σύγχρονο ελληνικό διήγημα

Άταφες μνήμες

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

Λοιπόν, αγαπητέ μου, δε γνωριζόμαστε. Επιτρέψτε μου να συστηθώ. Φάνης. Το επίθετο; Δεν έχει σημασία. Χειραψία; Βλέπω διστάζετε να μου δώσετε το χέρι σας. Δεν πειράζει, καταλαβαίνω. Σε όλους μας έχουν μείνει κατάλοιπα από την εποχή του κόβιντ. Βαθιές πληγές, δεν είναι εύκολο να κλείσουν. Μην ανησυχείτε, δεν θα επεκταθώ. Άλλωστε τώρα πια ξέρουμε αρκετά.

Κάθε εποχή, αγαπητέ μου, έχει τις πληγές της. Η Ρόδος μετρά τις δικές της. Και δεν είναι μόνον οι πλημμύρες. Δεν υπάρχει σπίτι χωρίς κάποιο δράμα, μικρό ή μεγάλο. Πήγα να πω τα πάθη μου και βρήκα άλλα τόσα – έτσι έλεγε η μάνα μου. Τα δικά μου βάσανα δεν είναι σοβαρότερα από άλλων. Προβλήματα υγείας δεν έχω, οικονομικά τα φέρνω βόλτα, έστω και δύσκολα. Οπότε μην ανησυχείς, δεν πρόκειται να ζητήσω κάτι. Μόνο, αν θέλεις, μπορείς να ακούσεις τις φλυαρίες μου, ή έστω να προσποιηθείς, μου αρκεί. Άλλωστε κι εγώ πολύ συχνά προσποιούμαι. Όλοι υποκρινόμαστε. Τι να κάνουμε; Αυτή είναι η φυσική μας κατάσταση.

Τρεις μέρες τώρα είμαι κλεισμένος στο δωμάτιο. Νοιώθω ξεχασμένος – από ποιους; Προδομένος – υπερβολές. Χρόνια τώρα η ίδια πίκρα: επίμονη, ακαθόριστη. Το δωμάτιο: ίδιο κι αυτό με κείνο των παιδικών μου χρόνων, ασφυκτικό, με σημάδια υγρασίας ψηλά στους τοίχους. Τι κάνω εδώ μέσα; Συντηρώ την ύπαρξή μου με αναμνήσεις, ερμηνείες, διαβάσματα, γραψίματα – ελάχιστη παρηγοριά. Κάθε τόσο κάποια άσχετη κλήση – υπενθύμιση της μοναξιάς μου. Άσκοπο ξόδεμα ζωής; Ίσως. Όλες οι πράξεις είναι αυθαίρετες και μάταιες. Κάνουμε το ένα ή το άλλο από ανάγκη, συνήθεια ή προκατάληψη. Τι σημαίνει χρήσιμη ή άχρηστη ζωή; Δεν ξέρω. Ξέρω μόνο πως το να υπάρχεις είναι μια ανεξήγητη εμπειρία. Και σύντομη: μια αστραπή, ένα πυροτέχνημα.

Έξω βρέχει ακόμα. Η ίδια ιστορία ξανά. Δυο μέρες βροχής και να το αποτέλεσμα. Καταστροφή και διάλυση. Δρόμοι πνιγμένοι στη λάσπη. Αυτοκίνητα το ένα πάνω στο άλλο ανακατωμένα με καλάμια και σκουπίδια. Εκατοντάδες σπίτια και μαγαζιά πλημμυρισμένα. Μια γέφυρα συντρίμμια. Οδοστρώματα κομματιασμένα από την ορμή του νερού. Μια λαμπερή βιτρίνα και ένα θλιβερό παρασκήνιο. Και η αιτία; Η απληστία, αγαπητέ μου, κυρίως η απληστία. Ρέματα, χωράφια, λόφοι, βουνά, παραλίες – δεν άφησαν σπιθαμή άχτιστη, παντού βίλες και ξενοδοχεία. Όσο για τις υποδομές – πενήντα χρόνια ανάπτυξης και το νησί παραμένει τριτοκοσμικό. Τι είπατε; Υπερβάλλω; Ε τότε δεν έχουμε παρά να πάμε μαζί μια βόλτα στους δρόμους της πόλης. Δεν ξέρω  για σας αλλά εμένα με πιάνει η ψυχή μου με όσα βλέπω. Δρόμοι σακατεμένοι, με χιλιάδες λακκούβες, πληγωμένοι και χαρακωμένοι σαν σώματα που υποφέρουν και ζητούν βοήθεια. Όσο για τα πεζοδρόμια – ελάχιστα είναι της προκοπής, τα περισσότερα είναι διαλυμένα, ταπεινωμένα και βρώμικα.   (περισσότερα…)

Σταυριδάκι ή ζωάκι;

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Οι αληθινοί παράδεισοι είναι εκείνοι που έχουμε χάσει.
MΑRCEL PROUST

Ανεβαίνοντας την ανηφόρα του Αγίου Χριστοφόρου, απ’ την αριστερή πλευρά, και προσπερνώντας τα γκλουβισάνικα αχούρια του Πρίκωλου και του Βιτσέλια, έβλεπες μπρος σου το καφενείο του μπαρμπα-Νίκου.

Το θηλυκό κυπαρίσσι –με τ’ απλωμένα κλαριά– στην αυλή βούιζε απ’ τα τσιροπούλια τον χειμώνα κι απ’ τα τζιτζίκια το καλοκαίρι. Καρφωμένη στον κορμό του –σαν την επιγραφή στον σταυρό του Χριστού– η πινακίδα της στάσης του ΚΤΕΛ.

Λίγα τραπεζάκια και ξύλινες καρέκλες με ψάθινα καθίσματα περίμεναν τον Νάσο, τον Μήτσο, τον Δρόση, τον Χρήστο, τον Σπύρο, τον Λάμπρο, τον Οδυσσέα και τον Χαρίλαο να ξεκινήσουν την παράσταση: ν’ αλληλοτσακωθούν, ν’ αλληλοσκοτωθούν, ν’ αλληλοκεραστούν· να ορίσουν την ώρα που ο νεριάρης θ’ ανοίξει την βάνα στο δικό τους αυλάκι για να ποτίσουν· ν’ ανακατώσουν τα τραπουλόχαρτα, να βροντοχτυπήσουν τα πούλια στα τάβλια, να χύσουν στα ποτήρια τα ξίδια, να φλακιάσουν τις τσιγάρες τους και να πουν παλαιές ιστορίες με μισόκλειστα μάτια, για σπορές και γεννήματα, για προξενιά και παντρολογήματα, για κυνήγια και ψαρέματα.

Κατόπιν έρχονταν απ’ τ’ αχούρια τους οι Γκλουβισάνοι. Στα φτωχοκάλυβα τούτα οι αγρότες της Εγκλουβής –του ορεινού χωριού που βρίσκεται πίσω απ’ την Ελάτη– έμεναν προσωρινά, ώσπου να μαζέψουν τις ελιές τους. Κατέβαιναν απ’ το βουνό με κάτι πανύψηλα μουλάρια, που δάγκωναν αγριεμένα τα χαλινάρια τους.

Η πρώτη γυναίκα του παππούλη μου, η Κυριακή, ήταν απ’ την Εγκλουβή – Πατράλαινα. Ο θρύλος θέλει για κάποια πρόγονό της –την προ-προβαβά μου την Βαγγελιώ– να σκοτώνεται με δόλο από τ’ αδέρφια της ο Αργύρης ο ντελμαντζής, επειδή της είπε «τι άσπρο ποδάρι πόχεις, ωρή Βαγγελιώ». Για το Κοντρί του Αργύρη –που δεν είναι αυτό που δείχνουνε στο Δημοσάρι–  κάνει λόγο ο Βαλαωρίτης στο «Ξεριζωμένο δέντρο»:

Πέρνα, ποτάμι, μέριασε, σύρε να σκιάζεις άλλους,
εμέ μ’ επάτησε βαρύ ποδάρι ανδρειωμένου,
μ’ εστοίχειωσε το αίμα του, κ’ είμαι θεμελιωμένο,
για να φωνάζω ανάθεμα σ’ εκείνους που προδίνουν.
Είμαι τ’ Αργύρη το κοντρί, είμαι τ’ Αργύρη ο τάφος…

Όλα αυτά –και άλλα πολλά– συζητιόντανε στα καφενεία τότενες, λες και γινήκανε μόλις χτες και δεν συμβήκανε πριν κάτι αιώνες. Εκεί μάθαινες όλους τους αγίους –απ’ τα βλαστήμια– κι όλη την Πατριδογνωσία που δεν διδάσκονταν στο σχολείο. Εκεί βλέπαμε, καμιά φορά, το Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι και την Μάχη, με τον λοχία Σώντερς, πριν καταφθάσουν οι μεγάλοι. Η τηλεόραση του μπαρμπα-Νίκου ήταν η καλή νεράιδα με τ’ ασπρόμαυρα παραμύθια. (περισσότερα…)

Το Σημάδι του Λαζάρου

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

 

20 Οκτωβρίου 2024

Εκείνο το πρωινό του Οκτώβρη διάβασα την παρακάτω είδηση:

ΗΠΑ: Άνδρας εγκεφαλικά νεκρός ξύπνησε την ώρα που οι γιατροί του αφαιρούσαν τα όργανά του για δωρεά.

Ένα απίστευτο περιστατικό σημειώθηκε σε νοσοκομείο του Κεντάκι, όπου ένας 36χρονος άνδρας που είχε υποστεί ανακοπή και, σύμφωνα με τους γιατρούς, ήταν εγκεφαλικά νεκρός, ξύπνησε την ώρα που οι χειρουργοί του αφαιρούσαν τα όργανά του για δωρεά.

Η οικογένειά του Άντονι Τόμας «TJ» Χούβερ δήλωσε σε τοπικά ΜΜΕ ότι η περίπτωσή του εγείρει πολλά ερωτήματα σχετικά με τη διαδικασία για τη δωρεά οργάνων επισημαίνοντας ότι ο άνθρωπός τους βίωσε έναν αληθινό εφιάλτη. Ενώ ήταν νεκρός, σύμφωνα πάντα με το ιατρικό πρωτόκολλο, ξαφνικά, την ώρα που η ομάδα των χειρουργών του αφαιρούσαν τα όργανα, αναστήθηκε…

 

Πριν από τριάντα χρόνια

Η κηδεία του θείου μου του Λάζαρου θα ήταν μια τυπική κηδεία ενός ηλικιωμένου ανθρώπου αν δεν είχαν συμβεί εκείνα τα περίεργα σκηνικά κατά τη διάρκεια της νεκρώσιμης ακολουθίας. Ήμουν τότε είκοσι πέντε χρονών και οι εικόνες που αντίκρισα χαράχτηκαν πολύ βαθιά στη μνήμη μου.

Σαν άνθρωπος ο θείος Λάζαρος ήταν μονόχνωτος, αγενής και σκληρός με τους άλλους. Το μούτρο του ήταν μονίμως συνοφρυωμένο – και καλημέρα να του έλεγες μπορεί και να σε έβριζε. Είχε περάσει ολόκληρη τη ζωή του στα χωράφια, με τις καλλιέργειες και τα ζώα του. Η μπόχα που άφηνε στο πέρασμά του ήταν ανυπόφορη. Για αρκετά χρόνια πριν πεθάνει ζούσε σε μια παράγκα στο χωράφι του. Ακούστηκε πως τον είχε διώξει η θεία μου η Καλλιόπη. Κατά καιρούς ακούγονταν διάφορα. Υπήρχαν και φήμες που δεν ήθελα να τις πιστέψω  – το σενάριο να παρέσερνε ο θείος παιδιά στο κτήμα του και να ασελγούσε πάνω τους μου φαινόταν αδιανόητο. Τον βρήκαν πεθαμένο στην παράγκα και κάποιοι είπαν ότι τον σκότωσαν για τα υποτιθέμενα ή πραγματικά εγκλήματά του. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι ο θείος, ανάμεσα στ’ άλλα, ήταν τρομερά φιλάργυρος. Στην παράγκα, μέσα σε κουβάδες καλυμμένους με κοπριά βρήκαν σακούλες με πολλά εκατομμύρια δραχμές, τυλιγμένα σαν καρούλια, τα περισσότερα κατεστραμμένα από την υγρασία και τη μούχλα. Το ενδεχόμενο εγκληματικής ενέργειας αποκλείστηκε. Δεν βρέθηκαν σημάδια που να δείχνουν δολοφονία. Με βάση το πιστοποιητικό θανάτου ο θείος είχε πεθάνει από παθολογικά αίτια στα εβδομήντα του – «ανακοπή καρδιάς» έμαθα από τη θεία μου ότι έγραφε το επίσημο έγγραφο. (περισσότερα…)

H ωραία Ελένη

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Ωραία γυναίκα η Ελένη, όπως εκείνη της Τροίας. Την γλέπουν οι γέροι και τους τρέχουν τα σάλια. Την σκέφτονται οι νέοι και στεγνώνει το στόμα τους. Μπροστά της κι οι γυναίκες την παινεύουνε, και πίσω της κι οι πέτρες την φθονάνε: «Η ποίσα, η δείξα, μ’ ένα λουβί σκόρδο την περνάει και παρασταίνει την Βαλαωρίταινα!»

Και πράγματι, ψωμολύσσαγαν κι αυτήνη κι η μάνα της, απ’ όταν κατάπιαν τον πατέρα τα χώματα.

Τον έφαγε ο καημός του γιου του, που γύρισε απ’ τον πόλεμο κουτσαύλης, μανταλώθηκε στην κάμαρή του και κόσμο δεν ήθελε να ματαϊδεί. «Μωρέ καλέ, μωρέ χρυσέ, “Ήρωας Πολέμου” γράφει το χαρτί και κρύβεσαι, καημένε; Λογιέσαι εσύ σακάτης, πο’ ’δωκες το ποδάρ’ σ’ να περβατήσει η Ελλάδα;»

Αυτός να φουμέρνει στο ντιβάνι και να τηράει το ταβάνι ατάραχτος. Με το μπαστούνι θα χόρευε στο παν’ύρι τ’ Αϊ-Γιωργιού; Πώς θα ξανάπαιρνε αγκαλιά την αρρεβωνιαστικιά του την Τασούλα;

Πήρε τον γκρα αγκαλιά και παντρεύτηκε τον Χάρο.

Σήμαινε ολημερίς η καμπάνα…

Η Τασούλα παντρεύτηκε άλλον.

Βάραγαν οληνυχτίς τα νταούλια…

Τώρα, η Ελένη κι η μάνα της η Στάθαινα σφίξανε τα δόντια, σφίξανε τα μαντήλια, σφίξανε τα ζωνάρια. Κι απόμεινε η περηφάνια στην μία κι η ομορφάδα στην άλλη να τις βράσ’νε και να τις φάνε.

«Αχ, Ελένη, με τον καημό σου θα πεθάνω! Πού θα σ’ αφήκω, μωρή μαύρη, άμα πει και κλείσω τα μάτια μου;»

«Τσώπα, μάνα, κι έχει ο Θέος!»

«Χα!  Όπως είχε για τον πατέρα σου και τον αδερφό σου;»

Α, όλα κι όλα! Του Θεού δεν του χαριζόντανε η Στάθαινα. Μπορεί να μην έλειπε από λειτουργιά κι εσπερινό, μπορεί να κόλλαγε τα καντήλια απ’ όλα τα ξωκλήσα, μπορεί να νήστευε –αναγκαστικά το πιο πολύ– πριν τις μεγάλες γιορτάδες της χριστιανοσύνης, μπορεί να ξομολογιόντανε και να μεταλάβαινε τακτικά, να λιβάνιζε με το σουρίπωμα να φύβγουν οι διαόλοι, αλλά ο Θεός, αν ήθελε να ’ναι Θεός, έπρεπε να της βγάλει δίκιο κι αυτηνής. Έπρεπε να της δείξει το πάνδημον και μεγαλοπρεπές έλεός του: να στείλει μια καλή τύχη για την Ελένη, να πετάξει απάνουθέ της τα μαύρα, να ντυθεί νυφούλα και «να ’χει να μασήσει και να φτύσει», όχι με μία αλλά με δύο μασέλες. (περισσότερα…)

Η ευθεία

*

Όλος ο τόπος μου μια ευθεία –ήταν δεν ήταν– 300 μέτρα. Ξεκίναγε από την λίμνη και ανηφόριζε ως πάνω στην αγορά. Δεξιά και αριστερά σπαρμένα διάφορα μικρά πλινθόκτιστα σπιτάκια και προχειροφτιαγμένες υπαίθριες παράγκες όπου οι χωριάτες κατεβαίνοντας από τα βουνά πούλαγαν τα λιγοστά τους προϊόντα.

Σκληρή γη. Ήθελε πολύ κόπο, ιδρώτα και υπομονή για να δώσει τους λιγοστούς της καρπούς. Ελιές, λάδι, αμύγδαλα, χόρτα, κατσικίσιο τυρί και φακές. Αυτά κατέβαιναν και πουλούσαν οι χωριάτες και δεν έπαιρναν ανταμοιβή μόνο λεφτά αλλά και άλλα πράγματα που χρειαζόντουσαν. Καπνό, κρασί, ρύζι, ζυμαρικά, τραχανά και κανένα παστό ψάρι. Και αν πήγαινε καλά η μέρα, έπαιρναν και κανένα ζαχαρωτό για τα μικρά.

Αριστερά της λίμνης μικρά παραπήγματα ψαράδων που ψάρευαν στο ιβάρι και πωλούσαν κι αυτοί την ψαριά τους στην αγορά. Έντονη η μυρωδιά εκεί, λίμναζαν τα νερά και δεν είχε φτιαχτεί ακόμη το πέρασμα στη θάλασσα για να ανανεώνονται. Και οι ψαράδες τόσο ποτισμένοι σε αυτή τη μυρωδιά που όταν ανέβαιναν για να πουλήσουν τους ακολουθούσε κι αυτή και οι νοικοκυρές μύριζαν ότι έρχονται και έβγαιναν στα παραθύρια να τους περιμένουνε.

Δεξιά της λίμνης βάτα, βούρκος και καλαμιές. Και σε μια ξεραμένη σούδα το πρακτορείο μεταφορών. Φορτηγά μικρά και ταλαιπωρημένα, έβγαζαν μαύρο καπνό από καμένα λάδια και μπεζίνα και αγκομαχώντας μετέφεραν πράγματα και ανθρώπους ανεβασμένους στην καρότσα για τα μεγαλύτερα χωριά όπου μπορούσαν να πάρουν το λεωφορείο για την πόλη.

Μακρύτερα, ο βάλτος της Μπαλούς. Εκεί, πριν χρόνια, μια κακότυχη που την φωνάζανε Μπαλού –άγνωστο το πραγματικό της όνομα– έπεσε θύμα κάζου μιας παρέας αγοριών, που πάνω στη χαζομάρα της ηλικίας τους την έπεισαν ότι την αγάπησε ένας ξάδερφος του αρχηγού τους που έμενε στην μεγάλη πόλη και την είχε δει όταν είχε έρθει το καλοκαίρι και τους μήνυσε ότι θα την πάρει γυναίκα του. (περισσότερα…)

Ο άνδρας που μιλούσε με τους τοίχους

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

1

Γνώρισα κατά καιρούς ανθρώπους βασανισμένους, χτυπημένους από κάθε λογής συμφορές, άτομα που δεν μπόρεσα να μάθω την ιστορία τους και το παρελθόν τους. Τους έφερε η ζωή στο δρόμο μου και παρότι δεν μπόρεσα να τους βοηθήσω, έγιναν κομμάτι της εσωτερικής ζωής μου και της μνήμης μου.

Τον άνδρα που μιλούσε με τους τοίχους – έτσι τον θυμάμαι ακόμα – τον γνώρισα σε δύσκολη εποχή. Η γειτονιά είχε ρημάξει, πολλές συνοικίες το ίδιο – παντού σημάδια κατάρρευσης και παρακμής. Προσωπικά, πάλευα να κρατηθώ όρθιος, να παραμείνω αφοσιωμένος στη γυναίκα μου και στο παιδί, να αντέξω την περιφρόνηση – μήνες είχε να πατήσει άνθρωπος στο σπίτι.

Πρέπει να έμενε σε κάποιο σπίτι κοντά στο δικό μας – δεν μπόρεσα να εντοπίσω ποιό ακριβώς. Τον έβλεπα συνήθως βραδινές ώρες όταν γύριζα απ’ τη δουλειά. Τα ρούχα του ήτανε ταλαιπωρημένα – φόρμες που έμοιαζαν με πιτζάμες και τρύπιες χειμωνιάτικες παντόφλες. Τις πρώτες φορές δεν έδωσα σημασία. Με τον καιρό κατάλαβα ότι βάδιζε πάνω κάτω στον κεντρικό δρόμο, μέχρι κάποιο σημείο, λες και φοβόταν να απομακρυνθεί απ’ τη γειτονιά, σαν φοβισμένο παιδί που δίσταζε να βγει από τα μέρη που ήξερε.

Ήταν γύρω στο ένα ογδόντα, αδύνατος, καμπουριαστός. Φορούσε πάντα αθλητικό καπέλο και μiα φορά που τον είδα να το βγάζει διαπίστωσα πως ήταν καραφλός με λίγα μαλλιά στους κροτάφους και τον αυχένα. Δεν ήταν εύκολο να υπολογίσω την ηλικία του αλλά τον έκανα γύρω στα τριάντα πέντε. Το πρόσωπό του ήταν μονίμως σκυθρωπό, αγέλαστο και με ένα βαθύ παράπονο σαν κι αυτό που κάνει τα πρόσωπα των παιδιών έτοιμα να κλάψουν. Το βλέμμα του ήταν πάντα ριγμένο στο δρόμο, απέφευγε να το σηκώσει. (περισσότερα…)

Η Μάγδα και το σπίτι

*

της ΑΦΡΟ ΞΥΛΑΝΘΗΣ

Σ’ εκείνο το σπίτι όλα ήταν στραβά. Ο τοίχος ήταν στραβός, οι καρέκλες ήταν στραβές, ακόμα και το τραπέζι ήταν στραβό και με κάτι πόδια τεράστια, τόσο μάλιστα που όποτε ήθελε να στηρίξει τους αγκώνες της πάνω του, κατέληγε να στριφογυρνά στη θέση της και να βλαστημά. Η Μάγδα δεν είχε επιλέξει κανένα από τα έπιπλα του σπιτιού. Μετά τον τελευταίο της χωρισμό αναγκάστηκε να επιστρέψει προσωρινά στους γονείς της – προσωρινά, είχαν περάσει τρία χρόνια. Η επιστροφή στο σπίτι τους την πήγαινε πίσω στην εφηβεία της, όταν στη διπλανή πολυκατοικία κατοικούσε μια οικογένεια με τα διπλάσια χρόνια από τη δική τους. Οι γονείς είχαν βγει στη σύνταξη προ αμνημονεύτων χρόνων, αλλά η κόρη έμενε ακόμα μαζί τους. Τότε δεν το καταλάβαινε, το έβρισκε άθλιο και μάλλον ήταν, ιδίως εκείνες τις εποχές που οι περισσότεροι τριαντάρηδες αγόραζαν δεύτερο αυτοκίνητο και πήγαιναν διακοπές στη Μαγιόρκα. Στα τριάντα τέσσερα πλέον, η Μάγδα μετρούσε τις αποτυχημένες της σχέσεις και μέχρι και η ίδια λυπόταν τον εαυτό της. Στις περισσότερες, η μιζέρια είχε εισχωρήσει σαν νερό που έσταζε απ’ το ταβάνι, μια άκακη στάλα τη φορά, ώσπου στο τέλος όλα σάπιζαν.

Έμενε στον δεύτερο όροφο, οι γονείς της στον πρώτο, το μαγαζί βρισκόταν στο ισόγειο. «Όλα βολικά στο ίδιο οικόπεδο», έλεγαν οι γονείς της.  Στα χαρτιά, το μαγαζί ήταν δικό της. Οι γονείς της, όμως, θεωρούσαν ότι δεν είχε την πείρα που απαιτούσε η διοίκηση μιας επιχείρησης κι έτσι στην ουσία παρέμενε υπάλληλος. Δούλευε εκεί τα απογεύματα. Τα πρωινά, πήγαινε από σπίτι σε σπίτι και περιποιούταν νύχια, ενώ τα δικά της έμεναν πάντα απεριποίητα. «Καλά, ολόκληρο μαγαζί έχουμε», έλεγε η μητέρα της, «τι πας και κάνεις τη νυχού;». Η Μάγδα είχε μάθει τις φράσεις απ’ έξω: «Και το πτυχίο», θα συνέχιζε η μητέρα της, «τι το πήρες το πτυχίο;». Αν και οι γονείς της δεν της επέτρεπαν να πάρει αποφάσεις για το μαγαζί, η Μάγδα διαχειριζόταν τους λογαριασμούς, αφού εκείνοι δε θα το έκαναν ποτέ. Οι επιστολές από τους προμηθευτές, από τη Δ.Ε.Η., από την εφορία, από την τράπεζα και τις ασφαλιστικές μαζεύονταν σχηματίζοντας μια στοίβα. Κάπως έπρεπε να πληρωθούν. Θα έφτιαχνε τα νύχια όλων των κατοίκων της Αγίας Παρασκευής, αν χρειαζόταν.

Συνήθως ανέβαλλε να ετοιμαστεί για τη βάρδιά της στο μαγαζί και πήγαινε ένα λεπτό πριν την ώρα της. Γυρνούσε από τα ραντεβού και, παρά την κούρασή της, την κατέκλυζε μια ανάγκη ν’ ανακατατάξει τα πάντα. Έβγαζε όλα τα πορσελάνινα σερβίτσια και τα τύλιγε με σελίδες διαφημιστικών καταλόγων, με την ελπίδα να αγοράσει καινούργια χωρίς πουλιά και κότες ή μετέφερε το τραπέζι από την κουζίνα στο σαλόνι. Μα επειδή το σπίτι είχε τις ιδιομορφίες του, όπως τα τελειώματα των τοίχων σε καμπύλες αντί για γωνίες, τα περισσότερα πράγματα κατέληγαν στην αρχική τους θέση. Το ίδιο συνέβαινε και στους υπόλοιπους χώρους. Το μπάνιο είχε μια χάλκινη μπανιέρα στην άκρη, εντοιχισμένα ντουλάπια και πλακάκια στο χρώμα του σάπιου μήλου· ήξερε ότι δε θα κατάφερνε να τα ξηλώσει μόνη της. Το μονό, άβολο κρεβάτι, το κρεβάτι των παιδικών της χρόνων, επέστρεφε πάντα στη μέση της κρεβατοκάμαρας, δίπλα στο κομοδίνο από μαόνι, υλικό που οι γονείς της είχαν προτιμήσει για τα περισσότερα έπιπλα. Χωρίς να θέλει να παραδεχτεί την αδυναμία της να επέμβει στην πραγματικότητα, η Μάγδα επέμενε ότι η συρταριέρα ταίριαζε στον τοίχο αριστερά της εισόδου. Στην ίδια μεριά στο σαλόνι έστεκε ο καθρέφτης με τον σκαλιστό μπουφέ και μπροστά από την μπαλκονόπορτα βρισκόταν ο γκρίζος καναπές. Οι πίνακες με τα τοπία και τις βουκολικές σκηνές έπρεπε να παραμείνουν στον τοίχο, εφόσον ήταν δώρο της άτεκνης αποθανούσας θείας, που τους είχε κληροδοτήσει αρκετά χρήματα ώστε να πληρώσουν την προκαταβολή του σπιτιού – και η αλήθεια ήταν πως μόνον αυτήν είχαν πληρώσει. Η Μάγδα δεν θυμόταν καθόλου εκείνη τη θεία. Ο υπερμεγέθης πίνακας με το καΐκι που φαινόταν σαν να το κατάπιναν τα κύματα τής αρκούσε για να καταλάβει τι είδους άνθρωπος ήταν.      (περισσότερα…)

Παραμονή Χριστουγέννων 1914 μ.Χ. – Στα χαρακώματα της Φλάνδρας

*

Ο χειμώνας του 1914 έσφιγγε σαν θηλιά τα χαρακώματα της Φλάνδρας. Βρετανοί και Γερμανοί στρατιώτες αντίκριζαν ο ένας τον άλλο μέσα από τη λάσπη και το αίμα του Μεγάλου Πολέμου.

—Τη μάσκα θα τη φοράς κι όταν κοιμάσαι, κι όταν κατουράς, ακόμη κι όταν γαμάς! Ακούς, σκατόπαιδο, παλιομαλάκα; Θα σου σώσει τη ζωή!

Τα λόγια του λοχία Τσέισον Μπακ του 2ου Τάγματος «Γκόρντον Χάιλαντερ» αντηχούσαν ακόμη στ’ αυτιά του. Η μάσκα τον έπνιγε, δεν την άντεχε στιγμή. Στεκόταν φρουρός στο χαράκωμα, παρατηρώντας τις κινήσεις των Γερμανών απέναντι. Τις είχε μάθει πια απ’ έξω: την ακριβή ώρα που ο καθρέφτης έκανε σκοπιά, ποιος κάπνιζε, ποιος ούρλιαζε, ποιος έκλαιγε, ποιος αψηφούσε το κράνος με το γελοίο καρφί στην κορυφή.

Τους είχε δώσει ονόματα και τα ψιθύριζε μέσα του: Hans, Wilhelm, Friedrich… Η ομίχλη απλωνόταν απόκοσμη πάνω από τα άταφα πτώματα με τα ορθάνοιχτα μάτια και στόματα, παγωμένα σε αφύσικες στάσεις.

—Έεε, Νικ, πρόσεχε τους Φρίτσηδες απέναντι, έρχονται Χριστούγεννα και θέλω να γράψω στους δικούς μου, φώναξε ο Άντριου Χολμς τελειώνοντας τη σκοπιά του.

Και τότε, σαν από θαύμα, οι Γερμανοί άρχισαν να βγαίνουν από τα χαρακώματά τους. Αντί για όπλα κρατούσαν ένα έλατο. Το έστησαν και άρχισαν να το στολίζουν, περιμένοντας τους απέναντι να τους ακολουθήσουν.

O Tannenbaum, o Tannenbaum
Wie treu sind deine Blätter!
Du grünst nicht nur zur Sommerzeit
Nein, auch im Winter, wenn es schneit
O Tannenbaum, o Tannenbaum
Wie treu sind deine Blätter!
 
O Christmas Tree, O Christmas Tree,
How faithful are thy branches!
Thy leaves are constant ever green,
Not only in the summertime,
But in the winter’s frost and rime.
O Christmas Tree, O Christmas Tree,
How faithful are thy branches!

Έθαψαν μαζί τους νεκρούς τους. Αντάλλαξαν σοκολάτες με τσιγάρα. Έπαιξαν ποδόσφαιρο στη νεκρή ζώνη. Για λίγο, ο πόλεμος σώπασε.

Μα ο Άντριου Χολμς κείτεται τώρα νεκρός, με μια σφαίρα στο μέτωπο και τα πνευμόνια του δηλητηριασμένα. Δεν ήταν πια Χριστούγεννα.

ΠΕΤΡΟΣ ΓΚΟΛΙΤΣΗΣ

*

*

*

Ο μυστικός στρατός των Χριστουγέννων

Vincent van Gogh, Οι φτωχοί και το χρήμα (1882)

~.~ 

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Τον διάβολο δεν τον ενδιαφέρει τι κάνεις,
αλλά γιατί το κάνεις.

Πάω να πάρω τα γάλατα απ’ το δημαρχείο. Μια δουλειά που είναι να γίνει, ας γίνει. Θα τα φορτώσω στ’ αμάξι και μετά βλέπω τι θα τα κάνω.

Διαβαίνοντας την διασταύρωση, παραλίγο να τρακάρω μ’ ένα φάντασμα. Κόρναρα παρατεταμένα. Δεν πήρε είδηση. Μόνον το κασκόλ της πλατάγιζε στον αέρα, σαν γλώσσα προτεταμένη που με κορόιδευε.

Πολλές φορές την είχα δει, ασουλούπωτη και ξεδοντιασμένη, να κυκλοφορεί μ’ ένα σαραβαλιασμένο ποδήλατο στην πόλη σαν λάμπασμα. Ποια ήταν και πού πήγαινε δεν μ’ ενδιέφερε. Στα λίγα δευτερόλεπτα που καθρεφτιζόταν στα μάτια μου, σκεφτόμουν πως το ’σκασε από κάποιο ίδρυμα. Αν ήθελε να με καταραστεί ο Θεός, θα μ’ έκανε να γυρίζω έτσι –ανέστιος και πένης, ασουλούπωτος και ξεδοντιάρης– να σκιάζω τους περαστικούς με την παρουσία μου, όπως αυτή εμένα.

Πάρκαρα έξω απ’ τον δήμο να φορτώσω τα γάλατα.

«Παραμονή Χριστουγέννων, αδερφέ!» διαμαρτυρήθηκε ο αποθηκάριος. «Ημιαργία σήμερα, ετοιμαζόμουν να κλείσω».

«Σιγά, μωρέ, ούτε ο Χριστός για να γεννηθεί δεν βιάζεται τόσο!» τον κορόιδεψα εγώ, ενώ προσπαθούσα να φανταστώ πού θα μπορούσε να πήγαινε όταν σχολούσε αυτός ο κακομούτσουνος αποθηκάριος, που τον έκρυψαν, λες, εδώ, στο ζοφερό ετούτο υπόγειο, για έναν και μοναδικό λόγο: για να μην φαίνεται η ασχήμια του.

Εκείνος μου γύρισε την πλάτη και κατευθύνθηκε σε μια γωνιά της αποθήκης.

«Αυτά είναι, πάρτα κι άντε στο καλό!» είπε.

Ήταν πέντε χαρτονένιες κούτες, που εμπεριείχαν σαράντα οκτώ κουτιά γάλα εβαπορέ το καθένα. Μια παροχή βασισμένη σ’ ένα παλαιό άρθρο, που αφορά στους εργαζόμενους στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Αν μας έδιναν και μερικά κουτιά μέλι, θα μπορούσαμε να πούμε πως την περνάγαμε –και στην κυριολεξία– μέλι-γάλα στο δημόσιο.

Εγώ τον καφέ μου τον πίνω σκέτο. Σκέτο από ζάχαρη, γιατί μια κουταλιά γάλα την χρειάζομαι για να στρώσει η γεύση. Μα με μια κουταλιά γάλα σε κάθε καφέ που φτιάχνω, δεν τελειώνουν σ’ έναν χρόνο πέντε κούτες, με σαράντα οκτώ κουτιά ανά κούτα, δηλαδή διακόσια σαράντα κουτιά ετησίως. Για να τελείωναν, θα έπρεπε να έβαζα σε κάθε φλιτζάνι καφέ, μισό κουτί γάλα. Τότε, όμως, δεν θα ήταν καφές με γάλα, αλλά γάλα με καφέ.

Σκέφτηκα να χαρίσω μερικά κουτιά σε φίλους, σε γείτονες και σε γνωστούς, μα κανείς δεν τα ’θελε, γιατί ήταν μάρκα «κλάψε με», κι ας είχαν γεύση «μπόμπα».

Καλόμαθε ο κοσμάκης τελευταία – κωλόμαθε πες καλύτερα. Ένας πόλεμος μας σώζει, μια κατοχή, να πούμε «το ψωμί ψωμάκι», να δούμε «πόσα απίδια παίρνει ο σάκος» και «πώς το τρίβουν το πιπέρι του διαόλου οι καλογέροι».

Κάποιος πρότεινε να πάω τα γάλατα στην μητρόπολη. Τα δίναν, λέει, στους φτωχούς – μέρες που είναι. Μ’ αφού σε φτωχούς τα ’δινα κι εγώ και δεν τα ’παιρναν, σε πόσο πιο φτωχούς θα τα ’διναν εκείνοι για να τα πάρουν;

Κράτησα δυο κούτες για τον καφέ μου. Τις υπόλοιπες τις πήγα, τελικά, στην μητρόπολη, μα ήταν αργά και την βρήκα κλειστή. Ένας περαστικός είπε να τις αφήσω στην είσοδο και θα τις πάρουν αυτοί. Τώρα, αν κάποιος τις έκλεβε μέχρι αύριο, θα σήμαινε πως τις ήθελε πραγματικά, οπότε θα έφταναν στον παραλήπτη τους αδιαμεσολάβητες. (περισσότερα…)

Αιώνια λιακάδα, ο Χουάν

*

Πάνε δυο χρόνια από την τελευταία βροχή. Ο ήλιος λάμπει ακαταπόνητος παρά τις ανησυχίες, τις προβλέψεις, τις ικεσίες. Η χώρα θεωρείται επισήμως η πιο άνυδρη της Ευρώπης. Η Ευρώπη είναι το σημείο αναφοράς, κι όχι  μόνο για τις βροχοπτώσεις. Σε τέτοια ατμόσφαιρα άκρατης ηλιοφάνειας, τα προβλήματα φαίνονται συχνά μικρότερα. Σαν οπτικές οφθαλμαπάτες της ερήμου. Το φως τυφλώνει και ζεσταίνει, ο ασυννέφιαστος, γαλάζιος ουρανός μοιάζει με προστατευτική αγκαλιά. Ποιος μπορεί να υποφέρει όταν έξω ο καιρός είναι υπέροχος;

Ούτε κρύο, ούτε ζέστη. Μια ιδανική θερμοκρασία είκοσι βαθμών Κελσίου σύμφωνα με τις εμπειρικές μου μετρήσεις δεσπόζει εδώ και βδομάδες. Ανοίγω τα παράθυρα καθώς η σιωπή περιβάλλει το σπίτι και βλέπω την καταπράσινη πρασιά του γείτονα made in P.R.C[1] από ανθεκτικό πλαστικό να τείνει να φύλλα της στον ανύπαρκτο αέρα. Πίσω απ’ την πρασιά ακούγεται το γουργουρητό του συστήματος αυτοκαθαρισμού μιας πισίνας. Η δυνατότητα έξυπνης προσαρμογής προσφέρει εκπληκτικά πλεονεκτήματα. Στην περιοχή μας οι πωλήσεις συνθετικού χλωροτάπητα, πλαστικών λουλουδιών και τεχνητών δέντρων φτιαγμένων σαν  αληθινά, εκτοξεύθηκαν απ’ τον προηγούμενο χρόνο.

Το γεγονός πως ζούμε ανάμεσα σε νταμάρια όπου τίποτα δεν φυτρώνει, δεν εμποδίζει κάποιον να ξαπλώσει στη σκιά του συνθετικού κλώνου ενός πεύκου, αν και είναι αλήθεια πως οι περισσότεροι αγοραστές προτιμούν να διακοσμούν τους κήπους τους με ψιλόλιγνους φοίνικες τους οποίους συνδυάζουν συνήθως με ‒αειθαλείς‒ ανθισμένες βουκαμβίλιες. Η προσομοίωση βλάστησης έχει κάνει θαύματα σ’ αυτή τη σχεδόν ηφαιστειογενή περιοχή. (περισσότερα…)

Η Βερδίκω

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

«Να τον τσακίσ’νε οι δαιμόνοι, να τον πάρ’νε και να τον σ’κώσ’νε! Να μην βρίσκει τόπο να σταθεί, να μπει στο μνήμα και να μην λειώνει! Ανάθεμά τονε τον παλιοκερατά! Όπως με κατάστρεψε, να καταστραφεί κι εκειός…»

Ξεστομίζοντας βαρύτατες κατάρες η Βερδίκω, έγδερνε τα μάγουλά της κι άφηνε τα δάκρυά της να κατρακυλούν στις ρυτίδες του προσώπου της, να ποτίζουν το μαραμένο στήθος της και να μουσκεύουν το πολυκαιρίτικο χωριάτικο φόρεμά της, το περίκλειστο έως τον λαιμό, που έδειχνε –σύμφωνα με την λευκαδίτικη παράδοση– πως η γυναίκα ήταν ανύπαντρη.

Απότομο κι αναίτιο το ξέσπασμά της, όμως εμείς το ’χαμε συνηθίσει αυτό από χρόνια. Δεν υπήρχε φορά να την απαντήσουμε και να μην ακούσουμε να καταριέται τον γιο του Αλεγραμμά. Έσκουζε σαν κουρούνα, ρέκαζε σαν κατσίκι που το σφάζουν, λες κι όλα γίνηκαν χτες, κι ας πέρασε σχεδόν μισός αιώνας.

Κατόπιν, απότομα όπως ξεκίναγε, σταμάταγε. Η Βερδίκω σκούπιζε τα μάτια με την ανάστροφη του χεριού της και χαμογελούσε ηλιθιωδώς, η αγλύκαντη! Κι αυτό ακριβώς το χαμόγελο, σ’ ένα στόμα δίχως δόντια, έδειχνε την θλίψη απροσμέτρητη, όπως δείχνει απέραντη μια έρημος την μοναξιά.

Η έρημος, όμως, κατοικούσε από καιρό στο μυαλό της Βερδίκως. Δεν θυμόνταν παρά μονάχα όσα την πλήγωναν. Λες και δεν έζησε χαρές, λες και δεν είχε όνειρα, λες και δεν ήτανε ποτέ κορίτσι δροσερό, λες και γεννήθηκε γριά και μαραμένη, καταραμένη απ’ τα σπάργανά της, νανουρισμένη απ’ τις Μοίρες με το «αχ» και με τ’ «ανάθεμα».

Ζούσε, τι ζούσε; Λούφαζε όπως τ’ αλούπι στο Βλυχό, σ’ ένα καλύβι πέτρινο. Τι πέτρινο; Βολιός. Λιθάρια το ’να πάνω στ’ άλλο δίχως λάσπη αρμολογημένα, χωρίς παράθυρα, χωρίς τζάκι: κατάχαμα άναβε φωτιά κι έφευγε ο καπνός απ’ τα τσίγκα, που τ’ αναμέριζε μ’ ένα καλάμι να μην την πνίξει η αμπούρα. (περισσότερα…)

Το πανηγύρι των συγγενών

*

Με βάση κάποιες συγκεκριμένες αφορμές οι κόσμοι θ’ αναποδογυρίσουνε. Τουλάχιστον αυτό θα πρέπει να συμβεί. Δεν έχει τόση σημασία ο χρόνος που θα γίνει, όσο το αποτέλεσμά του.

Καθώς ο φλοιός της γης είναι σώμα κι όπως παθαίνει κορεσμό, σαν εκείνους που συμβαίνουν στ’ άμαθα στομάχια των ανθρώπων επιφέροντας τον εμετό του ξαλαφρώματος, χρειάζεται να έρθουν τα πάνω κάτω ή τα μέσα έξω. Με όποια σειρά το θέλετε εσείς, δεν επιμένω τόσο σε αυτό. Σ’ αυτό όμως που θα επιμείνω είναι ο τρόπος.

Ένα παράδειγμα τα πανηγύρια, που παλιότερα ήταν συγκέντρωση ανθρώπων. Ξενιτεμένων, κάτοικων, μόνιμων σε μια περιοχή και συγγενών. Στηνόταν το πανηγύρι υπαίθριο, πάντοτε, γιατί βόλευε και την μουσική που θα εξαπλωνόταν μες στο δάσος που θα γίνει, ημερήσιο καθώς σε έβγαζε κι απ’ τις κακοτοπιές, γιατί φανταστείτε να πίνατε έως πνιγμού κρασιά και άλλα αμαρτωλά οινοπνεύματα και να μην βλέπατε τον δρόμο που σας γυρνάει στο σπίτι, πράγμα φριχτό και λιγάκι χλευαστικό, δεν νομίζετε; Γιατί εγώ, που σας παρατηρώ, γελάω αληθινά όταν ο ένας προσπαθεί πάνω στη σούρα του να συγκρατήσει τον διπλανό, ενώ στο τέλος, και οι δυο σας κουτρουβαλάτε στα χαντάκια. Όχι δεν μιλώ για σας. Τούτο ήταν η αρχή, για φτάσω εκεί που θέλω∙ περάστε κι εσείς μαζί μου σαν αερικά, αδιάφορα αν και λίγο φιλοπερίεργα, ανάμεσα κόκκινων παρειών κι άδειων μποτιλιών με μπύρα∙ εδώ ο τόπος είναι ζεστός, γεμάτος κυπαρίσσια.

Και θέλω να ρωτήσω κάτι προτού θα συνεχίσουμε: γιατί τα κυπαρίσσια φυτρώνουν πιο συχνά από τα άλλα δέντρα, ας πούμε πεύκα ή έλατα, δρύες ή και πλατάνια; Και αφού φυτρώνουν εκεί που φύτρωσαν, γιατί οι άνθρωποι στήνουν τα πανηγύρια ανάμεσά τους με μικρόφωνα, πλανόδιους τραγουδιστές, ηχεία, τραπέζια πλαστικά και καρέκλες οι οποίες τρίζουνε με τα τέσσερα ποδάρια τους, καθώς και τα καρφώνουνε στο χώμα; Είναι ένα σημάδι θεϊκό, συμπαντικό ή μήπως θέμα τύχης; Αν και δεν ρώτησα ποτέ αυτούς που τραγουδάνε, μήπως και σ’ άλλες περιοχές συνάντησαν το ίδιο, δεν το πολυπιστεύω, θεωρώ πως την τιμητική την έχει αυτό το πανηγύρι. Ευτυχώς που σας έκοψε και τραβήξατε τα λιόπανα καταμεσής και δεν θα μας κάψει ο ήλιος, γιατί κανείς δεν θα μπορέσει να σκεφτεί για ό,τι θα πω πιο κάτω. (περισσότερα…)