Νίκος Καζαντζάκης

«Παναγούδα: θαυμάσια τοποθεσία για τη σκήτη μας»

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΩΑΝΤΩΝΙΟΥ

Στις 28 Νοεμβρίου 1914 ο Νίκος Καζαντζάκης και ο Άγγελος Σικελιανός μετρούσαν ήδη δέκα μέρες στο Άγιον Όρος. Το προσκύνημα και η αναζήτηση ενός λυτρωτικού δρόμου που από καιρό η ψυχή τους ζητούσε (αξεδίψαστη από τη δόξα που είχαν προαναγγείλει ο Όφις και το κρίνο ή ο Αλαφροΐσκιωτος), τους είχε φέρει μάλλον απροσδόκητα εδώ. Τρεις μόλις ημέρες μετά την συγκλονιστική και για τους δυο γνωριμία τους στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 1914, όπου ευθύς αναγνωρίστηκαν ως αδελφοί, σε μιαν εποχή που ένας ολόκληρος κόσμος γκρεμιζόταν (θυμίζω πως το φθινόπωρο εκείνο η Ευρώπη βυθιζόταν στο τέλμα ενός χωρίς προηγούμενο πολέμου), ένα λεύκωμα που τυχαία τράβηξε ο Καζαντζάκης από τη βιβλιοθήκη του Σικελιανού (αν πιστέψουμε τη μυθοποιημένη εκδοχή για την απόφαση του ταξιδιού, όπως στην «Αναφορά στον Γκρέκο» διαβάζουμε), τους είχε φέρει στο περιβόλι της Παναγιάς. Από τις 18 Νοεμβρίου που πήραν το καραβάκι για το Όρος (μετά από ένα τριήμερο στη Θεσσαλονίκη) ως τις 28 οι δύο νέοι φίλοι είχαν ήδη επισκεφθεί τις μονές Ιβήρων, Σταυρονικήτα και Παντοκράτορος.

Ξεκινώντας το πρωί της 28ης Νοεμβρίου από τη μονή Παντοκράτορος για να πάνε στην παρακείμενη (ρωσική τότε) σκήτη του Προφήτη Ηλία, το μονοπάτι τούς βγάζει στην Παναγούδα, στη δασώδη ασκητική περιοχή της Καψάλας, σε ένα ρημαγμένο κάθισμα της οποίας, πολλά χρόνια αργότερα (το 1979) επρόκειτο να εγκατασταθεί ο όσιος Παΐσιος. Η καταγραφή του Νίκου Καζαντζάκη (ο τίτλος που ήδη διαβάσατε) για εκείνη τη μέρα φαίνεται πως είναι μεταγενέστερη, γράφτηκε μάλλον όταν κοίταξε μετά από δεκαετίες ξανά το ημερολόγιό του, πάντως είναι πολύ πριν η εξηρτημένη από τη μονή Κουτλουμουσίου Παναγούδα πάρει την κατοπινή της δόξα εξαιτίας της παρουσίας του Παϊσίου. Σε μια απόληξη λοφίσκου, μέσα σε πυκνή βλάστηση, στον δρόμο από τις Καρυές προς την Ιβήρων, με το παλαιό εκκλησάκι του Γενέσιου της Θεοτόκου (εξ ου Παναγούδα), στη νοτιοανατολική γωνιά της καλύβης και μια πόρτα να βγάζει στην απλωταριά και τη μαγική θέα προς τις Καρυές, ήταν όντως «θαυμάσια τοποθεσία για τη Σκήτη» τους.

Δεν είναι αυτή η πρώτη ή η μόνη αναφορά του Καζαντζάκη στη φιλοδοξία για μια σκήτη. Από την πρώτη μέρα που βρέθηκαν στο Όρος, στις 19 Νοεμβρίου, στον δρόμο από τις Καρυές για τη μονή Ιβήρων, θαυμάζοντας το περιβάλλον, συνεπαρμένοι από το τοπίο αλλά και την ενδιάθετη μεταφυσική ροπή τους (που ξεκινά από την ασκητική αφοσίωση και φτάνει ως την επιθυμία για… ίδρυση θρησκείας), οι δύο φίλοι συζητούν την ιδέα της οργάνωσης μιας σκήτης. Την ιδέα την καταγράφει ο Καζαντζάκης για πρώτη φορά στην ημερολογιακή σημείωση εκείνης της ημέρας («Σκέψεις να χτίσομε μια σκήτη»), πριν προσθέσει λίγο παρακάτω: «Πρέπει να πάρομε μίαν απόφαση ριζική στη Μοίρα μας». Όταν βρεθούν δυο μέρες μετά στη μονή Σταυρονικήτα, βλέποντας το κοιμητήρι της μονής, ο Καζαντζάκης σημειώνει και πάλι: «Θαυμάσιο υπόδειγμα για τη σκήτη μου». Το αντίκρισμα της Παναγούδας είναι λοιπόν η τρίτη αναφορά για τη σκήτη. Και η τελευταία. Στις 29 Νοεμβρίου, το βράδυ, πριν κοιμηθούν στη μονή Καρακάλλου, συζητούν πλέον για κάτι πολύ σοβαρότερο: «για την ουσία της υπέρτατης επιθυμίας μας – να δημιουργήσουμε μια θρησκεία». Μια σκήτη φαντάζει πια χαμηλός στόχος. (περισσότερα…)

Νίκος Καζαντζάκης, Χριστός

*

τοῦ Γιώργου Παπανδρέου

Σὰν τὴ γλυκιά κατέβηκε ἁμαρτία
σιγὰ στὴ γῆς ἡ νύχτα ἀλαφροπόδα,
κι ἡ βραδινή σηκώθη μελωδία.
Κάπου σὲ κήπους μακρινοὺς δυὸ ρόδα
τρεμόπαιξαν καὶ μύρισε τὸ ἀγέρι·
κι αγάλια ἡ ἀσημοκάρφω οὐράνια ρόδα
μὲ τοῦ Θεοῦ κουνήθη τὸ ἅγιο χέρι·
τὰ σύμπαντα σαλέψα ὑποταγμένα
καὶ γελαστό τὸ πρῶτο ἐφάνη ἀστέρι.
Ἡ γῆς ἡ μάνα ἀχνογελάει παρθένα
στοῦ νυχταρσενικοῦ Θεοῦ τὸ χάδι
κι ἀνατριχιάζουν τὰ χλωρὰ σπαρμένα.
Καὶ κάθεται ὁ Χριστὸς μπρὸς στὸ πηγάδι
τῆς ἐρημιᾶς, σκυφτός, καὶ συλλογᾶται·
τὴ γυμνοστήθα νιὰ μὲς στὸ σκοτάδι
ἀκόμα τὴ γρικάει νὰ τοῦ δηγᾶται
γιὰ τοὺς πολλούς της ἄντρες, καὶ μὲ τρόμο
τὰ στήθια της, τὰ χείλια της θυμᾶται.
«Ἄχ, θὰ χαθεῖ στῆς ἀτιμιᾶς τὸ δρόμο!
Ὅλους νὰ μπόρουν, Θέ μου, τοὺς περάτες
ν ἀνοίξω τῆς Παράδεισος, τὸ νόμο
νὰ τὸν γλυκάνω πιά, κι ἀπὸ τὶς στράτες
ὅλες, καλές, κακές, νὰ ̓ρθοῦν, Πατέρα,
νὰ μποῦν στὸ ἀρχοντικό σου ὅλοι οἱ διαβάτες!» (περισσότερα…)

«Ξέρετε καλά τι μάταιο πράμα είναι η κριτική»: Μια ανέκδοτη επιστολή του Νίκου Καζαντζάκη

*

Μεταγραφή-Σχολιασμός:
ΖΩΗ ΚΑΤΣΙΑΜΠΟΥΡΑ

Στα αποσπάσματα της αλληλογραφίας του Μάρκου Τσιριμώκου (τα οποία έφτασαν στα χέρια του συνθέτη Χάρη Βρόντου τα χρόνια της στρατιωτικής του θητείας, όταν ένας  συστρατιώτης του πληροφορήθηκε ότι τον ενδιέφεραν τα… γραμματόσημα) περιλαμβάνονται και πέντε επιστολές του Νίκου Καζαντζάκη. Ο παραλήπτης των επιστολών Μάρκος Τσιριμώκος γεννήθηκε στη Λαμία το 1872, σε οικογένεια με  πολιτική δραστηριότητα, και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων και υπηρέτησε ως αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού, μέχρι το 1914. Μετά ανέλαβε διοικητικές θέσεις (Νομάρχης Κέρκυρας, Γενικός Διοικητής Χίου) και, από το 1924 και μετά, έγινε Διευθυντής της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Ασχολήθηκε από νωρίς με τα γράμματα και συνεργάστηκε με  τα περιοδικά Τέχνη, Παναθήναια, Νέα Εστία, Γράμματα, Νουμάς, κ.ά. Το ποιητικό του έργο (κυρίως υπό το ψευδώνυμο Στέφανος Ραμάς) περιλαμβάνει αρκετές συλλογές παρνασσικής διάθεσης (Δεκατρία σονέτα, 1914, Εκ Βαθέων, 1927, Ώρες του Δειλινού, 1930,  Δεκάστιχα και βιλανέλες, 1933) και μεταφράσεις των Λεκόντ ντε Λιλ, Σέλλευ, Γκέτε, Χάινε (Ξένα Ποιήματα). Ασχολήθηκε και με μελέτες: Τα παλιά και τα καινούργια (1904), Λοξοί στρατοκόποι (1909), Αν είχαμε παιδεία ελεύθερη (1912), Ιστορία του Εκπαιδευτικού Ομίλου (1927), Ποιητική Τέχνη (1934). Κοινωνικά δραστήριος άνθρωπος, υπήρξε από τους ιδρυτές του κοινωνικού και εκπαιδευτικού συλλόγου «Εθνική Γλώσσα» (1905) και αργότερα του «Εκπαιδευτικού Ομίλου» (1910). Πέθανε το 1939.

Ο Καζαντζάκης έγινε μέλος του περίφημου Εκπαιδευτικού Ομίλου το 1910, και με την υπόδειξη και την υποστήριξη του Ίωνα Δραγούμη,  γραμματέας του.[1] Μάλλον δεν υπήρχε από πριν γνωριμία με τον Τσιριμώκο, καθώς ο Καζαντζάκης εγκαταστάθηκε στην Αθήνα μόλις το 1910,  η συγκεκριμένη όμως στον Εκπαιδευτικό Όμιλο δείχνει να κράτησε, αρκετά θερμή, για αρκετά χρόνια.

Δεν έχω τη δυνατότητα να ερευνήσω στο αρχείο του Καζαντζάκη για αντίστοιχες επιστολές του Τσιριμώκου. Στο προσεχές έντυπο τεύχος του Νέου Πλανόδιου θα παρουσιάσω και τις πέντε σωζόμενες επιστολές του Καζαντζάκη. Στην παρούσα ανάρτηση προδημοσιεύεται μία εξ αυτών, η τρίτη κατά σειρά, με τον συνοδευτικό της σχολιασμό. Ακολουθείται η ορθογραφία και στίξη του συγγραφέα. – Ζ.Κ.

~.~

Επιστολή από το Γκόττεσγκαμπ

Gottesgab, 25-12-31

Αγαπητέμου κ. Τσιριμώκο,

Σίγουρα τα  «Σονέτα» Σας είναι το καλύτερο ωστόρα ποιητικό έργο Σας.

Σας χαίρουμαι, αληθώς, που, καθούμενος σε μια δημόσια υψηλή καρέκλα, DESABUSE[1] απ’ όλα, γιατί είδατε τα σύνορα που στενέβουν κ’ εξεφτελίζουν όλες τις ιδέες και τις φιλοσοφίες, κατορθόνετε να δουλέβετε με τόση τεχνική αρτιότητα και ψυχική αφοσίωση το βαθύτερο απ’ όλα τα παιχνίδια που βρήκε ωστόρα ο άνθρωπος – το στίχο.

Σας απόμεινε μονάχα – τελευταία Σας ανώτατη συντροφιά – το ιερό ζεβγάρι – η αγάπη κι ο θάνατος και με τις δυο αυτές υψηλές, αναπόφευκτες ανάγκες του ανθρώπου έχετε τη δύναμη και  παίζετε, κλαίγοντας, γελώντας και να τις θρονιάζετε εκεί που μονάχα τους αξίζει – στο στίχο.

(περισσότερα…)

Η χαρά στην Οδύσσεια του Καζαντζάκη

*

του ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ Ι. ΤΖΑΝΟΥ

«Μερονυχτού γεμίζεις τη χαρά και γεμισμό δεν έχει!»
ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ, Οδύσσεια (Δ 948)

01| Αν και δεν θα ήταν στις προθέσεις του, ο Νίκος Καζαντζάκης (1883-1957) έγραψε την Οδύσειά του (1938)[1] σε μια γλώσσα που, μοιάζοντας κατά κάποιον τρόπο με το πρότυπό της, δεν μιλήθηκε, τουλάχιστον ως προς την έκταση του γλωσσικού πλούτου της. Η ανεξάντλητη δεξαμενή λέξεων της Οδύσειας έκανε, αυτομάτως, κάποιους διανοούμενους ή μη να φερθούν σαν τους μαθητές εκείνους που, αμήχανοι μπροστά στην άγνωστή τους αρχαία ελληνική γλώσσα, λοιδορούν τα κείμενά της. Προτού εκδοθεί η Οδύσσεια, το περιοδικό Νέα Εστία είχε δημοσιεύσει πλαστούς στίχους της ξαφνιάζοντας τον Καζαντζάκη: «Εγώ ποτέ δεν της έδωκα, πού τους βρήκε;» γράφει σε γράμμα του στον Παντελή Πρεβελάκη[2]. Όπως έδειξα σε παλαιότερη εργασία, ο φαρσέρ, που παραπλάνησε τον διευθυντή της Νέας Εστίας Γρηγόριο Ξενόπουλο, ήταν ο Γεράσιμος Γρηγόρης. Ο Καζαντζάκης έστειλε τον επόμενο χρόνο διευκρινιστικό γράμμα στο περιοδικό, αλλά ο πλαστογράφος δεν είχε ανακαλυφθεί· ο Ξενόπουλος αναρωτιόταν μήπως είναι ο Ναπολέων Λαπαθιώτης[3]. Αργότερα, στο πνεύμα της αμφισβήτησης του καζαντζακικού έργου, ο Δημήτρης Χατζής, μάλλον για λόγους που δεν έχουν να κάνουν αμιγώς με τη λογοτεχνία, αστειεύτηκε στο διήγημά του «Η διαθήκη του καθηγητή» με την περιβόητη «κρητική ματιά». Περιγράφοντας κάποιο πρόσωπο του διηγήματος, λέει: «Ήταν ένας κρητίκαρος ίσαμε το νταβάνι και – το ξέραν όλοι – δε χάριζε κάστανα σε κανέναν – η κρητική ματιά!…»[4].

Με σκοπό να υποβοηθήσει την έκδοση του έπους του, ο Καζαντζάκης συνέγραψε ένα κατατοπιστικό κείμενο με την υπόθεσή του. Αφού διασαφηνίσει ότι η δική του Οδύσσεια, αποτελούμενη από 33.333 δεκαεπτασύλλαβους στίχους, ξεκινά από εκεί όπου τελειώνει η Οδύσσεια του Ομήρου, γράφει για τις τέσσερις πρώτες ραψωδίες τα ακόλουθα:

«Ο Οδυσσέας, αφού σκότωσε τους μνηστήρες, πλαντούσε μέσα στο μικρό του νησί· δε χωρούσε πια στη γυναίκα, στο γιο, στους παλιούς θεούς του, στην πατρίδα, κι αποφάσισε να φύγει πάλι από την Ιθάκη και να επιχειρήσει το στερνό του, το αγύριστο ταξίδι.

»Διάλεξε λοιπόν μερικούς συντρόφους όπως τους πεθυμούσε: ψυχές γενναίες και λεύτερες, σώματα γερά, σκάρωσε καινούριο καράβι, πάντρεψε το γιο του με τη Ναυσικά για να του κάμουν εγγόνι να μη χαθεί η γενιά του, κι ένα πρωί έκαμε πανιά κι ανοίχτηκε στο πέλαο.

»Άρχισε το μέγα στερνό ταξίδι. Άραξε πρώτα-πρώτα στο λιμάνι της Σπάρτης, ανέβηκε στην ξακουσμένη πολιτεία, γλίτωσε τον παλιό του συμπολεμιστή Μενέλαο από την ανταρσία του λαού, έφαγε κι ήπιε και κουβέντιασε μαζί του, άρπαξε την Ελένη, που πλαντούσε κι αυτή μέσα στη νέα ασήμαντη καθημερινή ζωή, κι έφυγε μαζί της»[5]. (περισσότερα…)

Εκδηλώσεις χαράς στην Οδύσσεια του Καζαντζάκη

*

του ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ Ι. ΤΖΑΝΟΥ

«Πασίχαρο κελάηδαε το νερό στα μαγληνά χοχλάδια»[1]
Ν. ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ, Οδύσσεια (Η 1120)

01.  Ο Νίκος Καζαντζάκης (1883-1957) θεωρούσε την Οδύσσειά του (1938)[2] ως το κορυφαίο έργο του. Αν, λοιπόν, οι συγγραφείς αναγνωρίζουν τον εαυτό τους σε κάποιο από τα έργα τους, το καλύτερό τους γι’ αυτούς ή όχι, για τον Καζαντζάκη το έργο αυτό θα ήταν, ασφαλώς, η Οδύσσεια. Στη διάρκεια της επίσκεψής του στη Σοβιετική Ένωση, συμμετέχοντας στον εορτασμό των δεκάχρονων της Οκτωβριανής Επανάστασης, εξομολογήθηκε σε γράμμα του στον Παντελή Πρεβελάκη ότι διάγει τον βίο του σαν να είναι ένας από τους ναύτες του δικού του Οδυσσέα. Γράφει στον Πρεβελάκη:

«Το ξέρεις καλά, Παντελή, ο δικός μου αρχηγός δεν είναι κανένας από τους τρεις αρχηγούς των ανθρώπινων ψυχών· μήτε ο Φάουστ, μήτε ο Αμλέτος, μήτε ο Δον Κιχώτης· αλλά ο Δον Οδυσσέας! Μέσα στο καράβι του ήρθα στη Σοβιετική Ένωση. Δεν έχω την άσβηστη δίψα της δυτικής διάνοιας, μήδε ταλαντεύουμαι ανάμεσα στο ναι και στο όχι για να καταλήξω στην ακινησία, μήδε κατέχω πια τη γελοία και υπέροχη ορμή του ευγενικού αγωνιστή των ανεμόμυλων. Είμαι ένας ναύτης του Οδυσσέα, με καρδιά φλεγόμενη και πνέμα ανήλεο και λαγαρό· όμως όχι του Οδυσσέα που γυρίζει στην Ιθάκη, παρά του άλλου, που γύρισε, σκότωσε τους εχτρούς, αλλά πλάνταζε στην πατρίδα και πήρε μια μέρα τα πέλαγα. Είχε ακούσει στο Βορρά, μέσα στην υπερβόρεια καταχνιά, μια καινούρια Σειρήνα. Τη Σλάβα Σειρήνα. Ιδού εμείς τώρα μπροστά της, χωρίς να βουλώνουμε τ’ αυτιά μας, χωρίς να δενόμαστε στο κατάρτι, πηγαίνοντας πάνω-κάτω στο καράβι μας, λεύτεροι. Ακούμε το θαμαστό τραγούδι και κρατούμε την ψυχή μας ανέγγιχτη. Ο καπετάν Οδυσσέας, ασάλευτος στην πλώρη, φωνάζει: Ε, συντρόφοι! Ανοίχτε τα μάτια, τ’ αυτιά, τα ρουθούνια, το στόμα, τα χέρια· ανοίχτε το μυαλό· γεμίστε τα σπλάχνα σας!»[3]. (περισσότερα…)

Απαραγνώριστα αμερικανικό

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 11:24
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Ακούγεται ίσως παράδοξο, αλλά δεν είναι. Από πολλές πλευρές η αμερικανική κοινωνία είναι αρχαϊκότερη, παραδοσιακότερη των ευρωπαϊκών. Ο κοινοτισμός της, η θρησκευτικότητα, η λαϊκή κουλτούρα, ο πατριωτισμός και οι ποικίλοι τοπικισμοί, το αγωνιστικό πνεύμα που διαποτίζει κάθε έκφανση της συλλογικής ζωής από τα σπορ ώς την οικονομία, μέχρι και η ομιλούμενη αγγλική σε ορισμένα μέρη, περισώζουν έθη και στάσεις και τελετές που στην Ευρώπη έχουν χαθεί εδώ και δεκαετίες.

Ακόμη και στις πιο χάι τεκ περιοχές της χώρας υπάρχει κάτι το απαραγνώριστα αμερικανικό, σε αντίθεση με τον άψυχο κενό κοσμοπολιτισμό που συναντά κανείς στην ολότελα εκτουρισμένη Ευρώπη. Η τεράστια πολιτισμική γοητεία που ασκούν οι ΗΠΑ σε όλον τον κόσμο οφείλεται κατά μεγάλο μέρος σε αυτήν την αυθεντικότητα του λαϊκού στοιχείου που φαίνεται να αντέχει παρά την εμπορευματοποίηση και τον εκχρηματισμό των κοινωνικών σχέσεων.

Κατά κάποιο τρόπο που αξίζει να τον μελετήσουμε, ώς και ο καπιταλισμός στις ΗΠΑ έχει λαϊκό πρόσημο, είναι κομμάτι της ζώσας ιστορίας, όχι μόνο ψυχρός κηδεμόνας της.

///

Ιδιωτικές φωτογραφίσεις που διαρρέουν, έγγραφα καταχωνιασμένα, γράμματα απόρρητα, ντροπιαστικά μυστικά… Σε σχέση με τον παραδοσιακό, αναλογικό κόσμο που μας περιβάλλει, ο κυβερνοκόσμος αποδεικνύεται πολύ λιγότερο εχέμυθος. Όμως δεν είναι αυτή η κύριά του πρωτοτυπία. Για πρώτη πρώτη φορά στην παγκόσμια ιστορία, δεν είναι μόνο οι από πάνω που παρακολουθούν τους από κάτω – πλέον γίνεται ευχερώς και το αντίστροφο. Η ηλεκτρονική δικτύωση μάς έχει κάνει όλους περίοπτους στα εταστικά βλέμματα, έκθετους στη φιλοπεριέργεια των οικείων και την επιβουλή των εχθρών, αθέλητους ηθοποιούς σ’ έναν πλανητικό θίασο. Οι ερωτικές μας περιπτύξεις, οι μοχθηρές ή ανάλαφρες ακριτομυθίες και οι όζουσες συναλλαγές μας είναι τα νέα θεάματα και ακροάματα αυτού του θιάσου – ένα οικουμενικό reality όπου υποδυόμαστε όλοι θέλοντας και μη τον εαυτό μας.

/// (περισσότερα…)

Χαμένες ψευδαισθήσεις

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 04:24
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Από τον Μπαλζάκ ώς τον Όργουελ, η θέση ότι η ελευθερία του λόγου δεν είναι παρά αυταπάτη, κομπορρημοσύνη του λεγόμενου πεφωτισμένου κόσμου, αποτελεί κοινό τόπο στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία. Χαμένες ψευδαισθήσεις τιτλοφόρησε ο πρώτος το κορυφαίο μυθιστόρημά του, ένα από τα τέσσερα-πέντε σπουδαιότερα όλων των εποχών, όπου ανατέμνει ανηλεώς το κιβδηλοποιείο του παρισινού τύπου γύρω στα 1840. Και ο Όργουελ το 1945 γράφει για τη «φιλελεύθερη» Βρετανία:

«Το πιο ζοφερό με τη λογοκρισία στην Αγγλία: σε μεγάλο βαθμό είναι εθελοντική. Οι αντιδημοφιλείς ιδέες αποσιωπώνται και τα άβολα γεγονότα παραμένουν στο σκοτάδι, χωρίς να χρειάζεται γι’ αυτό καμιά επίσημη απαγόρευση».

Για τη βιομηχανία της ενημέρωσης, η «αλήθεια» είναι σαν την Καταρίνα Μπλουμ του Χάινριχ Μπαιλ. Δεν έχει τιμή, μόνον τιμή πωλήσεως.

~.~ (περισσότερα…)

Άλλες Οδύσσειες

*

Ι. Πάνω σ’ ένα ξένο Άσμα

Ξεκινήσαμε τα ξημερώματα
ή μάλλον στα τρίσβαθα της νύχτας
κι ο ήλιος –μεσημέρι καθώς ήταν–
καψάλιζε τις πλάτες. Και λίγο λίγο
κοκκίνησαν τα δέρματα και μοιάζαμε
με τους δαρμένους δούλους
που αφήσαμε ξοπίσω.

Κάποια στιγμή για ν’ αποδιώξουμε τη θλίψη
σκεφτήκαμε να πούμε τι θα κάναμε
όταν γυρίζαμε στα σπίτια – τι ελπίζαμε
να ξαναγεννηθούμε.

Κι ο πρώτος είπε ας φτάσουμε και βλέπω,
ο δεύτερος νοστάλγησε τον πόλεμο
καθώς μέσα του είχε αλλάξει
κι ο τρίτος, εγώ εκείνος δηλαδή,
ευχήθηκα ν’ αναπαυθώ στον θρόνο. (περισσότερα…)

«Κάτι ανίδεοι τύποι…»

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 11:23
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Τέσσερις φίλοι, ένας οινοποιός, ένας γευσιγνώστης, ένας ιστορικός της αμπελουργίας κι ένας απλός εραστής του κρασιού, τα πίνουν.

– «Δοκιμάστε αυτό, φίλοι μου, δεν θα βρείτε καλύτερο. Δική μου παραγωγή!» λέει ο οινοποιός γεμίζοντάς τους με υπερηφάνεια τα ποτήρια. «Και ξέρετε τι λένε: Όσα ξέρει ο νοικοκύρης, δεν τα ξέρει ο κόσμος όλος!»

– «Δεν θέλω να σου πάω κόντρα, αγαπητέ», του απαντάει εύθυμα ο γευσιγνώστης μετά την πρώτη γουλιά. «Το κρασί σου είναι θεσπέσιο πράγματι, όμως ξέρεις τι άλλο λένε: “Αν δεν παινέψεις το σπίτι σου, θα πέσει να σε πλακώσει!” Εμείς στη δική μας τη δουλειά είμαστε πιο αντικειμενικοί επειδή συγκρίνουμε. Άρα πιο αρμόδιοι να κρίνουμε».

– «Φίλτατοι, φίλτατοι, πόσο έξω πέφτετε και οι δύο!», πετάγεται ο ιστορικός. «Επειδή ζείτε κι οι δυο με πάθος το παρόν του επαγγέλματός σας, βασίζεστε στη γνώμη σας, που την θεωρείτε προσωπική και κατακτημένη με άσκηση και με κόπο. Όμως αιώνες πολλοί και αμέτρητες γενιές ανθρώπων εργάστηκαν για να φτιάξουν τις ποικιλίες και τις κράσεις των οποίων αυτήν την έξοχα εκλεπτυσμένη και εξευγενισμένη παραλλαγή έχουμε σήμερα τη χαρά να απολαμβάνουμε. Είναι η παράδοση που αποφασίζει πριν από μας για μας τι μας αρέσει!»

– «Δεν ξέρω τι ’ναι αυτά που τσαμπουνάτε εσείς οι επαγγελματίες», τον διακόπτει ο τέταρτος της παρέας. «Αυτό που ξέρω είναι ότι δίχως εμάς τους απλούς κρασοπότες, όλοι σας τώρα θα ψάχνατε για δουλειά. Έλα!» λέει στον οινοποιό, «ξανακέρνα μας! Τι είναι καλό το αποφασίζουν πάντα κάτι ανίδεοι τύποι σαν κι εμένα. Κι αυτό εδώ, σας δίνω τον λόγο μου, είναι αληθινό νέκταρ!»

~.~ (περισσότερα…)

Νίκος Καζαντζάκης, Μέγας Αλέξαντρος

*

Στης Νίκης το σγουρό κεφάλι ανοίγει
το ροδαλό σκουλήκι του θανάτου·
στο διάφανο κορμάκι του τυλίγει,
τυφλό, βουβό, τους νιους, τις νιες, και κάτου
βαθιά η ψυχή κατασταλάζει αγάλια
κοπριά αλαφριά στην άπατη κοιλιά του.
Κι απόψε ορθό στα ξακουστά μασγάλια,
στα λασπερά, πηχτά νερά του Εφράτη,
μες στης αθανασιάς την ούρια αγκάλια,
θωράει να ξεψυχάει τον κοσμοκράτη.
Κλαιν στις αυλές, βογκούν οι βετεράνοι
στο βραδινό, το μυρωδάτο μπάτη,
οι ρηγικές γαλέρες στο λιμάνι,
οι αϊτοί οι μακεδονίσιοι οι κοσμογύροι,
τ’ αλόγατα, οι γυναίκες, οι βαρδιάνοι,
κλαιν και κοιτούν ψηλά στο παραθύρι.
Στους σκοτεινούς θεούς της γης θυσία
το ιερό ξανθό κεφάλι του έχει γείρει
κι η χήρα το χαδεύει αθανασία.
Μες στη βαριά του ανέλπιδου ζαλάδα
το αδρό μελαχρινό της στήθι η Ασία
χτυπάει κι αναγερτή κρατάει λαμπάδα·
κι αμίλητη, κλιτή στ’ ορθό κοντάρι,
αιώνια το γιο ’ποχαιρετάς, Ελλάδα! (περισσότερα…)

Μελέτες για ένα πολύτροπο έργο

της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη

Χριστίνα Αργυροπούλου, Καζαντζακικά μελετήματα:
Νίκος Καζαντζάκης ένας χαλκέντερος και πολύτροπος
δημιουργός, Εκδόσεις Έναστρον, Αθήνα 2020, σ. 390.

Ο Νικηφόρος Βρεττάκος διατείνεται ότι «Για να δώσουμε τον Καζαντζάκη όπως είναι, πρέπει να συνεργαστούμε κι οι τρεις: Ο Καζαντζάκης, ο εκτιμητής μελετητής του κι ο αναγνώστης του. Είναι από τους συγγραφείς που πρέπει να τους βοηθήσεις στην εξομολόγησή τους. Να κοιταχτείς μαζί τους πρόσωπο με πρόσωπο. Το ενδιαφέρον τους δεν βρίσκεται στην κραυγή τους, αλλά και στον τρόπο, που στριφογυρίζει και αγωνίζεται το στόμα τους για να εκστομίσει αυτή την κραυγή.»[1]. Νομίζω ότι αυτό κάνει και η Χριστίνα Αργυροπούλου, παρακινώντας κι εμάς να κοιταχτούμε πρόσωπο με πρόσωπο με τον πολυσχιδή δημιουργό. Η ίδια το πράττει εδώ και χρόνια ως λάτρις του συγγραφέα, μελετήτρια του έργου του και εισηγήτρια συνεδρίων γι’ αυτόν. Το 2008 επιμελήθηκε το βιβλίο Νίκος Καζαντζάκης και εκπαίδευση[2], όπου συνέγραψε το κεφάλαιο: «Ο Καζαντζάκης και η παιδική λογοτεχνία». Το παρόν βιβλίο αποτελεί ακριβώς το απόσταγμα αυτής της μακροχρόνιας μελέτης.

Η Χριστίνα Αργυροπούλου θεωρεί ότι «Ο Καζαντζάκης εσκεμμένα ταυτίζει το ανθρώπινο με το θείο, το πραγματικό με το φανταστικό, τον παππού με την Ανάληψη του Χριστού…» (σ. 91), θεωρεί ότι μετουσιώνει στο έργο του τις φιλοσοφικές επιδράσεις του Νίτσε επισημαίνοντας ότι «στην Ασκητική περνάει από την υπέρβαση, από τον παντοδύναμο άνθρωπο, στο τίποτα, στο μηδέν» (σ. 92). Τον αποκαλεί «κυνηγό ιδεών», που ως άλλος Οδυσσέας ταξιδεύει, αναζητάει, οραματίζεται, παθιάζεται, απογοητεύεται, αναζητά δύναμη από τις κρητικές ρίζες του. (περισσότερα…)

Καλλιόπη Αβραάμ, Η παρουσία του Οδυσσέα στον Καζαντζάκη και τον Σεφέρη

 *

Αφιέρωμα στον Γιώργο Σεφέρη   [ 7 / 9 ]

Σε συνέχεια της μικρής παράδοσης των χριστουγεννιάτικων αφιερωμάτων του δικτυακού Νέου Πλανόδιου, οι τελευταίες αναρτήσεις της χρονιάς τιμούν τον Γιώργο Σεφέρη, από του οποίου τον θάνατο συμπληρώθηκε εφέτος ήμισυ αιώνος (1971-2021). Από τις 23 Δεκεμβρίου ώς την Πρωτοχρονιά γράφουν διαδοχικά οι Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Γιώργος Κεντρωτής, Κώστας Χατζηαντωνίου, Χρήστος Δ. Αντωνίου, Ανθούλα Δανιήλ, Αγάθη Γεωργιάδου, Καλλιόπη Αβραάμ, Γεωργία Τριανταφυλλίδου και Κώστας Κουτσουρέλης. Τα περισσότερα από τα κείμενα του αφιερώματος ανακοινώθηκαν στην Κύπρο, κατά το πρόσφατο Ε΄ Σεφερικό Συμπόσιο της φιλόξενης Αγίας Νάπας (5-7.11.21), προσφιλούς τόπου του ποιητή.

«Ο Οδυσσέας ικανοποιεί την ανάγκη και του Σεφέρη και του Καζαντζάκη να μιλήσουν έξω από το χρόνο, σε μια νοητή σκοπιά στην οποία μετέχουν το ίδιο όλες οι εποχές. Τα στοιχεία της φθοράς, του νόστου, της αναζήτησης, της ελπίδας δεν απέχουν από καμία εποχή. Ακόμη, ο Οδυσσέας τους είναι προσηλωμένος στον στόχο, που είναι το σπίτι (όπως κι αν το εννοεί ο καθένας τους), γι’ αυτό θα παλέψει και θα νικήσει τα τόσα τέρατα και τους πειρασμούς που έρχονται να τον αποσπάσουν από τον σκοπό του. Ο Οδυσσέας για τον Καζαντζάκη ανταποκρίνεται στο αίτημα της περιπλάνησης και της αναζήτησης για την αναζήτηση, ο Οδυσσέας για τον Σεφέρη ανταποκρίνεται στο αίτημα του νόστου· πρόκειται για έναν εξόριστο νοσταλγό που χαρακτηρίζεται από ευαισθησία και τραγικότητα.» (Κ.Α.)

*

(περισσότερα…)