ελληνικό τραγούδι

Παρασκευή 19 Ιουλίου | Συναυλία του Γιώργου Ανδρέου και της Κορίνας Λεγάκη

*

Παρασκευή 19 Ιουλίου | Μουσική συναυλία

«Ναυς μαγική, η ναυς των ονείρων»

Δημιουργός κοσμαγάπητων τραγουδιών αλλά και συνθέτης δραματικών και ορχηστρικών έργων που έχουν παρουσιαστεί στις σημαντικότερες σκηνές της χώρας, ο Γιώργος Ανδρέου έχει πίσω του μια μακρά και πολύτροπη πορεία στη σύγχρονη μουσική μας. Στις εφετινές Νύχτες του Ιουλίου, πέραν μιας αναδρομής στα γνωστά και αγαπημένα του τραγούδια θα έχουμε την ευκαιρία να ακούσουμε δικές του μελοποιήσεις Ελλήνων και ξένων ποιητών καθώς επίσης ένα απόσπασμα από τη συμφωνική σουίτα Τέλος της παιδικής ηλικίας με τον ίδιο στο πιάνο.

Διαλεγόμενη με τον συνθέτη, η Κορίνα Λεγάκη θα ερμηνεύσει τραγούδια σε πολλές γλώσσες από το προσωπικό της και όχι μόνο ρεπερτόριο.

Γενική είσοδος: 14 ευρώ. Φοιτητικό εισιτήριο: 10 ευρώ.
Προπώληση εισιτηρίων:
https://www.ticketservices.gr/…/naus-magiki-i-naus-ton…/

*

*

*

«Κι ύστερα σου λένε: Άγιοι Τόποι…»

*

Απηχήσεις της ισραηλινοπαλαιστινιακής σύγκρουσης
σε δύο τραγούδια της δεκαετίας του 1970

του ΘΑΝΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗ

H πρόσφατη ανάφλεξη στην περιοχή της Γάζας –που, όπως όλα δυστυχώς δείχνουν, δεν πρόκειται να είναι η τελευταία– έρχεται κι επικάθεται πάνω σε μια σειρά συγκρούσεων που μετρά πια οκτώ δεκαετίες, έχοντας καταστεί μια διαρκής πληγή στον τόσο πονεμένο από την κυριαρχία του βιομηχανικού και σύγχρονου πολέμου πλανήτη μας. Ένα εβραϊκό κράτος απολυταρχικά κατασταλτικό με λογικές απαρχάιντ προς την παλαιστινιακή κοινότητα, ακραίες ισλαμιστικές ομάδες με τρομοκρατική δράση που τα χρόνια προβλήματα και η έλλειψη λύσεων εξέθρεψαν, καθώς και ριζοσπάστες του αραβικού χώρου και των γύρω περιοχών που καιροφυλακτούν κι αρνούνται ακόμα και την ίδια την κρατική υπόσταση του Ισραήλ και του λαού του δημιουργούν ένα πολύ προβληματικό ψηφιδωτό, όπου ο διαχωρισμός σε «μαύρο» και «άσπρο», όπως και οι κάθε λογής εύκολες λύσεις και αποφάνσεις, αποκλείονται εκ προοιμίου.

Ταξιδεύοντας μισό αιώνα πριν, θα ανιχνεύσουμε σήμερα τις απηχήσεις της ισραηλινοπαλαιστινιακής σύγκρουσης σε δύο κοινωνικοπολιτικά τραγούδια της πρώιμης (και ριζοσπαστικής) ελληνικής Μεταπολίτευσης, τοποθετώντας τα στα δεδομένα της εποχής τους, αλλά και προβληματιζόμενοι, παράλληλα, διότι 50 σχεδόν χρόνια αργότερα σχεδόν τίποτα δεν φαίνεται να έχει αλλάξει προς το καλύτερο στην ευρύτερη γειτονιά της ανατολικής λεκάνης της Μεσογείου. Στα μέσα της δεκαετίας του 1970, με τον «Πόλεμο των Έξι Ημερών» και τη μεταγενέστερη σύγκρουση του Γιομ Κιπούρ να έχουν διαμορφώσει νέα εδαφικά τετελεσμένα, η σύγκρουση φαινόταν να παίρνει ευρύτερες περιφερειακές διαστάσεις, με συμμετοχή και του Λιβάνου, καθώς και με συχνές τρομοκρατικές επιθέσεις και αεροπειρατείες (ορισμένες εξ αυτών και στον ελλαδικό χώρο). Η στιχουργία της πρώιμης Μεταπολίτευσης στην Ελλάδα, φορέας ενός ιδιαίτερου ριζοσπαστισμού που η επτάχρονη δικτατορία είχε φιμώσει κι εκφράστηκε εντέλει δευτερογενώς και (μοιραία) άκρως μαχητικά και διεκδικητικά, δεν θα απεμπολήσει το διεθνιστικό στοιχείο, πάντα με πρόσημο αντιιμπεριαλιστικό και με συχνή ταύτιση των όσων περιστατικών εξετάζει με τα πάθη του ελληνικού λαού (και του κυπριακού που είχε νωπή την εθνική του τραγωδία) εξαιτίας των επεμβάσεων των λεγόμενων «μεγάλων» δυνάμεων.

Τούτου δοθέντος, ίσως μας παραξενέψει το γεγονός ότι για την ισραηλινοπαλαιστινιακή σύγκρουση θα γίνει λόγος σε δύο τραγούδια κοινωνικού μεν προσήμου, αλλά συγκριτικά χαμηλότερων τόνων, από δύο στιχουργούς διαφορετικού μεν βεληνεκούς, οι οποίοι εκφράζονται, ωστόσο, με ψυχραιμία και με δευτερογενή απόσταση από τα γεγονότα, εντάσσοντάς τα οργανικά μέσα σε ένα ευρύτερο πλέγμα παθών και συμφορών. Εξετάζοντας συγκριτικά το «Δαιμόνιο» του Νίκου Γκάτσου και το «Κλείσ’ το ραδιόφωνο» του Γιώργου Κανελλόπουλου, διαπιστώνουμε, αρχικά, την απειροελάχιστη απήχησή τους, δεδομένων, μάλιστα, των εξαιρετικά δημοφιλών λοιπών συντελεστών τους (Λ. Κηλαηδόνης και Γ. Χατζηνάσιος στις μελοποιήσεις, Μ. Μητσιάς και Β. Μοσχολιού στις ερμηνείες αντίστοιχα). Η μηδαμινή τους επιτυχία εξηγείται κατά την άποψή μας ακριβώς από το γεγονός ότι επιλέγουν να τοποθετηθούν με πιο χαμηλούς τόνους και με ψυχραιμία σε μια περίοδο όπου η γενικευμένη συνθηματολογία και οι εύκολες λαϊκιστικές κραυγές φαίνονταν να πριμοδοτούνται κατά κόρον, σε μια περίοδο όπου μια προτροπή ενός στιχουργού στον ακροατή να «πιάσει το τουφέκι» θα εκτιμάτο παραπάνω συγκριτικά με μια αντίστοιχη συμβουλή να σκεφτεί συνθετικά ή να αποστρέψει το πρόσωπό του από τα γεγονότα. (περισσότερα…)

Σκόρπιες (και ψύχραιμες) σκέψεις για τον Διονύση Σαββόπουλο

 *

του ΘΑΝΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗ

~.~

Είναι αλήθεια πως το έργο του Διονύση Σαββόπουλου παραμένει σε μεγάλο βαθμό ακόμα εγκλωβισμένο στα όρια της πληθωρικής περσόνας του, με τους ριζοσπάστες συνοδοιπόρους της πρώτης φάσης της δημιουργικής του πορείας να τον απορρίπτουν συλλήβδην εξαιτίας της ιδεολογικής του μεταστροφής. Παράλληλα, όμως, ακόμα κι εκείνοι που τον αποδέχονται πλέον ως εθνικό και παλλαϊκό φαίνεται πως αρνούνται συνειδητά να κοιτάξουν σε βάθος τις ριζοσπαστικές του αφετηρίες. Αν δεν φανεί ασεβής μια τέτοια σύγκριση, δέσμιοι μιας παραπλήσιας θεώρησης υπήρξαν προς το τέλος της ζωής τους και οι Σικελιανός και Καζαντζάκης, με το εκτόπισμά τους να θολώνει τους θαυμαστές και τους πολεμίους τους και μονάχα τις επόμενες γενιές μελετητών να αξιοποιούν ευεργετικά τη χρονική απόσταση και τη μη άμεση επαφή με τα πρόσωπα τη στιγμή της δράσης και της άμεσης πολιτικο-ιδεολογικής πάλης. Ωστόσο, το έργο του ηλικιωμένου τραγουδοποιού ακόμα και σήμερα χρήζει στην ολότητά του μιας ψυχραιμότερης αποτίμησης, ευρύτερης από εκείνη που οι ως τώρα μονογραφίες για εκείνον έχουν κομίσει, δίχως κραυγές για ξεπούλημα, αντιγραφές, προδοσίες, αλλά και δίχως μια ηθελημένα αποριζοσπαστικοποιημένη, άχρωμη και άγευστη ακρόασή του, προτού η ζωή κι ο χρόνος θέσουν ντε φάκτο τους δικούς τους, ανίκητους κανόνες. Σαφέστατα και τούτες οι σκόρπιες και ασχημάτιστες σκέψεις δεν επιδιώκουν να διαδραματίσουν αυτό το ρόλο, παρά λειτουργούν περισσότερο ως ένας ιδεατός οδικός χάρτης.

Ο Διονύσης Σαββόπουλος εκκινεί ως ο κατ’ εξοχήν εκπρόσωπος του τραγουδιού διαμαρτυρίας των Ελλήνων baby boomers της δεκαετίας του ’60. Επηρεάζεται από τον Ντύλαν και τη γενιά του δίχως να τους μιμείται άκριτα και δεν παύει στιγμή να διαλέγεται με το ελληνικό παραδοσιακό και τοπικό ηχόχρωμα, εμποτίζοντας τις ξένες καταβολές και οφειλές του διαρκώς με το ελληνικό στοιχείο, ενίοτε πολύ πετυχημένα ανοίγοντας νέα μουσικοστιχουργικά μονοπάτια, ενίοτε κι ελαφρώς άγαρμπα και αδικαίωτα στη μακροχρονία (δίχως τα δεύτερα τραγούδια, ωστόσο, δεν θα υπήρχαν ούτε τα πρώτα, μιας και αποτελούν την πίσω όψη του κόκκινου χαλιού του κάθε δημιουργού). Ως καινοτόμος δημιουργός ανοίγει στην πράξη το δρόμο για το μεταμοντερνισμό και τη μείξη των ειδών κατά την περίοδο που οι όροι αυτοί σχεδόν δεν έχουν εφευρεθεί, μένοντας αντισυστημικά τραγουδοποιός κατά την περίοδο της πλήρους κυριαρχίας της συνεκτικής αφήγησης των μεγάλων συνθετών. Εν συνεχεία επιλέγει να γίνει ο ίδιος φορέας συνεκτικής αφήγησης κι «εθνικός», κανοναρχώντας από τα πάνω μια εποχή κι ένα σημαντικό κεφάλαιο του ελληνικού τραγουδιού.

Η ιδεολογική μεταστροφή του Διονύση Σαββόπουλου δεν εκδηλώθηκε τόσο απότομα όπως κάποιοι εσφαλμένα υποστηρίζουν, παρά υπήρξε μια αντανάκλαση των πολλαπλών και σταδιακών απογοητεύσεων και απομαγεύσεων της Μεταπολίτευσης, σε συνδυασμό με την ηλικιακή του ωρίμανση. Ούτε ξαφνικά στα Τραπεζάκια έξω και –δευτερευόντως– στο Κούρεμα ο Σαββόπουλος θέλησε να παίξει το ρόλο του τραγουδιστή «εθνικής ενότητας» δίχως να μην υπάρχουν πιο πριν σπόροι αυτού που θα ακολουθούσε ούτε από την άλλη ο καλλιτέχνης αποποιήθηκε με τη μία και διαπαντός όλα τα προκλητικά χαρακτηριστικά της πρώτης του νιότης και της αρχικής δημιουργικής περιόδου της κοινωνικής αμφισβήτησης. Για να μείνουμε σε ένα μόνο από τα πολλά παραδείγματα: δεν μπορούμε, φυσικά, σε καμία περίπτωση να υποστηρίξουμε πως ο Σαββόπουλος της δεκαετίας του ’60 θα έγραφε τραγούδι στο οποίο θα περιελάμβανε ευχές για τον καινούριο Οικουμενικό Πατριάρχη όπως κι έπραξε τριάντα χρόνια αργότερα, από την άλλη, όμως, οι νατοϊκοί βομβαρδισμοί στη Γιουγκοσλαβία στα τέλη του 20ου αιώνα δεν τον εμποδίζουν να αμφισβητήσει εκ βάθρων την Αμερική ως ιδεολογική του μήτρα και ως τόπο διαμόρφωσης της ίδιας του της κουλτούρας, κάτι που θεωρητικά δεν θα ταίριαζε σε κάποιον που έχει κάνει στροφή 180 μοιρών. (περισσότερα…)

Αποχαιρετισμός στη Μαριανίνα Κριεζή

 

του ΘΑΝΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗ

Και είπες: Φεύγω,
γιατί το έργο
τελείωσε, Μαρία.
Ξελευτερία… 

Η Μαριανίνα Κριεζή έφυγε από τη ζωή, ωστόσο εδώ και πολλά χρόνια είχε αποσυρθεί συνειδητά από τα φώτα της δημοσιότητας, αποχωρώντας, μάλιστα, και από την πρωτεύουσα και ζώντας μόνιμα εκτός Αθηνών. Η αποχώρηση, ωστόσο, από το ευρύ κοινωνικό όραμα στην ελληνική στιχουργία έλαβε χώρα καιρό πριν, με την εξάντληση των πληθωρικών πρώτων ετών της Μεταπολίτευσης, ακριβώς, δηλαδή, στη χρονική στιγμή που ο λόγος της εισέρχεται στο ελληνικό τραγούδι, επιγονικά στη γενιά των μεγάλων ονομάτων της έντεχνης στιχουργίας, ωστόσο εντελώς αυθύπαρκτα. Τα τραγούδια της θα ντύσουν ακριβώς εκείνη την περίοδο που λαμβάνει χώρα η μεταστροφή προς το λεγόμενο «ιδιωτικό όραμα» και η έμφαση προς τον ίδιο τον εαυτό και τις ατομοκεντρικές θεάσεις της ολότητας που η αντίληψη αυτή προάγει. Η Κριεζή τυπικά εμφανίζεται να αρνείται συνειδητά και προγραμματικά το πολιτικό-κοινωνικό τραγούδι, εντούτοις, τόσο η όλη προταγματική δόμηση του σύμπαντός της και η φυγή προς τον κόσμο του παραμυθιού ως αντίθεση με το κράτος των μεγάλων αφηγήσεων όσο και διάσπαρτες επιμέρους εκλάμψεις και υποδόρροιες αναφορές στο έργο της. αποδεικνύουν ξεκάθαρα το εσφαλμένο και μονοδιάστατο μιας τέτοιας ερμηνείας. (περισσότερα…)

Χαιρετισμός στον Νίκο Ξυδάκη

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Ο χαιρετισμός αυτός διαβάστηκε στο ξεκίνημα της συναυλίας του Νίκου Ξυδάκη την 17η Ιουλίου στο Θέατρο Κυδωνία των Χανίων. Τον συνθέτη και ερμηνευτή συνόδευσαν επί σκηνής οι μουσικοί Έφη Ζαϊτίδου (κανονάκι), Βερόνικα Δαβάκη (τραγούδι) και Αλέξανδρος Καψοκαβάδης (κιθάρα).

Δεν είναι πολύ συνηθισμένο τα μουσικά ακροάματα να ξεκινούν με λόγια από τους απ’ έξω, από τους εκτός της σκηνής και της ορχήστρας. Παραταύτα, είπαμε με τον σπουδαίο προσκεκλημένο μας απόψε κάπως να λοξοδρομήσουμε από την πεπατημένη και να ξεκινήσουμε έτσι, με δυο λόγια προλογικά από μέρους μου. Και συμφωνήσαμε ακόμα στο τέλος της συναυλίας ο λόγος να δοθεί σε σας, για να ρωτήσετε τον ίδιο ό,τι τυχόν θα επιθυμούσατε. Και επειδή ο φιλοξενούμενός μας απόψε είναι ένας άνθρωπος του λόγου όσο και του μέλους (τι άλλο θα πει  τραγούδι παρά συγκέρασμα αυτών των δυο;) ελπίζω τα όσα θα πουν να μην ηχήσουν παράταιρα ή, πολύ χειρότερο, παράτονα.

Θα ξεκινήσω πρωτοπρόσωπα, όχι επειδή μ’ αρέσει η περιαυτολογία, αλλά γιατί εδώ με βολεύει για να σας εικονογραφήσω αυτές τις λίγες σκέψεις για το έργο του Νίκου Ξυδάκη που θα ακολουθήσουν.

Πολλοί από μας που βγάλαμε το λύκειο και το πανεπιστήμιο τη δεκαετία του 1980, δεν λέω τίποτε καινούργιο, μεγαλώσαμε με ακουσματά μας φανατικά την Εκδίκηση της Γυφτιάς και τα Δήθεν. Το «Τρελή κι αδέσποτη», το «Κανείς εδώ δεν τραγουδά» και τόσα άλλα. Αυτά τα τραγούδια αντηχούσαν σε κάθε σχεδόν φοιτητικό δωμάτιο, στα στέκια και στα καφωδεία που συχνάζαμε. Κι ήταν με έκπληξή μου μεγάλη προς τα τέλη της ίδιας εκείνης δεκαετίας, και ακούγοντας με προσήλωση θρησκευτική έναν δίσκο όπως το Κάιρο Ναύπλιο Χαρτούμ, ήταν έκπληξή μου μεγάλη λοιπόν η ανακάλυψη πώς ο ίδιος άνθρωπος που υπέγραφε εκείνα τα βακχικά, τα χειμαρώδη λαϊκά τραγούδια της φοιτητιώσης μας νιότης, μάς μιλούσε τώρα με μια γλώσσα τόσο πρωτάκουστη, τόσο παράξενα προσωπική, σ’ έναν τόνο τόσο αλλιώτικο.

Ως ακροατής πιστός του έργου του τόσα χρόνια τώρα, αυτό είναι το χαρακτηριστικό της τέχνης του Νίκου Ξυδάκη στο οποίο πάντοτε σταματώ: στη μεγάλη εκφραστική γκάμα του. Στην γκάμα εκείνη που του επιτρέπει να ανεβοκατεβαίνει με τόση άνεση την μακριά σκάλα της τέχνης του και να στέκεται καταπώς το επιθυμεί κάθε φορά στο σκαλί της αρεσκείας του. Γιατί ποιο μουσικό ιδίωμα δεν συνηχεί τάχα στη δουλειά του; Από το δημοτικό τραγούδι ώς τη τζαζ, από τις μνήμες της λογιότερης ευρωπαϊκής παράδοσης ώς τις υποβλητικές υποκρούσεις της μουσικής του θεάτρου, όπου επίσης έχει θητεύσει με επιτυχία (ποιος ξεχνάει την ιστορική Ηλέκτρα του Τσιάνου και της Κονιόρδου;), από το τσιφτετέλι ώς το τσατσά όπως θα μπορούσε κανείς ίσως να πει λογοπαίζοντας αλλά και κυριολεκτώντας. Και όλα αυτά, καλώς συγκερασμένα και αφομοιωμένα λες τόσο σαν να τα επινόησε εκ νέου ο ίδιος.

Η δεύτερη παρατήρησή μου έχει να κάνει με τη βαθιά σχέση του Ξυδάκη με τον λόγο, με την ελληνική λογοτεχνία ειδικά, και την ελληνική ποίηση ειδικότερα. Σαράντα χρόνια τώρα έχει μελοποιήσει τους κορυφαίους στιχουργούς και ποιητές μας. Από τον Μανώλη Ρασούλη ώς τον Θοδωρή Γκόνη, από τον Μιχάλη Γκανά ώς τον Διονύση Καψάλη, από τον Ερωτόκριτο ώς τον Βιζυηνό, από τον Σολωμό ώς την Σαπφώ διά χειρός Ελύτη, οι δίσκοι του είναι κάπως σαν απάνθισμα διαρκές, σαν κορφολόγημα από τις καλύτερες στιγμές της ελληνίδας φωνής. Ως και κοινό μουσικολογοτεχνικό περιοδικό, το θαυμάσιο Ημερολόγιο, εκδίδει, τόση σημασία αποδίδει στον λόγο. Προσωπικά, ως συγγραφέας που υποστηρίζω φορτικά στα βιβλία μου, τη ζωτικότητα και την αναγκαιότητα αυτής της σχέσης, της μουσικής με την ποίηση, το έργο του Νίκου Ξυδάκη είναι το πιο λαμπρό, το πιο ευτυχές σύγχρονο παράδειγμα δημιουργικής σύγκρασης των δύο που θα μπορούσα να επικαλεστώ.

Τέλος, τρίτο αυτό χαρακτηριστικό του φιλοξενούμενού μας του αποψινού, είναι η αμεσότητα, η λιτότητα, η προσήνεια, για να το πω έτσι κάπως σόλοικα, της μουσικής του γλώσσας. Όσο πολύπλοκες και να είναι τεχνοτροπικά, όσο και να υποβαστάζονται κάποτε από μεγάλα σύνολα ορχηστρικά, όπως μόλις πρόσφατα από την Καμεράτα στο Ηρώδειο, οι συνθέσεις του Ξυδάκη φτάνουν στ’ αυτιά μας μ’ έναν τρόπο απέριττο, ακαριαία δραστικό, θα ’λεγε κανείς απτό, με την απτότητα και την αδρότητα που έχει το χειροποίητο.

Πολύ συνετέλεσε σ’ αυτό και η απόφασή του, νομίζω, να ερμηνεύσει ο ίδιος πολλά από τα τραγούδια του. Ίσως ακουστεί παράδοξο αυτό για έναν συνθέτη που τα έργα του τα είπαν οι πιο σημαδιακές, οι εξοχότερες φωνές της εποχής μας, ο Νίκος Παπάζογλου και η Ελευθερία Αρβανιτάκη, η Μελίνα Κανά και ο Σωκράτης Μάλαμας, όμως ο ιδεωδέστερος ερμηνευτής τους είναι ο ίδιος. Κι αυτό γιατί ακριβώς ξέρει μοναδικά να αναδεικνύει, να υπογραμμίζει τη λιτότητα και τη στιβαρότητα της ακουστικής τους ύλης. Και είναι προτέρημα μεγάλο αυτό ετούτη την εποχή της επιτήδευσης και του σκηνοθετισμού που ταλαιπωρούν όλες τις τέχνες – όχι μόνο τη μουσική και το τραγούδι.

Όμως τόση ώρα φλυαρώ κι εσείς ανυπομονείτε να ακούσετε τον ίδιο. Γι’ αυτό περνώ αυθωρεί και παραχρήμα στην κατακλείδα. Ποια είναι η θέση του Νίκου Ξυδάκη στη σημερινή μουσική μας; Τι αντιπροσωπεύει το έργο του στη μουσική μας παράδοση; Ειδήμων, πόσο μάλλον μουσικοκριτικός δεν είμαι, ούτε και εποφθαλμιώ τέτοιες δάφνες. Κατά την ταπεινή μου κρίση ωστόσο, αυτή του φιλόμουσου, του ερασίμολπου, για να θυμηθώ τον στίχο του Πινδάρου, ο Νίκος Ξυδάκης είναι ο σημαντικότερος σταθμός της μουσικής μας από τη Μεταπολίτευση και δώθε.

Βγάζοντας απέξω τη λόγια εκδοχή της, που είναι υπόθεση ιδιαίτερη, στο νήμα που πρώτοι ξεκίνησαν να συμπλέκουν ο Μάνος και ο Μίκης στον Μεταπόλεμο και που το συνέχισαν τόσοι και τόσοι σπουδαίοι συνθέτες μας τις αμέσως επόμενες δεκαετίες (ο Ξαρχάκος, ο Μαρκόπουλος, ο Σαββόπουλος ακόμη, για να αναφέρω μερικούς που μέσες άκρες έχουν ολοκληρώσει την προσφορά τους), στο νήμα λοιπόν αυτό ο δημιουργός εκείνος που προσέθεσε τα τελευταία χρόνια το πιο σημαντικό καινούργιο κομμάτι, αυτός που το ανακαίνισε και το πλούτισε όσο κανείς άλλος με τη δική του εισφορά, είναι ο Νίκος Ξυδάκης. Ώστε δεν είναι μικρή η τιμή που τον υποδεχόμαστε σήμερα, αυτόν και τους συνεργάτες του, στα Χανιά, στο Θέατρο Κυδωνία και στις εφετινές «Νύχτες του Ιουλίου».

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ, 17. 7. 2021

Τζένη La Revolución, Τρία Ποιήματα

x-default

Τζένη La Revolución

[Από την ενότητα: Αληθινές Ιστορίες με Βαθύ Νόημα]

Η μεζονέτα

Ήμουν μια απλή, σχεδόν αρχαία μεζονέτα
Έβλεπα Ακρόπολη, μοντέρνα οικοδομή
Υπήρξα εστία σ’ «οικογένειες-φιλέτα»
Μετά γραφεία και στο τέλος ερμπιενμπί

Όλο χαζόξανθα ζευγάρια κι Αμερκάνοι
Ύπνος, γαμήσι, φαγητό και άντε γεια
Έβαλε λάδι μια Ρωσίδα στο τηγάνι
Πήγε τουαλέτα (η δυσκοίλια), πυρκαγιά!

Είχα αντίστροφη πορεία απ’ τους ανθρώπους:
Πρώτα οικογένεια με παιδιά, μετά δουλειές
και τέλος έρωτες και νιάτα που διψάνε

Όμως, υπάρχει ένα κοινό, σ’ όλους τους τόπους
σ’ έμψυχα, σ’ άψυχα σ’ όλες τις εποχές
όλοι από πέσιμο ή χέσιμο θα πάνε. (περισσότερα…)

Για ένα τραγούδι

δρόμος

~-~

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ ~.~

Στη θεολογία και το δίκαιο, ως γνωστόν, έχουμε αυθεντική ερμηνεία, ερμηνεία δηλαδή ex officio, από επίσημο φορέα, δεσμευτική για την κοινότητα των πιστών ή την έννομη τάξη. Τέτοιοι αυθεντικοί ερμηνευτές είναι λ.χ. ο πάπας ή η οικουμενική σύνοδος, στη μια περίπτωση, τα δικαστήρια, ιδίως τα ανώτατα, κάποτε και ο νομοθέτης διά των ερμηνευτικών του δηλώσεων, στην άλλη.

Στη λογοτεχνία τα πράγματα έχουν αλλιώς. Αυθεντικός ερμηνευτής δεν υπάρχει. Κανείς αναγνώστης, κανείς κριτικός, και ο πιο σπουδαίος ακόμη, δεν μπορεί να ορίσει δεσμευτικά το σημαινόμενο ενός έργου, να εξαντλήσει τελεσίδικα τις πιθανές δηλώσεις ή παραδηλώσεις του. Ακόμη και ο ίδιος ο συγγραφέας, αυθεντικός ερμηνευτής του έργου του δεν είναι. Το «όσα ξέρει ο νοικοκύρης, δεν τα ξέρει ο κόσμος όλος» εδώ δεν ισχύει, η ερμηνεία είναι δουλειά συλλογική, μοιάζει με ψηφιδωτό: κάθε γενιά αναγνωστών συμπληρώνει ψηφίδες στην παραδεδομένη εικόνα, ή με παλίμψηστο: σβήνει τις παλιές και, χωρίς ποτέ να τις εξαλείφει ολότελα, γράφει επάνω τους τις δικές της εντυπώσεις.

Φυσικά, δεν θέλω να πάω εδώ τόσο μακριά όσο οι μεταμοντέρνοι που θεωρούν ότι ο καθείς μπορεί να κάνει με το έργο ό,τι γουστάρει – κάθε άλλο. Η σπουδαία λογοτεχνία παρότι πολυσήμαντη, δεν είναι ερμηνευτικά χαώδης. Ο συγγραφέας θέτει όρια στον ερμηνευτή του, εκτός των οποίων δεν μπορεί να κινηθεί. Εδώθε όμως των ορίων, οι δυνατότητες αυτού του τελευταίου είναι μεγάλες, και πάντως ικανές να θρέψουν τη φαντασία και να κινητοποιήσουν την εμβρίθεια και την ευαισθησία του.

Είναι γι’ αυτό τον λόγο που παρακολουθώ με ενδιαφέρον τη συζήτηση που άναψε τελευταία για τη σωστή ερμηνεία ενός πασίγνωστου και κοσμαγάπητου τραγουδιού του Λευτέρη Παπαδόπουλου, του «Αγάλματος» που δισκογραφήθηκε το 1969 από τον Γιάννη Πουλόπουλο σε μουσική Μίμη Πλέσσα και, μισόν αιώνα τώρα, δεν έλειψε από το στόμα των Ελλήνων. Το «άγαλμα» του στιχουργού είναι λέξη κωδική, μεταφορική υποστήριξε ο συγγραφέας Χρήστος Χωμενίδης: ««Αγάλματα» έλεγαν στον καιρό του τις κοπέλες που έκαναν πεζοδρόμιο, που έστεκαν στο ίδιο πόστο με καύσωνα ή με αγιάζι. Από μια τέτοια παρηγορείται ο ήρωας του τραγουδιού».

Όχι, τον αντικρούει ο μελετητής της γλώσσας Νίκος Σαραντάκος: «ο Χωμενίδης δεν παρουσιάζει κανένα τεκμήριο που να στηρίζει τα όσα λέει. Ομολογώ ότι, αν και μεγαλύτερος σε ηλικία, δεν έχω πουθενά συναντήσει να αποκαλούν «αγάλματα» τις κοπέλες που κάνουν πεζοδρόμιο». Στην κουβέντα παρενέβησαν κατόπιν και άλλοι, το πράγμα μάλιστα όλως αναιτίως τραχύνθηκε, οι τόνοι υψώθηκαν, ρωτήθηκε και ο ίδιος ο Παπαδόπουλος και η απάντησή του, όπως μας μεταφέρθηκε από τον Άρη Δημοκίδη, μοιάζει να στηρίζει την εικασία του Χωμενίδη ή, έστω, να μην της αφαιρεί τη νομιμοποιητική βάση.

Αναπόφευκτα, η διένεξη πέρασε και στο πεδίο το αισθητικό. Τι είναι λογοτεχνικά επιτυχέστερο; Η εικόνα του πέτρινου αγάλματος που ζωντανεύει για να παρηγορήσει τον ερωτοχτυπημένο, προδομένο ήρωα του τραγουδιού; Ή η εικόνα της τροτέζας της παρομοιαζόμενης με άγαλμα, στον ίδιο ρόλο; Και οι δυο αυτές εικόνες είναι συνήθεις στη λογοτεχνία. Στην Κίχλη του Σεφέρη, όπως επισημάνθηκε, βρίσκουμε τέτοια εξανθρωπισμένα αγάλματα:

Κι ὅμως τ’ ἀγάλματα
λυγίζουν κάποτε, μοιράζοντας τὸν πόθο
στὰ δυό, σὰν τὸ ροδάκινο· κι ἡ φλόγα
γίνεται φίλημα στὰ μέλη κι ἀναφιλητὸ
κι ἔπειτα φύλλο δροσερὸ ποὺ παίρνει ὁ ἄνεμος·
λυγίζουν· γίνουνται ἀλαφριὰ μ’ ἕνα ἀνθρώπινο βάρος

Αλλά και η αντίστροφη εικόνα του ανθρώπου που απολιθώνεται δεν λείπει. Ο Ελύτης στο Άξιον εστί μάλιστα την συνδέει κι εκείνος με μια γυναίκα εκδιδόμενη:

Βλέπω τὴ μικρὴ Μυρτώ, τὴν πόρνη ὰπὸ τὴ Σίκινο, στημένη πέτρινο ἄγαλμα στὴν πλατεία τῆς Ἀγορᾶς μὲ τὶς Κρῆνες καὶ τὰ ὀρθὰ Λεοντάρια

Αν συνεχίζαμε τη γενεαλόγηση αυτή θα φτάναμε σίγουρα ώς τον Τάλω του Ηφαίστου και τη Γαλάτεια του Πυγμαλίωνα από τη μια μεριά, και ώς την φαρμακερή Μέδουσα και τη Γυναίκα του Λωτ από την άλλη. Και οι δυο μεταμορφώσεις είναι ισχυρές, δικαιωμένες από τον μύθο και την τέχνη των αιώνων. Άσκοπο να αναρωτιόμαστε ποια είναι καλύτερη. Προσωπικά πάντως, η εκδοχή του αγἀλματος-τροτέζας που παρηγορεί τον νέο με συγκινεί περισσότερο. Παρά την φαινομενικά ρομαντική αύρα της, δίνει ρεαλιστικό βάθος στον στίχο, σάρκα απτών, αληθινών ανθρώπων. Επιπλέον ενδυναμώνει την πλοκή και κεντρίζει τη φαντασία μας. Η κοπέλα του δρόμου δεν είναι άγνωστη στον νεαρό, τον ξέρει από παλιά· βλέποντάς τον, μας λέει ο ποιητής, «τον θυμήθηκε». Ήταν άραγε πελάτης της κι εκείνος, μήπως η παρηγορητική της στάση κρύβει ένα ενδιαφέρον βαθύτερο, μήπως το τρίγωνό μας είναι και ερωτικό;

Θυμίζω ότι ειδικά εκείνη την εποχή, η φιγούρα της συμπονετικής πόρνης, που όμως στο τέλος μένει μόνη και έρημη παρά το ηθικό της ύψος, είναι πολύ συνηθισμένη στην τέχνη. Κορυφαία της δείγματα, μια ταινία, η Ευδοκία του Αλέξη Δαμιανού, και ένα άλλο πασίγνωστο τραγούδι, το «Πρέπει» του Άκη Πάνου, που το έκανε διάσημο η φωνή της Βίκυς Μοσχολιού.

Ασφαλώς και δεν πρέπει να μας δούνε παρέα
επεράσαμε ωραία λίγες ώρες μαζί…
Είμαι εκείνη που είμαι κι έχεις όνομα κάποιο
σε χρυσό κόσμο σάπιο δε χωράω να μπω

Το κυριότερο επιχείρημα όμως υπέρ αυτής της ερμηνείας, αυτό που την καθιστά τόσο θελκτική, και νομίζω ανώτερη, είναι ότι δεν ακυρώνει και την άλλη εικόνα, αυτήν του ζωντανεμένου αγάλματος. Έρχεται να προστεθεί σ’ αυτήν, να την μπολιάσει με ένα πρόσθετο, και συναρπαστικό, επίπεδο σημασιών. Γιατί οι κοπέλες του δρόμου, ας το σκεφτούμε, είναι πράγματι αγάλματα. Όχι μόνο λόγω της στάσης τους τόση ώρα, ούτε μόνο από το επιδεικτικό βάψιμο που τις κάνει να μοιάζουν με διακοσμητικά μπιμπελό. Αλλά πρωτίστως επειδή είναι συναισθηματικά πετρωμένες, λίθινες. Το δόσιμο του κορμιού στον αγοραίο έρωτα προϋποθέτει τον ευνουχισμό του αισθήματος, είναι ένας ψυχικός ακρωτηριασμός. Και όταν αυτός για λίγο παύει, είναι σαν το άγαλμα να ζωντανεύει, να ξαναβρίσκει την χαμένη του ανθρώπινη φύση, από σκεύος ηδονής να ξαναγίνεται παλλόμενη καρδιά.

«Η ιδέα μου είναι ότι τα δυνατά συναισθήματα και οι βαθιά ριζωμένοι πόθοι» γράφει ο Σεφέρης προλογίζοντας τη μετάφραση του Άσματος Ασμάτων, «μπορούν να τραφούν από πολλές και διάφορες προσχώσεις και μπορεί να προσαρτήσουν και άλλους πόθους που μοιάζουν αλλότριοι — αν αγγίζουν ακέρια την ανθρώπινη ψυχή… Είναι πλούτος αυτό το μπόλιασμα· δεν είναι φτώχεια». Ας συγκρατήσουμε όμως και την παρότρυνση του ιδίου, αμέσως μετά: «Ωστόσο προτιμώ αυτό το πλούτισμα να το βρίσκω όπου μπορώ και όπως μπορώ χωρίς την ενοχλητική παρεμβολή του δογματισμού».

Τόσα πολλά σ’ ένα τραγούδι, θα πει κανείς; Και πολλά περισσότερα, θα πρόσθετα: όταν βέβαια το τραγούδι είναι τέτοιο, τουτέστιν λογοτεχνία σημαίνουσα. Κλείνω, παραθέτοντάς το, για όσους θέλουν να το θυμηθούν. Κι επειδή, εξ όνυχος ο λέων, ας προσεχθεί λίγο και η μαστοριά του Παπαδόπουλου: στίχος τροχαϊκός δεκατρισύλλαβος αυστηρός, με τομή στη όγδοη συλλαβή και (σπάνιο!) όλο με προπαροξύτονες ομοιοκαταληξίες.

Χθες μεσάνυχτα και κάτι κατηφόρισα
στη μικρή την πλατεΐτσα που σε γνώρισα
Κάποιο άγαλμα που μ’ είδε με θυμήθηκε
και τον πόνο μου ν’ ακούσει δεν αρνήθηκε

Και του μίλησα για σένα και για μένανε
και τα μάτια του βουρκώναν κι όλο κλαίγανε
Του ‘πα για το φέρσιμό σου και για τ’ άλλα σου
τ’ ασυγχώρητα τα λάθη τα μεγάλα σου

Κι ύστερα με πιάσαν θέ μου κάτι κλάματα
που με βρήκανε κουρέλι τα χαράματα
Με το άγαλμα ώς το δρόμο προχωρήσαμε
μου εσκούπισε τα μάτια και χωρίσαμε