Ηλίας Μαλεβίτης

Η ισραηλινο-αραβική διαμάχη: Από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ [1/2]

*

Συνεχίζοντας την προσπάθεια να προσφέρουμε μία ευσύνοπτη μεν, αλλά κατά το δυνατόν ευρύτερη και εγκυρότερη γνώση για την ιστορική περίοδο που διαμόρφωσε την αραβο-ισραηλινή διαμάχη στην Παλαιστίνη μέχρι την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ, προβαίνουμε στη μετάφραση ορισμένων αποσπασμάτων από τρία κεφαλαιώδη έργα για το θέμα. Προτιμήθηκε αυτή του είδους η συμπιληματική κι επιμέρους αφηγηματική συρραφή, όπως θα πρότεινε ένας δάσκαλος μια ποικιλία μελετών στους μαθητές του για το θέμα, προκειμένου να έλθει κανείς σε επαφή με διαφορετικές εκτιμήσεις, παρουσιάσεις και απόψεις γύρω από το ζήτημα μέσα στα στενά όρια μίας ηλεκτρονικής δημοσίευσης και του πιεστικού χρόνου που απαιτεί η υποτυπώδης μετάφρασή τους.

Παρότι έγινε μια προσπάθεια να αποφευχθούν πολλές επικαλύψεις, θεωρήθηκε αναγκαίο εντέλει να υπάρχουν και ορισμένες επαναλήψεις, προκειμένου και με αυτόν τον τρόπο να καταδειχθούν οι ομοιότητες μα και οι διαφορετικές προσεγγίσεις και ερμηνείες. Τα βιβλία αυτά είναι πρώτα από όλα το βασικότερο και λεπτομερέστερο έργο αναφοράς για την Παλαιστίνη και την αραβο-ισραηλινή σύγκρουση του Charles D. Smith, Palestine and the ArabIsraeli Conflict. Εν συνεχεία το πολυδιαβασμένο και τεκμηριωμένο έργο, που καταπιάνεται με την ιστορία βέβαια όλης της σύγχρονης Μέσης Ανατολής, του Cleveland L. William, A history of the modern Middle East. Και τελευταίο συμπεριλάβαμε το έργο ενός από τους Ισραηλινούς Νέους Ιστορικούς, Avi Shlaim, The Iron Wall: Israel and the Arab World. Όλα έργα, υψηλού, αναγνωρισμένου και αδιαμφισβήτητου κύρους κι επιστημοσύνης, γραμμένα στις απαρχές της τελευταίας σχεδόν εικοσαετίας, πολυδιαβασμένα και ιδίως τα δυο πρώτα με πάμπολλες επανεκδόσεις. Πολύ θα επιθυμούσα να συμπεριλάβω και έργα από περισσότερους Νέους Ιστορικούς, και κυρίως του Ιλάν Πάπε (το αποκαλυπτικό και ρηξικέλευθο έργο του οποίου, παρά τις εναντιώσεις και την πολεμική που του έχει ασκηθεί, έχει καταστεί εν πολλοίς κοινός τόπος) αλλά είπα να μείνουμε τουλάχιστον στα ευρέως και κοινώς αποδεκτά, προς αποφυγήν πιθανών παρερμηνειών ή παρεξηγήσεων.

Ελπίζουμε αυτές οι άτεχνες, βιαστικές (στο πόδι σχεδόν καμωμένες) μεταφράσεις των συγκεκριμένων επιλογών και αποσπασμάτων να φανούν χρήσιμες σε μια πρώτη, στοιχειώδη κατανόηση του ζητήματος, μα και να υποψιάσουν για το εύρος και το βάθος της ιστορικής σπουδής και της έρευνας.

ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~ 

Σύντομη επισκόπηση της ισραηλινο-αραβικής διαμάχης κατά την περίοδο από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ μέσα από κείμενα διακεκριμένων ιστορικών [1/2]

Παλαιστίνη: Η εβραϊκή μετανάστευση και η βρετανική αντίδραση

Οι ηγέτες του Yishuv [του σώματος των Εβραίων κατοίκων της Παλαιστίνης πριν τη δημιουργία του κράτους του Ισραήλ] είχαν αποφασίσει το 1938, πριν από τη Λευκή Βίβλο του 1939, να επιταχύνουν την παράνομη μετανάστευση Εβραίων στην Παλαιστίνη. Oι μη εξουσιοδοτημένοι μετανάστες το 1939 ήταν συνολικά 11.156 από τους 27.561 που έφτασαν. Με το ξέσπασμα του πολέμου τον Σεπτέμβριο, εντάθηκαν τα σχέδια για τη μεταφορά περισσότερων προσφύγων: χιλιάδες προσπαθούσαν να εγκαταλείψουν την Ευρώπη, συχνά με την ενθάρρυνση της Γκεστάπο. Αυτές οι προσπάθειες έφεραν σιωνιστές και Βρετανούς αξιωματούχους σε άμεση σύγκρουση στο Λονδίνο καθώς και στην Παλαιστίνη. Οι Βρετανοί τοποθέτησαν παράνομους μετανάστες σε στρατόπεδα εγκλεισμού στην Παλαιστίνη, γεγονός που οδήγησε τους σιωνιστές να προσπαθήσουν να πλημμυρίσουν τη χώρα με μετανάστες για να αναιρέσουν την αποτελεσματικότητα τέτοιων τακτικών. Οι Βρετανοί αποφάσισαν τότε να στείλουν τους πρόσφυγες που έφτασαν στην Παλαιστίνη στο νησί του Μαυρίκιου στον Ινδικό Ωκεανό. Ταυτόχρονα, το Φόρεϊν Όφφις προσπάθησε να ανακόψει τη ροή των προσφύγων από την Ευρώπη ενθαρρύνοντας χώρες όπως η Τουρκία να τους απαγορεύσουν τη διέλευση. Μια αδύνατη κατάσταση προέκυψε μετά τον Σεπτέμβριο του 1939 που δημιούργησε «σχεδόν… έναν πόλεμο μέσα σε έναν πόλεμο». Οι Εβραίοι πικραίνονταν όλο και περισσότερο με αυτό που θεωρούσαν ως βρετανική απανθρωπιά. Οι Βρετανοί ένιωθαν το ίδιο απέναντι στη σιωνιστική ηγεσία, για την οποία θεωρούσαν ότι απαιτούνταν να επιδεικνύει ιδιαίτερη προσοχή και να αποφεύγει την εκτροπή του πολεμικού υλικού σε μια εποχή που τα μεγάλα θέατρα πολέμου απαιτούσαν ολόκληρη τη διαθέσιμη βοήθεια. (περισσότερα…)

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος ΙΒ΄: Χριστόφορος Μυτιληναίος [2/2]

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ  [2/2]

Μετάφραση Τασούλας Καραγεωργίου

~.~

Θερμές ευχαριστίες στη μεταφράστρια και στον φίλο Άγγελο Καλογερόπουλο εκ μέρους του περιοδικού Το Κοινόν των ωραίων τεχνών για την άδεια της αναδημοσίευσης (οι αποδόσεις βρίσκονται στο τχ. 3, Ιούνιος 2018). – ΗΜ

Πρὸς μοναχὸν Ἀνδρέαν
(ἀπόσπασμα)

Πολλοὶ λένε (κι ἂν εἶναι ἀληθινὰ τὰ λόγια τους
δὲν τὸ γνωρίζω), λένε ὅμως καὶ μὲ πείθουν· ὅ
τι πολὺ χαίρεσαι, ὦ μοναχὲ καὶ πατέρα,
ἂν κάποιος σοῦ προσφέρει λείψανα σεπτὰ
ἀνδρῶν μαρτύρων ἢ σεβαστῶν γυναικῶν,
καὶ θῆκες θείων λειψάνων λένε πὼς ἔχεις πολλές,
ποὺ τὶς ἀνοίγεις πάντα καὶ τὶς δείχνεις
στοὺς φίλους σου· δέκα χέρια τοῦ μάρτυρα Προκόπιου,
τοῦ Θεοδώρου δεκαπέντε γνάθους,
τοῦ Νέστορος περὶ τὰ ὀκτὼ ποδάρια,
τοῦ Γεωργίου δε κάρες τέσσερις
καὶ μαστοὺς πέντε τῆς ἀθλοφόρου Βαρβάρας
καὶ –πρόσφατα ἀποκτήματα– τὰ ὀστᾶ
ἀπὸ τοὺς δώδεκα βραχίονες
τοῦ καλλινίκου μάρτυρα Δημήτριου
κι ἀκόμα τοὺς καλάμους ἀπὸ τὰ εἴκοσι συνολικὰ σκέλη
τοῦ Παντελεήμονος (τί πλῆθος στ’ ἀλήθεια!)

~•~ (περισσότερα…)

Ωδή στο ψωμί

*

Ταξιδεύοντας στην Σαρδηνία, στις απαρχές κάποιου χειμώνα, τη βρήκα τυλιγμένη μες σε υγρές συννεφιές και τη σιωπή της, αποκλεισμένη στην ερημιά της και στραμμένη στον εαυτό της. Κι έτσι την χάρηκα, τριγυρνώντας στην αγροτική καρδιά του νησιού, μακριά από τις πολύβουες και ματαιόδοξες παραλίες του καλοκαιριού που κατά ριπές τις μαστίζουν τα στίφη τ’ αδιάκοπα των Ευρωπαίων λουομένων· τώρα τις έδερναν, λες καθαρτικά, μοναχά τα κύματα κι οι νεροποντές.

Ύστερα από αρκετούς γύρους και περιπλανήσεις, κατέληξα και στην πρωτεύουσά της, το Κάλιαρι. Περπάτησα στην παλιά καστρόπολη που βίγλιζε στον λόφο, θεμελιωμένη γερά στα φαρδιά τείχη που την έζωναν. Διασχίζοντας το πέρασμα από ένα πύργο ορθωμένο ακόμη πανύψηλο και σχεδόν άθικτο, βγήκα προς τη θάλασσα, περνώντας κάτω από τη βαριά ξύλινη καστρόπορτα. Σωφυλλιασμένη με λωρίδες σίδερο, κρεμόταν ψηλά και μ’ αλυσένιες τροχαλίες καρφωνόταν κάποτε στο διάβα του πύργου, σφραγίζοντας το πέρασμα στο κάστρο. Σήμερα απλά σκούριαζε η σιδερένια επένδυσή της, μετέωρη στον αέρα.

Λίγο πιο κάτω, σ’ ένα παλιότερο κτήριο, πήραν τα μάτια μου μια έκθεση για την παραδοσιακή τέχνη του ψωμιού, που πλάθουν περίτεχνα για τις γιορτές και τα πανηγύρια του νησιού οι ντόπιοι, τόσο τα θρησκευτικά όσο κι αυτά του κύκλου της χαράς της ανθρώπινης ζωής. Περίεργη κι απρόσμενη έκθεση με όμορφα δείγματα, χαρακτηριστικά της τέχνης της αρτογλυπτικής των Σάρδων: ανθρωπάκια κουκλίστικα, εφταπόδαρες κυράδες για να μετράνε τη Σαρακοστή, κότες, πουλιά, σκαντζοχοιράκια, στεφάνια και λουλούδια, άνθινα σχέδια διακοσμητικά. Κι από δίπλα σε κάθε αρτογλυπτό ένα σημείωμα «non toccare». Εξύψωση σε τέχνη του πιο στοιχειακού, του πιο απλού υλικού της μεσογειακής διαβίωσης, του ψωμιού. Μια θαυμαστή αποθέωση της καθημερινής μετάληψης του άρτου του επιούσιου σε αρτο-ποίημα. Πλάι σ’ ένα από αυτά τα εκθέματα υπήρχε μεταφρασμένη στα ιταλικά η ωδή του Πάμπλο Νερούδα στο ψωμί. Έψαξα να τη βρω γυρισμένη στη γλώσσα μας και κάποτε ευτύχησα να πέσω στη –σχεδόν άγνωστη– μετάφραση του Άρη Δικταίου. Σήμερα, 16 Οκτωβρίου, που είναι παγκόσμια μέρα του ψωμιού, θεώρησα ιδανική και πρέπουσα τη συγκυρία για να τη μοιραστώ, μαζί με κάποιες φωτογραφίες από εκείνη την τέχνη, τη σάρδικη, της αρτογλυπτικής.

ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

[Εδώ μπορεί να βρει κανείς περισσότερες εικόνες και πληροφορίες για τη σάρδικη αρτογλυπτική.]

*

* (περισσότερα…)

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος ΙΒ΄: Χριστόφορος Μυτιληναίος [1/2]

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ  [1/2]

Μετάφραση Γιώργου Βαρθαλίτη

~.~

Τα βιογραφικά στοιχεία του Χριστόφορου Μυτιληναίου αντλούνται από το ίδιο το έργο του. Τα ελάχιστα στοιχεία που συνάγουμε από εκεί φανερώνουν έναν σημαντικό βυζαντινό λόγιο, ο οποίος κατάγεται μάλλον από τη Μυτιλήνη όπως δείχνει και το επίθετό του, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το πρώτο μισό του 11ου αιώνα, και έχει σίγουρα λάβει υψηλή μόρφωση. Οι τίτλοι που κατείχε (υπογραφεύς του βασιλέως, πατρίκιος, ανθύπατος κλπ.), όπως παρουσιάζονται στο έργο του, αναδεικνύουν τον Χριστόφορο σε μία από τις εξέχουσες προσωπικότητες της Πόλης στην εποχή του. Το έργο του καλύπτει μία ευρεία κλίμακα ειδών και θεμάτων· από την γραφίδα του προέρχεται ένα μεγάλο μέρος δίστιχων επιγραμμάτων στα Μηναία καθώς και έργα θρησκευτικού περιεχομένου (αφιερωμένα σε εορτές ή βιβλικά πρόσωπα), μα και πολλά ποιήματα που αναφέρονται σε πρόσωπα της οικογένειάς του (ξεχωρίζουν μεταξύ άλλων αυτά για τον θάνατο του αδελφού του και της μητέρας του), σε ιερωμένους, αξιωματούχους, ή φίλους του αλλά και αρκετά άλλα με σατυρικό περιεχόμενο. Η σημερινή απόδοση του Γιώργου Βαρθαλίτη, που παραθέτουμε, αφορά σε ένα κομψό ποίημά του για την αράχνη, και είχε φιλοξενηθεί για πρώτη φορά στο περιοδικό Παλίμψηστον (τχ. 33, Άνοιξη 2016).

(περισσότερα…)

Σουλτανιγιέ, η αυτοκρατορική κι εγκαταλειμμένη

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Δεν είναι άγνωστη στην ιστορία η συνήθεια πολλών ισχυρών να θεμελιώνουν νέες πόλεις, για τους δικούς του λόγους ο καθείς. Τουναντίον μάλιστα. Πολλοί χτίσανε νέες πόλεις, όπως ο Αλέξανδρος. Άλλοι θεμελιώσανε πόλεις για νέες πρωτεύουσες των αυτοκρατοριών τους, όπως ο Κωνσταντίνος την φερώνυμή του Πόλη, ο Μανσούρ την ολοστρόγγυλη Βαγδάτη στον Τίγρη ή ο Πέτρος την Άγια Πετρούπολή του στον Νέβα. Κι αλήθεια, κάποιες συνέχισαν για χρόνια και καιρούς να είναι πρωτεύουσες, πολυάνθρωπες και πολύβουες πολιτείες. Άλλες σύντομα απεκδύθηκαν τα παραφερνάλια της εστεμμένης κυριαρχίας τους, κράτησαν όμως τα παρελθόντα ψιμύθιά τους κι ανανεώθηκαν, συνεχίζοντας τον βίο τους ίσαμε σήμερα· εύκαιρα παραδείγματα οι πάλαι αββασιδικές (και χτυπημένες από τη βία στις μέρες μας) πρωτεύουσες Ράκκα και Σαμάρρα. Κι άλλες βυθίστηκαν στην λήθη, απολησμονημένες από το ανθρώπινο διάβα και, χωμένες στην κουφάλα του κορμιού τους, σαν την ψυχή του ‘μελβιλικού’ Αχαάβ, βυζαίνοντας το λαμπρό τους παρελθόν, αφέθηκαν να τις ρουφήξει ο τόπος· κι η εξαχνωμένη παρουσία τους μεταβλήθηκε σιγά σιγά από μνήμη σε κουκούλι-μνήμα τους, ωσότου η άπληστη τυμβωρυχία της νεωτερικής αρχαιολογίας τις αναδείξει σε μνημεία αξιοθέατα: το Ανγκόρ των Χμερ, το Καρακορούμ του Τζεγκισχάνου (ή μάλλον του γιου του Ογκετέϊ), η Βιτζαγιαναγκάρα των Ινδουϊστών βασιλέων του ινδικού νότου.

Η επιθυμία λοιπόν του Ολτζαϊτού να φτιάξει τη Σουλτανιγιέ ως νέα πρωτεύουσα του Ιλχανάτου, της αυτοκρατορίας του της κληρονομημένης απ’ τον εγγονό τού Τεμουτζίν, τον Χουλαγκού, διόλου καινούργια ή πρωτόφαντη δεν ήταν. Μάλιστα ο πατέρας του ο Αργκούν είχε ήδη διαλέξει τον τόπο αυτόν για θερινή του κατοικία. Κι ήδη τα βαφτίσια της δηλώναν και την ιδιότητά της: Σουλτανική, δηλονότι Αυτοκρατορική.

(περισσότερα…)

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος ΙΑ΄: Ιωάννης Γεωμέτρης | Αποδόσεις Γιώργου Βαρθαλίτη (2/2)

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΥΡΙΩΤΗΣ Ο ΓΕΩΜΕΤΡΗΣ

Αποδόσεις του Γιώργου Βαρθαλίτη  [2/2]

~.~

Στὸν σαρκικὸ ἔρωτα.

Ὁ τρομερὸς τὸν νοῦ μου ὁ ἔρωτας τυφλώνει
μὰ τὸ σκοτάδι διώχνει ὁ πόθος σου, Χριστέ μου.

~•~

Σὰν νὰ μιλάει κάποιος ποὺ ζήτησε νερὸ ἀπὸ μιὰ κοπέλα καὶ τὴν ἐρωτεύθηκε.

Ὢ τὸ πικρὸ νερὸ ποὺ πάλι ἤπια καὶ πάλι.
Διψῶ ἀκατάπαυστα. Ποιό τὸ νερὸ εἶναι ἐτοῦτο
ποὺ ἀνάβει πυρκαγιὰ καὶ καίει τὴν καρδιά μου;
Κρυβόταν τῶν ἐρώτων ὁ δαυλὸς ἐντός του.
Καὶ τώρα τί νὰ κάνω; Δῶσε μου ὅμως, κόρη,
τὰ χείλη σου νὰ πιῶ· μὰ ἀπὸ μακριὰ μὲ λιώνεις.
Κοντά σου τὴ φωτιὰ τοῦ πάθους πῶς θὰ ἀντέξω;
Μόνο ἕνα φάρμακο γιὰ αὐτὴ τὴ δίψα ξέρω:
τὸν ἔρωτα ἔρωτας πιὸ φλογερὸς τὸν σβήνει,
τὸν πιὸ μεγάλον ἔρωτα ἕνας πιὸ μεγάλος.
Χριστέ μου, ἁρπάζομαι ἀπὸ σένα τώρα, δῶσ᾽ μου
τὸ ζῶν νερό σου, αὐτὸ θὰ σβήσει καὶ τὴ φλόγα.

~•~

Στὸν ἑαυτό μου Α’.

Ἄχ! Ὁ τοξότης τῶν καρδιῶν καὶ τώρα πάλι,
φωτιὰν ἀνάβοντας, μοῦ ρίχνει τὰ πυρφόρα
τὰ βέλη τὰ φριχτὰ κι ἀγαπημένα. Μ᾽ ἔχει
βαριὰ λαβώσει καὶ δὲν θέλω νὰ τὰ βγάλω,
τὸ ξίφος μπήγω ἐντός μου, θέλω νὰ πεθάνω,
ποθῶ νὰ καῶ, νὰ λαβωθῶ καὶ ἄλλο ἀκόμα.
Ὢ συμφορὰ μεγάλη! Ποιό νερὸ τὴ φλόγα
θὰ σβήσει τὴν πικρή; Τὸ βέλος ποιός θὰ βγάλει;
Ὁ λόγος σου, Χριστέ μου, καὶ τὸ ζῶν νερό σου.
Τὰ φάρμακά σου ἀμέσως φέρε, λυτρωτή μου.

~•~

Στὸν ἑαυτό μου Γ΄.

Εἶσαι, Χριστέ μου, γῆ καὶ θάλασσα καὶ πόλος.
Στὴ γῆ βαδίζω ὅπως προστάζεις κάθε μέρα,
μὲ κυβερνᾶς ἐσὺ στὴ θάλασσα σὰν πλέω,
στὸν οὐρανὸ τοῦ νοῦ μου ὑψώνω τὸ κατάρτι.
Βλέπω ὅλο ἀνέμους μανιασμένους τὸ ταξίδι,
φοβᾶμαι ἀκόμα καὶ τὶς ἄγριες καταιγίδες,
τὶς τρικυμίες μὲ φρίκη βλέπω τῶν παθῶν μου
καὶ τρέμω καὶ τὴν ταραχὴ τῶν λογισμῶν μου.
Πῶς νὰ περάσω καὶ τὸν ἀέρα νὰ διασχίσω;
Πῶς νὰ ξεφύγω τόσα ἐμπόδια καὶ παγίδες,
χωρὶς νὰ πέσω καὶ χωρὶς νὰ ναυαγήσω
στῆς γῆς τὰ βάθη καὶ στὰ μύχια τοῦ ταρτάρου;
Μόνο ἂν κρατήσεις σὺ τοῦ πλοίου μου τὸ δοιάκι
κι ἅμα τοῦ πνεύματός σου ὁ ἀέρας τὰ πανιά μου
φουσκώσει τώρα καὶ στὸν θρόνο σου μὲ φέρει.

~•~

Στὴ ζωὴ Β΄.

Γιατί ἀποφεύγεις τὰ καθημερνά, ψυχή μου,
βάσανα; Δὲν θὰ βρεῖς τῆς ἀλυπίας τὴν τέχνη.
Θέσπισε ὁ Πλάστης νά ᾽χει ἀγκάθια ἡ γῆ ἀπὸ κάτω
καὶ μύριες ἔγνοιες ἡ ζωή μας. Βάσταξέ τες.

~•~

Στὸν πυλωρὸ τοῦ πατρικίου Ἠλιού.

Πές, ποιά εἶναι ἡ μάνα σου, ποιός ὁ πατέρας σου εἶναι.
Εἶσαι ἀπ᾽ ἀλάστορες, ἡ μάνα σου Ἐρινύα.
Ὁ Θεὸς νὰ σὲ μισήσει, βδέλυγμα καὶ τέρας,
ἔχιδνα, δράκαινα, πικρὲ σκορπιὲ καὶ φίδι,
θαλασσινὴ τρυγόνα, βδέλλα, γριὰ καὶ σκύλλα,
κι ὅ,τι θηρίο στάζει ἀπὸ φαρμάκι.

~•~

Στὴ Βάπτιση.

Συνάθροισα ὅλο τὸ νερὸ τῶν θαλασσῶν
ἐγὼ κι ὅλα τὰ βάθη τῆς ἀβύσσου.
Τὸ χέρι τὸ δικό μου πάλι μ᾽ αἷμα
τὸν θόλον ἅπλωσε ψηλὰ τῶν οὐρανῶν.
Βρέχω τὴ γῆ, μὰ ἐδῶ τὴν κεφαλή μου
μὲς στὸ νερὸ βουτάω καὶ βυθίζω
τὴν κεφαλὴ τοῦ δράκοντα μαζί μου.
Ὁ βασιλέας στὸν δοῦλο γέρνω τὸν αὐχένα
καὶ τοὺς θνητοὺς στ᾽ οὐράνια ἀνυψώνω.

~•~

Σὲ κάποιον μουσικό.

Κάποτε ὁ Θάμυρις κι ὁ Ὀρφέας κι ὁ Κινύρας
μὲ τὰ τραγούδια τους μάγευαν δέντρα, πέτρες
καὶ τ᾽ ἄγρια ζῶα. Μὰ οἱ τερπνές σου μελωδίες
τὰ πάντα μάγεψαν: τῆς θάλασσας τοὺς βράχους,
νομίζω, καὶ τὴ θάλασσα τὴν ἄγρια ἀκόμη
τήνε κοιμίζουν καὶ τοὺς δυνατοὺς ἀνέμους.
Κοίτα, σὰν ἄκουσεν ὁ αἰθέρας τὸ τραγούδι
πιὰ τὴν ἀμάχη τῶν ἀγέρηδων τελειώνει
κι ὅλα τὰ γνέφια ποὺ ἀντιστέκονται σκορπίζει.
Δὲς πῶς χαρούμενη χαμογελᾶ ἡ λιακάδα!
Καὶ κάτω ἡ θάλασσα ἡ φουρτουνιασμένη πρῶτα
αἴφνης ἠρέμησε κι ἁπλώθηκε σὰν λάδι,
τὴν ὕβρη πέταξε ὅπως ὁ φονιὰς πετάει
στὴ γῆ τὸ ξίφος, μαλακώνει κι ἡ ἀφορμή του·
ἀπ᾽ τὴ χαρὰ ποὺ μελωδεῖς σοῦ ἀνοίγει δρόμο.
Γλυκὰ ἡ Γαλήνη σὲ κοιτάζει καὶ γελάει.
Σκιρτοῦν τὰ ψάρια κι ἡ φιλόμουση Ἀλκυόνα
μὲ τὸ δικό της σοῦ ἀποκρίνεται τραγούδι.
Γύρω καὶ πλάι στὴ λύρα πλέει τὸ δελφίνι,
κρώζει κι ὁ σκάρος καὶ μπροστὰ χιμᾶ ὁ ναυτίλος,
φτάνει γοργὰ καὶ προβοδᾶ τὸ πλοῖο ὁ πομπίλος.
Ἀλλὰ φοβοῦμαι μὴ μαγέψεις τὸ καράβι
καὶ στὸ τραγούδι σου τὸ κάνεις νὰ χορέψει
καὶ τ᾽ ἄνω κάτω τὸ φέρεις μὲ τὴ βία,
ἢ κάνεις νὰ ἀνεβοῦν πουλιά, θεριὰ καὶ ψάρια
στὸ πλοῖο πάνω καὶ στὸν πάτο τὸ τραβήξεις,
ἢ μήπως πέτρες γίνουν αἴφνης ὣς κι οἱ ναῦτες
ἢ καὶ τὰ πάντα, ἂν θὲς νὰ μοιάσεις στὶς Σειρῆνες.
Βλέπεις αὐτὸς κάνει ὣς κι οἱ πέτρες νὰ σαλεύουν,
ζωὴ σὰν νά ᾽χουνε κι αὐτές, κι ἀπὸ τοὺς ζῶντες
μπορεῖ νὰ κάνει πέτρες ὅποιους κι ἂν θελήσεις.

~•~

[Μήτε ζωγράφου χέρια…]

Μήτε ζωγράφου χέρια μήτε λιθοξόου,
μά, δημιουργέ, ἡ δική σου τέχνη καὶ τὰ χέρια
τὴν ὀμορφιὰ τῶν πάντων σ᾽ ἕνα συγκεράζει.
Μὲ φῶς των ἄστρων τῶν πετρῶν ἡ λάμψῃ μοιάζει,
μὲ τὴ λαμπρὴ φωτιὰ τοῦ αἰθέρα ἡ χρυσὴ ἁψίδα,
τὰ μωσαϊκὰ τὰ ἐξαίσια καὶ τὰ χρώματα εἶναι
ζωγραφιστὸς καθὼς λειμώνας ὅλος μ᾽ ἄνθη.
Ἐδῶ κι ἡ τέχνη τῶν μορφῶν νικᾶ τὴ φύση
καὶ ζωγραφίζει σχῆμα, κίνηση καὶ βλέμμα,
θαρρεῖς ἀκόμα καὶ τὸ πνεῦμα παριστάνει.
Βουνὰ κινεῖ κι ἡ πίστη. Πιὰ τὸ βλέπω ἀλήθεια.
Τοῦ λάτρη σου Νικήτα ἡ ἀγάπη μὰ κι ὁ πόθος
σὰν ζωντανὲς νὰ μοιάζουν ἔκαναν οἱ εἰκόνες,
ὣς κι ἀστραπὲς νὰ ρίχνουν ἔπεισαν τὶς πέτρες
κι ὅλα γεμίσαν μὲ τὴ λάμψη σου, Χριστέ μου.

~•~

(περισσότερα…)

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος ΙΑ΄: Ιωάννης Γεωμέτρης | Αποδόσεις Γιώργου Βαρθαλίτη (1/2)

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΥΡΙΩΤΗΣ Ο ΓΕΩΜΕΤΡΗΣ

Αποδόσεις του Γιώργου Βαρθαλίτη  [1/2]

Ένα ευρύτερο τμήμα των ποιητικών έργων του Ιωάννη Γεωμέτρη απέδωσε στη νεοελληνική για πρώτη φορά ο ποιητής Γιώργος Βαρθαλίτης (Ο τρομερός τον νου μου ο έρωτας τυφλώνει, Αρμός, 2012) τον οποίο και ευχαριστώ για την ευγενική άδεια αναδημοσίευσης εδώ. Προτίμησα να παραθέσω τις αποδόσεις του από το πιο πρόσφατο βιβλίο του Τρεις μεγάλοι Βυζαντινοί ποιητές (Αρμός, 2017), όπου συγκεντρώνει τη μεταφραστική του εργασία σε τρεις βυζαντινούς ποιητές, διότι έχει επεξεργαστεί ορισμένες μεταφράσεις του, έχοντας επιφέρει μικρές αλλαγές σε κάποιες από τις αποδόσεις των έργων του Γεωμέτρη, σε σχέση με την προηγούμενη έκδοση.

~•~

Στὴν ἀποστασία.

Αἷμα νὰ ρίξεις σὰ βροχή, οὐρανέ μου, τώρα·
τώρα ντύσου μὲ πένθιμο σκοτάδι, ἀέρα·
ἡ γῆ, ἀπ’ τὸν πόνο μὲ τὰ νύχια σου ξεσκίσου,
ξερίζωσε τὰ δέντρα, ρίξ’ τα σὰν πλεξοῦδες
καὶ βόγγηξε, σκεπάζοντας μὲ μαῦρο ροῦχο
τὸ πρόσωπό σου τώρα ἀντὶ γιὰ τὸ χορτάρι.
Δικό μας αἷμα τὴν Μικρὰν Ἀσίαν ὅλη
τὴ διαφεντεύει καὶ τὸ ξίφος διαχωρίζει,
ὠιμέ!, γονεῖς καὶ συγγενεῖς, παιδιὰ κι ἀδέρφια.
Τρέχει ὁ πατέρας νὰ σκοτώσει τὸ παιδί του·
καὶ τὸ παιδὶ μετὰ φονεύει τὸν πατέρα·
μαχαίρι βγάζει ὁ ἀδερφός, ὢ πικρὴ τρέλα,
γιὰ νὰ τὸ μπήξει μὲς στὸ στέρνο τ᾽ ἀδερφοῦ του.
Κάτω ἀπό μᾶς ἡ γῆ σπαράζεται καὶ σειέται
ἀπὸ τὸν τρόμο κι ἀπὸ πάνω μας οἱ φλόγες
τῶν κεραυνῶν κάνουνε στάχτη καὶ τὴ σκόνη.
Οἱ πολιτεῖες τῆς Ρώμης τώρα τὰ μπεντένια
σὰν κόμη ρίχνουνε στὴ γῆ καὶ σπαραγμένες
κλαῖνε πικρὰ πῶς κλαῖνε κόρες μαυροφόρες.
Οἱ Ἀγαρηνοὶ νικᾶνε· οἱ πόλεις ποὺ ἦταν πρῶτα
στὴ δούλεψή μας πληρωμὴ τώρα ζητᾶνε
κι ἀπὸ τοὺς φόνους ἐναντίον μας καὶ γλεντᾶνε.
Κι αὐτὰ συμβαίνουν ὅπου ὁ ἥλιος ἀνατέλλει.
Μὰ ποιός μπορεῖ τί γίνεται νὰ πεῖ στὴ δύση;
Σμήνη Σκυθῶν σὰν νά ᾽τανε δική τους χώρα
ἀπὸ τὴ μιὰ ἄκρη τὴ διασχίζουν ὣς τὴν ἄλλη•
καὶ σὰν τὴ γῆ ποὺ εὐγενικὰ κλαδιὰ φυτρώνει
ἄνδρες ἀτρόμητους σὰν σίδερο γενναίους
ἀπὸ τὴ ρίζα κόβουνε καὶ βρέφη ξίφη
τὰ σφαγιάζουν· κι ἄλλα τά ᾽χει ἡ μάνα ἀκόμη,
κι ἄλλα ἀναρπάζουνε τὰ βέλη τῶν ἐχθρῶν μας.
Γίνανε σκόνη κι οἱ μεγάλες πολιτεῖες.
Πῶς θὰ μπορέσω δίχως δάκρυα νὰ ἀντικρίσω
Νὰ τρέφουν ἄλογα ὅσες πρὶν ἀνθρώπους τρέφαν;
Χῶρες ὁλόκληρες καὶ τόποι πυρπολοῦνται.
Κι ἐσύ, βασίλισσά μου, ἑστία τοῦ Βυζαντίου,
ποιά συμφορὰ σὲ βρῆκε τώρα, πές μου, πόλη,
πόλις ἡ πρώτη στὰ δεινά, καθὼς πρὶν ἤσουν
ἡ πιὸ τρανὴ τῆς γῆς; Δὲν τρέμεις κάθε μέρα,
ἢ μὴ δὲν πέφτουνε τὰ βάθρα ἀπὸ τὸν τρόμο;
Δὲν εἶδες τὰ κλαδιὰ ποὺ βλάστησε ἡ ἀγκαλιά σου
νεκρὰ νὰ πέφτουνε τὰ βάθρα ἀπὸ τὸν τρόμο;
Δὲν εἶδες τὰ κλαδιὰ ποὺ βλάστησε ἡ ἀγκαλιά σου
νεκρὰ νὰ πέφτουνε στὴ μάχῃ ἀπ᾽ τὸ μαχαίρι
τῶν συγγενῶν τους, ὢ τί φρίκη! Κι ἄλλοι πάλι
καταδικάστηκαν ἐξόριστοι νὰ μένουν,
ἀντὶ στ᾽ ὡραῖα καὶ τὰ λαμπρά τους τὰ παλάτια,
σὲ ἐρημονήσια καὶ σὲ βράχια καὶ φαράγγια
κι ἐκεῖ νὰ σβήνουνε; Κι (ὢ Θεέ μου, ἐσὺ τῶν πάντων
κριτή!) γιὰ αὐτὰ κανεὶς τὴν πέτρινη καρδιά του
δὲν μαλακώνει, δὲν φιλιώνει μὲ τὸν ἄλλον,
κανεὶς τῆς σωτηρίας τὸ φάρμακο ―τὸ δάκρυ―
δὲν χύνει. Μὰ ἔγινε σκοτάδι πιὰ κι ὁ ἥλιος
καὶ τῆς σελήνης κρύφτηκε μὲ μιᾶς τὸ φέγγος
καί, νέας θρησκείας παράξενο σημάδι, ἐφάνη
καινούργιο ἀστέρι, ὅμως ἐγὼ δὲν συλλογιέμαι
μηδὲ τὴ ραθυμιά, μηδὲ τὰ κρίματά μου.
Μὰ κοίταξέ με μ᾽ οἶκτο, Λόγε,
λυπήσου μας, σταμάτα πιὰ τὴ φρίκη ἐτούτη:
σφαγές, ἁλώσεις πόλεων, μάχες, ἀνταρσίες,
φυγές, διώξεις, ἁρπαγές, ποινὲς καὶ δίκες·
λυπήθηκες τὴ Νινευὴ τὴν πολιτεία
καὶ τὸν λαὸ ποὺ τότε ἁμάρτησε, τὸ ξέρω.
Τὸ ποίμνιο ποὺ ἐξαγόρασες μὲ τὸ αἷμα σου εἶμαι,
Χριστέ μου, ἡ μάντρα σου εἶμαι· αὐτὰ ἡ δική σου πόλη,
ἡ πόλη σου βοᾶ, τῶν συμφορῶν της κοίτα
τὴν ἄβυσσον· ὣς πότε θὰ ὑποφέρει;

~•~

Τί λόγια θὰ ἔλεγε ὁ ἐν Ἁγίοις βασιλιὰς Νικηφόρος,
ὅταν ἀποκεφάλιζαν τ᾽ ἀγάλματά του.

Ναί, ξίφος τὸ κεφάλι μου τό ᾽κοψε κι ἀνδροφόνος
τὴν ἐξουσία μου ἅρπαξεν ὁ βασιλιὰς τοῦ σκότους.
Μὰ τὰ νεκρά μου ἀγάλματα γιατί συντρίβει ὁ φθόνος;
Τοῦ Φάλαρι καὶ τοῦ Ἔχετου τὴν τρέλα ξεπερνᾶτε.
Ποιό μίσος τοὺς ἀνδριάντες μου μπορεῖ ὅμως νὰ γκρεμίσει,
τὴν Κρήτη τὴν εὐγενική, τὴ λαμπερὴ τὴν Κύπρο,
καὶ τὴν ἀνίκητη Ταρσό, τῆς Κιλικίας τὰ κάστρα,
τῆς Ἀντιόχειας τὰ τειχιά, τῆς Ἀσσυρίας τις πόλεις;
Πέρσες, Φοίνικες, Ἄραβες, ἔθνη τοῦ κόσμου μύρια,
ὅλα τους στὸ κοντάρι μου γονάτισαν, λυγίσαν.
Ποιός θὰ τὰ σακατέψει αὐτά; Ρίξτε τοὺς τοίχους! Σπάστε!
Μὲς στὶς καρδιὲς ἡ εἰκόνα μου, στὶς χῶρες πάντα μένει.

~•~

Σ᾽ ἕνα στολισμένο σπαθί.

Σπαθὶ γιὰ τοὺς ἐχθρούς μας σιδερένιο·
σπαθὶ γιὰ τοὺς δικούς μας χρυσαφένιο·
σπαθὶ ἐσὺ τρομερὸ γιὰ τοὺς ἐχθρούς μας·
σπαθὶ κι ἐσὺ ἀρωγὸ γιὰ τοὺς δικούς μας·
σπαθί, ποὺ τὴν καρδιὰ δὲν κόβεις μόνον·
σπαθί, τὸ δίστομο τῆς Ρώμης ξίφος·
σπαθί, τοῦ κράτους τὰ δεινὰ ποὺ κόβεις.

~•~

(περισσότερα…)

Έζρα Πάουντ, Λονδίνο 1920 – Αθήνα 1965

*

ΕΖΡΑ ΠΑΟΥΝΤ, ΔΥΟ ΣΤΑΘΜΟΙ: ΛΟΝΔΙΝΟ 1920 – ΑΘΗΝΑ 1965

Με αναγνώσεις ποιημάτων από την εμβληματική συλλογή “Hugh Selwyn Mauberley” (1920) αλλά και με μια παραστατική διήγηση που περιελάμβανε πολλές λεπτομέρειες από την αινιγματική επίσκεψή του στην Αθήνα το 1965, το θέατρο Κυδωνία και οι εκδηλώσεις ΝΥΧΤΕΣ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΟΥ 2023 τίμησαν χθες βράδυ 12/7 την ξεχωριστή περίπτωση του τοτεμικού για τα ευρωπαϊκά γράμματα ποιητή του μεσοπολέμου Έζρα Πάουντ (1885-1972).

Ο Κώστας Κουτσουρέλης, μεταφραστής της πρώτης αυτής ποιητικής συλλογής (περιοδικό Νέο Πλανόδιον, τεύχος 7), μίλησε για την άκρως ιδιόρρυθμη προσωπικότητα του Πάουντ και την τεράστια επιρροή της στην αγγλόφωνη λογοτεχνία (και όχι μόνον) από την εποχή του μεσοπολέμου μέχρι και τις μέρες μας, για τη σχέση του με τον Τ.Σ. Έλιοτ και την “Έρημη Χώρα”, χωρίς να παραλείψει να αναφερθεί εκτενώς στην φιλική στάση του προς τις φασιστικές ιδέες και το ολοκληρωτικό καθεστώς Μουσολίνι την δεκαετία του ’30.

Ο Ηλίας Μαλεβίτης, αμέσως μετά, με γλαφυρό λόγο, μας μετέφερε στην δεκαετία του ‘60 ακολουθώντας κατά πόδας τον υπέργηρο και καταπονημένο ποιητή στο περίεργο ταξίδι του στην Αθήνα. Μας μίλησε για τις συναντήσεις του Έζρα Πάουντ με τον Γιώργο Σεφέρη και τον Ζήσιμο Λορεντζάτο, για την επίσκεψη στους Δελφούς, και προσπαθώντας να λύσει το μυστήριο του κινήτρου του ταξιδιού στην Ελλάδα, μέσα από τα λιγοστά στοιχεία που διασώθηκαν, με τον ίδιο τον ποιητή να μην έχει σχεδόν ανοίξει το στόμα του να μιλήσει, καθώς τις ημέρες εκείνες υπέβαλε τον εαυτό του στη δοκιμασία της αλαλίας για θεραπευτικούς λόγους, κατέληξε στο συμπέρασμα, πως μάλλον το διαυγές νερό της Κασταλίας Πηγής στους Δελφούς και οι ιαματικές ή άλλες ιδιότητές του, (ιδιότητες που ευδοκιμούν τα μάλα στην φαντασία ενός μυστικιστή ποιητή, λάτρη της αρχαίας ελληνικής γραμματείας) ήταν αυτές που οδήγησαν τον κουρασμένο από τα χρόνια προσκυνητή στην χώρα μας. Περισσότερα λέει στη μελέτη του στο θέμα αυτό που δημοσιεύεται επίσης στο Νέο Πλανόδιον που κυκλοφορεί (τχ. 7), και στην ολοκληρωμένη της μορφή προβλέπεται να εκδοθεί αργότερα σε βιβλίο.

Ποιήματα από τη συλλογή Hugh Selwyn Mauberley διάβασε ο καλός ηθοποιός Αιμίλιος Καλογερής και ο Μιχάλης Βιρβιδάκης.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΒΙΡΒΙΔΑΚΗΣ

*

*

*

«Μουνούχους και καθάρματα βγάζουμε να μας κυβερνούν»

*

Πρόγευση από την αποψινή «Νύχτα του Ιουλίου» και την εκδήλωσή μας για τον Έζρα Παάουντ στο Θέατρο Κυδωνία (Υψηλαντών 12, Χανιά, στις 9.00 μ.μ.). Με αφετηρία τους το πρόσφατο έβδομο τεύχος του ΝΠ το αφιερωμένο στον Αμερικανό ποιητή, απ’ όπου και το απόσπασμα, συζητούν ο Ηλίας Μαλεβίτης και ο Κώστας Κουτσουρέλης. Κείμενα του Πάουντ ερμηνεύουν ηθοποιοί του θεάτρου.

~ . ~

Καταπώς ο Σαρλώ στην περίφημη ταινία του, ο Έζρα Πάουντ στο Hugh Selwyn Mauberley μυκτηρίζει τους “μοντέρνους καιρούς”. Βρισκόμαστε στα 1920, επαύριο του Μεγάλου Πολέμου, και το κατηγορητήριο του ποιητή περιλαμβάνει περίπου τα πάντα: το χρησιμοθηρικό πνεύμα της εποχής, την αγοραία της κουλτούρα, την πολιτική υποκρισία που οδήγησε την Ευρώπη στην πρωτοφανή αλληλοσφαγή.

Μυριάδες πέσαν, χάθηκαν,
κι άριστοι ανάμεσά τους,
για έναν γεροξεκούτη σκύλο ξεδοντιάρη,
για έναν κουρελή πολιτισμό

Ας ανεμίζει σημαία του την ισονομία και την ψήφο, ας καμαρώνει για την ελευθεροστομία και την ελευθεροτυπία του, αυτός ο πολιτισμός απαξιώνει ό,τι το άξιο και βεβηλώνει ό,τι το ιερό.

Του Φαύνου την σαρκώδη ορμή,
του Αγίου τ’ όραμα; Όχι εμείς!
Όστια τον Τύπο λάβαμε·
την ψήφο αντί περιτομής.

Άπαντες ίσοι, νομικώς,
χωρίς Πεισίστρατο οπωσούν,
μουνούχους και καθάρματα
βγάζουμε να μας κυβερνούν.

Ευτελίζει όχι μόνο την ιδέα της πατρίδας, αλλά την ίδια την έννοια της θυσίας:

κάποιοι έπεσαν, pro patria,
non «dulce» non «et decor»…
πορεύτηκαν στην κόλαση χωσμένοι ώσμε τα μάτια
τα παραμύθια, στην αρχή, χάβοντας των γερόντων,
γύρισαν στην πατρίδα, γύρισαν σ’ ένα ψέμα,
γύρισαν στις απάτες τις πολλές,
γύρισαν στα παμπάλαια ψεύδη, στις νέες ντροπές·
στους προαιώνιους κοιλαράδες τοκογλύφους,
στους παπατζήδες των δημόσιων θώκων.

Ο κόσμος που περιγράφει ο Πάουντ είναι αυτός της πτώσης, ο ξεπεσμός στα μάτια του είναι ασυγκράτητος. Δείκτης του συγκριτικός, η ελληνική αρχαιότητα. Απέναντί της το παρόν μόνο πόζες παρακμιακές έχει να αντιτάξει.

Τέιον ροδόχρουν κλπ., το ένδυμα ασορτί
τη μουσελίνα εκτόπισε της Κω,
πλέον μια πιανόλα “αναπληροί”
τη βάρβιτο που είχε η Σαπφώ.

Αλλά και η κληροδοσία του χριστιανικού Μεσαίωνα συμπαρασύρεται στη φθορά.

Μετά τη Σαμοθράκη φθίνει ώς και
των Χριστιανών η ομορφιά·
το ΚΑΛΛΟΣ το κρεμάσαμε
στην κρεαταγορά.

Στις εμποροκρατούμενες λεωφόρους των σύγχρονων πόλεων, οι τέχνες, ιδίως εκείνη που ύμνησε η ποιήτρια της Λέσβου, δεν έχουν θέση:

έξω από κείνη την πολύβουη αρτηρία
των εσωβράκων οι πωλήσεις
έχουν καιρό πια τώρα υποσκελίσει
τα ρόδα από την Πιερία.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

*

 

   

*

 

 

«Η μοναδική λέξη που ξεστόμισε ο Πάουντ»

*

Γεύση μικρή από την εν προόδω έρευνα του Ηλία Μαλεβίτη για την επίσκεψη του Πάουντ στην Ελλάδα το 1965, το εκτενές πρώτο μέρος της οποίας δημοσιεύθηκε στο ΝΠ7 που μόλις κυκλοφορήθηκε, στο πλαίσιο του Αφιερώματος στον Αμερικανό ποιητή. Ο συγγραφέας και ο Κώστας Κουτσουρέλης συζητούν για τον Πάουντ μεθαύριο βράδυ στις 9.00, στις εφετινές Νύχτες του Ιουλίου που φιλοξενούνται όπως πάντα στο Θέατρο Κυδωνία των Χανίων, Υψηλαντών 12.

*

«Στα 1933, ο Σεφέρης ήταν κάπως σοφότερος…
“Μη ρίχνετε την καρδιά σας στα σκυλιά.||
Μη ρίχνετε την καρδιά σας στα σκυλιά”.
Μόνο πως αγαπούσε τα σκυλιά.
Ενώ ο Pound που δεν τ’ αγαπούσε,
“ὡραῖα τωόντι πρόκοψε”».
Γ. Π. Σαββίδης, «Μια περιδιάβαση», Για τον Σεφέρη

Σε μια από τις παιγνιώδεις συζητήσεις που κάναμε για τον Σεφέρη, μου είχε πει ο φίλος Ηλίας Λάγιος πως, όταν είχε έρθει στην Αθήνα ο Έζρα Πάουντ, και δεν έβγαζε μιλιά, δεν άνοιξε το στόμα του παρά μονάχα μια φορά, για να διορθώσει ένα υποτιθέμενο λάθος του Σεφέρη σχετικά με το όνομα της ράτσας ενός σκύλου. Συγκράτησα αυτή την ανεκδοτολογική κουβέντα, δεν ρώτησα όμως από πού την είχε ακούσει.

Έτσι κι αλλιώς η σιωπή η απροσπέλαστη που είχε θεληματικά επιβάλλει αυτός ο άνθρωπος στον εαυτό του με είχε κι εμένα σαγηνέψει. Εκείνη την περίοδο πάνω-κάτω (Αύγουστος του ’87), διάβασα και το δοκίμιο του Λορεντζάτου για τον Πάουντ που μόλις είχε κυκλοφορήσει. Αργότερα βέβαια βρήκα και το άρθρο του Σαββίδη για εκείνη τη συνάντηση (Νοέμβριος του ’72), η δε πρόσφατη έκδοση και του τελευταίου τόμου (Μέρες Η΄) των ημερολογιακών καταγραφών του Σεφέρη συμπλήρωσε το πλήρες φάσμα των ελληνικών πηγών για εκείνη τη συνάντηση. Εκεί λοιπόν μαθαίνουμε πως ο Σεφέρης πήγε ο ίδιος στο ξενοδοχείο όπου διέμενε Ο Πάουντ με την Ρατζ, την Παρασκευή 5 Νοέμβρη, και τους μετέφερε στο σπίτι του στην οδό Άγρας για πρόγευμα. Διαβάζουμε:

«Πρόγευμα με τον Ezra Pound και την Olga Rudge, εδώ. Του τηλεφώνησα την περασμένη Τετάρτη πρωί· πήγα και τους πήρα από το ξενοδοχείο Πλάκα όπου μένουν κατά τη 1½. Φύγαν κατά τις τέσσερις. Όμορφη λιόλουστη μέρα.

Στο ξενοδοχείο κατέβηκε με τα πόδια από το πάτωμά του. Πρώτη φορά που τον αντίκριζα από κοντά· τον αγκάλιασα· πολύ θερμός. Αλλά συμβαίνει τούτο το εκπληκτικό· δε λέει λέξη. Όχι πως δε θέλει να μιλήσει, απεναντίας πολύ συχνά βλέπεις την προσπάθεια να ζωγραφίζεται στο συγκλονιστικά εκφραστικό πρόσωπό του. Αλλά είναι σα να πέφτει απάνω του ένα δίχτυ που τον σταματά. Ωστόσο η O. R. μου λέει ότι μιλά πολύ εύκολα από χειρόγραφο, δημόσια. Η ίδια μου λέει ότι σήμερα ήταν από τις πιο σιωπηλές μέρες του και ότι του συμβαίνει αυτό, όταν είναι πολύ συγκινημένος.

Είναι ευκίνητος ανέβηκε τη σκάλα του σπιτιού μου με πολλή ευκολία. Αύριο πάνε στους Δελφούς και όταν φύγαν από το σπίτι θέλησαν να πάνε στη biennale της γλυπτικής στο Φιλόπαππο. Τον πήγαν οι Σαββίδη. Πάτησε τα ογδόντα του […] Αυτή η άναρθρη συνομιλία ήταν από τα συγκινητικά πράγματα που έζησα. Ενώ δεν είπε σχεδόν τίποτε, έφυγε αφήνοντας ένα κενό. «Sibylwise» (Personae, «Scriptor Ignotus»)».

Και συνεχίζει ο Σεφέρης, στην τελευταία του καταγραφή για την αναχώρηση του ζεύγους Πάουντ-Ρατζ, την Πέμπτη, 11 Νοέμβρη:

«Ευτυχώς όλες αυτές τις μέρες που πέρασαν κρατήσαμε κάποιαν επαφή μαζί τους, με το τηλέφωνο ή δια του Ζήσιμου. Όταν γύρισαν την Παρασκευή από την έκθεση της γλυπτικής του Φιλοπάππου ― έπεσε στο κρεβάτι με 38½ πυρετό. Ο Ζήσιμος που έτυχε εκεί φρόντισε να τους βρει γιατρό».

Πριν ξεκινήσει το ζεύγος των φιλοξενουμένων να πάρει τον δρόμο για την έκθεση στου Φιλοπάππου, ο Σεφέρης –πιθανότατα παρακινημένος και από την αναμενόμενη επίσκεψή τους στους Δελφούς– πρόσφερε στον Πάουντ ενθύμιο δώρο ένα βιβλίο του στα αγγλικά: το κείμενό του για τους Δελφούς, που είχε πρόσφατα κυκλοφορήσει, με την ακόλουθη αφιέρωση: «For Ezra Pound with my devotion George Seferis. Athens 5.10.65».

[Μόλις και μετά βίας συγκρατώ ένα ειρωνικό χαμόγελο εδώ, καθώς ο δαίμων της ανακρίβειας και της παραπλάνησης παραποιεί πάλι περιπαιχτικά τις αφηγήσεις για ετούτο το ταξίδι].

Ο Σεφέρης, ως γνωστόν, πέρα από τις συγκεκριμένες ημερολογιακές καταγραφές, αποτύπωσε και φωτογραφικά εκείνη τη συνάντηση (για την ακρίβεια η Μάρω στέκεται πίσω από τον φακό), με τον ίδιο πλάι στον Έζρα Πάουντ στην αυλή του σπιτιού της οδού Άγρας. Ιδιαίτερα εύγλωττες φωτογραφικές στιγμές –στιγμές ίσως μόνον– αλλά τόσο ενδεικτικές της «άναρθρης συνομιλίας» την οποία μνημονεύει ο Σεφέρης, που αξίζουν ένα σύντομο σχολιασμό. Στην μια ο οικοδεσπότης όρθιος κρατώντας μια διακριτική απόσταση πίσω από τον καθιστό Πάουντ, με μια έκφραση διερωτητικής έγνοιας και φροντίδας για τη φιλοξενία και τους φιλοξενούμενους· ο Πάουντ γυρτός προς τα εμπρός, σαν κουλουριασμένος στον εαυτό του, με το βλέμμα στυλωμένο χαμηλά. Στην άλλη φωτογραφία, ο Πάουντ ορθός κι ευθυτενής, με το μάλλον αμήχανο βλέμμα του σταθερά καρφωμένο στον φακό, αλλά με τα χέρια στις τσέπες και τον Σεφέρη, περιχαρή και χαλαρωμένο, σταθερά όμως στηριγμένο στα πόδια του, να τον στηρίζει με τον ώμο του και το διακριτικό –σχεδόν αόρατο– δεξί του χέρι περασμένο στο αριστερό χέρι του Πάουντ. Ευθυτενής, ‘ευκίνητος’ μα κι εύθραυστος συνάμα δείχνει ο γερο-Έζρα πλάι στον στιβαρό Σεφέρη. Μόνο σημείο δύναμης ακατάβλητης η καίουσα φλόγα της επίμονης ματιάς του. (περισσότερα…)

Τετάρτη, 12 Ιουλίου | Αφιέρωμα Έζρα Πάουντ: Δύο σταθμοί (Λονδίνο 1920 – Αθήνα 1965)

*

Τετάρτη, 12 Ιουλίου | Αφιέρωμα

Έζρα Πάουντ: Δύο σταθμοί
(Λονδίνο 1920 – Αθήνα 1965)

Πρωτοστάτης του ιμαζισμού και του μοντερνιστικού κινήματος, ιδιοφυής κριτικός, νοσταλγός των μεγάλων αρχαίων πολιτισμών, συνοδοιπόρος του Έλιοτ, γραμματέας του Γέητς, δριμύς κατήγορος του καπιταλισμού, οπαδός του Μουσσολίνι, επινοητής μιας πρωτόγνωρης ποιητικής γλώσσας, δημιουργός των περιβόητων «Κάντος», ο Αμερικανός ποιητής Έζρα Πάουντ (1885-1972) στάθηκε εξαρχής, και παραμένει ώς σήμερα, μορφή σαγηνευτική και αμφιλεγόμενη.

Με αφορμή το αφιέρωμα του περιοδικού Νέο Πλανόδιον στο έργο του (τχ. 7), ο μεταφραστής Κώστας Κουτσουρέλης και ο μελετητής και βιογράφος του Πάουντ Ηλίας Μαλεβίτης παρουσιάζουν δυο σταθμούς της πορείας του, τη σύνθεση «Χιου Σέλγουιν Μώμπερλυ», που ο ποιητής δημοσίευσε στο Λονδίνο το 1920, και το περίφημο ταξίδι του στην Ελλάδα το 1965 και τις συναντήσεις του με σημαδιακές μορφές των ελληνικών γραμμάτων όπως ο Γιώργος Σεφέρης και ο Ζήσιμος Λορεντζάτος. Ποιήματα και κείμενα του Πάουντ θα ερμηνεύσουν ηθοποιοί του Θεάτρου Κυδωνία.

*

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος ΙΑ΄: Ιωάννης Γεωμέτρης (Μεταφράσεις Ά. Δικταίου και Δ. Κούρτοβικ)

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΥΡΙΩΤΗΣ Ο ΓΕΩΜΕΤΡΗΣ

Μεταφράσεις του Άρη Δικταίου και του Δημοσθένη Κούρτοβικ

Λιγοστά είναι τα όσα γνωρίζουμε για τον Ιωάννη Γεωμέτρη ή Κυριώτη κι αυτά εξάγονται μέσα από τα έργα του (πεζά και ποιητικά). Ποιητής που έζησε κατά το δεύτερο μισό του 10ου αιώνα ο Ιωάννης φαίνεται πως καταγόταν από ευγενή οικογένεια και έλαβε καλή εκπαίδευση ενώ υπηρέτησε στον στρατό πριν αποσυρθεί και ζήσει ως μοναχός. Συνέγραψε επιγράμματα (αρκετά θα μπορούσαμε να τα αποκαλέσουμε λυρικά ποιήματα), προγυμνάσματα, αλλά και ύμνους και ομιλίες στη Θεοτόκο και σε άλλους αγίους. Ο Αλεξάντερ Κάζνταν, από τον οποίο αντλούμε και αυτές τις πληροφορίες, τού αποδίδει και τη συλλογή 99 μοναστικών τετράστιχων επιγραμμάτων Παράδεισος. Λόγω της εποχής (θέρος γαρ!) ξεκινάμε με την μεταγενέστερη χρονικά απόδοση του Δημοσθένη Κούρτοβικ (τον οποίο και ευχαριστώ για την ευγενική άδεια αναδημοσίευσης) και συνεχίζουμε με τις χρονολογικά πρότερες αποδόσεις του Άρη Δικταίου. [Μικρή σημείωση: ο τίτλος του δεύτερου ποιήματος, που αποδίδει ο Δικταίος, όπως φανερώνει και το πρωτότυπο, αναφέρεται στη Μονή Στουδίου κι όχι σε κάποια Θεολογική Σχολή].

~•~

Ὅλα καρπίζουν καὶ τ’ ἀμπέλι θέλει νὰ γεννήσει,
ξέχειλες οἱ κερῆθρες ἀπὸ φρέσκο μέλι.
Σφύζουν τὰ μαστάρια, χαρὰ γιὰ τ’ ἀρνάκια,
βαριὲς ἀπ’ τὸ γάλα οἱ κατσίκες, τὰ στάχυα
τὸ θεριστὴ κιόλας προσμένουν.
Στὰ δέντρα κελαϊδοῦνε τὰ πουλιά,
σκιὰ δροσερὴ σκορποῦνε τ’ ἄλση.
Τὸ γάργαρο νερὸ παίζει μὲ τὴν πέτρα.
Συναυλία σωστὴ δίνουν τὰ τζιτζίκια,
χαρούμενα ὁ ναύτης τραγουδάει.
Τραγούδησε κι ἐσύ, Ἰωάννη, κι ἂς πονᾶς!

~•~

εἰς τὸ θέρος

Ὥρια πάντα τέθηλε, καὶ ἄμπελος ἐς τόκον ὀργᾷ,
σμήνεα δ’ ἄρτι μέλι χλωρὸν ὑπεκπρορέει,
οὔθατα δὲ σφαραγεῦσι καὶ ἄρνες ἀεὶ σκαίροντες,
αἶγες δ’ εὐγλαγέες, λήϊα κεκλιμένα·
ὄρνεα δ’ εὐφωνοῦσι καὶ ἄλσεα, εὔσκια δένδρα,
ὕδασι δὲ κρυεροῖς ἀμφιγέγηθε πέτρα.
τέττιξ σύντονον ἠχεῖ, ναυτίλος ἥδιον ᾄδει·
ᾆσον, Ἰωάννη, καὶ σύ τι κἂν μογέῃς.

Μτφρ. Δημοσθένης Κούρτοβικ στο Hans-Georg Βeck, Η βυζαντινή χιλιετία, Αθήνα 2005, ΜΙΕΤ, σ. 161. (περισσότερα…)