Month: Δεκέμβριος 2023

«Κι ο τόπος απέμεινε αναλφάβητος»

*

I

Κι ο τόπος απέμεινε αναλφάβητος: δίχως πάθη. Και το παιδί σιγομουρμουράει κλαυθμούς των κολασμένων. Λέξεις που δεν μπορούν ν’ αφυπνίσουν τίποτα πια. Παίζει μ’ αυτό το σπασμένο αλφαβητάρι, παίζει με την απώλεια της ψυχής: εκ βαθέων, Κύριε· επί υδάτων πολλών. Σαν το τράβηγμα των νερών απομακρύνεται η Πόλη, ο αντίλαλος του ανθρώπου, αυτός ο κρότος που ξεσπά σαν καταιγίδα στους κορμούς και τα κλαδιά, ο κρότος της ψυχής που σπάει. Η Πόλη, ένας κρότος που ξεχάστηκε, άθυρμα στα χέρια του παιδιού.

II

Επί υδάτων πολλών Σε είδα, Κύριε, μες στο σκοτάδι να διαιρείς την αγωνία. Κ’ είπες αυτό είναι το σώμα μου. Κ’ υπήρχε φως που να το δούμε δεν μπορούσαμε, μονάχα να το αγγίξουμε, απόλυτο και άγριο σαν την προβιά του ζώου. Αυτό είναι το αίμα μου.

III

Αγαπήσαμε σαν πυρπολημένα κάστρα και σαν το στομωμένο σπαθί, πάλι και πάλι στον τροχό των βράχων τα ονόματά μας, αναλωθήκαμε για πάντα. Τώρα που στέρεψε η κοίτη της απόγνωσης κι ο δρόμος μακρύς, τώρα που η αθωότητά μας έσπασε απ’ το τέντωμα σαν τη χορδή, τώρα που σώπασαν οι κρότοι των γενηθήτω, ας μας αριθμούν με τους πρακτικούς αυτού του κόσμου.

IV

Ο τόπος επάνω στο αμόνι, ο τόπος πυρακτωμένο σίδερο που αντιδονεί απ’ του Σιδηρουργού τον έρωτα. Βιγλάτορες τα κυπαρίσσια, στο μέτωπό τους φώλιασε η έγνοια, σταθερά τον πόλεμο αφουγκράζονται, την τρομερή πάλη Θεού κι ανθρώπου. Όποιος εδώ δε φοβηθεί, ολόκληρος κι ανένδοτος όποιος ορμήσει, χίλιες φορές θα τεντωθεί, δίχως αρμός να σπάσει· χίλιες πάλι θα κοιλοπονά, δίχως να γεννήσει.

Αλέξανδρος Σάντο Τιχομίρ

*

Ο Τυφώνας του Κόνραντ

Από την αυθεντική εικονογράφηση της πρώτης έκδοσης στο Pall Mall  (1902)

~.~

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Η πιο όμορφη, πιο δυνατή, κι η πιο ανταριασμένη περιγραφή, για τη μανία των άγριων ανέμων που διαγουμίζουν τη θάλασσα και τους ταξιδιώτες της, απ᾽ όσες έχω διαβάσει ίσαμε σήμερα, παραμένει ο Τυφώνας του Κόνραντ. Όπως ο ίδιος ο Κόνραντ είπε στον Richard Curle (Joseph Conrad: A Study, σ. 17-18), το περιστατικό που περιέγραψε στον Τυφώνα να εξελίσσεται πάνω στο Ναν-Σαν είναι αληθινό και συνέβη στο πραγματικό ατμόπλοιο John P. Best. Και καθώς έγραψετο συμβάν εκείνο άκουσε να το αφηγούνται ναυτικοί στην Ανατολή, μα δεν έτυχε να γνωρίσει κανέναν που να έχει πείρα προσωπική του πράγματος. Από το διήγημα λοιπόν, μεταφέρω εδώ ένα κομμάτι, με την άγρια και μανιασμένη επίθεση του τυφώνα καταπάνω στο Ναν-Σαν, από την συγκλονιστικά ζωντανή, σχεδόν εικονογραφικά τρικυμισμένη μετάφραση του Άγγελου Τερζάκη.

«Μια αστραπή αδύναμη τρέμισε ολοτρίγυρα, λες κι αντιφέγγιζε στο στόμιο μιας σπηλιάς ― μιας κάμαρας μαύρης κι απόκρυφης του πελάγου, πούχει για πάτωμα κύματα αφρισμένα. Φανέρωσε, μέσα σε μιας στιγμής το απαίσιο φτεροκόπημα, ένα κουβάρι σύννεφα κουρελιασμένα που κρέμονταν χαμηλά, τη μακρουλή κόψη του καραβιού, και πάνω στη γέφυρα τις μαύρες μορφές των ανθρώπων που στέκονταν με τα κεφάλια χαμηλωμένα, σα νάχανε πετρώσει πάνω σε μια κουτουλιά. Το σκοτάδι έκλεισε τις φτερούγες του πάνω σ’ όλα αυτά, και τότε μονάχα τ’ αληθινό κείνο πράμα ήρθε επιτέλους.

Ήτανε κάτι φοβερό και κεραυνοβόλο, έκρηξη που λες και κομματιάζει το μέγα δοχείο της Οργής. Η ανατίναξη φάνηκε να ζώνει το καράβι μ’ ένα τεράστιο τράνταγμα, πάφλασμα κραταιό, σαν και κανένα πελώριο φράγμα νάχε σκάσει εκεί στην πλώρη. Με μιας οι άντρες χάσαν ο ένας τον άλλον. Γιατί τέτοια είναι η αποσυνθετική δύναμη των μεγάλων ανέμων. Απομονώνουν τον άνθρωπο. Ένας σεισμός, μια καθίζηση της γης, το γκρέμισμα μιας χιονοστιβάδας, αδράχνουνε τον άνθρωπο στην τύχη πες, δίχως πάθος. Το άγριο δρολάπι όμως χυμάει πάνω του σαν εχθρός προσωπικός, πασχίζει να του μαγκώσει τα μέλη, να του σκοτίσει το νου, γυρεύει να του εξουθενώσει το κουράγιο…

Του φάνηκε πως έμεινε για πολύ, ώρες, εκεί, άθλια απομονωμένος, με τα χέρια πάνω στο μπουντέλι. Η βροχή έπεφτε πάνω του πυκνή, κρουνελιάζοντας στο κορμί του. Ανάσαινε μ’ αγκομαχητό και το νερό που κατάπινε ήταν άλλοτε γλυκό κι άλλοτε αλμυρό. Τις περισσότερες στιγμές κρατούσε τα μάτια του σφιχτά κλεισμένα, σαν και να φοβότανε πως των στοιχείων η τρομερή σύρραξη θα χαντάκωνε το φως του…

Καινούργια κύματα, βουνά, σαρώσανε τη γέφυρα. Και τα δέχτηκε ανυπεράσπιστος, πάνω στο γυμνό του κεφάλι, έχοντας τα δυο χέρια του μονάχα για να κρατιέται.

Το χοροπηδητό του καραβιού είχε ξεπεράσει τα όρια. Ο παραδαρμός του φανέρωνε τώρα τη φοβερή εγκατάλειψη. Βούταγε με το κεφάλι, σα μέσα σε χάος, και την κάθε φορά θαρρείς πως τρακάριζε πάνω σε τοίχο. Το μπόζι το πλάγιαζε ολότελα και, σαν ανορθωνόταν, το τίναγμα ήτανε τόσο γερό που ο Τζουκς τόνοιωθε να παραπατάει, καθώς τρεκλίζει, προτού σωριαστεί χάμου, ένας άνθρωπος πούχει φάει μια στο κεφάλι με ρόπαλο. Η θύελλα ούρλιαζε, σφύριζε μανιακά μέσα στη νύχτα, λες κι ολάκερος ο κόσμος είχε γίνει τώρα ένας μαύρος οχετός. Κάποιες στιγμές, ο άνεμος σούρωνε πάνω στο καράβι σα ν’ αναρρουφιόταν μέσα από σήραγγα, με τη σύμπυκνη και στέρεη πίεση του εμβόλου. Το καράβι σηκωνόταν γυμνό πάνω απ’ το νερό και για λίγο στεκόταν έτσι, με μιαν ανατριχίλα που το περνούσε πέρα ώς πέρα. Ύστερα ξανάρχιζε πάλι το κουτρουβάλημα, μέσα στο καζάνι τούτο που αναβράζει…

Ήτανε ξέρα στ’ ανοιχτά, που το νερό τη ζώνει αναβράζοντας, τη γλύφει, την ξεπλένει κι αλύπητα τη δέρνει ― βράχος μέσα στο σκάσιμο της θάλασσας που πάνω του γραπώνονται οι ναυαγοί προτού βουτήξουν οριστικά. Μοναχικό ορθωνόταν, βούλιαζε, έγερνε ασταμάτητα, δίχως αναπαμό κι ανάσα, σαν ξερολίθι που ξεκόλλησε από τη στεριά κι από κάποιο θάμα κυλιέται πέρα, στον αφρό του πελάγου, σαν καρυδότσουφλο.

Η θύελλα κούρσεψε το Ναν-Σαν με παράφορη, καταστροφική μανία. Σχίστηκαν τα πανιά, φύγαν οι τέντες, η γέφυρα σαρώθηκε, κουρελιάστηκαν οι μουσαμάδες, στραβώσανε τα ρέλια, τσακίστηκαν οι προφυλαχτήρες, και στα τελευταία ξέφυγαν και δυο βάρκες. Είχανε χαθεί, δίχως να το πάρει μυρουδιά κανένας, λες κι ανάλυωσαν μέσα στη σύρραξη των κυμάτων.

…Σκοτάδι αδιαπέραστο καθότανε βαρύ πάνω στις δαιμονικές λάμψεις του νερού. Μια στυγνή πεποίθηση άρχισε να τον κατέχει, πως στο εξής κάθε προσπάθεια είναι ανώφελη.

Αν δεν σπάσει το τιμόνι, αν οι τόννοι το νερό που πέφτουνε στην κουβέρτα δεν τη βουλιάξουν, ή δεν τσακίσουνε τα καπάκια, αν δε σταματήσουν οι μηχανές, αν δεν κόψει του καραβιού το δρόμο ο τρομαχτικός τούτος άνεμος και δεν καταπιεί κανέναν από τα κυματόβουνα που μονάχα τ’ άσπρα τους λοφία ξεχωρίζουνε ψηλά πάνω από τα καπόνια, καθώς τα βλέπει κάπου-κάπου σε μια λιγόθυμη ματιά ο Τζουκς ― τότε μονάχα θα μπορείς να πεις πως το καράβι γλύτωσε. Κάτι μέσα στην ψυχή του δεύτερου λύγισε, κι η σκέψη έφεξε στο νου του πως πάει, χάνεται πια το Ναν-Σαν. «Ξέγραφτο», είπε μέσα του με ταραγμένο παράδοξα το νου, σαν και νάχε ανακαλύψει σ’ αυτή τη σκέψη μια σημασία αναπάντεχη. Απ’ όλα κείνα τα ενδεχόμενα κάτι θα τύχαινε στο τέλος. Τώρα, τίποτα πια δεν μπορούσες να προλάβεις και τίποτα να διορθώσεις. Το τσούρμο δε φελάει και το καράβι δεν αντέχει. Καιρός φοβερός, ακαταδάμαστος.

…Βαστήχτηκαν γερά. Το ξεμπουκάρισμα της ξαμολυμένης λύσσας, η μοχθηρή φούρια του ανέμου, κάρφωσαν ξαφνικά το καράβι στον τόπο. Στη φοβερή εκείνη στιγμή του μετεωρισμού, το Ναν-Σαν πήγε κι ήρθε, γοργά κι ανάλαφρα, σαν κούνια μωρού, ενώ η ατμόσφαιρα ολάκερη θαρρείς να χυνότανε μανιακά πέρα, ξεφεύγοντας πολύβουη από τη νυχτωμένη γη.

Πιάστηκε η ανάσα τους και με κλειστά τα μάτια σφίξανε περισσότερο τ’ αγκάλιασμά τους. Η στήλη του νερού ξεπετάχτηκε από το φοβερό τράνταγμα, ήρθε ολόρθη μέσα στο σκοτάδι να τρακάρει το καράβι. Τσάκισε, κι από ψηλάθε, με το θανάσιμο βάρος της, γκρεμίστηκε συντριφτική στη γέφυρα.

Ξεσκλίδι φευγάτο από τούτη την κατάρρευση, απλή πιτσιλιά, τους τύλιξε στρουφίζοντας, από το κεφάλι στα πόδια, μπουκώνοντας τ’ αυτιά τους, τα στόματα και τα ρουθούνια με νερό αλμυρό. Τους πελέκησε τα καλάμια, τους ξεκλείδωσε τα μπράτσα στη στιγμή, κόχλασε κάτω από τα σαγόνια τους. Κι ανοίγοντας τα μάτια, είδανε τους στιβαγμένους αφρούς να χτυπιόνται δώθε-κείθε, πάνω στο πράμα κείνο που έμοιαζε τώρα να είναι το ερείπιο ενός καραβιού. Ρουφηγμένο το Ναν-Σαν, εβούλιαζε. Και οι καρδιές τους, που αγκομαχούσαν, έσβυναν κι αυτές στην προσμονή του τελειωτικού σπασμού. Μα ξάφνου, το καράβι αναπήδησε μέσα από την ανέλπιδη βουτιά του, πασχίζοντας λες να τραβηχτεί από τα ερείπια.

Στο σκοτάδι μέσα, τα κύματα μοιάζανε να ξεπετιούνται από παντού για να το πισωστρέψουν εκεί που θάβρισκε τον τάφο. Έκρυβε μίσος ο τρόπος που τόσπρωχναν κι είχε αγριότητα περίσσια το χτύπημά τους. Εκείνο πάλι ήτανε σαν πλάσμα ζωντανό που το παράδωσαν στη λύσσα του όχλου. Το σκούνταγαν με μανία, το βάραγαν, τ’ ανασηκώνανε στον αέρα, χάμου το βροντούσανε, το ποδοπατούσαν… Και το αλαλητό των στοιχείων, έχθρα ξαπολυμένη, έζωνε τα κορμιά τους, παραλύοντας την ψυχή.

Μια άγρια, αποτρόπαιη κραυγή, από κείνες που οι ανεμοζάλες, κουβαλάνε κάποτε, άγνωστο πώς, μέσα στη μάνητά τους, έπεσε χτυπώντας τα φτερά της πάνω στο καράβι…»

Τζόζεφ Κόνραντ, Τυφώνας, μετάφραση Άγγελου Τερζάκη

*

Joseph Conrad’s Nan Shan in Typhoon, watercolor. Copyright Richard C. Moore

~.~

Εδώ μπορεί κανείς να δει την πρώτη έκδοση, με τις εικονογραφήσεις, στο περιοδικό Pall Mall, Ιαν.-Μάρτ. 1902

Πρώτη δημοσίευση: iliasmalevitis.wordpress.com

~.~

*

(περισσότερα…)

Μπέντζαμιν Ζεφανάια, Γαλοπούλες σταράτες

*

Μετάφραση Δήμητρα Φιλιπποπούλου

~.~

Γαλοπούλες σταράτες

Φερθείτε όμορφα στις γαλοπούλες σας τα Χριστούγεννα που ’ρχονται.
Απλά θέλουν κι αυτές να περάσουν καλά.
Οι γαλοπούλες είναι τέλειες, είναι απίθανες οι γαλοπούλες
και κάθε γαλοπούλα έχει μια Μαμά.
Φερθείτε όμορφα στις γαλοπούλες σας τα Χριστούγεννα που ’ρχονται.
Μην τις φάτε, κρατήστε τες στην ζωή,
Θα μπορούσες να είσαι συ, φίλε, άδειο το πιάτο σου στείλε,
πες «Γιο!», Γαλοπούλα, είμαι για σένα εκεί.
Είναι φίλοι πολλοί, γαλοπούλες κι αυτοί
και όλοι τους φοβούνται τα Χριστούγεννα.
Θέλουν να τα απολαύσουν, λένε, γιατί οι άνθρωποι να τα χαλάσουν;
Και οι άνθρωποι τα μυαλά τους έχουν χάσει.
Ναι, είναι φίλοι πολλοί, γαλοπούλες κι αυτοί,
όλοι έχουν δικαίωμα να έχουνε ζωή,
όχι μετάλλαξη γενετική, για πάντα σε κλουβί,
από έναν αγρότη και την κυρά μαζί. (περισσότερα…)

Σάτιρα και Καριοφίλι

*

Στον Θάνο Γιαννούδη

Γιώργο για σένα θα ζωστώ εκρηκτικά
Στην κάθε σάτιρα θα γίνω καμικάζι
Μην τους ακούς! Εσύ τα λες εκπληκτικά
Στείλε στο διάολο όποιον Πάτζετ δεν διαβάζει

Γιώργο θα γίνω σταυροφόρος – Μην μου σκας
Και τα προπύργια της σάτιρας θ’ αλώσω
Να σε χλευάζουν, είναι αβάσταχτος νταλκάς
Μα μην τα βάφεις μαύρα βρε, θα σε μαλώσω!

Γιώργο μην σκας! Και θα τους φάω τον λαιμό
Θα τους χτυπώ στο πάτωμα σαν τα χταπόδια
Εγώ για χάρη σου τους πάντες πολεμώ
Όλα τα πρόβατα, τα γίδια και τα βόδια

Γιώργο για σένα θα γενώ αρματολός
Θα κυνηγώ τη σάτιρα με καριοφίλι
Θέλει και ρώτημα; Δεν είσαι εσύ τρελός
Το λένε όλοι: Συγγενείς, γνωστοί και φίλοι

Μονάχα Πάτζετ! Κι όλοι οι άλλοι στην πυρά!
Να μείνουν μόνο ο Μπουκόφσκι κι ο Καβάφης
Κι άμα σε τσούζει Γιώργο, κλαίγε σιωπηρά
Κάνε κουράγιο Γιώργο, μαύρα μην τα βάφεις

Γι’ αυτό σου λέω πάρ’ τα όλα χαλαρά
Μην μουρτζουφλιάζεις αν τα νεύρα σου σού σπάνε
Τον εαυτό σου μην τον παίρνεις σοβαρά
Γιατί δεν ξέρουμε τα τέσσερα που πάνε

Γιώργο τι κάθεσαι κι ακούς τους κωμικούς;
Γιατί μαράζωσες στον ψόγο και την χλεύη
Εσύ μονάχα τους δικούς σου να ακούς
Κι όποιος σε κράζει είναι γιατί σε ζηλεύει

Μη δίνεις βάση στο τι λέει κάθε ντολμάς
Εσύ εκεί! Περήφανος σαν το λιοντάρι
Σαν Δον Κιχώτης για την Τέχνη πολεμάς
Κι εγώ σαν Σάντσος σου κρατάω το κοντάρι

Γιώργο κρατήσου, δώσε τόπο στην οργή
Και θα τους φάει – σ’ το υπογράφω – μαύρο φίδι
Γιατί της ποίησης είμαστε οι ιδαλγοί
Κι άμα θυμώσεις, σου συστήνω λίγο ξύδι

Άσ’ το ρε Γιώργο και ας πάει στην ευχή
Άσ’ το ρε Γιώργο να το πάρει το ποτάμι
Στον κάθε βάρβαρο ποιος δίνει προσοχή;
Άσ’ το, μην πούνε πως καβάλησες καλάμι

Γιώργο μην σκιάζεσαι! Σου λέω: C’est la vie
Πάντα υπάρχει κάποιος άσχετος να κράζει
Κάνε κι εσύ για μια φορά την παλαβή
Στο κάτω κάτω, λίγη πλάκα τι πειράζει

Κι όσα σου λέω, σου τα λέω φιλικά
Όπως μιλώ μόνο στους άσπονδούς μου φίλους
Που μοιάζουνε σαν Δον Κιχώτες τελικά
Και πολεμάνε μόνο πρόβατα και μύλους

ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ

*

Η Ελλάδα ως μοσχοϊτιά των ονείρων μας

*

της ΜΑΡΙΑΣ ΜΑΡΚΑΝΤΩΝΑΤΟΥ

Νατάσα Κεσμέτη
ΙVAἜσοπτρο μυστηριώδους ὀθόνης
Ἁρμός, 2017

ΙVA στὰ Ρωσικὰ σημαίνει ἰτιά. Ἡ λέξη, τόσο ἴδια μὲ τὴ δική μας ὡς εἰκόνα καὶ ὡς ἦχος, μᾶς εἰδοποιεῖ πὼς βρισκόμαστε μπροστὰ σὲ μιὰ λογοτεχνικὴ περίπτωση ποὺ δουλεύει μὲ σύμβολα ἤ, τὸ λιγότερο, ποὺ εἶναι καὶ δὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ νομίζουμε. Πρέπει λοιπὸν νὰ προσέξουμε. Ἔσοπτρο μυστηριώδους ὀθόνης ὁ ὑπότιτλος, μᾶς καθιστᾶ ἀκόμα πιὸ προσεκτικούς: Ἐσωτερικὴ προβολὴ πάνω σὲ μιὰ καταδική μας, ἀόρατη γιὰ τοὺς ἄλλους, ὀθόνη. Ἄραγε νὰ εἶναι ἡ ζωή μας αὐτή; Νὰ εἶναι ἡ μοναδική γιὰ τὸν καθένα μας ἀλήθεια;

Ἡ Νατάσα Κεσμέτη ἔρχεται καὶ μὲ τὸ ἐργο της αὐτό νὰ μᾶς ἐπιβεβαιώσει πὼς ναί, ὁ ἄνθρωπος εἶναι μυστήριο, καθένας κι ἕνα ἀξίωμα σὰν τὸ πουλὶ μὲς στὸ κλουβί του.

Ἡ συγγραφέας χαρακτηρίζει τὴν ΙVA της μυθιστορία. Σήμερα, ἡ λέξη μυθιστορία εἶναι συνώνυμη μὲ τὴ λέξη μυθιστόρημα, ὅπως τὸ εἶδος αὐτὸ διαμορφώθηκε κι ἔφτασε στὸ ἀπόγειό του τὸν 19ο αἰ., ὡστόσο, ἡ λέξη μυθιστορία ἀνακαλεῖ ἱστορίες ρομαντικές, μὲ ἐρωτικὸ περιεχόμενο, ποὺ ἀγαπήθηκαν στὰ χρόνια τους, σὲ Ἀνατολὴ καὶ Δύση, ὅπως οἱ βυζαντινὲς ἐκεῖνες τῶν χρόνων τῶν Παλαιολόγων: Φλώριος καὶ Πλάντζια Φλώρα, Καλλίμαχος καὶ Χρυσορρόη, Βέλθανδρος καὶ Χρυσάντζα. Ἐρωτικὲς ἱστορίες πάθους ποὺ ἔγραψαν ἀνώνυμοι Ἕλληνες συγγραφεῖς, ἐπηρεασμένοι κυρίως ἀπὸ προβηγκιανὰ πρότυπα ‒ μὲ ἔντονο ὅμως τὸ ἑλληνικὸ ὕφος καὶ ἦθος καὶ, φυσικά, ἀπὸ τὸ πανανθρώπινο παραμύθι. Ἡ Νατάσα Κεσμέτη, συνειδητά νομίζω, διαλέγεται μὲ τὶς πρωτόλειες αὐτὲς συγγραφὲς γιὰ αἰσθητικοὺς λόγους, ἀλλὰ καὶ γιὰ λόγους νόστου. Γιατὶ αὐτὸ εἶναι πρωτίστως ἡ ΙVA· ἕνα νοσταγικὸ ταξἰδι. (περισσότερα…)

Φιλελευθερισμός κατά δημοκρατίας

*

Με το πέρας του Ψυχρού Πολέμου, η φιλελεύθερη δημοκρατία φαινόταν να επικρατεί οριστικά. Οι σχετικές θριαμβολογίες επεσκίασαν για ένα διάστημα τις μεγάλες εσωτερικές αντιφάσεις αυτής της τελευταίας. Κατά μέρος τέθηκε το κρίσιμο ερώτημα: πόσο συμβατοί είναι μεταξύ τους ο φιλελευθερισμός και η δημοκρατία; Πώς συμβιβάζεται η αρχή του απαραβίαστου των ατομικών δικαιωμάτων και η αρχή της πλειοψηφίας;

H κλασσική αθηναϊκή δημοκρατία δεν αναγνώριζε ατομικές ελευθερίες και δικαιώματα του ανθρώπου. Ο Δήμος, δηλαδή η εκάστοτε πλειοψηφία, έπαιρνε στην κυριολεξία κεφάλια – ενίοτε και σπουδαία, όπως στην περίπτωση του Σωκράτη. Κάποτε παραλογιζόταν κανονικά, όπως με τους στρατηγούς στη ναυμαχία των Αργινουσών που καταδικάστηκαν σε θάνατο από την Εκκλησία του Δήμου, επειδή εν μέσω τρομερής θαλασσοταραχής δεν κατάφεραν να περισυλλέξουν τους νεκρούς και τους ναυαγούς.

Ο ευρωπαϊκός φιλελευθερισμός πάλι, αυτός του 19ου αιώνα, όπως αποκρυσταλλώθηκε στη Βρετανία, αναγνώριζε μεν δικαιώματα ατομικά, για μια μερίδα του πληθυσμού τουλάχιστον, όχι όμως και τη δημοκρατική αρχή. Δικαίωμα ψήφου είχαν ελάχιστοι κι αυτοί έπρεπε να έχουν περιουσία. Οι βουλευτικές έδρες ήταν κατανεμημένες αυθαίρετα, το σύστημα ήταν στην ουσία ένα μείγμα εμπορικής τιμοκρατίας και κληρονομικής αριστοκρατίας. Γενικά, ο φιλελευθερισμός, και τα αμιγώς φιλελεύθερα κόμματα, ήταν πάντοτε υπόθεση των λίγων, μιας μικρής αλλά δυναμικής μειοψηφίας.

Η σύζευξη των δύο αυτών –κατά βάση αντίθετων– πολιτικών αντιλήψεων είναι σχετικά πρόσφατη υπόθεση. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, και ενώπιον της πρόκλησης που αντιπροσώπευε για εκείνα το σοβιετικό στρατόπεδο και η σοσιαλιστική ιδεολογία, τα ανώτερα εισοδηματικά στρώματα συναίνεσαν πράγματι στην αναδιανομή ενός σημαντικού μέρους του παραγόμενου πλούτου προς τα κάτω. Έτσι δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για ό,τι αποκλήθηκε χρυσός αιώνας της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας.

Το αργότερο από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 φάνηκε ότι η συναίνεση αυτή δεν μπορούσε να μακροημερεύσει. Η εξάντληση της μεταπολεμικής αναπτυξιακής έκρηξης μείωσε τον παραγόμενο νέο πλούτο, αυξάνοντας την ένταση των αγώνων κατανομής. Και η κατάρρευση του κομμουνιστικού αντίπαλου δέους το 1989 έπεισε τα ανώτερα εισοδηματικά στρώματα ότι μπορούσαν ατιμωρητί να αποστούν από τις παλαιότερες δεσμεύσεις τους προς τις λαϊκές τάξεις.

Το αποτέλεσμα ήταν η γιγάντωση της οικονομικής ανισότητας. Αν τη δεκαετία του ’90 το 45% της αύξησης του ΑΕΠ των ΗΠΑ κατέληγε στις τσέπες του 1% του πληθυσμού, επί Μπους του νεώτερου (2000-08) το ποσοστό έφτασε στο 65% και επί Ομπάμα εκτοξεύθηκε στο 93%. Σήμερα, στις ΗΠΑ η ανισοκατανομή του εισοδήματος είναι παρόμοια με εκείνη του 1929, στη δε Ευρώπη ο καπιταλισμός του Ρήνου και η ασφάλεια που παρείχε αποτελεί μακρινό παρελθόν.

Πολιτικά, το νέο αυτό ταξικό χάσμα καθυστέρησε πολύ να εκφραστεί. Ο λόγος ήταν ότι τα παλαιά εργατικά κόμματα της Ευρώπης μετά το 1990 μήδισαν ιδεολογικά και υιοθέτησαν το φιλελεύθερο αφήγημα του μονοδρόμου της παγκοσμιοποίησης. Η δε “Αριστερά” μεταλλάχθηκε βίαια και από προασπιστής των εργατικών στρωμάτων έγινε φιλανθρωπικό σωματείο προυντονικού τύπου, απ’ αυτά που κορόιδευε τόσο ο Μαρξ.

Άρχισε να συνηγορεί έτσι γενικά και αόριστα υπέρ των “ανθρωπίνων δικαιωμάτων” και των ποικιλώνυμων “μειονοτήτων”, στρέφοντας την πλάτη στους παραδοσιακούς ψηφοφόρους της. Έφτασε στο σημείο, μάλιστα, να υποστηρίζει ομάδες όπως οι μετανάστες, που όπως ήδη οι Μαρξ και Ένγκελς κατάγγελλαν, με την παρουσία τους υπονόμευαν ευθέως τη θέση των εργατικών στρωμάτων και συμπίεζαν το εισόδημά τους.

Εγκαταλειμμένα από τα παραδοσιακά τους κόμματα, τα στρώματα αυτά στράφηκαν εντέλει σε αντισυστημικές πολιτικές δυνάμεις με συγκεχυμένο ιδεολογικά πρόγραμμα, αλλά σαφή αντιφιλελεύθερο, αντιολιγαρχικό και δημεγερτικό λόγο. Η απόπειρα των κατεστημένων κομμάτων να ανασχέσουν την άνοδο των νέων αυτών αντιπάλων έλαβε ποικίλες μορφές έως τώρα (δυσφημιστικές εκστρατείες από τα συστημικά ΜΜΕ, ορθοπολιτική τρομοκρατία, καταγγελίες για “λαϊκισμό” και εργαλειοποίηση από τους «εχθρούς της Δύσης», λογοκρισία κ.ά.), αλλά δεν απέδωσε.

Το αργότερο με το βρετανικό δημοψήφισμα και τις εκλογές του 2016 στις ΗΠΑ οι αντισυστημικές δυνάμεις απέδειξαν ότι είναι ικανές να συγκεντρώσουν πίσω τους όχι μια μερίδα διαμαρτυρομένων, αλλά την δημοκρατική πλειοψηφία του πληθυσμού. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, το φιλελεύθερο “Κέντρο” συρρικνώθηκε σε μειοψηφία. Όπως έδειξαν οι κιτρινογέλεκοι της Γαλλίας, ακόμη και εκεί όπου δεν κυβερνούν οι “λαϊκιστές”, οι ιδέες τους είναι κοινωνικά πλειοψηφικές.

Σήμερα, οι δημοκρατικές πλειοψηφίες και οι φιλελεύθερες μειοψηφίες στέκουν αντιμέτωπες σε όλα σχεδόν τα κρίσιμα ζητήματα: ελευθερία των αγορών, μετανάστευση και προσφυγικό, πολυπολιτισμικότητα και εθνική ταυτότητα, εξωτερική πολιτική και αντίληψη για την παγκόσμια τάξη πραγμάτων. Συναφείς είναι και οι δύο τάσεις που παρατηρούμε στα πολιτικά συστήματα των Δυτικών χωρών.

Όπου οι φιλελεύθερες μειοψηφίες έχουν το πάνω χέρι έχουμε την αμφίπλευρη υπόσκαψη της δημοκρατικής αρχής: Όλο και πιο πολλές αποφάσεις μεταφέρονται είτε σε υπερεθνικά και εξωκρατικά είτε σε εσωτερικά και τεχνοκρατικά θέσμια, τα οποία εκφεύγουν του λαϊκού ελέγχου. Παράδειγμα των πρώτων είναι ο ευρωπαϊκός φεντεραλισμός, οι ποικιλώνυμες πολυμερείς εμπορικές συνθήκες, η θέση των κανόνων του διεθνούς δικαίου πάνω από αυτούς της εσωτερικής συνταγματικής τάξης. Παράδειγμα των δεύτερων, οι λεγόμενες Ανεξάρτητες Αρχές, ενίοτε και η Τρίτη εξουσία που στο όνομα του δικαιωματισμού τείνει να αγνοεί την διάκριση των εξουσιών και να νομοθετεί από της έδρας.

Όπου οι δημοκρατικές πλειοψηφίες επιβάλλονται έχουμε την αντίστροφη τάση: Μέτρα κατά του Τύπου και της ανεξαρτησίας των αγορών, ύψωση φραγμών στο ρεύμα του δικαιωματισμού ή και ευθεία καταγγελία του. Αποδυνάμωση της αυτοτέλειας της Δικαιοσύνης και έναν νέο συγκεντρωτισμό, ο οποίος συχνά προσωποποιείται στη μορφή ενός ισχυρού ανδρός που αναλαμβάνει την προάσπιση των συμφερόντων της μάζας (του λαού ή του έθνους) απέναντι στην επιβουλή των ολίγων (του κατεστημένου ή των ελίτ).

Αν η διελκυστίνδα αυτή συνεχιστεί, όπως όλα δείχνουν, η πόλωση θα κορυφωθεί οδηγώντας τις δύο αυτές τάσεις στα άκρα. Την μεν, εφόσον επικρατήσει, στην επιβολή μιας θεσμοποιημένης πλέον ολιγαρχίας, όπου στο όνομα των ατομικών ελευθεριών η βούληση της πλειοψηφίας θα καταπνίγεται εν τη γενέσει της. Την δε, στην επιβολή ενός νέου καισαρισμού που θα παρακάμπτει κατά το δοκούν τους θεσμούς στο όνομα των συμφερόντων του Δήμου. Αυτό είναι κατά τη γνώμη μου το ιστορικό διακύβευμα των προσεχών αμερικανικών προεδρικών εκλογών, ο Ρουβίκωνας της σημερινής Δύσης δύο χιλιετίες μετά εκείνον της Ρώμης: ο Νοέμβριος του 2024 θα είναι το αποφασιστικό πρόκριμα για το πού θα κλίνει εντέλει η πλάστιγγα. Και στην μία και στην άλλη περίπτωση πάντως, η σύζευξη των δύο αυτών διαφορετικών πολιτικών ιδεωδών, του φιλελεύθερου και του δημοκρατικού, θα αποδειχθεί ολιγόζωη και συγκυριακή.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

*

Ματσούο Μπάσο, Χάικου (Μετάφραση Ηλίας Κεφάλας)

*

Η καλή μετάφραση, και δη η ποιητική, μπορεί να χαρακτηριστεί ως ο κατ’ εξοχήν ορισμός της απιστίας. Ξεκινάω έτσι το σχόλιό μου, έχοντας μπροστά μου κάποια από τα χάικου του Ματσούο Μπάσο(1644-1694), για να καταδείξω τη ματαιότητα της όσο το δυνατόν πιο πιστής μετάφρασης και μάλιστα μέσω μιας άλλης γλώσσας. Κι αυτό συμβαίνει επειδή πολλές λέξεις και πολλές χειρονομίες δεν ταιριάζουν νοηματικά ή ηχοχρωματικά από τη μία γλώσσα στην άλλη. Όσον αφορά στη διάσωση των υπαινιγμών και την έκταση των συλλαβών τους, θα χρειαστεί πολλές φορές είτε να αφαιρεθεί κάτι ή να προστεθεί, ώστε το ποίημα να διαφυλάξει την ορατή και αόρατη αρτιμέλειά του και να έχει, εν τέλει, κάτι να πει στη νέα γλωσσική του εκδοχή. Θέλω να πω ότι δεν μεταφέρονται μόνο οι λέξεις από τη μία γλώσσα στην άλλη, αλλά και οι αισθήσεις του ποιήματος, η εν γένει ατμόσφαιρα, η οποία θα πρέπει να προσαρμοσθεί στην αντίληψη και την ευαισθησία του μεταφραστή. Επί πλέον στη μεταφορά του ποιήματος στη νέα γλώσσα θα πρέπει να διασωθεί πρωτίστως η πηγή του, δηλαδή η έμπνευση του ποιητή, το βαθύ ποιητικό κύτταρο, και, αν θελήσουμε να διατηρήσουμε το απαραίτητο ειδολογικό χαρακτηριστικό των πέντε-επτά-πέντε συλλαβών, τότε θα μας επιτραπεί να θυσιάσουμε πολυλογίες και άλλα σχήματα που δεν χωρούν στο θεσπισμένο καλούπι, για να προστατεύσουμε έτσι την αρχική ποιητική στιγμή. Γι’ αυτό μιλώ για μεταμόρφωση του αρχικού ποιήματος σε μια νέα θεώρηση και προβολή με λίγες ή πολλές απιστίες στην εκφορά των καταβολών του. Η τιμή, όμως, ανήκει πάντα στον αρχικό ποιητή, στον μεταφραζόμενο, και η δοκιμασία στον μεταφραστή, ο οποίος παραδίδει ένα νέο κείμενο, που τίθεται κι αυτό μέσα στα λογοτεχνικά κεκτημένα του. Γνωρίζω πως πολλά από αυτά τα χάικου έχουν μεταφραστεί θαυμάσια στη γλώσσα μας από έγκυρους μεταφραστές, αλλά εδώ ας μου επιτραπεί να παραθέσω τη δική μου εκδοχή.
Η μεταφορά και μετα-μόρφωση των ως άνω ποιημάτων έγινε από την αγγλική έκδοση του μεταφραστή Hart Larrabee, Haiku illustrated, Amber books, London 2020.  — ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

(περισσότερα…)

Άγριο σώμα

*

Την τρίτη νύχτα επιτέλους στάθηκε ένα σύννεφο μπροστά στο φεγγάρι και κινήσαμε να φύγουμε – ο Θεός ξέρει για πού. Ο αδελφός Δομήνικος ξεπετάχτηκε μπροστά και βάλθηκε να προχωρά στα τυφλά, λες και στην άλλη άκρη του απόλυτου σκοταδιού θα έβρισκε τη σωτηρία μας. Του ψιθύρισα μια και δυο, αλλά στο τέλος έκλεισα το στόμα μου κι απλά τον ακολούθησα, παρότι ήξερα πως δεν είχε ιδέα πού πήγαινε. Το άγριο σώμα του άνοιγε δρόμο μέσα στη βλάστηση.

Πίσω από τα δέντρα με τα άθεα ονόματα άκουγα όλο ήχους και πατημασιές. Δεν άντεχα καν να πλάσω στο μυαλό τις χλωμές φάτσες αυτών που ήθελαν να μας βλάψουν. Υπάρξεις με πρόσωπα αξεχώριστα, που δεν μπόρεσαν ή δεν θέλησαν να μάθουν τον Λόγο του Θεού, τώρα είχαν γίνει οι κυνηγοί μας. Κοιτούσα από δω κι εκεί μήπως και κατάφερνα να φυλαχτώ αν ορμούσαν, αλλά με φρίκη σκέφτηκα πως απλώς μας έσπαγαν τα νεύρα. Μπροστά μου, σε σταθερή απόσταση όσο είχα αντοχή, ο αδελφός Δομήνικος ξάνοιγε δρόμο, ίδιος πανικόβλητη αντιλόπη. (περισσότερα…)

Χάρλεμ και Γάζα

*

Προλόγισμα-Μετάφραση ΝΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΗΓΑΚΗΣ

Ο Κλωντ ΜακΚαίυ γεννήθηκε στην Τζαμάικα το 1890 και αναδείχθηκε στις ΗΠΑ ως ποιητής και πεζογράφος. Συνδέθηκε με το Χάρλεμ της Νέας Υόρκης και συνέβαλε στο καλλιτεχνικό πνεύμα των Αφροαμερικανών της συνοικίας, το οποίο έγινε γνωστό αργότερα ως η «Αναγέννηση του Χάρλεμ». Ο ΜακΚαίυ δημοσίευσε το σονέτο «If we must die» το 1919 στο αριστερό περιοδικό The Liberator. Ήταν την επαύριο του Μεγάλου Πολέμου κι ο ποιητής έβλεπε τους μαύρους κληρωτούς να γυρίζουν τότε στις ΗΠΑ μόνο και μόνο για να βρεθούν αντιμέτωποι με ρατσιστικές διακρίσεις και φονικά πογκρόμ. Τις δεκαετίες που ακολούθησαν, το «If we must die» έγινε από τα δημοφιλέστερα σημεία αναφοράς του αφροαμερικάνικου κινήματος.

Ο Ρεφάτ Αλαρίρ γεννήθηκε στη Γάζα το 1979, όπου και δίδαξε φιλολογία και δημιουργική γραφή στο Πανεπιστήμιο. Συνέγραψε λογοτεχνικά έργα και άρθρα σχετικά με το παλαιστινιακό. Τον Νοέμβριο του 2023 ανάρτησε στο Τουίτερ το ελευθερόστιχο ποίημα του «If I must die», εν μέσω της σύγκρουσης μεταξύ Ισραηλινών και Αράβων.

Ο Κλωντ ΜακΚαίυ πέθανε το 1940 έχοντας αναγνωριστεί ως σημαντικός λογοτέχνης. Ο Ρεφάτ Αλαρίρ σκοτώθηκε τον Δεκέμβριο του 2023 από βομβαρδισμό του ισραηλινού στρατού.

(περισσότερα…)

Ένα στραβό χαμόγελο

*

Η κλήση που δέχτηκα ένα χειμωνιάτικο βράδυ ήταν απρόσμενη. Ένας παλιός φίλος ήθελε να βρεθούμε. Δεν έφερα αντίρρηση – είχα καλές αναμνήσεις. Μου εξήγησε με ειλικρίνεια την κατάσταση. Ήθελε λίγη παρέα, κάποιον να μιλήσει. Τους τελευταίους μήνες η μάνα του πάλευε με τον καρκίνο.

Είπα στη γυναίκα μου ότι θα βγω. Ανησύχησε. Είχε απαγόρευση κυκλοφορίας. Με παρακάλεσε να συμπληρώσω το χαρτί εξόδου, «έτσι, για μάτια του κόσμου, σε περίπτωση που πέσεις σε έλεγχο». Της είπα όχι. Δεν επέμενε, ήξερε τις απόψεις μου. Βγήκα στη νύχτα, στην έρημη πόλη.

Το σπίτι του φίλου ήταν κοντά – πέντε λεπτά απ’ το δικό μας. Τον αντίκρισα με τη μάσκα στο πρόσωπο. Απέφυγε τη χειραψία. Δεν είπα τίποτα. Έφτιαξε καφέ και καθίσαμε στο σαλονάκι. Κάθισε σε απόσταση και κατέβασε τη μάσκα στο σαγόνι. Άρχισε να μου λέει τα δικά του.

«Από τη γλώσσα ξεκίνησε, το πιστεύεις;» μου είπε, ανήμπορος ακόμα να το δεχτεί, να το πιστέψει, σαν να μην μπορούσε να καταλάβει πώς και γιατί η αρρώστια είχε ξεκινήσει από κει, από τη γλώσσα. (περισσότερα…)

Γιὰ ἕνα τοπικὸ θέατρο

*

τοῦ ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ

Ἐπιλογὴ καὶ ἐπιμέλεια Ἀγγελικὴ Καραθανάση

Ὅλο καὶ πληθαίνουν οἱ εὐχάριστες εἰδήσεις: Ἡ ἑλληνικὴ ἐπαρχία ἀρχίζει νὰ ξυπνᾶ ἀπὸ τὴ μακρόχρονη νάρκη της. Ἀρχίζει νὰ παίρνει πρωτοβουλίες, δὲν τὰ περιμένει πιὰ ὅλα ἀπὸ τὴν πρωτεύουσα. Προσπαθεῖ, ἀξιοποιώντας τὶς πνευματικὲς δυνάμεις ποὺ, ἀναμφισβήτητα, διαθέτει, νὰ δημιουργήσει μιὰ δική της πνευματικὴ κίνηση. Πιστεύει πὼς εἶναι καιρὸς πιὰ ἡ Πρέβεζα τοῦ τραγικοῦ Καρυωτάκη νὰ πάψει ν’ ἀποτελεῖ τὴν ἀντιπροσωπευτικὴ εἰκόνα της.

Ἄλλωστε κι ὁ καιρὸς κι οἱ ἄνθρωποι ἔχουν ἀλλάξει πολὺ ἀπὸ τὸ 1928 κι ἐδῶθε. Ὅλο καὶ περισσότεροι νέοι, μὲ κάποια μόρφωση ποὺ ξεπερνᾶ τὰ στενὰ πλαίσια τῶν ἐπιστημονικῶν γνώσεων μιᾶς ὁρισμένης εἰδικότητας, ἀποφασίζουνε νὰ παραμείνουνε στὴν ἐπαρχία. Κι ὅλο καὶ περισσότεροι ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ γιὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλο λόγο δὲν ἀκολούθησαν ἀνώτερο κύκλο σπουδῶν, μὰ ἔμειναν στὸν τόπο τους καὶ βολευτήκανε σὲ κάποια δουλειά, νοιάζονται γιὰ ζητήματα τῆς Τέχνης καὶ γενικότερα τοῦ Πνεύματος. Ὁ ἀριθμὸς ἐκείνων ποὺ ἐνδιαφέρονται γιὰ τὴ Λογοτεχνία, τὴ Ζωγραφική, τὴ Μουσική, τὸ Θέατρο μεγαλώνει συνεχῶς.

Ἴσως ἀπ’ ὅλες τὶς μορφὲς τῆς Τέχνης τὸ Θέατρο ἔχει τοὺς περισσότερους πιστούς. Κι εἶναι φυσικὸ γιατὶ ἑνώνει τὴν ὀπτικὴ ἐντύπωση μὲ τὸ λόγο κι ἔτσι γίνεται, εὐκολοπλησίαστο ἀπὸ τὸ πλατύτερο κοινό. Τὰ πρόσωπα τοῦ δράματος ἢ τῆς κωμωδίας δὲν εἶναι ἁπλὰ δημιουργήματα τῆς φαντασίας ἑνὸς συγγραφέα, μὰ ζωντανοί, χειροπιαστοὶ ἄνθρωποι ποὺ κινοῦνται καὶ ζοῦνε μπροστὰ στὰ μάτια μας. Ὁ φόβος πὼς ἡ διάδοση τοῦ κινηματογράφου θὰ καταργοῦσε τὸ θέατρο, ἀποδείχτηκε ἀβάσιμος. Τὸ δεύτερο τοῦτο μὲ τὴν ποιότητα τοῦ λόγου του καὶ μὲ τὴν ἀμεσότερη ἐπαφὴ τοῦ ἠθοποιοῦ μὲ τὸ θεατὴ ἔχει τὴ δική του ξεχωριστὴ ἀξία ποὺ δὲ μπορεῖ νὰ τὴ μειώσει ἢ νὰ τὴ σφετεριστεῖ ὁ κινηματογράφος. Κι αὐτὸ τὸ νιώθει ἀκόμη κι ὁ μέσος, δίχως σπουδαία αἰσθητικὴ παιδεία, ἄνθρωπος τῆς ἐπαρχίας ποὺ τρέχει νὰ δεῖ θέατρο μόλις ἐπισκεφτεῖ κάποιος θίασος τὴν πόλη του, ἀδιαφορώντας συχνὰ γιὰ τὸ ἔργο καὶ γιὰ τοὺς ἠθοποιούς: Τοῦ ἀρκεῖ ποὺ θὰ δεῖ τὸ θέατρο. (περισσότερα…)

Ραδιοαρβύλες και Σκούπες

*

του ΘΑΝΑΣΗ ΓΑΛΑΝΑΚΗ

Ἕνα ἀπὸ τὰ τελευταῖα θέματα τῆς τρέχουσας ἐπικαιρότητας ἦταν καὶ ἡ διένεξη ποὺ δημιουργήθηκε μεταξὺ τῆς σατιρικῆς/σχολιαστικῆς/κωμικῆς τηλεοπτικῆς ἐκπομπῆς “Ράδιο Ἀρβύλα” καὶ τοῦ ποιητῆ/ἐκδότη Γιώργου Ἀλισάνογλου, ἔπειτα ἀπὸ τὴ διακωμώδηση ποιήματος ποὺ ἀπήγγειλε ὁ τελευταῖος στὴν ΔΕΒΘ. Ὁ Ἀλισάνογλου κατήγγειλε μέσω μαίηλ ποὺ κοινοποίησε διὰ τοῦ προσωπικοῦ του λογαριασμοῦ στὰ μέσα κοινωνικῆς δικτύωσης τὸ ἀπόσπασμα αὐτὸ τῆς ἐκπομπῆς, ζητῶντας τὴν ὑποστήριξη τοῦ εὐρύτερου χώρου τοῦ βιβλίου καὶ τῶν παραγόντων του. Ὣς ἐδῶ τὰ πράγματα εἶναι κατανοητὰ καὶ ἔχουν καλῶς. Κι’ ἔχουν καλῶς διότι δὲν χρειάζεται κανεὶς κάποια ἰδιαίτερη καλλιέργεια (λογοτεχνικὴ ἢ ἄλλη), παρὰ ἐπιστράτευση τῆς κοινῆς λογικῆς, γιὰ νὰ καταλάβει ὅτι οἱ συντελεστὲς τῆς τηλεοπτικῆς ἐκπομπῆς ποὺ κάποτε χάριζαν στιγμὲς γέλιου (τουλάχιστον στὸν γράφοντα) κάνοντας σάτιρα καταστάσεων καὶ κακοδαιμονιῶν τῆς νεοελληνικῆς κοινωνίας (ὡς ΑΜΑΝ τότε), πλέον ἔχουν μετατραπεῖ σὲ ἕναν πολτὸ σαχλῆς ἀναπαραγωγῆς εἰδήσεων καὶ γεγονότων μὲ φαιδρὰ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀποτελέσματα, παράγοντας στὴν οὐσία μιὰ μαζικῆς στόχευσης ψευδοσάτιρα, ποὺ περισσότερο ἑδραιώνει τὰ στρεβλά (ἂν δὲν τὰ κανονικοποιεῖ κιόλας), παρὰ τὰ ἐξορθολογίζει ἢ/καὶ τὰ κατεδαφίζει, ὡς εἴθισται ‒ ἀπὸ κάτω πρὸς τὰ πάνω· κι’ αὐτὸ τὸ τελευταῖο ἔχει σημασία γιὰ ἐπίδοξους σατιριστές, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ θέση ἰσχύος βάλλουν πρὸς τοὺς ἀδύναμους ποὺ ἀνήμποροι ν’ ἀπαντήσουν βυθίζονται στὸ ὄνειδος τῶν πολλῶν, οἱ ὁποῖοι ἕνεκα κύρους τοῦ ἰσχυροῦ σατιρογράφου τρῶνε ἀμάσητη τὴ βολὴ στὸν σατιριζόμενο. Μεγάλο θέμα, ὡστόσο, ποὺ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ θίγεται. (περισσότερα…)