Ζακ Ντερριντά

«Πιστή μετάφραση, αντιγραφή ή λογοκλοπή»: Απάντηση του Γ. Κακολύρη και ανταπάντηση του Π. Γκόνη

*

Από τον κ. Γεράσιμο Κακολύρη λάβαμε το απαντητικό γράμμα που δημοσιεύουμε αμέσως παρακάτω μαζί με την ανταπάντηση του κ. Παναγιώτη Γκόνη, υπ’ όψιν του οποίου το θέσαμε.

~.~

Προς Νέον Πλανόδιον,

Πρόσφατα δημοσιεύτηκαν στον ιστότοπο του περιοδικού δύο επιστολές του κ. Παναγιώτου Γκόνη, στις οποίες διατυπώνεται ο ισχυρισμός ότι δύο άρθρα μου συνιστούν προϊόν λογοκλοπής. Η πρώτη αφορά κείμενό μου για τη σχέση Σαρτρ και Ντερριντά και η δεύτερη άρθρο μου σχετικά με την ανάγνωση του Δοκιμίου περί της καταγωγής των γλωσσών του Ρουσσώ από τον Ντερριντά.

Δεν θα επεκταθώ στο πρώτο κείμενο, δεδομένου ότι βασιζόταν σε υλικό πανεπιστημιακών παραδόσεων, χωρίς να δοθεί η δέουσα προσοχή κατά τη συγγραφή του. Θα επικεντρωθώ, αντιθέτως, στο άρθρο μου «Παραποιώντας το κείμενο: Η αποδομητική ανάγνωση του Δοκιμίου για την Καταγωγή των Γλωσσών του Ρουσσώ από τον Ντερριντά» από το 2002. Στο αρχικό του μέρος υπήρξαν όντως ατέλειες ως προς τον τρόπο παράθεσης και τεκμηρίωσης ορισμένων σημείων, οι οποίες θα έπρεπε να είχαν αποφευχθεί με μεγαλύτερη επιμέλεια. Έτσι, στην αγγλική έκδοση του άρθρου το 2015, τα αμφιλεγόμενα αποσπάσματα δεν υφίστανται πλέον, πλην δύο περιπτώσεων που μου διέφυγαν. (περισσότερα…)

«Πιστή μετάφραση, αντιγραφή ή λογοκλοπή» και πάλι…

*

Από τον αναγνώστη μας κ. Παναγιώτη Γκόνη λάβαμε και δημοσιεύουμε την παρακάτω επιστολή.

*

Αγαπητό Νέο Πλανόδιον, 

Σας γράφω εκ νέου για τον κ. Γεράσιμο Κακολύρη επειδή διαπίστωσα ότι το άρθρο του που φέρει τον τίτλο «Παραποιώντας το κείμενο: H αποδομητική ανάγνωση του δοκιμίου για την καταγωγή των γλωσσών του Ρουσσώ από τον Ντεριντά», το οποίο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Δευκαλίων, τεύχος 20/1, Ιούνιος 2002, και πιο συγκεκριμένα το πρώτο μέρος του άρθρου, είναι σε όλες τις κρίσιμες συμπερασματικές του στιγμές, σε εκείνες δηλαδή όπου επιχειρείται η συγκεφαλαίωση του αποδομητικού εγχειρήματος, πιστή μετάφραση, αντιγραφή ή λογοκλοπή του κειμένου του Christopher Norris, «Rousseau, writing as necessary evil» (κεφάλαιο 5 από το βιβλίο του ιδίου: Derrida, Harvard University Press, 1987). Εννοείται, βέβαια, ότι τα αποσπάσματα από το εν λόγω βιβλίο «φιλοξενούνται» στο κείμενο του κ. Κακολύρη χωρίς εισαγωγικά ή οποιαδήποτε άλλη αναφορά. Για του λόγου το αληθές, στο συνημμένο αρχείο βάζω αντικριστά τα δύο κείμενα.  

Ποιος είναι ο Christopher Norris; Θα τον βρείτε, επισήμως καταχωρημένον, ως διακεκριμένο scholar της αποδόμησης και του έργου του Ντερριντά. Κατ’ ουσίαν, όμως, ανήκει στη χορεία των δευτεραγωνιστών που παρασιτούν στις αυλές των «δύσκολων» μεγάλων συγγραφέων, που απλουστεύουν την κατανόηση των ιδιότροπων στο πρωτάτο του Λόγου διανοημάτων, και που η φήμη τους, αν αναλογιστεί κανείς τον ωκεανό της δευτερεύουσας και τριτεύουσας βιβλιογραφίας, διαρκεί όσο και η καύτρα του τσιγάρου στα χέρια τους. Σκεφτείτε μόνο τους ψυχαγωγούντες αυλητές στις απανταχού λακανικές αυλές. Ήσσονος σημασίας κείμενα. Διασκεδάσαμε την πλήξη και την ανία μας. Επιχαίροντες, συνάμα, για όλη αυτήν την συγκλονιστική κωμωδία που παίζεται στις παντοίες φιλοσοφικές διατρανώσεις. 

Ευχαριστώ 

Παναγιώτης Γκόνης (περισσότερα…)

«Πιστή μετάφραση, αντιγραφή ή λογοκλοπή»

*

Από τον αναγνώστη μας κ. Παναγιώτη Γκόνη λάβαμε και δημοσιεύουμε την παρακάτω επιστολή.

*

Αγαπητό Νέο Πλανόδιον

Σας γράφω επειδή διαπίστωσα ότι το άρθρο του κ. Γεράσιμου Κακολύρη με τίτλο «Sartre και Derrida: Άδηλη σχέση«, το οποίο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό δια-ΛΟΓΟΣ, τεύχος 3, 2013, είναι στον πυρήνα του πιστή μετάφραση, αντιγραφή ή λογοκλοπή του κειμένου της Christina Howells, «Sartre and the deconstruction of the subject», από το The Cambridge Companion to Sartre (Publication date: 28/5/2006).

Στο συνημμένο αρχείο βάζω δίπλα στο πρωτότυπο αγγλικό το κείμενο του κ. Κακολύρη, όπου εύκολα διαπιστώνει κανείς ότι αποτελεί πιστή μετάφραση του πρώτου. Κοντολογίς, την «άδηλη σχέση» που σκέφτηκε να μας παρουσιάσει, την βρήκε έτοιμη και πρόδηλη στο κείμενο της Christina Howells. 

Ευχαριστώ 

Παναγιώτης Γκόνης

*

Ἡ παρουσία τοῦ Ζάκ Ντερριντά καί ἡ ἀπουσία τοῦ Παναγιώτη Κονδύλη

*

τοῦ ΤΕΤΟΥ ΣΟΥΡΔΟΥ

~.~ 

Εἰσαγωγή

Ντερριντά καί Κονδύλης. Καί οἱ δύο ὑποβάλλουν σέ αὐστηρό ἔλεγχο τό κοσμοθεωρητικό σχέδιο, μοναδικό στό εἶδος του, πού τεχνούργησε ὁ ἄνθρωπος καί χάρις στό ὁποῖο διαρρύθμισε τήν ἀχανῆ ποικιλία τῶν ἀνθρώπινων ἐκδηλώσεων ὑπάγοντάς τες καθησυχαστικά σέ λίγες παραδεγμένες ἀρχές. Ὁ ἕνας, ὡς οἰονεί μεταφυσικός, ὀπισθοχωρεῖ μέχρι τή διαφωρά, ὁ ἄλλος, ἀφανής καί σκιώδης, διακοσμητικό (;) πρόσωπο σέ ὅλες τίς κεφαλαιώδεις σκηνοθετημένες σημασίες, σχεδόν ἀνώνυμος, εἰσόρμησε στόν διευθετημένο μας κόσμο διασπείροντας ἀνηλεῶς τίς κακές εἰδήσεις του. Πιάνουν τά δυό ἄκρα. Τό εὕρημα τοῦ ἑνός εἶναι γιά τόν ἄλλον ὁριστικός ἀποχαιρετισμός. Ὡστόσο καί οἱ δύο, ὁ ἕνας πρός στιγμήν καί ὁ ἄλλος μόνιμα, συμφώνησαν χωρίς νά φιλιώσουν σέ κάτι: τοῦτος ὁ κόσμος πού ζοῦμε, δέν φυλάσσεται… «Τίποτα δέν συνέβη πρίν ἀπό τό δευτερεῦον». Ἡ ἐν λόγῳ ντερρινταϊκή βραχυλογία θίγει τό οὐσιῶδες μέρος τῆς ὑποθέσεως. Δέν προηγήθηκε καμιά πληρότητα παρουσίας πρίν ἀπό τήν ἔλλειψη. Τό παρόν δέν εἶναι ποτέ πλήρως παρόν, γι’ αὐτό καί εἶναι πάντοτε ἀναγκαία ἡ ἐπανιδιοποίηση ἐκείνου πού ἡ παρουσία στέρησε. Καμιά παρουσία, ἀληθῶς καί πρωτοτύπως, δέν προηγήθηκε∙ καμιά ἐξοχότητα δέν προπορεύτηκε∙ «πάντα ὅμως τήν ὀνειρεύτηκαν καί πάντα τήν ἀναδιπλασίασαν», τήν παρήγαγαν ἐξαλείφοντας τή διαφορά. Ἄν τωόντι κάτι συνέβη πρίν τό δευτερεῦον, τότε θά μποροῦσε κανείς –λ.χ. ὁ Σάφτσμπουρυ ἤ o Χάτσεσον– νά ὑποστηρίξει τήν ἔφεση τῆς ψυχῆς πρός τήν καλοσύνη. Νά δεῖ τόν κόσμο μέ ἄλλα μάτια. Καί ἀντίστροφα: νά θεμελιώσει ἀδιεκδίκητα καί ὁμόφωνα τήν ἠθική ἀξιολόγηση στήν προσαγωγή τοῦ ζῶντος κόσμου σέ αὐτό πού ὄντως τοῦ συνέβη. Στόν Θεό, στή Φύση, στήν Τάξη, στήν Ἰδέα, στό Λόγο ἤ στήν Ἱστορία.

Οἱ πληρεξούσιοι τοῦ πρωτεύοντος κόσμου στομφάζουν ἀδιάκοπα, ἐπειδή πρέπει νά ἀσφαλίσουν τίς κινήσεις τοῦ δευτερεύοντος κόσμου. Νά κλειδώσουν τό ἀπρονόητο σέ οὐρανοκατέβατες πολιτεῖες. Ἄς πάρουμε στήν τύχη τήν «Τάξη»: Ἡ πίστη στήν ἔφεση τοῦ ἀνθρώπου πρός τό καλό προϋποθέτει τήν ὕπαρξη μιᾶς προνοιακῆς τάξης. Ἕνα καλοῆθες σκοπούμενο διοργανώνει λάθρα τόν κόσμο κατασταίνοντας τόν ἄνθρωπο ὑπηρέτη του. Ὁ Ντερριντά, ἀπολύοντας ἕνα δευτερεῦον χωρίς πρωτεῦον, θραύει the great chain of Being. Δέν συνάπτει τή σωτηρία μέ κανένα ἀξίωμα ἤ ὑπούργημα. Ὡστόσο, ὡς γνήσιος μεταφυσικός, ἐλαύνεται ἀπό θεμελιωτικές ἐπί τῆς πορείας τοῦ κόσμου φιλοδοξίες: τό δευτερεῦον, λυτό, χωρίς πρωτότυπο, ἐρημικό θνητό στόν κόσμο, δέν θά τό ἀφήσει ἐν τέλει ἔρμο καί ἀπόξενο – ἂν καί αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἀκριβῶς εἶναι. Ἐν ἀντιθέσει μέ τόν Κονδύλη θά διαφύγει τή σύλληψη, καθώς θά τοῦ ἐπιφυλάξει θερμή ἐντός τῆς φιλοσοφίας ὑποδοχή καί θά τό κατευοδώσει μέ ἕνα σωρό σπάνιας καλοσύνης λέξεις, σχεδιασμένες στό φιλοσοφικό ἐργαστήριο, παντελῶς ἀδέσμευτες ἀπό τό βάρος τῶν κοινωνικῶν φαινομένων καί χωρίς καμιά ἐμπειρική ἰσχύ. Καταλήγει νά γίνει ἕνας σωτηριώδης καί ὠφέλιμος φιλόσοφος.

Θεωρητικά, Κονδύλης καί Ντερριντά θά μποροῦσαν νά εἶχαν συναντηθεῖ γιά μιά στιγμή, ἄν ἀποκόπταμε ἀπό τό ἔργο τοῦ Ντερριντά τά γεροντικά μεσσιανικά κείμενα (ποιός θά ἔκανε, ὅμως, κάτι τέτοιο;) καθώς καί αὐτές τίς προστάτιδες ἀπό τό κονδυλικό κακό «ἀρχι-έννοιες» (ἀρχι-ίχνος, ἀρχι-βία κτλ.), ἄν, δηλαδή, τόν στενεύαμε στό μισό κείμενο τοῦ 1967 – annus mirabilis μιᾶς ὁρισμένης, μεγαλώνυμης, γαλλικῆς διανόησης, ἡ ἐναντιωματική πρόθεση τῆς ὁποίας ἄσκησε σέ ὅσους ἐνασμενίζονταν σέ νεαρή ἡλικία τόν ἀρνητισμό ἀπαράμιλλη γοητεία. Μιά τέτοια θεωρητική στιγμή παρώθησε ἐν μέρει τίς σελίδες πού ἀκολουθοῦν. (περισσότερα…)

Φαντάσματα

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

~.~

Πώς πέσαμε, σύντροφε, μέσα στο λαγούμι του φόβου;
Δεν ήταν της δικής σου μοίρας, μήτε της δικής μου τα γραμμένα,
ποτές μας δεν πουλήσαμε μήτε αγοράσαμε τέτοια πραμάτεια∙
ποιος είναι εκείνος που προστάζει και σκοτώνει πίσω από μας;
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

Η δημόσια συζήτηση για την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα το τελευταίο χρονικό διάστημα βρίσκεται σε έξαρση και διεξάγεται σε υψηλούς τόνους κυρίως μεταξύ κυβερνήσεως και σύσσωμης της αντιπολίτευσης. Οι λόγοι είναι πολλαπλοί: πολλές και σοβαρές θεσμικές παρεκτροπές –η ευθύνη της κυβέρνησης μεγίστη–, οικονομιστική πολιτική που δυσκολεύει πολύ την πλειοψηφία του πληθυσμού να ανταποκριθεί στις ανάγκες της καθημερινότητας ενώ παράλληλα φουσκώνει τα πορτοφόλια των ολίγων και εκλεκτών της κυβέρνησης, αλλά και παντελής αδυναμία να διευρυνθεί η παραγωγική βάση της οικονομίας με προϊόντα και αγαθά που ενσωματώνουν υψηλή τεχνολογία και αυξάνουν την παραγωγικότητα και την προστιθέμενη αξία.

Στη δημόσια συζήτηση για τις τάσεις του εκλογικού σώματος εντός αυτού του πλαισίου και προφανώς και για τα μελλοντικά εκλογικά αποτελέσματα, συμπεριλαμβάνονται και ορισμένα «κόμματα» που δεν υπάρχουν στην πραγματική ζωή, δηλαδή θα μπορούσαμε να πούμε ότι πρόκειται για κόμματα-φαντάσματα. Πως γίνεται αυτό; Απλά με τη επίμονη συμβολή των εταιριών δημοσκόπησης και μέρους των ιδιωτικών ΜΜΕ των οποίων οι ιδιοκτήτες τυχαίνει να είναι και κομμάτι της ολιγαρχίας του επιχειρηματικού γίγνεσθαι στην Ελλάδα και του πλούτου γενικότερα.

Χρησιμοποίησα τη λέξη φάντασμα για να χαρακτηρίσω αυτά τα κόμματα, με σαφή αναφορά στην έννοια της hauntologie του Ζακ Ντερριντά[1] . Υπ’ αυτήν την έννοια, το φάντασμα μπορεί να συλληφθεί ως κάτι που δρα χωρίς να υπάρχει σε υλική μορφή. Έτσι μπορεί η παρουσία ενός φαντάσματος να σηματοδοτεί κάτι που δεν υπάρχει πια στην πραγματικότητα αλλά εξακολουθεί να ενεργεί ως εικονικότητα. Για παράδειγμα το Φάντασμα του Μαρξ και του κομμουνισμού. (περισσότερα…)