Σαραντάρη με την ποίηση είναι σχέση ζωής, τότε αξίζει να δούμε πως ο φιλόσοφος αυτός ποιητής κρίνει τους άλλους ποιητές. Αρχίζοντας από κάποιες γενικές προϋποθέσεις. Ο Σαραντάρης ξέρει την Ευρώπη, τη φιλοσοφία της και την ποίησή της. Είναι από τους σπάνιους εκείνους ανθρώπους με ανεπτυγμένη πολύ νωρίς αντιληπτικότητα και ευαισθησία. Ερχόμενος στην Ελλάδα απο την Ιταλία διαβάζει στα ελληνικά ποιήματα τα σημάδια της ευρωπαϊκής σφραγίδας ή επίδρασης, λόγου χάρη την απαισιοδοξία. Ασκημένος πάνω στους Ευρωπαίους αλλά μέσα από μια άλλη αίσθηση ζωής χριστιανικής απαίτησης, αρνείται την πρωτοκαθεδρία στην καλλιέργεια προσωπικού ύφους (πράγμα που προσάπτει στον Καβάφη), ειδικά όταν αυτό είναι σε βάρος μιας «ομιλίας», όπως λέει, που «να συμβαδίζει παράλληλα με τη λαλιά του λαού μας». Απαιτεί ένα βασανισμό του ποιητή, που να θέτει σε αμφισβήτηση την ίδια του την υπόσταση, ή να το πω αλλιώς, να μην αφήνει περιθώρια αυταπάτης ή ωραιοπάθειας. Αυτό συνάδει με την πεποίθησή του ότι ο ποιητής χαρακτηρίζεται από προωθημένη αυτοσυνειδησία.

Πρέπει ακόμη να λάβουμε υπ’ όψη μας ότι ο Σαραντάρης στα 32 του έχει φύγει από τούτο τον κόσμο. Το έργο του κυοφορήθηκε και υλοποιήθηκε ουσιαστικά μέσα σε δώδεκα χρόνια, αν λογαριάσουμε ότι από τα είκοσι και μετά σχημάτισε στο χαρτί κείμενα απαιτήσεων αλλά και πλεονάσματα ψυχής. Παραμένει απορίας άξιον πώς ένας τόσο νέος άνθρωπος παρουσιάζει τέτοια ωριμότητα χωρίς να χάνει σε φρεσκάδα, χωρίς να γεροντοποείται αν μπορούμε να πούμε, χωρίς να απελπίζεται, παρ’ όλο που σε μερικά του ποιήματα καταγράφεται μια αβυσσαλέα μοναξιά. Όλες οι παραπομπές εδώ αναφέρονται στη δίτομη έκδοση της Βικελαίας Βιβλιοθήκης Ηρακλείου Κρήτης, που επιμελήθηκε με περισσή φροντίδα η φίλη Σοφία Σκοπετέα.

*

Ας δούμε λοιπόν πώς αντικρύζει ο άνθρωπος αυτός την ποίηση των άλλων, ελλήνων και ξένων και πως αυτή η στάση συνδυάζεται με τη γενικότερη θεώρηση της ζωής που περιέχει το έργο του.

Αραδιάζω μερικά ονόματα στο χαρτί: Μελισσάνθη, Καρέλλη, Παπατζώνης, Σαραντάρης. Ποιό είναι το κοινό τους σημείο; Για τους δύο τουλάχιστον είναι η πίστη, ή μια θρησκευτική διάσταση. Όμως ο Σαραντάρης, καθώς ετοιμάζεται να μιλήσει γι’ αυτούς, αρχίζει με τη φράση: «Ποιός σύγχρονος ποιητής μας έχει μια βίωση μέσα στην πίστη; Αναζητώ και δεν βρίσκω». (περισσότερα…)

Αβεβαιότητα για τις εξελίξεις στην οικονομία των ΗΠΑ

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Τις τελευταίες εβδομάδες, η οικονομία των ΗΠΑ έχει δείξει σημάδια απροσδόκητης ανθεκτικότητας, τόσο στο μέτωπο των καταναλωτών όσο και στην αγορά εργασίας. Ακόμη και οι χρηματοπιστωτικές αγορές, παρά την υποβάθμιση του αμερικανικού δημόσιου χρέους από τη Moody’s, καλωσόρισαν τις εμπορικές συμφωνίες που υπογράφηκαν πρώτα με το Ηνωμένο Βασίλειο και μετά με την Κίνα. Αυτές οι εξελίξεις φαίνεται να δείχνουν ότι η αρχική επιθετική πολιτική του Τραμπ μπορεί να μετριαστεί από τις αντιδράσεις των χρηματιστηρίων και των αγορών ομολόγων, από τα συμφέροντα του εκλογικού σώματος — που εξαρτάται από το διεθνές εμπόριο για την παραγωγή και την πώληση των υπηρεσιών τους– και από τους Αμερικανούς καταναλωτές, που δεν μπορούν να κάνουν χωρίς εισαγόμενα αγαθά.

Ωστόσο, αυτές οι συμφωνίες –οι οποίες είναι και προσωρινές– δεν μας επαναφέρουν στην κατάσταση την πριν από τις 2 Απριλίου, τη λεγόμενη «Ημέρα της Απελευθέρωσης», όσον αφορά τους μέσους δασμούς. Επιπλέον, δεν εξαλείφουν την αβεβαιότητα γύρω από τα μέτρα της κυβέρνησης Τραμπ, ενώ επικυρώνουν ουσιαστικά το τέλος της πολυμερούς προσέγγισης που είχε χαρακτηρίσει τις μεταπολεμικές εμπορικές συμφωνίες, πρώτα στο πλαίσιο της GATT και μετά στον ΠΟΕ.

Το διεθνές εμπόριο γίνεται έτσι ένα όργανο πολιτικής πίεσης παρά ένα μέσο για τη μεγιστοποίηση της συλλογικής ευημερίας, όπως φαντάζονται οι φιλελεύθεροι οικονομολόγοι (Σμιθ, Ρικάρντο, κ.λπ.). Εξάλλου πάντα τέτοιο ήταν και με αυτόν τον τρόπο λειτουργούσε, παρά τις φαντασιώσεις τους. Σε αυτό το άκρως πολιτικά αβέβαιο πλαίσιο, η πρόβλεψη των επιδόσεων της αμερικανικής οικονομίας –και κατ’ επέκταση της παγκόσμιας οικονομίας– γίνεται εξαιρετικά περίπλοκη. Ως εκ τούτου, είναι προτιμότερο να κατασκευάζονται διαφορετικά σενάρια και να αναστοχαζόμαστε πάνω σε αυτά. (περισσότερα…)

Σ’ ἄλλ’ αίt’ πῃ

*

Ἀγῶνες πνεύματος
(καί ὁ Μιχαήλ Μητσάκης)

γράφει ὁ ΤΕΤΟΣ ΣΟΥΡΔΟΣ

///
Κεφάλαιο 4

Σ’ ἄλλ’ αίt’ πῃ

Ὡραιοτάτη ἡ γαλλοελληνική ὑποτακτική τοῦ τίτλου. Ἡ περικοπή τοῦ γαλλικοῦ ποιήματος τοῦ Μητσάκη ἔχει ὡς ἑξῆς:

[…]

Il se dresse sur le carrefour en étrange statue
et il dit quelque chose, oui, écoutez:
Σά ’λέπει, ça λέπι?, Salle ἔpη, Sale ἕpei, Σ’ ἄλλ’ αίt ’πῃ,
Σ’ Αλέπι!,
Vous rappelle quelque ville ?

Τό Χαλέπι! Αὐτό δέν ὑπομνήσκει; Στό Χαλέπι πού πίνουν σαλέπι; Τό Σαλέπι! Τούς ὄρχεις τῆς ἀλεποῦς; Οἱ κόνδυλοι τοῦ ὑδροχαροῦς orchis mascula, ἀπό τό ὁποῖο παρασκευάζεται τό σαλέπι, ὁμοιάζουν μέ ὄρχεις· τούς χρησιμοποιοῦσαν, τωόντι, γιά τήν ἑτοιμασία ἐρωτικῶν φίλτρων. Ἀρχίζει τήν πρόταση μέ ἐπιφυλάξεις, ἐνδοιάζει, ρωτᾶ: Εἶναι αὐτό λέπι; Ça λέπι? Καί καταλήγει, πεπεισμένος περί τῆς ὀρθότητος, ἐκφράζοντας τό θαυμασμό του, στίζοντας τόν μέ θαυμαστικό, καταλήγει στόν προορισμό του: Σ’ Αλέπι! (Οὔτε ψιλεῖ οὔτε δασύνει). Ὡς ἐάν: ναί, αὐτό ἐκεῖ εἶναι! Στάθηκε στό σταυροδρόμι τῆς ζωῆς –il se dresse sur le carrefour– καί ἀποφάσισε νά τραβήξει γιά τό Σαλέπι! Οἱ μόνες φράσεις, ἐξ ὁλοκλήρου ἑλληνικές, εἶναι στήν ἀρχή καί στό τέλος τῆς πρότασης. Σά ’λέπει, εἶναι ἡ ἀφετηρία, ὅταν ἀρχίζει νά στοχάζεται, νά ἀμφιρρέπει, ὅταν δέν ἔχει ἀκόμα κατασταλάξει∙ ὅταν προσπαθεῖ νά θυμηθεῖ, ὅταν κάτι, quelque chose, λείπει∙ ἤ μήπως σαλεύει, σ’ ἀλέθει, σέ βλέπει, σέ λέπει (λέπω: ἀποφλοιώνω); Σ’ Αλέπι!, εἶναι ἡ λήξη, ὅταν ὁ κύβος ἐρρίφθη! Ἡ διαδρομή εἶναι γαλλοελληνική. Μεικτή. Salle : ἡ αἴθουσα πού παίζονται τά ἔπη; Sale pei: τό pei ἐδῶ ἐπέχει θέση δασυνόμενου ρήματος∙ ὁ σιχαμερός (sale) καταγίνεται μέ quelque chose (ρ. πω); Ἀκολουθεῖ (ἕπεται) ἡ λαμπρή μεικτή ὑποτακτική, ἡ «ἔγκλιση πού ἔχει ὅλους τούς χρόνους ἐκτός ἀπό τούς μελλοντικούς. Οἱ τελευταῖοι δέν ὑπάρχουν σ’ αὐτήν, ἐπειδή εἶναι ἡ ἔγκλιση πού ἀναφέρεται στό μέλλον» (Τσοπανάκης). Εἶναι τό μετέωρο βῆμα πρίν πατήσει σταθερά. Ἡ κίνηση τῆς ἐπιθυμίας πρός τό μέλλον, τό ἄς μέ τό ὁποῖο προωθεῖται καί θαρρεύεται∙ πράγματι, στόν ἀέρα ἀλλάζει, ἐννοεῖ autre chose, κατανοεῖ πώς ἔπρεπε ἄλλα-νά-εἶχε-πεῖ (subjonctif plus-que-parfait), πώς πρέπει νά στραφεῖ ἀλλοῦ, Σ’ ἄλλ’, ἄλλο νά πεῖ. Ὁ ὑποκάτω κείμενος στίχος τό ἀνακοινώνει: Σ’ Αλέπι. Ἐκεῖ εἶναι. Σᾶς θυμίζει κάποια πόλη;

Τό ἀπόσπασμα, πού μόλις παρέθεσα, τοῦ γαλλικοῦ ποιήματος τοῦ Μητσάκη δέν εἶναι, ἄν καταλαβαίνω, οὔτε ἀπό ἐκεῖνα πού ἐξέδωσε ὁ Ποριώτης τό 1935 στό περιοδικό Νέα Γράμματα, οὔτε εἶναι ἐπιλογή ἀπό ἐκεῖνα πού ἐξέδωσε ὁ Ἄγγελος Καράκαλος τό 1957: Oeuvres Inedites de Michel Mitsakis. Εἶναι μήπως ἀπό αὐτά πού συγκέντρωσε ὁ Κατσίμπαλης; Δέν τό ξέρω. Ἄφηνε, βλέπετε, “χαρτάκια”… ὁ ποιητής. Προφανῶς, ὅμως, ἀνήκει στήν γαλλική ποιητική περίοδο τῆς τρέλας του. Τό 1943 ὁ γιατρός Ἄγγελος Καράκαλος βρῆκε σ’ ἕνα παλαιοπωλεῖο ἕνα ἀντίτυπο τῆς Ἰλιάδας. Τά περιθώρια τῶν σελίδων ἔγεμαν ἀπό σπαράγματα ποιημάτων γραμμένα στά γαλλικά. Τοῦ πῆρε χρόνια νά τά μεταγράψει καί νά ἀποδώσει τήν ταυτότητά τους στόν Μητσάκη. Τά ἐξέδωσε· παραδόθηκε, ὅμως, ἐκ νέου εἰς τήν κυκλοφορία ὁ Μητσάκης; Πρωτοκολλήθηκε ἐπιτέλους στά ἐπίσημα μητρῶα τῶν Βιβλίων; Ἐν τῶ παρόντι χρόνω, ἐκτός ἐμπορικῶν καταστίχων, ἀσυζήτητο, τό βιβλίο ἀνευρίσκεται μόνο στήν Γεννάδειο Βιβλιοθήκη: MGL 730.31. Στή θέση αὐτή θά τό βρείτε… Λογάριαζα, εἶναι ἀλήθεια, τό εἶχα σκοπό, ὅταν θά ἔφθανα σέ αὐτό τό τελευταῖο κεφαλαιάκι, ἀφιερωμένο στά γαλλικά ποιήματα, νά ἐπισκεφτῶ τή Γεννάδειο Βιβλιοθήκη. Ἔψαξα, καί μόνο ἐκεῖ βρῆκα τό Oeuvres Inedites. Θά τήν ἐπισκεπτόμουν, κινούμενος μάλιστα ἀπό τή φιλοδοξία νά μεταφράσω δύο τρία ἀπό τά γαλλικά του ποιήματα. Θά εὕρισκαν εὐμενῆ ἀπήχηση…[1] (περισσότερα…)

Το χιόνι που τραγουδά

*

του ΣΩΤΗΡΗ ΠΑΣΤΑΚΑ

Ηλίας Κεφάλας,
Μισοφέγγαρα,
Θράκα 2024

Το ποιητικό έργο Μισοφέγγαρα του Ηλία Κεφάλα, μια συλλογή από 225 επιγράμματα, που κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Θράκα το 2024, αποτελεί ένα λεπταίσθητο ποιητικό σύμπαν, όπου το ελάχιστο αποδεικνύεται επαρκές και το καθημερινό ανυψώνεται σε ποιητικό στοχασμό.

Ο Ηλίας Κεφάλας, γεννημένος το 1951 στον Μέλιγο Τρικάλων, μας ταξιδεύει μέσα από τους στίχους του σε έναν κόσμο γεμάτο εικόνες, συναισθήματα και φιλοσοφικές αναζητήσεις. Στα διακόσια επιγράμματα που απαρτίζουν τη συλλογή, ο ποιητής καταγράφει με τρυφερότητα, χιούμορ, ειρωνεία και υπαρξιακό βάθος τα συμβάντα και τα συναισθήματα που διαπερνούν την καθημερινή ζωή. Τα ποιήματα, αφοπλιστικά λιτά και πάντα με έναν ή δύο στίχους, θυμίζουν χάικου όχι ως προς την αυστηρή συλλαβική δομή, αλλά ως προς την πρόθεση: τη σύλληψη και απόδοση μιας στιγμής με ακρίβεια και πνευματικότητα, όπως αυτό:

«Ἀπ᾿ τὰ χαράματα τὸ χιόνι τραγουδῶ – μόνος κατάμονος» (αρ. 1).

Πρόκειται για ένα επίγραμμα που είναι η εναρκτήρια χειρονομία της συλλογής και λειτουργεί ως προγραμματική δήλωση, ως ένα εισαγωγικό μότο του ποιητικού κόσμου του ποιητή. Σε δύο μόνο στίχους, ο Ηλίας Κεφάλας συμπυκνώνει έναν ολόκληρο υπαρξιακό ορίζοντα.

Η εικόνα του χιονιού λειτουργεί σε αρκετά επιγράμματα διττά: είναι και η φύση που παρατηρείται και ο καθρέφτης του εσωτερικού τοπίου. Το χιόνι «τραγουδά» — μια ποιητική προσωποποίηση που ενώνει τον φυσικό κόσμο με τον άνθρωπο. Η φωνή του ποιητή χρωματίζει τον ήχο της φύσης, τον μετουσιώνει σε τραγούδι. Ή μήπως το τραγούδι αυτό είναι δικό του, και το αποδίδει στο χιόνι για να μην ομολογήσει το δικό του κλάμα;

Η δεύτερη φράση του πρώτου επιγράμματος, «μόνος κατάμονος», επαναλαμβάνει την έννοια της μοναξιάς με έμφαση σχεδόν εκκωφαντική. Δεν πρόκειται για την απλή μοναξιά, αλλά για την απόλυτη απομόνωση – το κατάμονος εντείνει τη σιωπή, την παγωμένη ακινησία της ύπαρξης. Ο ποιητής στέκει μόνος μπροστά στη λευκή απεραντοσύνη του χιονιού, όπως ο στοχαστής μπροστά στο άγραφο χαρτί ή η ύπαρξη μπροστά στο κενό. Ο στίχος δεν αναζητά λύτρωση, αλλά αποδοχή: ο ποιητής τραγουδά, ακόμα κι αν είναι μόνος. Είναι μια πράξη αντίστασης απέναντι στον παγερό κόσμο. Εδώ διαφαίνεται η ηθική της λιτότητας που διατρέχει όλη τη συλλογή – να λέγεις το λίγο με τρόπο πλήρη, να τραγουδάς έστω και μέσα στη σιωπή. (περισσότερα…)

Οι δύο εκκλησίες

*

Μεταξύ Κορίνθου και Ηραίου, υπάρχει ένα χωριό με το όνομα Σάββας – ή τουλάχιστον έτσι το αποκαλούσαν οι κάτοικοί του. Δεν κατάφερα ποτέ να το ξαναβρώ, αν και είχε σμιλευτεί στη μνήμη μου σαν να το είχα δει χθες. Το χωριό με τις δύο αντικριστές εκκλησίες.

Έκανα τη διαδρομή δεκάδες φορές, κάθε φορά δοκίμαζα νέους τρόπους: πέρασα από τις Αρχαίες Κλεωνές και την περιοχή των Δερβενακίων, οδήγησα γύρω από τις Μυκήνες και το Φίχτι, προσπάθησα να το εντοπίσω ακόμα και μέσω παράλογων παρακάμψεων, όπως διασχίζοντας τη Νεμέα κι ακολουθώντας τον δρόμο παράλληλα του Ινάχου ή περνώντας από το Χιλιομόδι. Εξέτασα την κάθε πιθανή εκδοχή, την κάθε διακλάδωση που θα μπορούσε να με οδηγήσει στο χωριό κι ανακάλεσα τις παύσεις και τις επιβραδύνσεις της πρώτης μου διαδρομής που με έφεραν τυχαία στο Σάββας. Ωστόσο οι ελπίδες μου συρρικνώνονταν όποτε πλησίαζα στο Ηραίο. Την επομένη, θα ξεκινούσα πάλι από την αρχή.

Φυσικά, κανένας χάρτης της Πελοποννήσου δεν απεικόνιζε το χωριό και σε καμία πινακίδα δεν αναγραφόταν η λέξη Σάββας. Οι κάτοικοι γύρω από την περιοχή όπου είκαζα ότι βρισκόταν το Σάββας δεν είχαν ακούσει ποτέ γι’ αυτό, κι έτσι αναγκάστηκα να εμπιστευτώ τη μνήμη μου. Ήταν χειμώνας όταν το είχα βρει. Παράξενος χειμώνας. Δεν έπεφτε σταγόνα στα βουνά. Στο βάθος, κάπου μακριά, ένα σύννεφο, βαρύ και σκούρο, απλωνόταν απ’ τη μιαν άκρη τ’ ουρανού ως την άλλη. Ένα τελευταίο κιτρινωπό φως έλαμψε κάτω απ’ το σύννεφο κι αισθάνθηκα σαν να μου δινόταν κάποια προειδοποίηση. Εκείνη τη στιγμή, μ’ έπιασε ζαλάδα κι έπιασα το τιμόνι αδύναμα. Έπρεπε να φάω.

Ψηλά, πράσινα βουνά χωρίς τελειωμό και δρόμοι χωρίς εξόδους. Συνέχισα έτσι γι’ αρκετή ώρα, ώσπου πρόσεξα έναν γέροντα να περπατά ξυπόλητος σ’ ένα άνοιγμα στην απέναντι λωρίδα. Φαινόταν κουρασμένος κι ατημέλητος, στην πλάτη φορούσε ένα γαλάζιο σακίδιο έτοιμο να σκάσει κι υποπτευόμουν ότι είχε μέρες να πλυθεί – μια δυσωδία με κατέκλυσε απ’ το παράθυρο. Αποφάσισα να δοκιμάσω την τύχη μου και τον χαιρέτησα. Χαμογέλασε και με το χαμόγελο εμφανίστηκαν δόντια τριγωνικά σαν αγκάθια. Κανείς άλλος δε βρισκόταν στον δρόμο, οι καλοκαιρινοί επισκέπτες είχαν φύγει από καιρό και οι περισσότεροι ντόπιοι δεν πήγαιναν για μπάνιο στο Ηραίο μες στη νύχτα. «Είσαι με τα καλά σου;», θα έλεγε η αδελφή μου αν με έβλεπε, «Κλέλια, πότε θα πάρεις τη ζωή σου στα σοβαρά;». Έδειξα το άνοιγμα με το χέρι και ρώτησα αν υπήρχε κάποιο χωριό εκεί. Ο γέρος έγνεψε. «Ευχαριστώ», είπα και συνέχισα. (περισσότερα…)