Ηλίας Κεφάλας

Καμέλια

*

Κείμενα – Φωτογραφίες ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

*

ΚΑΜΕΛΙΑ

Το άνθος της καμέλιας καλώ να μας φωτίσει.

Έλα μικρό μου άνθος, έλα και βγες απ’ την κρυψώνα σου. Αναμέρισε τα βαθυπράσινα φύλλα με τις διάφανες νευρώσεις και ρίξε το κόκκινο φως σου στον πενιχρό μας κόσμο. Άνοιξε την αλουργίδα σου και θέσε μας υπό την σκέπη σου. Είσαι από αίμα ή από μαρασμό ουράνιου άστρου; Βγες σαν σπασμένο ρουμπίνι, βγες σαν κόψη από άλικη αθέρα, βγες σαν εκνέφωση επτασφράγιστης κολόνιας, έλα, βγες και σίμωσε στον κόσμο μας, προτού μας κυριεύσει η νύχτα.

~.~ (περισσότερα…)

Ουράνιος χάρτης

*

Κείμενα – Φωτογραφίες ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

*

ΟΥΡΑΝΙΟΣ ΧΑΡΤΗΣ

Ο ουράνιος χάρτης στέκει μπροστά μας καθαρός και διάφανος. Η άνωση καραδοκεί. Το νεφοσκεπές μπλε του ουρανού έχει χαμηλώσει για να το φτάσουμε. Ας σηκώσουμε το χέρι. Ας πιαστούμε από το φως κι ας πηδήξουμε πάνω. Ας χαθούμε μέσα στο ύψος. Συγκάτοικοι πια ενός κατά πολύ ελαφρότερου κόσμου.

~.~ (περισσότερα…)

Ένας κόσμος πλήρης και ευφρόσυνος

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Ηλίας Κεφάλας,
γραφέας του φυσικού έπους,
Θράκα 2021

Στην τελευταία του δουλειά, ο Ηλίας Κεφάλας αποτυπώνει στιγμές, διαθέσεις και ρυθμούς του γενέθλιου τόπου, λειτουργώντας ως καταγραφέας του «φυσικού έπους», όπως λέει. Έπος, όπως η μακρά δοξαστική αφήγηση μιας ατελεύτητης εποποιίας που είναι η ζωή και η αναπνοή του κόσμου γύρω μας και μέσα μας. Γι’ αυτό και τα ποιήματα δεν είναι απλώς εικόνες της φύσης, αλλά και οι μυστικές συζεύξεις και ανταποκρίσεις ανάμεσα στον άνθρωπο που πρέπει να ξαναβρίσκει συνεχώς τον ορισμό και τον προορισμό του και την αυτοφυή ύπαρξη της φύσης που τον περιέχει, τον εξηγεί και τον υπερβαίνει. Τον παρηγορεί, γιατί υπάρχει ως η πλησιέστερη φανέρωση του θαύματος, αλλά και τον απελπίζει, γιατί κρατά ανέγγιχτο το μυστικό της, που είναι πώς να ζει ανερώτητα ως κατακλυσμιαία βούληση και ως αγαθοποιός πράξη. Σε αυτόν τον κόσμο της φύσης της Θεσσαλίας έχει επιλέξει να ζει και να θέτει εν πολλοίς το ποιητικό του στοίχημα ο Ηλίας Κεφάλας τα τελευταία χρόνια, με την αγάπη του πιστού, του γηγενούς, του «εκβλαστήματος της ανθρώπινης θλίψης» αλλά και του συμπαίκτη, του συναυτουργού μιας ιερουργίας. (περισσότερα…)

Ἠλίας Κεφάλας, Ποιήματα

iliaskefalas

 

Η ΕΡΗΜΗ ΦΩΝΗ

Τί ἐρημιὰ σκεπάζει τὴ φωνή σου
Καθὼς ἐπάνω στὶς παράξενες χροιὲς
Στοιβάζονται χαμένες ἡλικίες
Ἄκου ποὺ στὶς ραφές της πένθιμα ἠχοῦν
Ἀναιμικὰ χορτάρια
Ποὺ ὅλα μαυρόκλωνα ἑλίσσονται
Κι ὅλο ψηλώνουν κι ἀποκόβουν
Τὸ πρόσωπό σου ἀπὸ παντοῦ

Μὰ τόσο ἀδούλευτη ξεχάστηκε ἡ φωνή σου
Δὲν ξέρει πῶς νὰ συσταθεῖ
Κι ὅλο κυλάει σὰν νερὸ
Ποὺ χάνεται μόλις ἀφήνει τὴν πηγή του
Γι᾽ αὐτὸ σὲ κλείνουν ἄνυδρα τοπία
Καὶ ἀρχαῖα πουλιὰ ποὺ ἀποδημοῦν

Μὴ μιλᾶς
Ἡ φωνή σου θὰ σπάσει
Καὶ θὰ τὴν πιοῦν μαῦρες ρωγμὲς
Μὴ μιλᾶς
Ἡ φωνή σου θὰ πέσει
Στὶς μοχθηρὲς γλυσίνες τοῦ ἤχου
Κι οἱ ἐπελάσεις τῶν σχημάτων τοῦ βίου
Στὴν ἀρχαία θὰ σὲ τυλίξουν
Ἀτημελησία τους

~.~

ΕΛΛΕΙΨΕΙΣ

Καθισμένος σταυροπόδι στὸ λιβάδι
Διορθώνω παλιὰ ποιήματα

Τριγύρω ἀνθίζουν χαμομήλια
Γάτες παραμονεύουν περιστέρια
Καὶ κάτι φύλλα δέντρων μακρινῶν
Σποραδικὰ πέφτουν μπροστά μου
Καὶ λάμπουν σὰν χαλκὸς

Κοιτάζω καὶ ψάχνω τὸ μαλακὸ χῶμα
Οὔτε μιὰ πέτρα νὰ σπάσω τὰ καρύδια μου
Κοιτάζω καὶ ψάχνω τὸ κουρασμένο μου μυαλὸ
Οὔτε μιὰ λέξη νὰ ταιριάξω
Τὶς ἀστοχίες τοῦ ποιήματος

~.~

ΤΡΑΓΟΥΔΑ ΔΕΝΤΡΟ

Τραγούδα δέντρο
Εἶμαι ὁ μαθητὴς τοῦ ἴσκιου σου
Ὁ μιμητὴς τῆς φωνῆς σου
Ὁ δύτης στὴ θάλασσα τῶν φύλλων σου

Τραγούδα ἥσυχα δέντρο
Εἶμαι ὁ ξενοδόχος τῶν πουλιῶν σου
Ὁ περιποιητὴς τῶν ὁδοιπόρων σου
Ὁ ὑποδεχόμενος τὰ τετράποδά σου

Τραγούδα ἀμέριμνα δέντρο
Ἐπειδὴ ἂν σιωπήσεις
Θὰ σιωπήσει κι ὁ κόσμος
Καὶ τὸ μικρὸ κορίτσι δὲν θὰ ἔλθει
Νὰ κρεμάσει τὴν κούνια του
Στὰ στιβαρὰ κλαδιά σου

Τραγούδα λοιπὸν δέντρο
Εἶσαι τὸ κέντρο τοῦ Γαλαξία μας

~.~

ΔΩΜΑΤΙΟ

Νὰ μὲ προσέχεις ὅταν κλείνομαι
Στὴν βασιλεία σου

Καὶ νὰ μοῦ μιλᾶς
Πότε μ᾽ ἕνα θρόισμα τῆς κουρτίνας
Πότε μ᾽ ἕνα σύρσιμο τῆς παντόφλας
Πότε μ᾽ ἕνα ψιθύρισμα στὸ αὐτὶ
Καὶ πότε πότε
Μ᾽ ἕνα ἀνεπαίσθητο γύρισμα τοὺ πόμολου

Νὰ μοῦ φυλᾶς τὶς σκιὲς
Καὶ νὰ τὶς ἀνασταίνεις

Κι ἂν κάποια βροχὴ δαχτύλων
Πέσει στὰ πλῆκτρα τῆς γραφομηχανῆς
Τότε νὰ γκρεμιστεῖς μαζί μου μὲσα στὸν πάταγο

Τροφὴ νὰ γίνουμε ἀκριβὴ
Στὰ κοφτερὰ σαγόνια τῶν λέξεων

~.~

RAYMOND CARVER (1938-1988)

Ἀπὸ στιγμὴ σὲ στιγμὴ κάτι θὰ γίνει – ἔλεγες
Τὸ χιόνι θὰ μᾶς ἐπιτεθεῖ
Τὸ ἀπόγευμα θὰ φθάσει μαῦρο κι ἀφύσικο
Κάπου μακριὰ θὰ λάμψουν γαλήνιες οἱ λίμνες
Ἐνῶ γιὰ μᾶς τοὺς ποιητὲς δὲν ὑπάρχει
Παρὰ μόνο τὸ σκοτεινὸ δωμάτιο
Καὶ τὰ πουλιὰ ποὺ πετοῦν ἐλεύθερα
Ἀπὸ κράτος σὲ κράτος
Καὶ τὰ ψάρια ποὺ κολυμποῦν διαρκῶς
Μέσα στὰ ὄνειρα
Κι οἱ δύσκολες νύχτες
Μὲ τὰ βιβλία ποὺ πέφτουν ἀπὸ τὸ μαξιλάρι

Ἄκου τὰ βήματα στὸ πεζοδρόμιο
Πῶς κεντοῦν τὶς ἀνησυχίες μας
Ἄκου τὴ βροχὴ ποὺ πέφτει ραγδαία
Καὶ ἠχεῖ στὴν μνήμη σὰν νὰ μὴν ἔπαψε ποτὲ

Ὁ φόβος θὰ μᾶς γονατίσει – ἔλεγες
Γιατὶ μιὰ μέρα θὰ ξυπνήσει τὸ παρελθὸν
Μιὰ μέρα θὰ δοῦμε ὅτι δὲν ἀγαπήσαμε
Ὅσο καὶ ὅπως ἔπρεπε
Κάποια στιγμὴ θὰ συναντηθοῦμε μὲ τοὺς νεκροὺς
Γιὰ νὰ συζητήσουμε μαζί τους κάποια πράγματα
Ὅλοι μας θὰ ζητήσουμε τότε τὸ δίκιο μας
–Ποιὸ δίκιο; –
Κάποτε θ᾽ ἀγανακτήσουμε ποὺ τόσες φορὲς
Ἐπαναλαμβάνουμε ὅτι φοβόμαστε τὸν θάνατο
Κι ἀμέσως μετὰ τὸ ξαναλέμε

Καὶ μόνο-μόνο
Ἂς ἔχουμε μιὰ εὐκαιρία ἀκόμα
Ἔστω μισὴ εὐκαιρία μόνο
Νὰ κάνουμε τὰ ἴδια λάθη καὶ πάλι ἀπ᾽ τὴν ἀρχὴ
Τὰ ἴδια τ᾽ ἀσυγχώρητα λάθη
Τὰ λάθη μας – ἔλεγες

~.~

ΑΡΗΣ ΔΙΚΤΑΙΟΣ

Κοινὴ γὰρ ἡ τύχη τῶν ἀνθρώπων
Καὶ τῶν δημιουργῶν πρωτίστως
Γιατὶ τὸ μέλλον μας δὲν εἶναι τόσο ἀόρατο
Καθὼς πρεσβεύει ὁ Ἰσοκράτης

Ἐπειδὴ ἐσένα ἔχω κατὰ νοῦ
Θλιμμένε ποιητὴ Ἄρη Δικταῖε
Σοῦ εἶχε φέξει ἡ τύχη σου ὅταν ζοῦσες
Καὶ ὄχι μονάχα αὐτὴ
Τὸ δίκιο νὰ εἰπωθεῖ
Συνέβαλε κι ἡ ἱκανότητά σου
Καὶ ἡ σθεναρὴ δουλειὰ
Καὶ ἡ ποιητικὴ σκευὴ
Ποὺ σοῦ ἔδιναν κάθε στιγμὴ
Τὸ ὕψος σου καὶ τὴν πυγμὴ

Ἀλλὰ τί μάταια ποὺ φαίνονται ὅλα αὐτὰ
Ἐπειδὴ τώρα μὲ τοὺς λησμονημένους
Καὶ τοὺς ἀδικημένους περιφέρεσαι
Ὁλοσχερῶς χαμένος στὴν ὁμίχλη

Σὲ ψάχνω ἀλλὰ ὅλο καὶ πιὸ πολὺ
Σβήνει ἡ μορφή σου
Ὅλο καὶ πιὸ πολὺ
Μαραίνονται τὰ καλαμπόκια σου

ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ
Ἀπὸ τὴν ἀνέκδοτη συλλογὴ «Γραφέας τοῦ φυσικοῦ ἔπους» 

Χάριν ευταξίας

Λεζάντες-για-τ-αόρατα

~ . ~ 

του ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ Ι. ΤΖΑΝΟΥ ~ . ~

Ηλίας Κεφάλας,
Λεζάντες για τ’ αόρατα,
Γαβριηλίδης, Αθήνα 2016

Με τα χρόνια έλαβα τις απαντήσεις για όσα ανεξάντλητα ρώτησα. Απέκτησα τις βεβαιότητές μου ότι έτσι έχουν τα πράγματα. Κι αυτό με γαλήνεψε. Μια από τις βεβαιότητές μου είναι ότι για τα ίδια ερωτήματα οι επόμενοι θα λάβουν διαφορετικές απαντήσεις, αποκτώντας τις δικές τους βεβαιότητες ότι έτσι έχουν τα πράγματα. Αγνοώ το αν θα γαληνέψουν ή όχι. Με αυτό το φίλτρο διάβασα την ποιητική συλλογή Λεζάντες για τ αόρατα του Ηλία Κεφάλα από τις εκδόσεις «Γαβριηλίδης», και εστίασα σε συγκεκριμένα ποιήματα, επιχειρώντας, μάλλον διά της λογικής, την ου μην αλλά ανέφικτη αποτύπωση του αοράτου. Άλλωστε, αυτό είναι δουλειά των ποιημάτων: «Γιατί το ποίημα πάντα / Θέλει / Μπορεί / Και δένεται στο αόρατο» («Αρμοί»).

Η θεολογία του ποιητή περνά, καθέτως, μέσα από την κοσμοθεωρία του. Η φύση είναι μεγαλειώδης, ωστόσο όχι αξιολάτρευτη. Οι ιεροί και οι καθαγιασμένοι τόποι απαιτούν αποκλειστικά την περισυλλογή και τον θαυμασμό μας: «Θέλει μοναξιά και σιωπή το βουνό / Και βέβαια περίσκεψη – προτείνει / Ο μονήρης ιέραξ σε μένα τον καλυβίτη» («Εικόνες του αμίλητου βουνού») ή «μαγεμένος καμαρώνω τον κώνο του τον ιερό» του Ολύμπου («Όλυμπος»).

Η κοινωνία με τον θείο ουρανό συνιστά τον σκοπό της ύπαρξής μας. Ο ουρανός, διαμέσου της φύσης, «ολημερίς με αποκαθαίρει συνεχώς / Και μ’ εμβαπτίζει στων αχράντων τα μυστήρια», («Ο ουρανός»), ο ουρανός έχει τη δυνατότητα να «Με μεταφέρει στα εντευκτήρια του θόλου» («Ο ουρανός») οπότε, στο παρόν (ή από το παρόν), «Όπου κι αν βρίσκομαι αισθάνομαι πλήρης ουρανού / Και το στερέωμα των άστρων με αναγγέλλει» («Ο ουρανός»).

Ο θεός γίνεται αντιληπτός μέσα από την τάξη στη φύση, ενάντια στην εντροπία της, και κατανοείται με τις αισθήσεις μας, μέχρι, γ.π., «να πέσει το τελευταίο φύλλο της λεύκας» («Περίμενα»). Τότε μόνο ο άνθρωπος νιώθει ασφαλής, βέβαιος ότι όλα υπόκεινται στον «οίστρο της άμεμπτης δημιουργίας» («Αγροτόπαιδες»): «Και όταν όλα έγιναν σηκώθηκα να φύγω / Με την αίσθηση ότι τηρήθηκαν οι φυσικοί νόμοι / Ότι εκπληρώθηκαν οι υποσχέσεις ενός άγρυπνου θεού» («Περίμενα»).

Η μνήμη, αυτή η «ζωοποιός αιχμή και χρονομάχος δίνη» («Κήποι και μνήμη») συγκεφαλαιώνει τις μέρες μας: «Κι όλα εν τέλει μεταπηδούν / Και γίνονται άσαρκες ιδέες», («Προπόρευση»), γίνονται ποίημα, γίνονται το ξεφάντωμα του πεπρωμένου, αφού όμως η καθημερινότητα το επιτρέψει: «Τότε τι φως / Του γεγραμμένου η κορύφωση» («Το ποίημα έρχεται απ’ τη μνήμη»). Υπάρχουμε κυρίως διά της μνήμης μας, μέχρι να επιστρέψουμε, ολοκληρώνοντας το ταξίδι μας προς την ομορφιά, «για τ’ άδυτα που περιμένουν» («Ξεκίνημα») εκεί απ’ όπου ξεκινήσαμε: «Μες στο αμνιακό υγρό της νοσταλγίας / Εκεί που ακραίο ξύπνημα είναι ο θάνατος / Και καλωσόρισμα η μήτρα των αγγέλων» («Η ομορφιά»).

Ένας ένας με τη σειρά του αναχωρεί: «Σε μένα μόνο έγνεψε το διάφανο άλογο» («Τα μαύρα λούστρα») για το μακρινό ταξίδι. Ο κύκλος των αισθήσεων ολοένα κλείνει, ο άνθρωπος παύει να αγωνιά «Από ποια μεριά δεν θα συναντήσω τον θάνατο;» («Δύσκολο πρωί») και νιώθει έτοιμος να τον αντιμετωπίσει: «Όμως τα χρόνια πέρασαν, η σκάλα γέρασε μαζί με μας κι όταν γυρίσαμε απ’ τη ματαιότητα κανένα σκαλοπάτι δεν εμπόδισε την κάθοδό μας […] στο μουχλιασμένο υπόγειο κι εκεί στη σύναξη παρόντων και απόντων» («Ο τρόμος της σκάλας»).

Στο επέκεινα οι νεκροί, αν και «γλίτωσαν τις συμφορές» («Κάθοδος») του κόσμου τούτου, στερήθηκαν διαπαντός τα ευεργετήματά του: «Κλάψε γιατί ο λόφος και η αρχαία νύχτα δεν έχουν τελειωμό» («Το τραγούδι του μικρού Ευκλείδη»). Οι νεκροί πορεύονται «σε δίνες / Αφού ταξιδεύουν με Θεούς / Και Αγίους» («Κατακλυσμός») και λησμονιούνται από τους ζωντανούς παραδομένοι σε αιώνια μοναξιά. Ωστόσο, «Των σκελετών η αναλαμπή κρυφά θα μας θαμπώνει» («Του μεταστάντος») και θα απαλαίνει τον βίο μας διαρκώς.

Η αντίπερα όχθη σε κάποιους προξενεί τρόμο: «τρομερά σκυλιά αλυχτούν / Στο βάθος του περάσματος», («Γέφυρες»), καταβροχθίζοντας τον ταξιδιώτη στην ανυπαρξία. Όμως ο Ηλίας Κεφάλας το επιθυμεί διαφορετικά: «Εμένα θα μου έφτανε κι ένα παγκάκι» «Θα μου ήταν αρκετό / Κι ένα φτωχό στρωσίδι / Κάτω από μιαν ιτιά» «Πλην όμως μέσα απ’ τον περίβολο / Στη βέβαιη επικράτεια του Παραδείσου» («Στον Παράδεισο»).

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ Ι. ΤΖΑΝΟΣ