Ηλίας Κεφάλας

Ανατρέχοντας στον ποιητή και την ποίηση του Χρίστου Ρουμελιωτάκη

*

του ΗΛΙΑ ΚΕΦΑΛΑ

~.~

Στο γραφείο του ποιητή Δημήτρη Δούκαρη της οδού Πανεπιστημίου, εκεί όπου ήταν και το καθημερινό εντευκτήριο του περιοδικού Τομές, γνώρισα το 1978 για πρώτη φορά τον ποιητή Χρίστο Ρουμελιωτάκη, που μου ήταν ήδη γνωστός από την αφιέρωση σ’ αυτόν του περίφημου ποιήματος του Μιχάλη Κατσαρού «Μπαλάντα στους ποιητές που πέθαναν νέοι» στο περιοδικό Αθηναϊκά Γράμματα (1958), όταν ήταν 18χρονος τότε και μόλις είχε δημοσιεύσει τα πρώτα του ποιήματα. Έμελλε να γίνουμε γρήγορα πολύ στενοί φίλοι, να περνάμε πολλά απογεύματα και βράδια μαζί με επισκέψεις στο σπίτι μου στα Άνω Πατήσια ή στο δικό του στο Νέο Ηράκλειο. «Σπίτι μου, σπίτι μου να ρθείς, έχω και κήπο» ήταν η χιουμοριστική επωδός του για κάθε προγραμματισμό που κάναμε για την επόμενη συνάντησή μας. Ζούσε από τη δικηγορία του, αλλά όμως από το μυαλό του δεν έβγαινε ποτέ η ποίηση. Επειδή το γραφείο του ήταν δίπλα από το γραφείο του Δούκαρη, όπου ως φίλος αρχικά και συνεργάτης αργότερα πήγαινα κι εγώ πολύ συχνά και τον ενοχλούσα με την γεμάτη απορίες παρουσία μου, τον συναντούσα εκεί κι έκτιζα μαζί του μια πολύ εκλεκτική σχέση φιλίας.

Γεννημένος στην Αργυρούπολη Ρεθύμνου το 1938 και μεγαλωμένος στην Νέα Ιωνία της Αθήνας, συνοικία με την οποία είχε ταυτιστεί ο βίος του και η πολιτική του συγκρότηση, ο Χρίστος ήξερε να κάνει μόνο φίλους και μάλιστα φανατικούς. Βλαστός της αριστεράς και αγωνιστής της προοδευτικής ιδεολογίας με διώξεις και εξορίες παρέμεινε πιστός στις επάλξεις της ακόμα και όταν το τελευταίο μεγάλο κοινωνικό αυτό όραμα συνέθλιψε ή απλώς έθλιψε τους οπαδούς και τους συνειδητοποιημένους πιστούς του. Ατέλειωτες συζητήσεις πάνω στα λάθη και τις τακτικές της αριστεράς, πάνω στις εκτιμήσεις των πραγμάτων από τους κομματικούς διαχειριστές και θλίψη απροσμέτρητη, καθώς η μία ήττα διαδεχόταν την άλλη. Όλοι είμαστε ηττημένοι, αριστεροί και δεξιοί και ο καθένας για τους δικούς του λόγους, επειδή όλοι ξεχνάνε τον παράγοντα άνθρωπο, μονολογούσε ο Χρίστος. Όλοι ξεχνάνε το απρόβλεπτο που έχει να κάνει με τα βαθύτερα αίτια της ανθρώπινης ύπαρξης.

Ο Χρίστος Ρουμελιωτάκης ανδρώθηκε ποιητικά μέσα στις απηχήσεις  των γεγονότων του εμφυλίου πολέμου. Με το να είναι σάρκα από τη σάρκα της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς, ακολούθησε και ο ίδιος πιστά τις συνιστώσες της γενιάς αυτής, αποσιωπώντας συνειδητά τις δυνατότητες του εαυτού του υπέρ του εν όλω σκοπού. Πρόκειται για μια σημαδιακή και ιδιόμορφη στον χαρακτήρα της γενιά, η οποία, φορτωμένη το άγχος του μετεμφυλιακού κλίματος και την πίκρα μιας παρατεταμένης ήττας, δεν θέλησε ποτέ στη συνέχεια να σηκώσει κεφάλι, δεν θέλησε ποτέ να φωνάξει και να δείξει την ταυτότητά της, δεν επιθύμησε ποτέ να ηγηθεί. Οι ενέργειες της γενιάς αυτής, ύστερα από το καταλάγιασμα  των πολιτικών πραγμάτων, χαρακτηρίζονται από μια διστακτικότητα και μια διαρκή αίσθηση του ματαίου. Η ποίησή της συμπυκνώνεται στη γενική στάση της συγκατάβασης και της αποχής από πρωτοβουλίες κάθε είδους. Η ποίησή της γίνεται το μελαγχολικό τραγούδι μιας βαθιά τραυματισμένης μνήμης. (περισσότερα…)

Στις κατεβασιές των νεφών

*

ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ ΜΕ ΛΟΓΟ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑ | 27.ii.26
Κείμενα – Φωτογραφίες ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

*

ΣΤΙΣ ΚΑΤΕΒΑΣΙΕΣ ΤΩΝ ΝΕΦΩΝ

Εκεί στις κατεβασιές των νεφών, στις στροφές των χειμέριων δρόμων, αλλά και σε κάθε στροφή της ζωής μας, εγώ θα σε περιμένω τυλιγμένος με τα μαντίλια της ομίχλης. Ο ουρανός θα έχει κρυφτεί και μόνο χρυσοφτέρουγα δέντρα θα με παραστέκουν και μόνο οι τσίχλες και τα κοτσύφια θα σπάζουν τη σιωπή με το  χοχλακιστό κελάηδημά τους. Και όσο εσύ θ’ αργείς, τόσο η μοναξιά θα απλώνεται και θα με καταπίνει μαζί με τα κρεμαστά νερά, τους πολύμορφους βράχους και τις νυχτωμένες ρεματιές.

*

* (περισσότερα…)

Ορεινό βλέμμα

*

ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ ΜΕ ΛΟΓΟ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑ | 28.i.26
Κείμενα – Φωτογραφίες ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

*

ΟΡΕΙΝΟ ΒΛΕΜΜΑ

Χειμωνιάτικα τοπία εκεί ψηλά στις ορεινές αναδιπλώσεις της γης. Και, να, με ποιες εικόνες γεμίζει ακέραιο το βλέμμα μας, όταν τα βουνά παίρνουν φωτιά από μόνα τους και τίποτα πλέον δεν τα συγκρατεί από το να εκδηλώσουν αναφανδόν και ομοθυμαδόν την πολύχρωμη θλίψη τους. Μέταλλα χυμένα παντού μέσα σε χρώματα αναζωογονημένα. Κι εμείς επίμονοι ακόλουθοί τους πάντα.

*

* (περισσότερα…)

Βουνό

*

ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ ΜΕ ΛΟΓΟ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑ | 21.xii.25
Κείμενα – Φωτογραφίες ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

*

ΒΟΥΝΟ

Πάνω στην κεφαλή του βουνού πύκνωσε και άστραψε η χρυσή του τριχοφυΐα. Σγουρόμαλλοι βόστρυχοι από τις φυλλωσιές των δέντρων λαμποκοπούν μέσα στο λυγμικό δειλινό. Φύλλα που γίνονται καθρέφτες μέσα στο πρωινό δροσόπαγο και κλαδιά που ανεμίζουν σαν ξεφτισμένες σημαίες τους λυγμούς του φθινοπώρου. Κι εσύ ‒ ω μοναδική ‒ εκεί μέσα να ’ρθείς και να με ψάξεις. Θα με βρεις σ’ όλα τα ξέφωτα της δασωμένης πλαγιάς ν’ ανιχνεύω παλιές γλώσσες και ρήσεις, που χάθηκαν μέσα στις αμετροέπειες και τις αδικίες της ανθρώπινης περιπέτειας. Όμως εμείς εκεί θα λάμψουμε με τον τρόπο που φωσφορίζουν οι από αιώνων χαμένοι.

*

* (περισσότερα…)

Συνάξεις

*

ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ ΜΕ ΛΟΓΟ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑ | 29.xi.25
Κείμενα – Φωτογραφίες ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

*

ΣΥΝΑΞΕΙΣ

Πόση χαρά προσφέρουν οι συνάξεις των ποιητών και μάλιστα όταν πραγματοποιούνται σε πολύ αραιά διαστήματα, τόσο αραιά που να έχει πονέσει για να ξαναδεί ειλικρινά ο ένας τον άλλον. Εδώ είμαστε στο μικρό μου σπίτι, στο χωριό Μέλιγος Τρικάλων, το μακρινό 2007, όταν οι φίλοι ποιητές δεν φοβήθηκαν την απόσταση και ήρθαν σαν τα πουλιά, που, ενώ πετούν σε διαφορετικά σημεία του ουρανού, ξαφνικά συγκεντρώνονται και προσγειώνονται όλα μαζί σ’ ένα σημείο. Τι στιγμές. Ξανακοιτάζω τη φωτογραφία και βλέπω τον Αντώνη Φωστιέρη, τον Κώστα Ακρίβο, την αφεντιά μου, τον Κώστα Βούλγαρη και τον βιβλιοπώλη Κώστα Κοτρώνη, που επωμίστηκε και τα έξοδα της συνάντησης. Στους από εδώ καναπέδες, έξω από το κάδρο της φωτογραφίας, πρέπει να κάθονταν, αν θυμάμαι καλά, ο Γιώργος Μαρκόπουλος, ο Γιώργος Μπλάνας, η Ελένη Λαδιά και ο Νίκος Λάζαρης. Ίσως και ένας-δυό άλλοι. Πώς πέρασαν οι μέρες, πώς πέρασαν τα χρόνια, όπως έγραψε ανεξίτηλα ο μεγάλος ποιητής της Αλεξάνδρειας.

* (περισσότερα…)

Το πυρφόρο

*

ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ ΜΕ ΛΟΓΟ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑ | 26.x.25
Κείμενα – Φωτογραφίες ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

*

ΤΟ ΠΥΡΦΟΡΟ

«Όχι, δεν αρρώστησα», μου διευκρίνισε το πυρφόρο δέντρο, πανέτοιμο να αναληφθεί.

«Απλώς οι ρίζες μου χτύπησαν κάτω βαθιά τα πετρώματα του κασσίτερου, μπήκαν στα ποτάμια του κεχριμπαριού και όλο το κίτρινο βρήκε τις φλέβες μου και ανέβηκε μέχρι τα φύλλα. Λέω να το κάνω κίτρινη βροχή, λέω να το κάνω μελαγχολικό τραγούδι, λέω να το ρίξω στο δάσος και να σπαράξει σύγκορμο.

Εσένα, πες μου, μήπως σου έρχεται καμιά ιδέα; Ακόμα και σαν ανάερη κλωστή ξεκομμένη από ύφασμα ονείρου;»

*

* (περισσότερα…)

Τροφή νεφών

*

ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ ΜΕ ΛΟΓΟ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑ | 28.ix.25
Κείμενα – Φωτογραφίες ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

*

ΤΡΟΦΗ ΝΕΦΩΝ

«Μη μου προσφέρετε βράχια για μεσημεριανό, δεν μπορώ να τα μασήσω», παρακάλεσε το προσγειωμένο πάνω στον βραχώδη λόφο νέφος με τον σχηματισμό σιαγόνας και ικετευτικού ματιού. Και, τότε, αφού νόμιζα ότι μου είχε απευθυνθεί, του υπέδειξα κάποιες μακρινές ομίχλες που φωσφόριζαν και κάτι σκόρπια βαμβακοχώραφα που άνθιζαν μέσα στις βελουτέ άχνες τους, για να σκύψει και να τραφεί. Αναζήτησα το λευκό ως σύμμαχο και συμμέτοχο της ανάερης παρουσίας του. Και είπα, ναι, δεν υπάρχει τίποτα ομορφότερο από αυτά τα περίεργα συμβάντα ενός θεσσαλικού μεσημεριού.

*

* (περισσότερα…)

Φαντασμαγορία

*

ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ ΜΕ ΛΟΓΟ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑ | 25.viii.25
Κείμενα – Φωτογραφίες ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

*

ΦΑΝΤΑΣΜΑΓΟΡΙΑ

Κοκκινωπές ξεφτισμένες φυλλωσιές που τις μάδησε το φως του δειλινού. Χρυσές ανταύγειες με βαθιές ραβδώσεις παλιών αναμνήσεων. Κι εδώ, σήμερα, στο σημείο αυτό, δεν μπορώ να πω πολλά πράγματα. Μένω ενεός. Κι εσείς αφήστε με να πετάω. Να ονειρεύομαι.

*

* (περισσότερα…)

Μακάρια νερά

*

ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ ΜΕ ΛΟΓΟ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑ | 30.vii.25
Κείμενα – Φωτογραφίες ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

*

ΜΑΚΑΡΙΑ ΝΕΡΑ

Μακάριες οι πεδιάδες που τις διασχίζουν και τις πλουτίζουν οι ευρύστερνοι ποταμοί. Μακάριοι οι ποταμοί που τους ενισχύει η ανόργανη και η οργανική ζωή μέσα στα σπλάγχνα τους, μετατρέποντάς τους σε ζωντανή ύλη. Μακάριοι οι άνθρωποι που αφουγκράζονται από τις όχθες το ψιθύρισμα και το ρέκασμα των ποτάμιων ροών. Μακάρια τα νερά που νανουρίζουν τα ψάρια κι ας είναι αμίλητα και ακοίμητα εδώ και αιώνες.

*

* (περισσότερα…)

Τὰ στοιχειωμένα δέντρα τοῦ Πρωτεσίλαου

*

του ΗΛΙΑ ΚΕΦΑΛΑ

Κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ Τρωικοῦ πολέμου, δηλαδή χίλια διακόσια χρόνια μέσες ἄκρες πρὶν ἀπὸ τὴν γέννηση τοῦ Χριστοῦ, πολλοὶ στρατοὶ ἀπὸ τὶς πόλεις-κράτη τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδας συνεξεστράτευσαν κατὰ τῆς Τροίας, ἐπειδὴ τὸ πριγκιπόπουλό της ὁ Πάρις ἔκλεψε (μὲ τὴν θέλησή της ἤ ὄχι, δὲν ἔχει σημασία) τὴν Ὡραία Ἑλένη, σύζυγο τοῦ βασιλιᾶ τῆς Σπάρτης Μενελάου. Μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων βασιλιάδων καὶ πολεμαρχῶν, ποὺ ἤθελαν νὰ ξεπλύνουν τὴν ντροπή, ἦταν καὶ ὁ Πρωτεσίλαος, ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ τῶν Θεσσαλικῶν πόλεων Φυλάκης, Ἀνδρώνας, Πυράσου καὶ Πτελεοῦ, ποὺ βρίσκονταν στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ Μαγνησίας. Καὶ νάτος ἐπικεφαλὴς σαράντα πλοίων ὁ Πρωτεσίλαος ποὺ ἔτρεξε ἀμέσως κι ἕνωσε τὶς δυνάμεις του μὲ ἐκεῖνες τῶν ἄλλων Ἑλλήνων. Ὡστόσο στὶς ἐνέργειες αὐτὲς προσέτρεξε ὠθούμενος καὶ ἀπὸ ἕνα ἄλλο, ἐντελῶς προσωπικὸ χρέος. Ἡ παράδοση τὸν μνημονεύει κι αὐτὸν ὡς ἕναν ἀπὸ τοὺς πολλοὺς μνηστῆρες ποὺ πολιορκοῦσαν τὴν Ὡραία Ἑλένη, προτοῦ ἐκείνη ἐπιλέξει τελικὰ τὸν Μενέλαο. Ὅλοι οἱ μνηστῆρες εἶχαν δεθεῖ τότε μὲ ὅρκο ὅτι θὰ ἦταν πάντα στὸ πλευρὸ τοῦ Μενελάου, ἂν κάποιο κακὸ τοῦ συνέβαινε στὸ μέλλον.

Τὸ ὄνομά τοῦ ἥρωά μας ὅμως δὲν ἦταν ἐξαρχῆς Πρωτεσίλαος, ἀλλὰ Ἰόλαος, καὶ ἦταν πρωτότοκος γιὸς τοῦ Ἰφίκλου καὶ τῆς Ἀστυόχης καὶ ἀδελφὸς τοῦ Ποδάρκη. Ἡ κακή του τύχη ἀρχίζει ἀπὸ τότε ποὺ ζοῦσε στὶς ἀνοιχτὲς πεδιάδες τῆς Θεσσαλίας καὶ ὡς Ἰόλαος εἶχε νυμφευθεῖ τὴν Λαοδάμεια, τὴν ὁποία παράτησε νύφη μιᾶς μέρας, γιὰ νὰ ἀκολουθήσει τοὺς ἄλλους Ἕλληνες στὴν Τροία. Καὶ ὄχι μόνο τὴν γυναίκα του παράτησε ὁ Ἰόλαος, ἀλλὰ καὶ τὸ καινούριο μισοχτισμένο σπίτι του, ἐπειδὴ τὸ χρέος καὶ ἡ φωνὴ τῆς πατρίδας μετροῦσαν περισσότερο ἀπ᾽ ὅλα καὶ τὸν καλοῦσαν ἐπιτακτικά.

(περισσότερα…)

Οι πρωτομαγιές

*

ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ ΜΕ ΛΟΓΟ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑ | 28.vi.25
Κείμενα – Φωτογραφίες ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

*

ΟΙ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΕΣ

Περάσαμε και χαρούμενες πρωτομαγιές στη ζωή μας.

Μέρες λαμπρές του κάποτε, βυθισμένες ακόμα και τώρα μέσα στο πράσινο και το άλικο και σφυρηλατημένες στη μνήμη σαν δυσεύρετα ρουμπίνια.

Ωστόσο έχουν περάσει και τώρα μας απομένει το βαθύ κόκκινο, για να ρέει μέσα μας και να μας ματώνει όσο πιο βαθιά γίνεται.

Πόσο ακόμα θ’ αντέξουμε;

Για πόσο θα είμαστε εδώ;

*

* (περισσότερα…)

Το χιόνι που τραγουδά

*

του ΣΩΤΗΡΗ ΠΑΣΤΑΚΑ

Ηλίας Κεφάλας,
Μισοφέγγαρα,
Θράκα 2024

Το ποιητικό έργο Μισοφέγγαρα του Ηλία Κεφάλα, μια συλλογή από 225 επιγράμματα, που κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Θράκα το 2024, αποτελεί ένα λεπταίσθητο ποιητικό σύμπαν, όπου το ελάχιστο αποδεικνύεται επαρκές και το καθημερινό ανυψώνεται σε ποιητικό στοχασμό.

Ο Ηλίας Κεφάλας, γεννημένος το 1951 στον Μέλιγο Τρικάλων, μας ταξιδεύει μέσα από τους στίχους του σε έναν κόσμο γεμάτο εικόνες, συναισθήματα και φιλοσοφικές αναζητήσεις. Στα διακόσια επιγράμματα που απαρτίζουν τη συλλογή, ο ποιητής καταγράφει με τρυφερότητα, χιούμορ, ειρωνεία και υπαρξιακό βάθος τα συμβάντα και τα συναισθήματα που διαπερνούν την καθημερινή ζωή. Τα ποιήματα, αφοπλιστικά λιτά και πάντα με έναν ή δύο στίχους, θυμίζουν χάικου όχι ως προς την αυστηρή συλλαβική δομή, αλλά ως προς την πρόθεση: τη σύλληψη και απόδοση μιας στιγμής με ακρίβεια και πνευματικότητα, όπως αυτό:

«Ἀπ᾿ τὰ χαράματα τὸ χιόνι τραγουδῶ – μόνος κατάμονος» (αρ. 1).

Πρόκειται για ένα επίγραμμα που είναι η εναρκτήρια χειρονομία της συλλογής και λειτουργεί ως προγραμματική δήλωση, ως ένα εισαγωγικό μότο του ποιητικού κόσμου του ποιητή. Σε δύο μόνο στίχους, ο Ηλίας Κεφάλας συμπυκνώνει έναν ολόκληρο υπαρξιακό ορίζοντα.

Η εικόνα του χιονιού λειτουργεί σε αρκετά επιγράμματα διττά: είναι και η φύση που παρατηρείται και ο καθρέφτης του εσωτερικού τοπίου. Το χιόνι «τραγουδά» — μια ποιητική προσωποποίηση που ενώνει τον φυσικό κόσμο με τον άνθρωπο. Η φωνή του ποιητή χρωματίζει τον ήχο της φύσης, τον μετουσιώνει σε τραγούδι. Ή μήπως το τραγούδι αυτό είναι δικό του, και το αποδίδει στο χιόνι για να μην ομολογήσει το δικό του κλάμα;

Η δεύτερη φράση του πρώτου επιγράμματος, «μόνος κατάμονος», επαναλαμβάνει την έννοια της μοναξιάς με έμφαση σχεδόν εκκωφαντική. Δεν πρόκειται για την απλή μοναξιά, αλλά για την απόλυτη απομόνωση – το κατάμονος εντείνει τη σιωπή, την παγωμένη ακινησία της ύπαρξης. Ο ποιητής στέκει μόνος μπροστά στη λευκή απεραντοσύνη του χιονιού, όπως ο στοχαστής μπροστά στο άγραφο χαρτί ή η ύπαρξη μπροστά στο κενό. Ο στίχος δεν αναζητά λύτρωση, αλλά αποδοχή: ο ποιητής τραγουδά, ακόμα κι αν είναι μόνος. Είναι μια πράξη αντίστασης απέναντι στον παγερό κόσμο. Εδώ διαφαίνεται η ηθική της λιτότητας που διατρέχει όλη τη συλλογή – να λέγεις το λίγο με τρόπο πλήρη, να τραγουδάς έστω και μέσα στη σιωπή. (περισσότερα…)