Month: Φεβρουαρίου 2024

Γιώργος Μπλάνας, Μονόλογοι αττικών τραγωδιών

*

Τη μικρή αυτή ανθολογία από τις μεταφράσεις του αρχαίων τραγωδιών, ο Γιώργος Μπλάνας την ετοίμασε το καλοκαίρι του 2021 για λογαριασμό του Θεάτρου Κυδωνία και του Νέου Πλανόδιου, με την ευκαιρία της συμμετοχής του στις Νύχτες του Ιουλίου εκείνης της χρονιάς. Την αναδημοσιεύουμε εδώ στη μνήμη του μαζί με λίγα λόγια του Μιχάλη Βιρβιδάκη, γραμμένα την επομένη της εκδήλωσης, που περιγράφουν με τρόπο ανάγλυφο και συγκινητικό όχι μόνο εκείνη την ωραία βραδιά της 11ης Ιουλίου, αλλά κάτι πολύ τιμιότερο – τον ίδιο τον άνθρωπο:

Ο Γιώργος Μπλάνας στη δεύτερη εκδήλωση του αφιερώματός μας στους κλασσικούς του ευρωπαϊκού θεάτρου κέρδισε τις εντυπώσεις. Άνθρωπος ζεστός, ταπεινός, ειλικρινής, δημοκρατικός στο έπακρο δεν επιβάλλει τις ιδέες του ως θέσφατα, δεν κομπάζει για τις επιτυχίες του στο θέατρο, δεν καυχάται για τη μεταφραστική του μέθοδο, την παρουσιάζει με έναν αργό, ασθμαίνοντα, κάποιες στιγμές, ρυθμό, που σου δίνει να καταλάβεις πως ψάχνει μέσα του τις λέξεις που θα δώσουν στο ακροατήριό του να καταλάβει τη μάχη που δίνει μέσα του για την απόδοση των αρχαιοελληνικών κειμένων σε σημερινά ελληνικά. Δεν έχει ταμπού ούτε έτοιμες λύσεις, δεν προσπαθεί να κρύψει τίποτα, υπερασπίζεται τη σημασιολογική μεταφορά ως μέθοδο απόδοσης του νοήματος ακόμα και με άλλες λέξεις ή φράσεις πολύ πέραν του πρωτοτύπου, προκειμένου να καταστήσει το υπό μετάφραση έργο ισοδύναμο σε ένταση, ρυθμό και μέλος με το πρωτότυπο. Προκειμένου να παραδώσει στον σκηνοθέτη και τον ηθοποιό ένα κείμενο που να μιλιέται πάνω στη σκηνή. «Δεν ξέρω αν έχω δίκιο στις επιλογές μου», λέει και μας κοιτάζει με αφοπλιστική ειλικρίνεια, «ο χρόνος θα μας κρίνει όλους». Η θεατρολόγος Ιωάννα Ρεμεδιάκη που συμμετείχε στη συζήτηση έθεσε ίσως με τον καλύτερο τρόπο το ζήτημα : «δεν συζητάμε με τους μεταφραστές για να τους κρίνουμε, συζητάμε για να κατανοήσουμε την μέθοδό τους». Κι αν έτσι έχουν τα πράγματα, ο Γιώργος Μπλάνας, χθες βράδυ, με θάρρος μαχητή και οίστρο ποιητή, ξεδίπλωσε με παρρησία τις σκέψεις του για τα μεταφραστικά προβλήματα του αρχαίου δράματος, καθιστώντας ανάγλυφη την περίπτωσή του και κράτησε ζωηρό το ενδιαφέρον μας πολύ πέραν του προβλεπόμενου χρόνου της εκδήλωσης. Και ασφαλώς τον ευχαριστούμε για τις συγκινητικές στιγμές που μας πρόσφερε.

~.~

ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ ΦΙΛΟΚΤΗΤΗΣ

Χέρια μου, χέρια στερημένα τη συντρόφισσα χορδή·
χέρια ριγμένα στα δεσμά των χεριών του.
Άρρωστο μυαλό, σκλάβα ψυχή, πως τρύπωσες ξανά
στη ζωή μου και μ’ άρπαξες κρυμμένος
πίσω απ’ αυτό το άγνωστο παιδί,
που δε σου αξίζει και μου αξίζει.
Μα τι μπορούσε να γνωρίζει άλλο απ’ τις διαταγές σου;
Κοίτα, πονάει για όσα με πόνεσε και πόνεσα.
Δεν το ήθελε, δεν ήταν κακός από τη φύση του,
κι όμως το μοχθηρό σκοτάδι της ψυχής σου
τον έκανε τεχνίτη στην απάτη.
Τώρα, κάθαρμα, με δένεις και ζητάς να με τραβήξεις
απ’ την ακτή, που μ’ έριξες έρημο, άστεγο, κουφάρι ζωντανό.
Ανάθεμά σε! Να ψοφήσεις σαν σκυλί!
Πόσες φορές σε καταράστηκα,
αλλ’ οι θεοί δε θέλουν να γελάσω
τον όλεθρό σου. Εσύ ζεις και βασιλεύεις
κι εγώ κουτσαίνω, ο δύστυχος, τις συμφορές μου,
για να γελάς και να γελούν τ’ αφεντικά σου,
οι περιβόητοι στρατηγοί Ατρείδες.
Και να σκεφτείς πως σ’ έζεψαν
με ψέματα κι εκβιασμούς
στην εκστρατεία τους, ενώ εγώ, ο αφελής,
έτρεξα πρόθυμα, με εφτά καράβια,
για να με εξευτελίσετε σ’ αυτή την ερημιά
και να ρίχνετε ο ένας στον άλλον την ευθύνη.
Τι με τραβάτε τώρα; Πού με πάτε; Γιατί;
Δεν είμαι πια ένα τίποτα; Δεν πέθανα από καιρό;
Πώς δεν κουτσαίνω πια, πως δε βρωμάω, αθεόφοβε;
Πώς θα μπορέσετε να κάνετε θυσίες και σπονδές,
αν με πάρετε μαζί σας; Γι’ αυτό δε με παράτησες εδώ;
Που να ψοφήσετε σαν τα σκυλιά, φονιάδες μου,
αν οι θεοί αποδίδουν δικαιοσύνη.
Και να είστε σίγουροι, αποδίδουν.
Θα μπαίνατε ποτέ στον κόπο να φτάσετε ως εδώ,
για χάρη ενός απόκληρου, αν κάτι θεϊκό
δεν σάς ενοχοποιούσε;
Α, πατρίδα και θεοί που βλέπετε τα πάντα,
τσακίστε τους· σήμερα, αύριο, κάποτε,
όμως τσακίστε τους, αν με λυπάστε.
Τέτοια ζωή που καταρρέω, θα χαιρόμουν
το θάνατό τους σαν να έγινα καλά. (περισσότερα…)

Γιώργος Μπλάνας (1959-2024)

*

Τελευταία φορά βρεθήκαμε λίγο πριν τα Χριστούγεννα στου Οικονόμου, στα Πετράλωνα, όχι μακριά από το σπίτι του. Ήταν χαρούμενος, οι τελευταίες ιατρικές εξετάσεις ήταν καλές, η περιπέτεια της υγείας του φαινόταν να τελειώνει αίσια. Αμἐσως μετά τις γιορτές, όπως είχαμε συμφωνήσει, μου έστειλε και αναρτήσαμε στο Νέο Πλανόδιον τη «Δολώνεια», το Κ της Ιλιάδας, κομμάτι μιας μεταφραστικής δουλειάς που τον απασχολούσε δεκαετίες. Οι δικοί του δολεροί θεοί όμως δεν τον είχαν ξεχάσει.

Στις 27.1. μπήκε το τελευταίο του κείμενο, «Δεν απειλώ – ονειρεύομαι», ίσως το τελευταίο που πρόλαβε να δει δημοσιευμένο. Κρατώ από εκεί δυο-τρεις φράσεις του, γιατί τον φανερώνουν ολόκληρο:

«Δίχως πάθη δεν γίνεται ποίηση. Κάθε άνθρωπος που φλέγεται από πάθος, θέλει να το μοιραστεί με τους άλλους. Η ποίηση, η πολιτική και ο έρωτας μοιράζονται την ανεξέλεγκτη οργή απέναντι στη ματαίωση.»

Ύστερα, το νέο πλήγμα, οι επιπλοκές, η είσοδος στην εντατική, η πολυήμερη πάλη, και χθες βράδυ, το μαντάτο του τέλους.

Σε μια εποχή που η ποίηση σαλιαρίζει αφειδώς παντού την «ευαισθησία» της, ο Γιώργος Μπλάνας ήταν ο ποιητής της ρώμης. Μας μίλησε ιδιοφυώς για το διαρκές σφαγείο της ιστορίας, τραγούδησε τρυφερά το καθημαγμένο ανθρώπινο σώμα, πλανήθηκε στην αχανή ενδοχώρα των μύθων. Με ό,τι καταπιάστηκε, όπου κι αν στράφηκε, η φωνή του ακουγόταν πάντα δυνατή και ασυμβίβαστη. Έφυγε νωρίς, πρόλαβε όμως να μνημειώσει στους στίχους του το ιάνειο πρόσωπο του κόσμου – την παραζάλη του και την πικρή ομορφιά του.

KK

*

*

*

Οι αετοί

 *

της ΑΝΤΩΝΙΑΣ ΓΟΥΝΑΡΟΠΟΥΛΟΥ

Διήγημα εμπνευσμένο από αληθινό περιστατικό που περιγράφει ο Πάτρικ Λη Φέρμορ στο βιβλίο του Ρούμελη (1966).

~.~

Ο Όλεγκ είχε έρθει απ’ την Αγγλία με ένα σακίδιο στον ώμο κι ένα σημειωματάριο στην εσωτερική τσέπη του σακακιού, έτοιμος ανά πάσα στιγμή να σκιτσάρει βλαστούς, φύλλα και άνθη πολύτιμων και σπάνιων φυτών. Βότανα της Πίνδου που γιάτρευαν τον πόνο του δέρματος και της καρδιάς, τη βάσανο της τρέλας και της θλίψης. Τώρα στεκόταν στην αρχή του στενού μονοπατιού, που πήγαινε σύρριζα στο φαράγγι, και κοιτούσε τον γαλανό ουρανό μπροστά του. Το αγόρι ήταν ο μόνος άνθρωπος στον οικισμό που είχε δεχτεί να τον συνοδεύσει ως το επόμενο χωριό, λίγο από περιέργεια για τον ξένο «βοτανολόγο» και πολύ για τη γενναία αμοιβή που είχε προσφέρει ο Όλεγκ.

«Έλα, μίστερ, έλα, έλα» είπε το αγόρι και κίνησε μπροστά.

Ο Όλεγκ, ευχαριστημένος, ακολούθησε. Δεν είχε μαζί του όπλο, όμως μια καραμπίνα κρεμόταν από τον ώμο του αγοριού, που με το δεξί του χέρι κράταγε την κάννη να μην το χτυπά στα πόδια καθώς περπατούσε. Δεν ήταν απίθανο να συναντούσαν στον δρόμο τους αρκούδα ή λύκο.

Πήγαιναν έτσι, αμίλητοι, για κάμποση ώρα, όταν ο Όλεγκ, κοιτώντας για πολλοστή φορά προς τον Βοϊδομάτη στα βάθη του φαραγγιού, διέκρινε έναν βλαστό να υψώνεται καμιά δεκαριά μέτρα κάτω απ’ το μονοπάτι, ανοίγοντας προς το μέρος του μια μικρή συστάδα από μωβ οδοντωτά άνθη. Στάθηκε. Ήταν βέβαιος πως επρόκειτο για τον δίανθο, τον dianthus cruentus, κι αυτά τα άνθη έπρεπε οπωσδήποτε να φτάσουν ως την πλούσια συλλογή του πίσω στην Αγγλία.

«Στάσου!» φώναξε, και το αγόρι στάθηκε. Έκανε μεταβολή και πλησίασε τον Άγγλο.

«Κοίτα, λουκ!» είπε ο Όλεγκ κι έδειξε το λουλούδι. «Βλέπεις; Εκεί; Αυτό πολύ γκουντ φλάουερ. Το θέλω!»

Το αγόρι τον κοίταζε σαν να αντίκριζε τρελό. Έσκυψε και έψαξε τριγύρω απ’ το γαρυφαλλάκι, μήπως αυτό που ’χε τραβήξει την προσοχή του ξένου ήταν κάτι άλλο. Όχι, μονάχα το μωβ γαρύφαλλο φύτρωνε εκεί, μέσα σ’ έναν μεγάλο αγκαθωτό θάμνο˙ μετά, από κάτω, ο γκρεμός. (περισσότερα…)

Ὀξύ

*

ΟΞΥ

Στήν Τζακάρτα
ἀνάμεσα στούς ἐμπόρους
λουλουδιῶν καί ἀναψυκτικῶν,
εἶδα ἕνα παιδί
μ’ ἕνα φρικιαστικό στόμα,
νά ζητιανεύει,
καί κατάλαβα πώς ἡ πληγή εἶχε προκληθεῖ
γιά νά παραμείνει μ’ ἕναν τρόπο ζωντανό.
Αὐτό πού τοῦ ἔδωσα
δέν θά μποροῦσε οὔτε σκύλο νά κρατήσει ζωντανό.
Αὐτό πού μοῦ ἔδωσε
ἀπό τό μαῦρο νόμισμα
τοῦ ἱδρωμένου του προσώπου
ἦταν μιά πανούργα ματιά.
Τήν κουβαλάω
σάν σταγόνα ἀπό ὀξύ
γιά νά θυμᾶμαι πῶς,
μιά στά τόσα,
μπορεῖς νά συρθεῖς ἔξω ἀπό τή δική σου ζωή
καί νά γίνεις κάποιος ἄλλος –
ἐκπυρσοκρότηση
ἐκείνου τοῦ συρμάτινου πλέγματος
πού ἀποκαλοῦμε φαντασία.
Ὑποθέτω δέν θά τό ξαναδῶ ποτέ.
Ἀλλά τί θά γίνει μ’ αὐτό τό ράκος,
τούτη τή σκιά
ἀποριγμένη σάν σῶμα ἀγοριοῦ
στούς τοίχους
τοῦ νοῦ μου, αἱμορραγώντας
τήν πικρόχολη γεύση του –
ὕβρη καί ὀργή,
τούς μεγάλους ὑποκινητές;

ΜΑΙΡΗ ΟΛΙΒΕΡ

New and Selected Poems, Vol. 1, Beacon Press, 1992

~.~

Μετάφραση-Επιμέλεια Στήλης
ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

~.~

*

*

*

Entre nous

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

Ο Αλεξάντερ Πέυν φαίνεται ότι έχει καταληφθεί από τον τρόμο μήπως ξεστρατίσει από τη χολλυγουντιανή πεπατημένη. Μετά την αρνητική υποδοχή της ταινίας του Μικρόκοσμος, σε τούτη την ταινία, στα Παιδιά του χειμώνα, όπως την έχουν βαφτίσει οι διανομείς, κάνει τα πάντα για να ποντάρει στο αισθητήριο του μέσου, και βάλε προς τα κάτω, αμερικανού θεατή, ώστε η ταινία του να μη χάσει τον εμπορικό της στόχο, να μην κινδυνεύσει να βγει εκτός mainstream παιδιάς.

Και τι καλύτερος τρόπος από το να τοποθετήσει την υπόθεση της ταινίας του στην περίοδο των Χριστουγέννων. Αυτή η γιορτή, ως γνωστόν, είναι για τους Αμερικανούς, κυρίως τους WASP, κάτι παραπάνω από μια θρησκευτική γιορτή ή μια κοινωνική εκδήλωση. Ή μάλλον ο θρησκευτικός της χαρακτήρας έχει συρρικνωθεί σε ένα μακρόθεν ορατό πρόσχημα, συγκεχυμένα κατανοητό, ενώ η παραμυθένια αχλύς μιας οικογενειακής θαλπωρής είναι το περιτύλιγμα των εκθαμβωτικών συμβόλων που πακετάρει τη χριστουγεννιάτικη ιδεολογία: Santa Claus, τάρανδοι, έλκηθρα, jingle bells, άφθονο χιόνι, ανέξοδη αγάπη για όλους εμφυσούν μιαν ατμόσφαιρα ανάτασης, συμφιλίωσης, οικογενειακής σύσφιξης σε μια κοινωνία που η συνοχή της στηρίζεται κυρίως στην υλική ευημερία και κατά τον υπόλοιπο χρόνο στενάζει κάτω από το άγχος μιας άγριας ατομιστικής δράσης που αποσκοπεί στο ίδιον κέρδος και στην προσωπική υπερίσχυση. Όλοι γιορτάζουν, ή επιβάλλεται ψυχαναγκαστικά να γιορτάσουν, κάτι ασαφές, κάτι που η παράδοση τους επιβάλλει ως μια υπέρτατη κοινώς υπονοούμενη ευφροσύνη, απολαμβάνοντας τα χριστουγεννιάτικα cookies, μεθώντας από τη μυρωδιά του ψητού μήλου, της κανέλας και του κάστανου.

Όλα αυτά είναι γνωστά και ο Eλληνοαμερικανός σκηνοθέτης τα αξιοποιεί υπερβολικά με κίνδυνο να περιπέσει σε μιαν ανώδυνη και προβλέψιμη, αν όχι κακόγουστη, κοινοτοπία. Ο απόηχος των πιο γνωστών χριστουγεννιάτικων τραγουδιών, η «Άγια νύχτα», ο «Μικρός τυμπανιστής», το «Είναι η πιο θαυμάσια μέρα της χρονιάς», βουίζουν επίμονα στα αυτιά μας. Ευτυχώς όμως αυτά τα ανυπόφορα ιντερμέδια ψυχαναγκαστικής χαράς συνδέουν μια υπόθεση με στέρεα δραματουργία και χαρακτήρες. (περισσότερα…)

Παγκόσμια Ημέρα της Ελληνικής Αγλωσσίας

*

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

*

Παγκόσμια Ημέρα της Ελληνικής Αγλωσσίας

Μια άγνωστη, μ’ αρχοντικό παράστημα κυρία, που εμφανίζεται απρόοπτα κι αποχωρεί πριν λήξει η τελετή, πάντοτε προξενεί μια αναστάτωση στους τεθλιμμένους συγγενείς. Ποιά είν’ η ξένη, τι γυρεύει στην κηδεία; ρωτάνε οι νεότεροι με διόλου αθώα απορία. Μα οι παλιότεροι εκεί, φίλοι στενοί του μακαρίτη, ξέρουν πολλά για τον δεσμό με την κυρία — μια σχέση αποκηρυγμένη προ πολλού — και δεν μιλούν να μη ταράξουν την ησυχία του νεκρού. Θυμούνται όμως την εξαίσια καλλονή που τον συνόδευε στα μακρινά ταξίδια του από τη Σμύρνη και την Αλεξάνδρεια ως την Οντέσσα και την Πάφο, πριν ο καλός τους φίλος προσβληθεί απ’ τη βαριά αγγλοφρένεια που τον οδήγησε ως τον τάφο. Πίνουν σκυφτοί κονιάκ, πικρό καφέ, misunderstanding, τζάμπα εφέ, ήρθε η άμοιρη σε λάθος κηδεία, λένε στη χήρα από την Ιγγλιτέρα για ν’ αποσείσουν πάσα υποψία ετέρα.

~.~

Μανίκια!

Ο μαιτρ της υψηλής ραπτικής Κρίστομπαλ Μπαλενσιάγκα παρασύρθηκε κάποτε από μια δελεαστική προσφορά και δέχθηκε να συνθηκολογήσει με το πρετ α πορτέ σχεδιάζοντας τις στολές των αεροσυνοδών της Air France. Τα κορίτσια όμως παραπονέθηκαν γιατί τα μανίκια, ψηλά στους ώμους, ήταν στενά και δυσκολεύονταν όταν σήκωναν τα χέρια να τακτοποιήσουν τις χειραποσκευές των επιβατών και να κλείσουν τα ντουλαπάκια. Ο μαιτρ προβληματίστηκε με την αποτυχία του, ειδικά επειδή τα μανίκια ήταν ένα σημείο με το οποίο είχε μακρά εμμονή — και τότε ένας συνεργάτης του τον παρηγόρησε: Μέχρι τώρα σχεδίαζες για κυρίες που δεν σηκώνουν τα χέρια ψηλά!

Ορισμένοι απαιτητικοί συγγραφείς βρίσκονται σε παρόμοια θέση. Όσο κι αν κάνουν κάποιες ατυχείς απόπειρες να εκλαϊκεύσουν το ύφος τους, αδυνατούν να εξασφαλίσουν στο ευρύτερο κοινό άνετη πρόσβαση στα κείμενά τους. Το ύψος είναι μανίκι – κι αυτοί έχουν συνηθίσει να γράφουν για αναγνώστες που δεν σηκώνουν ψηλά τα χέρια στα δύσκολα. (περισσότερα…)

Η ατμομηχανή κουράστηκε

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

1.

Η ατμομηχανή της Ευρώπης δεν τρέχει πια. Η γερμανική οικονομία εισήλθε σε ύφεση το 2023 με πτώση 0,3% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος, επιβαρυμένη από την κρίση στον βιομηχανικό τομέα που υποφέρει από το ενεργειακό κόστος και τις εξαγωγικές δυσκολίες. Σύμφωνα με στοιχεία του στατιστικού ινστιτούτου Destatis, αυτή η αναμενόμενη μείωση του ΑΕΠ της μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρώπης, ακολουθεί μεγέθυνση 1,8% το 2022. Αν και τα στοιχεία είναι ελαφρώς καλύτερα από τις προβλέψεις της κυβέρνησης και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, που είχαν προβλέψει συρρίκνωση της μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρώπης με 0,4% και 0,5%, η Γερμανία τα πήγε πολύ χειρότερα από τον μέσο όρο των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το 2023 συνολικά, ο πληθωρισμός αυξήθηκε κατά 5,9% στη Γερμανία, μετά από 6,9% το 2022, ο υψηλότερος από την πετρελαϊκή κρίση του 1973. Η κατανάλωση των νοικοκυριών μειώθηκε κατά 0,8%. Πλήγηκε και ο μεταποιητικός κλάδος, ο οποίος αντιπροσωπεύει σχεδόν το 85% του κλάδου (πλην των κατασκευών) που κατέγραψε πτώση -0,4%.

Το 2023, η συνολική οικονομική μεγέθυνση στη Γερμανία υποχώρησε σε ένα πλαίσιο που συνεχίζει να χαρακτηρίζεται από πολλαπλές κρίσεις. Παρά την πρόσφατη πτώση, οι τιμές παρέμειναν υψηλές σε όλα τα στάδια της οικονομικής διαδικασίας και επιβράδυναν τη μεγέθυνση. Την επίδρασή τους είχαν και οι δυσμενείς συνθήκες χρηματοδότησης λόγω της αύξησης των επιτοκίων και της εξασθένησης της εγχώριας και εξωτερικής ζήτησης. Όλο και περισσότερες επιχειρήσεις χρεοκοπούν (Galeria Karstadt Kaufhof, Signa, Bree κτλ.).

Η απώλεια φθηνού φυσικού αερίου από τη Ρωσία έπαιξε σημαντικό ρόλο στις κακές οικονομικές επιδόσεις της Γερμανίας, αλλά ακόμη και οι αποφάσεις που ελήφθησαν στα χρόνια της άνθησης αμφισβητούνται τώρα. Μέχρι πρόσφατα, η Γερμανία είχε συγκεντρώσει τη μία οικονομική επιτυχία μετά την άλλη, κυριαρχώντας στις παγκόσμιες αγορές για προϊόντα υψηλής ποιότητας, όπως πολυτελή αυτοκίνητα και βιομηχανικά μηχανήματα, πουλώντας τόσα πολλά στον υπόλοιπο κόσμο που η μισή οικονομία της βασιζόταν στις εξαγωγές[1]. (περισσότερα…)

Μνήμη Ζήσιμου Λορεντζάτου (1915-2004)

*

Με χαρτιά και με μολύβια πέρασες τη ζωή σου. Κι ήσουν εσύ που είπες ότι πιο πολύ έγραφες με τη γόμα παρά με το μολύβι. Τώρα μαζεύω τούτα τα λόγια, σα να σε αντικρίζω ακόμα μία φορά σωματικά, με αυτή σου την οικία μορφή και όχι την «ετέρα» .

Έφυγες σε ώρες κρίσιμες. Την ημέρα ή μάλλον το ξημέρωμα που άφησες την τελευταία σου πνοή ολονυχτίς έβρεχε κρουνηδόν, όπως συμβαίνει συχνά στις μέρες μας, ίσως για να ξεπλύνει τους ρύπους, να μας καθαρίσει.

Έφυγες αποχωρώντας από τούτο τον κόσμο, τον ελληνικό και τον παγκόσμιο, του οποίου φανέρωσες στη διάρκεια της επίγειας μακροημέρευσής σου τα μυστικά του, ψηλάφησες τις ρωγμές του, τις ομορφιές του και τα τραύματα, φώτισες τις κρυφές και φανερές όψεις του, τονίζοντας πάντα, ωστόσο, ότι η ζωή είναι μυστήριο και καλά θα κάνουμε να μη ζητήσουμε να το καταργήσουμε.

Ο λόγος σου –γραπτός κυρίως– διασχίζει τον ελληνικό χωροχρόνο εις ώτα μή ακουόντων, λόγος που θαρρώ πρωτοφανερώθηκε το 1936 και τελευταία ακούστηκε εντελώς πρόσφατα με το «καθυστερημένο» Δοκίμιο για τον Κάλβο. Από το ’36 ως το 2004, έτος της εκδημίας σου, μετράω συμπληρωμένα 68 χρόνια: 68 ολόκληρα χρόνια διαβάζεις, γράφεις, μεταφράζεις και εκδίδεις εν μέσω μάλλον κλοιού σιωπής, που ελάχιστες φορές έσπασε για να ακουστεί ο λόγος σου, να συζητηθεί, να σχολιαστεί, μεριάζοντας την ασίγαστη φλυαρία της εποχής.

Συχνά, πολύ συχνά σε αναπολώ. Εδώ και χρόνια συναντιόμασταν αραιά, κρατούσαμε ωστόσο επαφή και ανηφόριζα που και που κατά το Κεφαλάρι. Τις περισσότερες φορές σε άφηνα να μιλάς και απολάμβανα αυτή την έξοχη στερεότητα της γλώσσας, κυριολεκτικά λέξεις-πράγματα. Μυστήριο πώς ο άνθρωπος που μιλούσε με τόσο στέρεα γλώσσα, περιφερόταν με τρομερή οικειότητα στο χώρο της ποίησης ή ερωτοτροπούσε με τη μυστική, πνευματική εμπειρία έργων και δημιουργών Ανατολής και Δύσης. Ταυτόχρονα όμως καθώς σε κοιτούσα ένιωθα πως δεν θα αργούσες να φύγεις για το μεγάλο ταξίδι και αυτό μου προξενούσε κάτι σα μετεώριση ανάκατη με βαθιά μελαγχολία. Μα ήταν και κάτι άλλο: όπως στεκόμασταν αντικριστά και παρ’ όλο που σε έβλεπα τελευταία ζαρωμένο και γερασμένο να αρθρώνεις τα λόγια σου με κόπο, έφθανε ως εμένα, σχεδόν με άγγιζε κάτι που ξεπερνούσε χώρο και χρόνο, σηκωνόταν πάνω από το γραφείο, την πολυθρόνα, τα βιβλία, υψωνόταν πάνω από την στέγη του πατρογονικού σπιτιού σου και φανέρωνε μία υπέρβαση, κάτι που αποτυπώνονταν πάνω σου ανεξάρτητα από τη σωματική σου παρουσία: ένα πλεόνασμα, μια περίσσια πνεύματος. (περισσότερα…)

Ἀλέξανδρος ἢ ὀμοφυλοφιλία

*

του ΓΙΑΝΝΗ Α. ΤΑΧΟΠΟΥΛΟΥ

Ἡ ἑλληνικὴ Ἀρχαιότητα, ὡς μιὰ ἀνεξάντλητη δεξαμενὴ ἀπὸ τόσο διαφορετικὲς ἀπόψεις, ἰδέες καὶ τρόπους ζωῆς, ἐπανέρχεται περιοδικὰ στὴ ζωὴ κάθε τόσο ποὺ κάποιος τὴν ἐπικαλεῖται γιὰ νὰ ἀποδείξει ὅτι δὲν ἐμφανίστηκε ἡ δική του κοσμοεικόνα καὶ τρόπος ζωῆς σήμερα ἀπὸ τὸ πουθενά,  ἀλλὰ ὑπάρχει ἐδῶ καὶ χιλιετίες ἀκριβῶς μὲ τὸν τρόπο ποὺ ὑπάρχει σήμερα. Ἕνας ἰδιότυπος σεβασμὸς στὴν παλαιότητα καὶ τὴν παράδοση κάνει τοὺς ἀνθρώπους νὰ ἀνεχτοῦν κάποιο τρόπο ζωῆς, ἂν αὐτὸς ἀποδειχτεῖ πανάρχαιος. Ἔτσι, κι ἡ Ἀρχαιότητα χρησιμοποιεῖται στὸ λόγο ὅλων μὲ τὸ ἕνα τους μάτι στραμμένο στὸ τί λέει ὁ τωρινὸς ἀντίπαλος, κοινωνικός, οἰκονομικός, θρησκευτικός, κρατικός, κ.ο.κ. Μποροῦμε νὰ τὸ συνοψίσουμε στὴν ἔκφραση «ἡ Πολιτικὴ κατὰ τῆς Ἱστορίας / ἱστορικῆς γνώσης».

Ἔτσι συμβαίνει καὶ μὲ τὴν περίφημη ὁμοφυλοφιλία τῶν Ἀρχαίων. Τὸ ἀνομολόγητο πρόβλημα, στὴν σκέψη τῶν ἀντιπάλων πάνω στὸ ζήτημα αὐτό, δὲν εἶναι ἂν ἡ σημερινὴ ὁμοφυλοφιλία ταιριάζει ἢ ὄχι μὲ τὴν σεξουαλικότητα λ.χ. τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, ἀλλὰ ἂν μπορεῖ ἡ Ἀρχαιότητα νὰ γίνει λάβαρο καὶ μπαϊράκι τῆς δικῆς τους πολιτικῆς κ.ἄ. ἀτζέντας. Ἡ Ἀρχαιότητα ἀπὸ μόνη της εἶναι ἕνας πραγματικὰ ἀχταρμὰς ἀπὸ ἀλληλοσυγκρουόμενες ἀπόψεις –κι αὐτὸ εἶναι ὁ πλοῦτος της, ποὺ μᾶς κερδίζει καὶ θὰ μᾶς κερδίζει–. Ἡ πολεμική της χρήση εἶναι βέβαια ἀναμενόμενη (καὶ δὲν εἶναι σκοπὸς τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ νὰ φαντασιώνεται ὅτι προσφέρει τρόπους ἀποφυγῆς τῆς χρήσης αὐτῆς), ἀλλὰ εἶναι καὶ ἐπιστημονικὰ ἐσφαλμένη ἀφοῦ ἀποσιωπᾶ τὶς ἄλλες μισὲς τοτινὲς ἀντιλήψεις.

Ἡ γνωστότερη πολεμική, σὲ βαθμὸ μισαλλοδοξίας, ἑνοποίηση ἢ τσουβάλιασμα τῆς Ἀρχαιότητας ἔγινε ἀπὸ τοὺς Νέους Χρόνους στὴν προσπάθειά τους νὰ τὴν ἀντιπαραθέσουν ὡς περιεκτικὴ ἰδεολογία καὶ κοσμοεικόνα στὸ μεσαιωνικὸ Χριστιανισμό. Ἀλλὰ ὅσο οἱ (ἢ κάποιοι) ἀρχαῖοι Ἕλληνες φιλόσοφοι ἦταν «πρὸ Χριστοῦ Χριστιανοί», ἄλλο τόσο ὁ Ἀλέξανδρος (καὶ οἱ Ἀρχαῖοι) ἦταν «ὁμοφυλόφιλος» ἢ «ἀμφιφυλόφιλος». Στὴν «μία καὶ μοναδικὴ Ἀρχαιότητα» ὡστόσο, χωρᾶνε τόσο ὁ Θέογνις τὸν 6ο αἰ. π.Χ. ποὺ λέει ὅτι, τί πιὸ ὡραῖο ἀπὸ τὸ νὰ ἐπιστρέφεις ἀπὸ τὴ δουλειὰ καὶ νὰ ξαπλώνεις τὸ ἀπόγευμα μὲ ἕνα ὡραῖο ἀγόρι ἢ ὅτι ἡ γυναίκα εἶναι συναισθηματικὰ καὶ ὄχι μόνον μιὰ ἐγγενῶς προδότρα ποὺ ἐρωτεύεται ὅποιον ἀντικρίσει μπροστά της ἐνῶ τὸ ἀγόρι σοῦ μένει πιστό, καθὼς καὶ ὁ Στράτωνας τὸν 2ο μ.Χ. αἰ., ποὺ βρίσκεται σὲ βασανιστικὸ δίλημμα ποιὰ εἶναι τὰ πιὸ λαχταριστὰ ἀγόρια, τὰ δωδεκάχρονα ἢ τὰ δεκαεξάχρονα· ὅσο καὶ ἄνθρωποι τόσο ἀνόμοιοι μεταξύ τους ὅπως ὁ Διογένης Κυνικὸς ποὺ ἀποστρεφόταν τὴν θηλυπρέπεια τῶν ἀνδρῶν ὡς ἐνάντια στὴ φύση, ποὺ τοὺς ἔφτιαξε ἄνδρες ἐνῶ αὐτοὶ θέλουν νὰ γίνονται γυναῖκες, καὶ ὁ Πλάτωνας ποὺ νομοθετοῦσε κατὰ τῶν ὁμοερωτικῶν σχέσεων, ἢ ὁ ἀντιχριστιανὸς Πορφύριος τὸν 3ο μ.Χ. αἰ., ποὺ θεωροῦσε ὅτι ἡ συνουσία μεταξὺ ἀνδρῶν μολύνει γιατὶ εἶναι παρὰ φύσιν. (περισσότερα…)

Παθολογία του εμφυλίου πολέμου

*

Εις τοιαύτας υπερβολάς ωμότητος έφθασεν ο εμφύλιος σπαραγμός, ο οποίος εθεωρήθη ακόμη ωμότερος της πραγματικότητος, λόγω του ότι υπήρξεν ο πρώτος. Διότι βραδύτερον τουλάχιστον, όλος σχεδόν ο Ελληνικός κόσμος συνεταράχθη, καθόσον ο ανταγωνισμός των αρχηγών των δημοκρατικών και των ολιγαρχικών, εις τας διαφόρους πόλεις, αποτέλεσμα είχεν οι μεν πρώτοι να επικαλούνται την βοήθειαν των Αθηναίων, οι δε δεύτεροι των Λακεδαιμονίων.

Και εν καιρώ μεν ειρήνης ούτε πρόφασιν είχαν, ούτε διάθεσιν να επικαλούνται την επέμβασίν των. Τώρα όμως που αι δύο αυταί πόλεις ευρίσκοντο εις πόλεμον, και οι δημοκρατικοί και oι ολιγαρχικοί των άλλων πόλεων επεδίωκαν βιαίας πολιτικάς μεταβολάς, εύρισκαν ευκόλως την ευκαιρίαν να εξασφαλίζουν συγχρόνως την βοήθειαν των συμμάχων, διά να κατατροπώσουν τους αντιπάλους των, και με το ίδιον μέσον να ενισχυθούν οι ίδιοι.

Ένεκα τωόντι εμφυλίων σπαραγμών, ενέσκηψαν εις τας πόλεις πολλαί και μεγάλαι συμφοραί, αι οποίαι παρουσιάζονται και θα εξακολουθήσουν να παρουσιάζωνται πάντοτε, εφόσον η ανθρωπίνη φύσις μένει η ιδία, φέρουν όμως βαρύτερον ή ελαφρότερον χαρακτήρα και διαφέρουν κατά την μορφήν, αναλόγως της μεταβολής των παρουσιαζομένων εκάστοτε περιστάσεων. Διότι εν καιρώ μεν ειρήνης και ευημερίας και αι πόλεις και οι ιδιώται διαπνέονται από ευγενέστερα αισθήματα, καθόσον δεν περιπίπτουν υπό την πίεσιν αναποτρέπτων αναγκών. Αλλ᾽ ο πόλεμος, αφαιρών ολίγον κατ᾽ ολίγον από τους ανθρώπους την καθημερινήν ευμάρειαν, γίνεται διδάσκαλος βίαιος, και τείνει ν᾽ αφομοίωση τας διαθέσεις των πολλών προς την παρούσαν αυτών κατάστασιν.

Αι πόλεις λοιπόν ήρχισαν μαστιζόμεναι από στάσεις, και όσαι τυχόν περιέπιπταν εις αυτάς βραδύτερον, επειδή εμάνθαναν τα αλλαχού γινόμενα, εφιλοτιμούντο να υπερβάλουν εις εξεύρεσιν νέων επινοήσεων, διά της πολυμηχάνου υπουλότητος των επιθέσεών των και του πρωτοφανούς των εκδικήσεών των. (περισσότερα…)

Μνήμη Σάμη Γαβριηλίδη

*

του ΘΕΟΔΟΣΗ ΒΟΛΚΩΦ

Ο Σάμης Γαβριηλίδης, ιδρυτής και στυλοβάτης του σημαντικού εκδοτικού οίκου που επί τρεις δεκαετίες έφερε το όνομά του, πέθανε σαν σήμερα στις 12.2.2020. Η ανέκδοτη ομιλία που ακολουθεί εκφωνήθηκε πέρυσι σε εκδήλωση αφιερωμένη στη μνήμη του (Κήπος του Μουσείου, 13.2.23).

~.~

Στη σεπτή σκιά του Σάμη

Κυρίες και κύριοι,
φίλες και φίλοι,

Μοιάζει σχεδόν απίστευτο, μα συμπληρώθηκαν κιόλας τρία χρόνια από την εκδημία του πολυφίλητου Σάμη Γαβριηλίδη, τη μνήμη του οποίου τιμάμε απόψε.

«Τρία, πέντε, δέκα χρόνια μετά», συνηθίζουμε να γράφουμε και να λέμε, δηλώνοντας με μια μόλις φράση, σαν μονοκοντυλιά, την απόσταση που μας χωρίζει από ένα γεγονός που, άλλοτε για τις ανάγκες της ώρας και άλλοτε για λόγους ουσιαστικότερους, εκλαμβάνουμε ως σημείο αναφοράς.

Καλύπτοντας κάτω ή πίσω από έναν ουδέτερο αριθμό τρομακτικές αλλαγές και σπαρακτικά συμβάντα, γεγονότα που χωρίζουν τις ζωές των ανθρώπων σε «πριν» και σε «μετά», η καθημερινή γλώσσα στρογγυλεύει με σκανδαλιστική ευκολία το πέρασμα του χρόνου και ό,τι αυτό συνεπάγεται: όλα εκείνα που μας δωρίζει μα προπαντός όλα όσα, ιδίως από ένα σημείο κι έπειτα, συχνότερα μάς στερεί, πότε λίγο λίγο και πότε αρπάζοντάς τα βίαια και ακαριαία.

Όμως η γλώσσα ετούτη, που καταγράφει, στενογραφικά έστω, τον χρόνο που παρέρχεται, δεν αποτυπώνει (αν δεν προδίδει κιόλας) το χάραγμα του πόνου, το βαθύ σχίσμα στα σωθικά – το μέγεθος της απώλειας και το βάρος της απουσίας. (περισσότερα…)

Ένα άλλο ενύπνιο

*

του ΑΓΓΕΛΟΥ ΑΛΑΦΡΟΥ

Προσφάτως, και καθώς κανόνιζα τα του επικείμενου ταξιδιού μου από την πρωτεύουσα στον γενέθλιο τόπο, βίωσα μια έντονη ανάγκη ν’ αποφύγω μία ακόμη πτήση. Δεν ήταν όμως μονάχα η αποστροφή που αισθάνομαι για τα ταξίδια με το αεροπλάνο που μ’ οδήγησε σ’ αυτό· ένας εξοντωτικός συνδυασμός φόβου για την ασφυκτικά στενή άτρακτο του αεροσκάφους, τρόμου για το ύψος στο οποίο πετά, και απέχθειας για τις υψηλές επιταχύνσεις που αναπτύσσει κατά τις διαδικασίες απογείωσης και προσγείωσης. Όλα τούτα σημαίνουν πως, όταν η κακή μου τύχη μ’ αναγκάζει να ταξιδέψω δι’ αέρος, αφενός έχω ένα ατσάλινο χέρι να μου σφίγγει το στήθος καθώς ξεκινάμε και σαν φτάνουμε και, αφετέρου, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, αν έχω την ατυχία να κάθομαι σε θέση διαδρόμου νιώθω να πνίγομαι από έλλειψη οξυγόνου, ενώ αν μου λάχει να κάθομαι σε παράθυρο υποφέρω από μια ζάλη απερίγραπτη. Όμως δεν θέλω εδώ να σας εκθέσω το δράμα ενός ταξιδιώτη. Επιθυμώ απλώς να τονίσω ότι η μεγάλη μου αποστροφή για τις πτήσεις μπορεί μονάχα να συγκριθεί σε μέγεθος με τον, παιδικό σχεδόν, ενθουσιασμό μου σαν πρόκειται να ταξιδέψω με πλοίο. Το ταξίδι στη θάλασσα με γοήτευε από μικρό παιδί. Και εξακολουθεί. Τότε, φυσικά, ήταν η αίσθηση της ελευθερίας που σου προσφέρει ένας χώρος ξένος και ταυτοχρόνως αρκετά μεγάλος ώστε να ερεθίσει την παιδική διάθεση για εξερεύνηση του αγνώστου. Τώρα, παρότι οι βασικές αρχές παραμένουν αμετάβλητες, συγκεκριμενοποιώ τα πράγματα: Δεν συγκινεί πια η λαμαρίνα, αλλά η δυνατότητα που σου χαρίζεται να γνωρίσεις καλύτερα το πλέον εντυπωσιακό μέρος αυτού του συστήματος· τον επιβάτη, ήτοι τον άνθρωπο. Και τα εφόδια που δίνονται για τούτο τον σκοπό είναι μετρημένα και υπολογισμένα καλά: Ο χρόνος – έχεις ώρες μπροστά σου να περιδιαβείς το πλοίο. Ο χώρος – μπορείς να γυρίσεις σε σαλόνια, εστιατόρια, μπαρ, καταστρώματα. Και το πιο σημαντικό – τ’ ονειρικό στοιχείο. Αυτό που στη γνωριμία δύο ανθρώπων λειτουργεί σαν καταλύτης, που δίχως αυτό να έχει υπάρξει στη σχέση τους μπορεί εκείνη αβασάνιστα να θεωρηθεί ως μη γενομένη. Τον ρόλο αυτόν, ασφαλώς, τον επιτελούν η ίδια η θάλασσα και ο ορίζοντας που συνεχώς ξεμακραίνει αμυνόμενος της γραμμικότητας. Μα όλα αυτά είναι γνωστά και για τούτο θ’ αποφύγω να τους δώσω περαιτέρω έκταση. (περισσότερα…)