Month: Μαρτίου 2024

Ἡ ἀντιwoke βιολογικοποίηση

*

του ΓΙΑΝΝΗ Α. ΤΑΧΟΠΟΥΛΟΥ

Ὄχι σπάνια, στὴν ἀπολυτοποίηση τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τὴν πλήρη ἀγνόηση τῆς φύσης καὶ τῆς βιολογίας ποὺ ὑποστηρίζουν ὅσοι συντάσσονται μὲ τὸ woke κίνημα, ἀντιπαρατίθεται μιὰ ἀντιwoke βιολογικοποίηση τοῦ ἀνθρώπινου πολιτισμοῦ καὶ τῆς ἀνθρώπινης δραστηριότητας. Ἂν οἱ πρῶτοι, γιὰ παράδειγμα, συγχέουν τὴ σεξουαλικὴ προτίμηση μὲ τὸ φύλο καὶ ἔτσι ἀνακαλύπτουν ἀναρίθμητα φύλα, οἱ δεύτεροι ἐπινοοῦν διάφορες ἀντικειμενικὲς καὶ βασισμένες στὴ βιολογία κοινωνικὲς σταθερές. Ἤδη εἶχε γίνει τὶς προηγούμενες δεκαετίες ἀναφορὰ σὲ «γονίδιο τῆς ἀπιστίας», σὲ «γονίδια τῆς ὑπερβολικῆς τηλεθέασης» καὶ ἄλλα τέτοια (βλ. τὴν κριτικὴ τῆς S. McΚinnon, Νεοφιλελεύθερη γενετική, ἤδη ἀπὸ τὸ 2005 σὲ τέτοιες ἀντιλήψεις).

Τέτοιες «βιολογικίστικες» ἀντιλήψεις δὲν ἐξηγοῦν, φυσικά, γιατὶ ὑπάρχουν διαφορετικὰ κριτήρια ὀμορφιᾶς σὲ διαφορετικοὺς ἀνθρώπους τῆς ἴδιας ἐποχῆς (και ὄχι μόνο αὐτὰ ποὺ ὁρίζουν δογματικὰ ὁρισμένοι βάσει τῆς γονιμότητας), ἢ γιατὶ παντρεύονται καὶ συζοῦν ἁρμονικὰ ἄνθρωποι ποὺ διαφέρουν σὲ ὀμορφιὰ ἐπειδὴ ἔχουν π.χ. ἴδια ἐνδιαφέροντα καὶ κώδικα ἐπικοινωνίας ἀγνοώντας τὴν ἐξωτερικὴ σχετικὴ ἀσχήμια ἢ καὶ φτώχεια τοῦ συντρόφου (κανονικά, θὰ ἔπρεπε τέτοιοι «ἄσχημοι/ες» νὰ εἶχαν ἐκλείψει πρὸ πολλοῦ στὰ πλαίσια μιᾶς ἄτυπης εὐγονικῆς), ἢ ὅτι στὶς ἀπαρχὲς τοῦ ἀνθρώπινου γένους τροφοσυλλέκτες ἦταν τόσο οἱ ἄντρες ὅσο καὶ οἱ γυναῖκες (ἄρα δὲν ὑπῆρχε κάποιος λόγος γιὰ γονιδιακὴ προτίμηση τοῦ πλούσιου ἀρσενικοῦ ποὺ θὰ ἀνέτρεφε τὰ μικρὰ τοῦ θηλυκοῦ) κ.ο.κ. Ὅπως γράφει ἠ ΜακΚίννον,

«οἱ ἐξελικτικοὶ ψυχολόγοι δὲν μποροῦν νὰ ἐξηγήσουν… σὲ πολιτισμοὺς ὅπου ἡ ἐξωσυζυγικὴ σεξουαλικὴ σχέση ἐπιτρέπεται ἀνοικτὰ καὶ ἡ ἔκφραση τῆς ζηλοτυπίας δὲν ἐνθαρρύνεται, γιατί ὁρισμένα ἄτομα ἐκφράζουν παρ’ ὅλα αὐτὰ ζήλια; Καί, ἀντίστροφα, σὲ κοινωνίες ὅπου ἡ ἐξωσυζυγικὴ σεξουαλικὴ σχέση παρεμποδίζεται καὶ ἡ ἔκφραση ζηλοτυπίας κυρώνεται ἀνοιχτά, γιατί ὁρισμένα ἄτομα δὲν ἐκφράζουν καθόλου ζήλια;».

(περισσότερα…)

Η ελληνική σεστίνα

*

Εισαγωγή και Καταγραφή
ΣΤΑΘΗΣ Α. ΚΙΣΣΑΜΙΤΗΣ

H σεστίνα είναι η πιο ιδιότυπη ίσως μορφή της ευρωπαϊκής ποίησης. Η επινόηση του είδους αποδίδεται στον Arnaut Daniel, Προβηγκιανό τροβαδούρο του 12ου αιώνα, αν και έχει υποστηριχθεί πως ο Ντανιέλ ανανέωσε απλώς μια ήδη προϋπάρχουσα φόρμα. Με τους επιγόνους του, κυρίως Ιταλούς μεταξύ των οποίων ο Δάντης και ο Πετράρχης, παγιώθηκε η κλασσική μορφή της σεστίνας όπως την γνωρίζουμε σήμερα. Από την Ιταλία το είδος εισήχθη σε άλλες χώρες, όπως η Γαλλία και η Αγγλία, τον 16ο αιώνα. Τον ίδιο αιώνα εμφανίζονται και οι πρώτες σεστίνες στα ελληνικά, στις κυπριακές Ρίμες αγάπης. Τον 20ό αιώνα το είδος θα τραβήξει την προσοχή διάσημων ποιητών όπως ο Ezra Pound, ο T. S. Eliot και ο W. H. Auden, που θα το μεταχειριστούν με μεγάλη κάποτε ελευθεριότητα.

Στο θεμέλιό της η σεστίνα έχει την πυθαγόρεια-πλατωνική αριθμοσοφία: μαθηματικά και ποίηση εδώ συμπίπτουν στην Ιδέα της μορφής, της ιδεατής ευμορφίας του παντός. Βέβαια, για τους περισσότερους ποιητές το κίνητρο να ασχοληθούν με το είδος είναι η πρόκληση, η πρακτική δυσκολία της φόρμας. Όπως με τους αυτοσχεδιασμούς του Παγκανίνι, κάθε βιολιστής θέλει να δει αν μπορεί να αντεπεξέλθει.

Στην Ελλάδα –πλην σπάνιων εξαιρέσεων, πρωτίστως μεταφρασμάτων– σεστίνες θα ξαναγραφούν καθώς φαίνεται μόλις τη δεκαετία του 1990 κ.ε. από ποιητές όπως ο Νάνος Βαλαωρίτης, ο Γιώργος Κοροπούλης και ο Γιώργος Κεντρωτής. Η παρούσα καταγραφή περιλαμβάνει τις περισσότερες γνωστές στον γράφοντα ελληνικές σεστίνες, πρωτότυπες ή μεταγλωττισμένες. Σε μια πρώτη της μορφή παρουσιάστηκε προ δεκαετίας στη διαδικτυακή ανθολογία Νέοι Ήχοι στο Παμπάλαιο Νερό. Ευχαριστίες για τη βοήθειά τους οφείλω στον αείμνηστο Δημήτρη Αρμάο και τους κ.κ. Γιώργο Κεντρωτή και Ηλία Μαλεβίτη.

~.~

Η σεστίνα στην τυπική της μορφή αποτελείται από έξι εξάστιχες στροφές ανομοιοκατάληκτες που ακολουθούνται από μία τρίστιχη, γνωστή ως envoi ή tornada. Στην πρώτη της μορφή, όπως παρουσιάστηκε από τον Ντανιέλ, η σεστίνα είχε τους στίχους των στροφών της δεκασύλλαβους, εκτός από τον πρώτο κάθε στροφής, ο οποίος αποτελείτο από επτά συλλαβές. Ωστόσο κατά την μετέπειτα καλλιέργεια του είδους ο αριθμός των συλλαβών και το μέτρο των στίχων ποικίλλουν. Από τις άλλες παραλλαγές, αναφέρουμε εδώ την πετραρχική διπλή σεστίνα, και τις σεστίνες που είναι γραμμένες σε ελεύθερο στίχο.

(περισσότερα…)

Η παράλογη αποτελεσματικότητα των αλγορίθμων

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Επειδή το «πνεύμα της εποχής» θέλει να μας πείσει ότι οι μηχανές κάνουν και, πάνω απ’ όλα, θα κάνουν καλύτερα από τους ανθρώπους τα δύσκολα πράγματα της ζωής, επιφυλάσσοντας για όλους μας έναν ήσυχο χώρο στο απέραντο πάρκο της ευδαιμονίας (αφήνοντας ένα μεγάλο ερώτημα για το ποιος πληρώνει γι’ αυτό), είναι πραγματικά χρήσιμο να αφιερώσουμε λίγο χρόνο στην ανάγνωση ενός άρθρου[1] που κυκλοφόρησε πρόσφατα στο NBER με έναν ενδιαφέροντα τίτλο: «Η παράλογη αποτελεσματικότητα των αλγορίθμων».

Το να μιλάμε για «παράλογη αποτελεσματικότητα»[2] που αναφέρεται στον αυτόματο υπολογισμό αποτελεί ισχυρή πρόσκληση προκειμένου κάποιος να διαβάσει τη μελέτη. Εκεί υπάρχει μια άλλη ενδιαφέρουσα ερώτηση η οποία από μόνη της αξίζει να οδηγήσει στο διάβασμα της εργασίας. Αυτή είναι η εξής: «Μήπως είμαστε θηράματα, όπως θα έλεγε ο Κέυνς, των αλγοριθμικών πνευμάτων»;

Η αναφορά αφορά προφανώς στα «ζωικά πνεύματα» (animal spirits) που εισήγαγε ο Άγγλος οικονομολόγος στη Γενική Θεωρία[3] του για να προσπαθήσει να εξηγήσει την ιδιοσυγκρασία που κυριαρχούσε στους «κυνηγούς ευκαιριών» προκειμένου να προχωρήσουν εν μέσω αβεβαιότητας στην ενεργοποίηση επενδύσεων. Ζωικά πνεύματα χθες, μηχανικά πνεύματα σήμερα!!!

Εξαιρετική ερώτηση, λοιπόν, από τους συγγραφείς. Όσο για τα «μηχανικά πνεύματα» δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι είναι διαθέσιμα και μάλιστα σε ποσότητα. Ζήτω λοιπόν οι αλγόριθμοι. Δώστε μας περισσότερους.

Για να κατανοήσουμε αυτήν την εκστασιασμένη θεώρηση, χρειάζεται να κάνουμε μια προσπάθεια να γίνουμε λίγο περισσότερο τεχνικοί· αλλά μην φοβάστε, αρκεί ένα σύντομο παράδειγμα, αυτό της χρήσης αλγορίθμων στην επεξεργασία ορισμένων προβλημάτων, όπως αυτό της αποτελεσματικής ταξινόμησης στην επιλογή ορισμένων μαθημάτων στα αμερικανικά κολέγια. (περισσότερα…)

Μπουονακόρσο ντα Μοντεμάνιο, Περί ευγενείας

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Ο Μπουονακόρσο ντα Μοντεμάνιο συνέθεσε την Αντιπαράθεση για την ευγένεια (Controversia de nobilitate) στη Φλωρεντία περί το 1428, λίγο πριν τον θάνατό του. Η Αντιπαράθεση υπήρξε ένα από τα δημοφιλέστερα έργα του 15ου αιώνα. Πάνω από εκατό χειρόγραφα της πραγματείας σώζονται σήμερα σε βιβλιοθήκες της Ιταλίας. Μεταφράσεις σε άλλες γλώσσες εμφανίστηκαν πολύ γρήγορα, ενώ στην αυγή του 16ου αιώνα είχε ήδη τυπωθεί στα Λατινικά, τα Γαλλικά, τα Ιταλικά, τα Γερμανικά και τα Αγγλικά. Πέρα από εκδοτικό φαινόμενο, η πραγματεία στάθηκε αφορμή να βλαστήσει μια ολόκληρη γραμματειακή παράδοση έργων περί ευγενείας. Μετά την εμφάνισή της στους φλωρεντινούς κύκλους, σχετικά κείμενα συνέθεσαν ο Μπρατσιολίνι, ο Μαρσουπίνι, ο Λεονάρδος ο Χίος, ο Αντώνιος Φεράρις και πολλοί άλλοι, ενώ η σπουδαιότητα αλλά και η καθαρότητα των ζητημάτων που ήγειρε επηρέασε τον κοσμικό-ανθρωπιστικό μα και τον αυλικό ηθικό λόγο ανά την Ευρώπη.

Το έργο αποτελεί μια declamatio : μια ρητορική «μελέτη». Μεταφερόμαστε στην κλασική Ρώμη. Η ευγενής Λουκρητία (θρυλικό ρωμαϊκό όνομα) βρίσκεται σε ηλικία γάμου. Το χέρι της διεκδικούν δύο όμορφοι μα ολότελα διαφορετικοί νέοι: ο Πόπλιος Κορνήλιος, από το ένδοξο γένος των Κορνηλίων, και ο Γάιος Φλαμίνιος, άνδρας ενάρετος μα ταπεινότερης καταγωγής. Η Λουκρητία ανακοινώνει ότι θα παντρευτεί εκείνον που υπερτερεί σε «ευγένεια» (nobilitas). Επειδή το ζήτημα είναι «καινούργιο» και έχει εξάψει τόσο το ενδιαφέρον του ρωμαϊκού λαού, η διαμάχη μεταφέρεται στη Σύγκλητο, με τους ανταγωνιστές να ανεβαίνουν στο βήμα για να αποδείξουν ότι είναι ευγενέστεροι του αντιπάλου τους. Ο Κορνήλιος θεμελιώνει την ευγένεια στον πλούτο και την καταγωγή, ενώ στον αντίλογό του –που μεταφράζεται εδώ– ο Φλαμίνιος, ο (αδήλωτος) νικητής της διαμάχης, τη στηρίζει στην αρετή και το πνεύμα.

~.~ 

ΜΠΟΥΟΝΑΚΟΡΣΟ ΝΤΑ ΜΟΝΤΕΜΑΝΙΟ

Περί ευγενείας
(O λόγος του Γάιου Φλαμίνιου) [1]

Είναι μεγάλη μου τιμή, έγγραφοι πατέρες[2], να προσέρχομαι ενώπιόν σας, και να απευθύνομαι σε ανθρώπους με πνεύμα τόσο ευγενές όταν το αντικείμενο της ομιλίας μου είναι η ευγένεια· διότι πουθενά αλλού δεν βρίσκει κανείς συγκεντρωμένη και εδραιωμένη τόση ευγένεια. Είναι για μένα πολύ ευχάριστο, αληθινή ευλογία, να μιλώ σε κοινό τόσο αμερόληπτο, γνωστικό και ενάρετο, από το οποίο είναι αδύνατον να εκφερθεί μια κρίση άδικη, σκοτεινή ή αναπάντεχη. Μα στη σημερινή αντιδικία, έγγραφοι πατέρες, ένα καινούργιο ζήτημα τίθεται στην κρίση σας, και πρέπει να βαδίσετε με τεταμένη την προσοχή, αφού δεν θα αποφανθείτε για ζήτημα ιδιωτικό, αλλά για κάτι το οποίο, κατά τη γενική προσδοκία, το βούλευμά σας θα αποτελέσει καθολικό και αιώνιο νόμο για όλα τα έθνη. Παρόλο που δεν το συνηθίζει, σήμερα σύσσωμος ο ρωμαϊκός λαός αναμένει εναγωνίως την κρίση σας. Η προσοχή όλων των Ρωμαίων πολιτών αλλά και όλων των ξένων είναι στραμμένη πάνω σας. Τους ενδιαφέρει αφενός να μάθουν ποιον πρέπει να παντρευτεί η Λουκρητία, αφετέρου δε, και κυρίως, ποιος πρέπει να θεωρείται ευγενής. Σας ικετεύω, λοιπόν, περιφανείς συγκλητικοί, να λάβετε σοβαρά υπόψη τη σπουδαιότητα της υπόθεσης. Παρόλο που όλες οι υποθέσεις πρέπει να αποφασίζονται με γνώμονα τη δικαιοσύνη, τούτο απαιτείται ιδιαιτέρως σε περιπτώσεις που αφορούν τα πιο σημαντικά και κρίσιμα ζητήματα. (περισσότερα…)

Κτήρια-σκουπίδια

*
Κι όμως αγάπησα κάποτε τη λεωφόρο Συγγρού
το διπλό λίκνισμα του μεγάλου δρόμου
που μας άφηνε θαματουργά στη θάλασσα
την παντοτινή για να μας πλύνει από τις αμαρτίες
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

Κυκλώπεια τείχη που μάδησαν, στάδια και αμφιθέατρα γυμνά, μεσαιωνικές καστροπόλεις τώρα πια ανυπεράσπιστες, εγκαταλειμμένα χωριά, γονατισμένα αγροτόσπιτα και αρχοντικά…

Όλη η Ελλάδα είναι γεμάτη ερείπια. Παντού, απ’ τον βορρά ώς τον νότο κι απ’ τα διάσελα των βουνών ώς τις νησιώτικες ακρογιαλιές, όπου κι αν δεις, ένας απέραντος ερειπιώνας σού χαϊδεύει το βλέμμα. Γιατί είναι απαλά αυτά τα ρημάδια, γύρω το χώμα τα χωνεύει γλυκά, δεν αφήνουν πληγές στο τοπίο, κάνουν τον κύκλο τους, κάποτε πάμπολλους αιώνες μακρύ, και μαραίνονται μέσα στον χρόνο όπως ορθώθηκαν, σαν περήφανα άνθη της πέτρας.

«Κτήρια που όταν γερνούν να μη μοιάζουν σκουπίδια». Έτσι περιέγραφε το αρχιτεκτονικό του ιδεώδες ο πρόωρα χαμένος Κυριάκος Κρόκος. Ιδεώδες όμως γιατί; Μήπως έτσι δεν έχτιζαν χιλιετίες ολόκληρες; Όχι πια. Αυτό το ώς χθες ακόμη κατορθωμένο και αυτονόητο, το έκανε άπιαστο κι ιδεατό η μοντέρνα ζωή, το πνεύμα του σπάταλου εντυπωσιασμού και της χρησιμοθηρικής μυωπίας που εμπνέει κάθε σχεδόν μανιφέστο της νεώτερης αρχιτεκτονικής.

Σκεφτείτε το Μουσείο της Ακρόπολης. Αναλογιστείτε το προς στιγμήν παρατημένο, ερειπωμένο, βουβό. Με τι θα ’μοιαζε αν όχι με γιγάντιο σκουπίδι παρκαρισμένο εκεί δίπλα στον Βράχο; (Τάνκερ δεμένο στην ποδιά του Παρθενώνα έχει αποκαλέσει ο Πάνος Θεοδωρίδης αυτό το κτίσμα που με την αναιδή προτεταμένη γλώσσα του εξώστη του ειρωνεύεται κάθε αττική αρμονία).

Τι άλλο παρά σκουπίδια, αφημένα στην τύχη τους, είναι ήδη σήμερα, τώρα, τα διατηρητέα, τρομάρα μας, προσφυγικά της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, αθηναϊκά παραδείγματα του λαμπρού τάχατες Bauhaus, στην πραγματικότητα σκύβαλα παραταγμένα στη σειρά σαν φαντάροι σε πρώσσικο στρατώνα. (περισσότερα…)

Τα πράγματα άλλαξαν, μαμά…

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

Ένα κατ’ εξοχήν ταμπού των κοινωνιών μας όπως η ομοφυλοφιλία δεν θα μπορούσε μην είναι ταμπού στον κινηματογράφο. Κατά καιρούς, παλαιότερα, εμφανίζονταν νύξεις στο θέμα μέσω της περιθωριακής πάντα σκιαγράφησης κάποιων γραφικών χαρακτήρων («τι να κάνουμε, αποτελούν κι ‘αυτοί’ μέρος της σάπιας κοινωνίας όπου ζούμε!»). Από την εποχή όμως που στον Σπάρτακο του Κούμπρικ ο Κράσος (Λώρενς Ολίβιε) έκανε καλυμμένες ερωτικές προτάσεις στον ποιητή Αντωνίνο (Τόνυ Κέρτις), που δεν ήταν και τόσο καλυμμένες στο director’s cut της ταινίας, που προβλήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’90, μέχρι το Φιλαδέλφεια και το Φιλί της γυναίκας-αράχνης, για να μην αναφέρουμε νεότερες ταινίες, τα πράγματα άλλαξαν ραγδαία, ακολουθώντας, φυσικά, τις κοινωνικές αλλαγές, όχι χωρίς ενίοτε να τις παρέλκουν.

Βέβαια, η προβολή του θέματος γινόταν συνήθως με αφορμή μια κάποια παράπλευρη κοινωνική παθολογία: ας πούμε, η ρωμαϊκή παρακμή (Σπάρτακος, Σατυρικόν), η εξάπλωση του AIDS (Φιλαδέλφεια), o φασισμός (Σαλό), η πολιτική καταπίεση (Το φιλί της γυναίκας-αράχνης), o σεξουαλικός υπόκοσμος (Το θύμα [Victim]) κ.ά. Υπάρχουν, βέβαια, και οι ταινίες του Φασσμπίντερ, όπου η ομοφυλοφιλία θεωρείται μια δεδομένη κατάσταση χωρίς καμιάν απολογητική ή απενοχοποιητική διάθεση, αλλά πάντα μπλεγμένη σε ένα δίκτυο εξουσιαστικών σχέσεων (Το παιχνίδι της τύχης, Καβγατζής), ενώ στα καθ’ ημάς ο χρονολογικά πρωτοπόρος Άγγελος επισυνάπτει τον ομοερωτισμό στην πορνεία και στο σεξουαλικό έγκλημα.

Οι ταινίες που αντιμετωπίζουν την ομοφυλοφιλία καθαυτή, τρόπον τινά, δηλαδή το πώς παράγεται, εξελίσσεται και εκφαίνεται από τη σκοπιά της συγκρότησης του υποκειμένου είναι πολύ λιγότερες. Η ταινία του Άντριου Χέηγκ Άγνωστοι μεταξύ μας οφείλει την πρωτοτυπία της σε αυτό: ανιχνεύει γενετικά, ψυχαναλυτικά θα έλεγαν κάποιοι, την εξέλιξη του φαινομένου· κι εδώ, βέβαια, ο κοινωνικός περίγυρος παίζει, ή έχει παίξει, τον αρνητικό του ρόλο, όμως από ένα σημείο και μετά, αφότου ο κεντρικός ήρωας Άνταμ (Άντριου Σκοτ) ανοιχτεί στον σύντροφό του (Πωλ Μεσκάλ), οι αντικειμενικοί κατασταλτικοί παράγοντες φαίνεται να μην υφίστανται. Ο Άνταμ συναντά τον Χάρρυ σε μιαν ακατοίκητη ακόμη πολυώροφη πολυκατοικία σε ένα μοδάτο λονδρέζικο προάστιο. Φαινομενικά, από εκεί και πέρα το μέλλον τούς ανήκει, αν εξαιρέσουμε όμως το οικογενειακό παρελθόν του Άνταμ: τις σχέσεις του με τους γονείς του όσον αφορά στη σεξουαλικότητά του, γονείς που έχασε αναπάντεχα στην ηλικία των δώδεκα. (περισσότερα…)

Η αχλή

*

ΤΑ ΔΥΟ ΣΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ

Το αγαπημένο πρόσωπό του εγώ
καθώς ξοδεύομαι με λύπη περισσή
εδώ, θυμάμαι –και ταράσσομαι–
τα δύο σώματα του βασιλιά.

Στην απαλή του κλίνη, στα κυνήγια
και στης ρητορικής τους άξιους αγώνες
σαν φτερωτός θεός ανακαλώ
πώς σούφρωνε, πώς κούναγε τα δυο του χείλη
προστάζοντας και τέρποντας τον ποθητό λαό.

Κι όταν οι βάρβαροι μας έκρυψαν τον ήλιο
όλοι βρεθήκαμε σφιχτοδεμένοι στον ναό
κι ήταν η σάρκα του νοητή κι ήταν τα χείλη του…

Ή μήπως τα γυρίζω μες στης μνήμης τον τροχό

το αγαπημένο πρόσωπό του εγώ;
Εύθραυστα κόκαλα και τα αίματα
που αδίστακτα ποτίσατε τη γη
μιλήστε, σας εκλιπαρώ· τι απέγιναν
τα δύο σώματα του βασιλιά; (περισσότερα…)

Το Σύνδρομο του Καλιγούλα και τα όρια της εξουσίας

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

«Αφού γεννήθηκες θνητός, άνθρωπε, μην έχεις μεγάλη ιδέα για τον εαυτό σου».
ΜΕΝΑΝΔΡΟΣ
«Ο θάνατος – ως σκέψη, φόβος, όριο του μέλλοντος, σαρδόνιος γέλως – αναστατώνει τη ζωή γιατί γελοιοποιεί τα ερείσματά της… είναι το ισχυρότερο αντίδοτο της έπαρσης».
ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ

Γνωστός με το προσωνύμιο Καλιγούλας, ο Γάιος Ιούλιος Καίσαρας Γερμανικός (12 μ.Χ. – 41 μ.Χ.) ήταν Ρωμαίος αυτοκράτορας από το 37 μ.Χ. έως το 41 μ.Χ. Η ταραχώδης ζωή του και η διαταραγμένη προσωπικότητά του μελετήθηκαν από ιστορικούς της εποχής και έγιναν αντικείμενο λογοτεχνικής, θεατρικής και κινηματογραφικής δημιουργίας στην διάρκεια του εικοστού αιώνα.

Ιδιαίτερη θέση ανάμεσα σε αυτές τις δημιουργίες κατέχει το θεατρικό έργο Καλιγούλας του Αλμπέρ Καμύ στο οποίο ο Αλγερινογάλλος νομπελίστας συγγραφέας δίνει τη δική του ερμηνεία για την παθολογία της εξουσίας και την σχέση της με τα άλυτα υπαρξιακά ζητήματα του ανθρώπου: το παράλογο της ανθρώπινης ύπαρξης, την απουσία νοήματος, το αγωνιώδες αίνιγμα του θανάτου.

Χτυπημένος από το θάνατο της αδελφής του ο Καλιγούλας συνειδητοποιεί τα όρια της εξουσίας του και τον παραλογισμό της ανθρώπινης ζωής που χωρίς εξήγηση κατατείνει αβοήθητη προς τον θάνατο. Πανίσχυρος στη ζωή, ξαφνικά νοιώθει τελείως ανίσχυρος ενώπιον του θανάτου. Όλα όσα ακολουθούν είναι συμπτώματα ενός ανθρώπου της εξουσίας που αδυνατεί να δεχτεί τα θανάσιμα δεδομένα της ύπαρξης. Μοιραία καταλήγει στην τρέλα, την αυτοδιάλυση, την καταστροφή των άλλων. Άνθρωπος που αδυνατεί να γίνει Θεός, ενσάρκωση μιας ακραίας μεγαλομανίας, καταστρέφει και αυτοκαταστρέφεται. (περισσότερα…)

Γεωγραφικὰ τοῦ ρωμαντισμοῦ

*

τοῦ ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ

Ἐπιλογὴ καὶ ἐπιμέλεια Ἀγγελικὴ Καραθανάση

Ἔγραφα τὴν περασμένη Κυριακὴ[1] πὼς ὁ ρωμαντισμὸς ἦταν ἠ ἀντίδραση τῆς ζωντανῆς καὶ συναισθηματικῆς νιότης τῆς Εὐρώπης. Ἀντίδραση ἐνάντια στὸν κλασικισμό, πού ’χει ἀπὸ καιρὸ ἀκινητήσει τὴν τέχνη μὲ τὴν ἀδιάκοπη προσπάθεια τῆς μίμησης ἑλληνιστικῶν καὶ ρωμαϊκῶν προτύπων καὶ ἐνάντια στὸν ὀρθολογισμό, ποὺ ὄχι μόνο εἶχε κυριαρχήσει στὴ φιλοσοφία μὲ τοὺς ἐγκυκλοπαιδιστὲς καὶ τοὺς διαφωτιστές, μὰ ἀπειλοῦσε νὰ γίνει κι ὁ ρυθμιστὴς τὴς πολιτκῆς καὶ κοινωνικῆς ζωῆς.

Μὲ τὸ ρωμαντισμὸ ἡ Τέχνη τῆς Εὐρώπης ‒τῆς Εὐρώπης ποὺ βρίσκεται μακριὰ ἀπὸ τὴ Μεσόγειο‒ ξαναβρίσκει τὸ δρόμο της ἀπ’ ὅπου τὴν εἶχε ξεστρατίσει ὁ θαυμασμὸς πρὸς τὸν ἑλληνικὸ καὶ ἑλληνορωμαϊκὸ πολιτισμὸ κι ἀρχίζει νὰ ἐκφράζει τὸν ἀληθινὸ χαρακτήρα τοῦ εὐρωπαϊκοῦ ἀνθρώπου. Γιατὶ ὁ Ἄγγλος, ὁ Γερμανὸς ἢ ὁ Ρῶσος ἤτανε καὶ εἶναι στὸ βάθος τῆς ψυχῆς τους ρωμαντικοί.  Φταίει ἴσως τὸ φυσικὸ περιβάλλον. Οἱ μελαγχολικοὶ βάλτοι τῆς Ἀγγλίας κι ὁ ἀνήσυχος ὠκεανὸς ποὺ πελεκᾶ τοὺς βράχους τῶν ἀχτῶν της. Τὰ σκοτεινὰ δάση τῆς Γερμανίας. Ἡ ἀπέραντη ρωσικὴ πεδιάδα, πότε κάτασπρη, πότε μὲ τὸ χρῶμα τοῦ ξεροῦ χόρτου. Καὶ προπάντων ἐκεῖνος ὁ βαρὺς σταχτὴς οὐρανός, κοινὸς σ’ ὅλες τὶς βορεινὲς χῶρες, ποὺ κρύβει τὸν ἥλιο καὶ τυλίγει τὰ πάντα σ’ ἕνα θαμπὸ κι ἀμφίβολο φῶς καὶ σὲ κάνει ν’ ἀναρωτιέσαι ἂν ὅ,τι βλέπεις ὑπάρχει πραγματικὰ ἢ μήπως τό ’στησε μπρός σου ἡ φαντασία σου. Κάτω ἀπὸ ἕνα τέτοιον οὐρανὸ τριγυρισμένος ἀπὸ μιὰ τέτοια ἀτμόσφαιρα ὁ ἄνθρωπος τῆς βόρειας, τῆς κεντρικῆς ἢ τῆς ἀνατολικῆς Εὐρώπης κλείνεται στὸν ἑαυτό του, γίνεται μυστικιστὴς κι ὀνειροπόλος, μοναχικὸς καὶ στοχαστικός.[2]

Τὴν τελειότερη ἔκφραση τῆς ψυχῆς τοῦ βορεινοῦ Εὐρωπαίου ἀποτελοῦν οἱ μεσαιωνικὲς μητροπόλεις, τὰ θαυμαστὰ μνημεῖα μιᾶς Τέχνης, ποὺ ὁ μεσογειακὸς Ραφαὴλ τὴν ὀνόμασε μερικοὺς αἰῶνες ἀργότερα, περιφρονητικὰ «Γοτθική», γιατὶ δὲν τοῦ ἤτανε δυνατὸ νὰ τὴ νιώσει. Γενικὰ ἡ Μεσαιωνικὴ Τέχνη, μιὰ τέχνη μὲ πολλὰ στοιχεῖα ποὺ θὰ μπορούσαμε νὰ τὰ ποῦμε ρωμαντικά, εἶναι γέννημα τῆς Εὐρώπης τοῦ τεφροῦ οὐρανοῦ. Ἐνῶ ἡ Τέχνη τῆς Ἀναγέννησης εἶναι ἡ ἐπιστροφὴ τοῦ νότιου Εὐρωπαίου, κυριώτερα τοῦ Ἰταλοῦ,  στὸ γνώριμό του ἀπὸ τὴν ἀρχαία Τέχνη «θεοποιημένο κόσμο τῶν σωμάτων». Ὅταν ἡ Ἀναγέννηση προχώρησε ὣς τὶς χῶρες ποὺ δὲν ἔχουνε γνωρίσει τὸ χάδι τῆς Μεσογείου, ἄλλαξε χαραχτήρα. Ἔπαψε νὰ παίζει μὲ τὸ φῶς, τὸ γυμνό, τὴ δροσερὴ φύση, ἔπαψε νὰ ἐκφράζει τὴ χαρὰ τῆς γήινης ζωῆς. (περισσότερα…)

Η μαφία του γουοκισμού

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

Είναι καιρός τώρα που η δημοκρατία, η οικουμενικότητα, ο Λόγος, η ελευθερία της έκφρασης, όλες οι αξίες του ευρωπαϊκού πολιτισμού, ποδοπατούνται από μια κίνηση που ξεκίνησε στις Ηνωμένες Πολιτείες και απλώνεται σαν επιδημία σε όλο τον πλανήτη εξυπηρετώντας συγκεκριμένα συμφέροντα. Είναι ο λεγόμενος γουοκισμός. Οι οπαδοί και οι απλοί συμπαθούντες του ισχυρίζονται είτε ότι πρόκειται απλώς για μορφή αντιρατσισμού ή ότι η λέξη επινοήθηκε από τους αντιπάλους τους για να τους δυσφημήσουν. Κάθε λόμπι, με κορυφαίο το πλέον διαβόητο, τη μαφία, υποστηρίζει ακριβώς αυτό, ότι… δεν υπάρχει. Ο γουοκισμός μπορεί να μην έχει την κάθετη δομή της μαφίας και να μη σκοτώνει παρά μόνο υπολήψεις (προς το παρόν), έχει ωστόσο πολλά κοινά σημεία με τις μαφίες: εγκαθιδρύει την εξουσία του μέσω δικτύων συνεννόησης, εκφοβισμού και διείσδυσης σε θεσμούς. Λειτουργεί μέσω του σημασιολογικού εισοδισμού, διά του οποίου λέξεις με μια κατεξοχήν προοδευτική χροιά διαστρέφονται για να κερδίσουν έδαφος σε απολιτικές μάχες σε όλο τον κόσμο, χάρη στην καλοπροαίρετη διάθεση χρήσιμων ηλίθιων.

Σε ένα πρόσφατο άρθρο (με τίτλο “L’ entrisme sémantique du wokisme”) η σπουδαία κοινωνιολόγος, Nathalie Heinich, διευθύντρια ερευνών στο CNRS, συγγραφέας του βιβλίου Γουοκισμός: Ο νέος ολοκληρωτισμός; (κυκλοφόρησε πριν λίγες εβδομάδες και στην Ελλάδα, από τις Εναλλακτικές Εκδόσεις, σε μετάφραση της Χριστίνας Σταματοπούλου), κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, επισημαίνοντας πως πρέπει πλέον να είμαστε επιφυλακτικοί για μια σειρά λέξεων. Αντιγράφω:

Να είμαστε επιφυλακτικοί με τη λέξη «διαφορετικότητα», γιατί πέρα ​​από τη φιλική, ανοιχτή, χροιά της, ωθεί στην πραγματικότητα την επιβολή ενός ψευδοκοινοτιστικού ιδεολογήματος, όπου τα άτομα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως μέλη μιας «κοινότητας» και όχι ως μέλη μιας τάξης, ενός έθνους ή της ενιαίας ανθρωπότητας, ούτε σύμφωνα με την ατομική τους αξία, αλλά ως φορείς ορισμένης ιδιότητας.

Να είμαστε επιφυλακτικοί με τις λέξεις «περιεκτικός» ή «συμπεριληπτικός»: δεν έχουν τον ανθρωπιστικό στόχο να ενσωματωθούν όλοι στην κοινωνία, αλλά να επιβληθούν αναξιοκρατικά κάποιοι μέσω της αλληλεγγύης της «κοινότητάς» τους. (περισσότερα…)

Γιώργου Μπλάνα, τροπαιοφόρου

*

«Πηγαίνετε, κι ονειρευτείτε ότι είστε μάγοι»
μας ξεπροβόδισες, φυσώντας τον καπνό
απ’ το τσιγάρο σου. Ένα σιρίτι μαύρο
κηλίδωνε τον δείκτη – καπνιστή σημάδι,
ή του σαλού του Θεού ποινή σάρκα καμένη,
δροσιάς κουφάρι, των θαυμάτων του πνοή.

Τώρα που είσαι ένα με την κοσμική πνοή
εκείνο το «κι ονειρευτείτε ότι είστε μάγοι»
πώς ξεκλειδώνεται; Υπόθεση καμένη
από χέρι. Ποιος να διαβάσει τον καπνό
απ’ τα δαφνόφυλλα, ν’ αδράξει ένα σημάδι
απ’ τις τεφρές ακτές; Όλα δύουν στο μαύρο,

κάθε γραμμή, ματιού λαβή. Ναι, το ίδιο μαύρο
με τη φωνή σου που ως την ύστατη πνοή
πάλεψες μάταια να ξηλώσεις, σα σημάδι
κρυμμένο, ριζικό με χάχανα που οι μάγοι
στα σπλάχνα φύτεψαν του κόσμου, όλο καπνό
να μην αλυσοδένεται. Σε γη καμένη

βαδίζει ο άνθρωπος – ναι, ολότελα καμένη –
κι ο ποετάστρος ένα ψωραλέο μαύρο
σκυλί που ψάχνει μες στην τέφρα, στον καπνό
σκαλίζοντας, μυρίζοντας για μια πνοή
ζωής, ένα άνθος – άστρο που ατενίσαν μάγοι
διαθήκη απαντοχής, αλάθητο σημάδι.

Μα, αλίμονο, της προκοπής τι σόι σημάδι
κανείς ν’ αντλήσει από μήτρα χαροκαμένη,
από έναν κόσμο κίβδηλο; Ποιοι πόθοι μάγοι,
χίμαιρες, άτες ποιες αινίττονται στο μαύρο
μια ανάπαυλα, σε μέλλον νήνεμο πνοή,
μια βάτο άκαυστη παρ’ όλο τον καπνό;

Κι όμως, μες σ’ όλη τη σβουνιά και τον καπνό,
εσύ ανοξείδωτος, κι ας σ’ έβαλαν σημάδι,
υψώθηκες στερνή φορά, την πικρή πνοή
του κόσμου βδέλλα να ρουφήξεις, Νέα Καμένη
για ν’ ανατείλει ωραιωμένος απ’ τον μαύρο
κρατήρα του κορμιού σου. Τώρα ξέρω, οι μάγοι

από το τίποτα – καπνό κι ύλη καμένη –
σημάδι αφήνουν ανεπούλωτο στο μαύρο
πνοή να μπάζει, ανέλεο φως: Τέτοιοι οι μάγοι!

ΝΙΚΟΣ ΚΩΣΤΑΓΙΟΛΑΣ

*

*

*

*

«Ελεύθερ@ Πολιορκημέν@»: Ο Σολωμός ως εισηγητής της ελληνικής queer ποίησης

*

της ΣΑΡΑΣ-ΖΕΪΝΕΠ ΣΟΛΗ

Εισαγωγή

H εθνικιστική, πατριαρχική βάση στην οποία στηρίζεται ολόκληρος ο κανόνας της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας έχει αποκλείσει εκ προοιμίου κάθε συγγραφική φωνή που ευαγγελίζεται έναν αντιπατριαρχικό, alternative, queer κόσμο από τις τάξεις και τους κόλπους της, ευνοώντας αντ’ αυτών λευκούς cis άντρες κι εθνικιστές συγγραφείς που αναπαράγουν παραπλήσιες υπερπατριωτικές κορώνες και συντείνουν στα προτάγματα της προκατάληψης βάσει κατασκευασμένου φύλου. Το σύστημα διδασκαλίας, ως διδασκαλία του συστήματος, από μικρή ηλικία διδάσκει στα παιδιά πως υπάρχουν μόνο δύο βιολογικά φύλα, μαθαίνοντάς τα να μισούν όποι@ διαφέρει από τη νόρμα, προπαγανδίζοντας το στείρο εθνικισμό και τη cis-male κυριαρχική αντίληψη υποταγής στην πατριαρχία, με την παραπάνω νοοτροπία να αντανακλάται στις λογοτεχνικές επιλογές διδασκαλίας και «χρηστής» εθνικά συμμόρφωσης.

Κυρίαρχο ρόλο σ’ αυτό το συνειδητά κατασκευασμένο και κοινωνικά οριζόμενο δια μέσω μονάχα των εξατομικευμένων προσώπων σχήμα διαδραματίζει εδώ και δύο αιώνες η μορφή του –άνωθεν οριζόμενου ως– «εθνικού» ποιητή, Διονύσιου Σολωμού, ως δήθεν γενάρχη του «υγιούς» κεφαλαιοκρατικά, και «ορθού» αστικά και εθνικο-πολιτισμικά υποδείγματος. Ωστόσο, η στείρα εθνικιστική ανάγνωση του έργου του Σολωμού έχει από καιρό δείξει τόσο τα όριά της όσο και τη νομοτέλεια της -προερχόμενης από την τοξική αρρενωπότητα- βίας που γεννά και αναπαράγει ενάντια στις θηλυκότητες στο διηνεκές. Στο συγκεκριμένο σύντομο άρθρο, θα προσπαθήσουμε να αποδείξουμε πως δεν υπάρχει ποιητ@ που κακοποιήθηκε περισσότερο από το Σολωμό μέσω των παρελκυστικών αναγνωστικών πρακτικών και της τοξικότητας που επενδύθηκε στο λόγο του, τη στιγμή, μάλιστα, που, όπως θα τολμήσουμε –συνειδητά προκλητικά– να υποστηρίξουμε, το έργο του συνιστά την πρώτη ανοιχτά και καταστατικά queer νεοελληνική ποιητική καταγραφή. (περισσότερα…)