ελληνική ποίηση

Σελάνα Γραίκα: Η φεγγαροντυμένη, πεζή

womthon

Θα πρέπει ο κόσμος κάποτε να παραδεχτεί πως για να
λάβει σώμα η ψυχή είναι απαραίτητη μια κάποια υγρασία.
Δάκρυα ή ιδρώτα νομίζω, δεν έχει σημασία.
Κι η φεγγαροντυμένη που αναφέρει ο Ποιητής, μόνο τότε,
θα πάρει την ικανοποίηση που της ανήκει.

Θα πρέπει ο κόσμος – κι αυτοί ειδικά που χτυπούν
καμπάνες μιας κηδείας στο ξωκλήσι του όρμου, να
καταλάβει πως ήταν ορθαγορίσκος εκείνη η γυναίκα,
με σάρκα από σαπουνάδα και κολυμπούσε γρήγορα
στο πλάι σα μεθυσμένη. Αλλιώς την θέλησε ο Ποιητής,
αλλά υποψιάζομαι πως η εμπειρία των θαλασσινών θα ήταν
απόλυτα χρήσιμη προς αναγνώριση της αλήθειας,
άλλωστε οι αρμενιστές είναι ονομαστοί αστροναύτες, απλά
καθυστερήσαν.

Η φεγγαροντυμένη, επομένως, δεν βούλιαξε, απλώς κολυμπά.
Κι οι ορθαγορίσκοι θεωρούνται ανέκαθεν κεριά, που φωτίζουν
τη μνήμη ναυαγών.

Κάποτε άκουσα, δεν έχει σημασία πού και πλέον δεν θυμάμαι,
πως οι κινήσεις των ζώων και του ανθρώπου συγκεκριμένα
δια της εναλλαγής των κινήσεων υμνολογούν τον θεό,
γι’ αυτό

θα πρέπει να εκτιμώνται περισσότερο τα μισοκατεστραμμένα
πρόσωπα από τα ακέραια των ανασκαφών, που τα στολίζουν
οι πολιτισμοί της ζωής και της ενότητας.
Ανασταίνουν τα νεκρά, εις βάρος της ψευδούς κατηγόριας
των συντριμμάτων αυτών και περί των υποθέσεών τους.
Εδώ θα πρέπει να ευχαριστήσω νομίζω τον κάποιο, που
είχε βρει παρά πέρα, σκάβοντας τον φτωχό του αγρό, λυχνάρι,
σημάδι τάφου προγονικού· και του νεκροταφείου.
Κι εμείς που βρεθήκαμε εδώ, για απασχόληση ως υπηρέτες
της μνήμης, άμισθοι, αδέλφια του πόνου,
επωμιστήκαμε έργο βαρύ, να ταυτίσουμε αυτή και τον θάνατο,
να ευθειάσουμε τις σπειροειδείς ευξελίξεις προς αναγέννηση
καθέτων γραμμών.

Ομολογούμε, έργο καθ’ όλα κοπιαστικό.
Αυτό που θέλω να πω, φαντάζομαι, είναι ότι έναν
Σεπτέμβρη μαλακό, κατά το τέλος του, συνάντησα
σ’ έναν περίπατό μου τoν σωσία εκείνου που είχα κηδέψει
προ αμνημονεύτων ετών.

Εδώ να σημειώσω πως το σύστημα της ζωής, μας εμπαίζει
ενδεχομένως κι άτσαλα «καθαρίζει¨ το νου
με τις θολές του εικόνες.

Και το λυχνάρι κρατώντας εκείνο, βρέθηκα να παρατηρώ
τις λεπτές αντικνημίδες και τις ηδονικές κλειδώσεις των γονάτων.
Φευ! πως ήταν το φως του λυχναριού μου που του
αλλοίωνε το πρόσωπο σχηματίζοντας στα μάτια εκείνου
δακρυδόχη και μια ορειχάλκινη βελόνα, αφήνοντάς μας
να μαντέψουμε όλη την απαισιοδοξία ενός μελλοντικού γίγνεσθαι.

Διότι αν αφεθώ ελεύθερη, αγαπητέ αδελφέ του πόνου,
θα σας τρομάξει η έκρηξις!

Τέλος πάντων, λέω να τραβήξω για το σπίτι σιγά-σιγά·
να ρίξω λίγο νερό στο αποτέτοιο μου, να πλύνω πόδια και λαιμό,
να ετοιμάσω τον καφέ μου – γλυκύ βραστό μετά μανίας,
να διασκεδάσω και ν’ ανοίξω το ραδιόφωνο
στις αναζητήσεις του Ερυθρού Σταυρού.

Εντυπώσεις από τον Δημήτρη Αρμάο

Εικόνα 118

Αλεξάνδρεια, 2005, στο Σπίτι του Κ. Καβάφη. Από αριστερά: Ηλ. Παπαγιαννόπουλος, Κ. Πουλής, Σπ. Γιανναράς, Κ. Κουτσουρέλης, Ν. Μαυρίδης και ο Δημήτρης Αρμάος.

~   ~   ~  

Τρίτο και τελευταίο μέρος του αφιερώματος του ΝΠ στον Δημήτρη Αρμάο. Προηγήθηκαν τα κείμενα του Α. Κ. Χριστοδούλου και του Γιάννη Πατίλη.

~   ~   ~  

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Η έκπληξή μου που είμαι απόψε εδώ, φίλοι και φίλες, είναι διπλή. Το πρώτον, διότι ειλικρινώς δεν περίμενα ότι το βιβλίο που σήμερα παρουσιάζουμε, θα έβλεπε ποτέ το φως της δημοσιότητας. Τέτοια ήταν η πίστη μου στην ακράδαντη αναβλητικότητα ή στην ανυποχώρητη τελειοθηρία, αν το προτιμάτε, του ποιητή. Την πίστη μου αυτή την έβλεπα άλλωστε να ανανεώνεται κάθε φορά που άκουγα τους δισταγμούς του. Ακόμη και τις ρητές διαβεβαιώσεις του ότι το πράγμα βαίνει καλώς, και ότι η έκδοση επίκειται, είχα μάθει να τις παίρνω για ξεγλίστρημα απ’ τις πιέσεις των γνωστών, κάτι σαν φιλική στάχτη στα μάτια.

Είμαι όμως έκπληκτος, τόσους μήνες τώρα, και για έναν άλλον λόγο. Τον Αρμάο τον είχα ανέκαθεν για ολιγογράφο. Όσες σκόρπιες δημοσιεύσεις του είχα κατά νου, αυτό μου εδήλωναν. Οι Βίαιες εντυπώσεις του, περιτυλιγμένες ειρωνικά το φιλήσυχο γαλανό τους εξώφυλλο, με διαψεύδουν πανηγυρικά. Τετρακόσιες τόσες σελίδες, διακόσια και βάλε ποιήματα, κάποια τους μακρόσυρτα και άλλα πολυμερή: παραγωγή όπως και να το κάνουμε βιαίως εντυπωτική, ακόμη κι όταν πρόκειται για θησαύρισμα τριάντα και πλέον ετών.

Τώρα, για το ποιος ο ποιητής και ποιο το βιβλίο του, τα πολλά εισαγωγικά μού φαίνεται περισσεύουν. Ο Αρμάος παίζει στα δάχτυλα την ποιητική παράδοση, είτε είναι επιχώρια είτε εισαγωγής. Τρόπους, τόνους, ρυθμούς, είδη, μορφές, όλο το βαρύ της νόου-χάου το ξέρει απ’ την καλή και την ανάποδη. Επιγραμματοποιός, ελεγειογράφος, σατιρικός, τραγουδιστής διαδοχικώς ή εν τω άμα, όλα του είναι προσιτά. Γλωσσικά, ανεβοκατεβαίνει με άνεση τσιρκολάνου ή πειρατή όλο το μακρύ σκοινί της ελληνικής. Στα θέματά του απλώνεται απ’ τη μυστική πηγή της ιδιωτικότητας ώς την πιο ελευθερόστομη πολιτικολογία. Με δυο λόγια, κι εδώ ας σταθώ, γιατί πολλούς τους παρασύρει η προσήνεια του ανδρός και το στεντόρειο, πηγαίο του γέλιο, ο Αρμάος είναι ποιητής γερά αρματωμένος, τουτέστιν δικαίως φιλόδοξος. (περισσότερα…)

Γιάννης Πατίλης: Δημήτρης Ἀρμάος – Πρόσωπο καὶ Ἔρ­γο

ArmaosStoGrafeioTou(Mesologgiou16,27-05-2014)

Με­ρο­λη­πτι­κὴ Ἐξ Ὄ­νυ­χος Κα­τά­θε­ση Σὲ Τριά­ντα Μί­α Στη­μέ­νες Ἐ­ρω­τα­πο­κρί­σεις

*    *    *

Τὸ δεύτερο μέρος τοῦ διαδικτυακοῦ ἀφιερώματος τοῦ ΝΠ στὸν Δημήτρη Ἀρμάο.  Προηγήθηκε τὸ κείμενο τοῦ Α. Κ. Χριστοδούλου καὶ ἕπεται αὐτό τοῦ Κώστα Κουτσουρέλη.

*    *    *

Πό­τε ἄ­κου­σες γιὰ τὸν Ἀρ­μά­ο;

Ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε νοι­ά­ζε­ται γιὰ τὶς λε­πτο­μέ­ρει­ες στὰ βι­βλί­α καὶ ψά­χνει στ’ ἀ­ζή­τη­τα ἢ ψύλ­λους πο­λυ­τι­μό­τε­ρους ἀ­πὸ τ’ ἄ­χε­ρα ποὺ τοὺς πε­ρι­βάλ­λουν, βρί­σκε­ται ἐ­πὶ τὰ ἴ­χνη τοῦ Δη­μή­τρη Ἀρ­μά­ου…

Πό­τε τὸν γνώ­ρι­σες;

Ἀ­δύ­να­τον νὰ θυ­μη­θῶ, εἶ­μαι καὶ βρα­χυ­μνή­μων, ἡ γνω­ρι­μί­α μας, πάν­τως, με­τροῦ­σε πα­ρελ­θόν… Τὸ ἀρ­χεῖ­ο μου, ποὺ θυ­μᾶ­ται μὲ ἀ­κρί­βεια, λέ­ει: πρώ­τη ἐ­πι­στο­λή του στὶς 21 Ὀ­κτω­βρί­ου 1998… Μπο­ρῶ, ὅ­μως, νὰ σοῦ πῶ πό­τε συν­δε­θή­κα­με κα­λύ­τε­ρα, ἔ­χει σχέ­ση καὶ μὲ τὴν πα­τρί­δα του, τὴν Ἄμ­φισ­σα…  

Πό­τε;…

Ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς τὶς τρί­της χι­λι­ε­τί­ας, ὅ­ταν συ­στά­θη­κε ἀ­πὸ τὸν Στα­μά­τη Μαυ­ρο­ει­δῆ ὁ κύ­κλος τῶν δη­μο­σι­ο­γρα­φούν­των «Ἐ­πι­σκε­πτῶν» τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας Αὐ­γή καί, κυ­ρί­ως, ὅ­ταν ἀ­νέ­λα­βε, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ πα­ρέμ­βα­ση δι­κή μου καὶ ἄλ­λων φί­λων, τὴν ἔκ­δο­ση ἁ­πάν­των τῶν εὑ­ρι­σκο­μέ­νων ἑ­νὸς ση­μαν­τι­κοῦ λο­γο­τέ­χνη, μὲ προ­σω­πι­κὴ ἀ­συ­νή­θι­στη σφρα­γί­δα στὰ γράμ­μα­τα μας, τοῦ Τά­κη Παυ­λο­στά­θη (1946-1999), ποὺ κα­τα­γό­ταν καὶ αὐ­τὸς ἀ­πὸ τὴν Ἄμ­φισ­σα καὶ ἔ­ζη­σε στὴν ἴ­δια πό­λη με­γά­λο μέ­ρος τῆς ζω­ῆς του…

Ἔ­χει ση­μα­σί­α ὁ τό­πος γιὰ τέ­τοι­ου εἶ­δους συ­ναν­τή­σεις;…

Γιὰ μέ­να, ναί· γιὰ τὸν Ἀρ­μά­ο, μᾶλ­λον ὄ­χι… Μοῦ ἔ­γρα­φε γιὰ τὸν Παυ­λο­στά­θη σὲ ἐ­πι­στο­λή του: «Καὶ ἡ δι­κή μου ἐ­κτί­μη­ση δὲν ἀ­πορ­ρέ­ει ἀ­πὸ τὴν κοι­νὴ κα­τα­γω­γή: ἀλ­λοῦ συ­ναν­τή­θη­κα μὲ τὴν γρα­φή του.»

Πῶς ἦ­ταν ὡς ἄν­θρω­πος ὁ Ἀρ­μά­ος;…

Συν­τρο­φι­κός, ἀ­νοι­χτό­καρ­δος καὶ πάν­τα δο­τι­κός· τῆς πα­ρέ­ας, τοῦ πο­τοῦ καὶ τοῦ τσι­γά­ρου, μὲ ὑ­πὲρ τὸ δέ­ον βρον­τῶ­δες πα­ρα­τε­τα­μέ­νο γέ­λιο…, καὶ μιὰ μα­τιὰ —θε­έ μου!— ἀ­λη­θι­νὰ τα­πει­νή, σὰν νὰ τοῦ ἔ­κα­νες χά­ρη ποὺ μι­λοῦ­σες μα­ζί του – καμ­μιὰ σχέ­ση μὲ ἐ­κεῖ­νο τὸ τέ­ρας με­θο­δι­κό­τη­τας καὶ γνώ­σε­ων, ποὺ ἀ­να­δυ­ό­ταν μό­λις ἔ­κλει­νε τὴν πόρ­τα πί­σω του γιὰ νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει στὴ μο­νιά του…

Ὑ­πῆρ­ξε πράγ­μα­τι τέ­τοι­ο τέ­ρας;…

Ναί, μὲ τὴν πα­λιὰ ση­μα­σί­α, ποὺ λέ­γα­νε «ση­μεῖ­α καὶ τέ­ρα­τα», γιὰ κά­θε τι τὸ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὸ καὶ ἀ­συ­νή­θι­στο –­ κι εἶ­χε, γιὰ τοῦτο, στὰ θέ­μα­τα αὐ­τὰ τα­κι­μιά­σει, ὅ­σο δὲν παίρ­νει, μὲ ἕ­να ἄλ­λο “τέ­ρας” τοῦ εἴ­δους του, ποὺ “φω­λιά­ζει” αὐτὸ στὸν Βό­λο, τὸν Ἀ.Κ. Χρι­στο­δού­λου… Τί νὰ λέ­με τώ­ρα… Ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­χε ἀ­πὸ τὴ φτια­ξιὰ ἑ­νὸς Μάρ­κου Μου­σού­ρου κι ἑ­νὸς Δη­μη­τρί­ου Χαλ­κο­κον­δύ­λη, καὶ ζοῦ­σε τὸ βι­βλί­ο σὰν νὰ ἐ­φευ­ρέ­θη­κε μό­λις χθὲς ἡ τυ­πο­γρα­φί­α… Καὶ τὸ τα­ξί­δι του στὴν Ἰ­τα­λί­α, καὶ ἡ πα­ρα­μο­νή του τρί­α χρό­νια σὲ Ρώ­μη καὶ Σι­έ­να, σὰν συμ­βο­λι­κὴ με­τεμ­ψύ­χω­ση αὐ­τῶν τῶν σπου­δαί­ων λο­γί­ων τοῦ πα­ρελ­θόν­τος καὶ τῶν τα­ξι­δι­ῶν τους, μοῦ φαί­νε­ται· γιὰ νὰ φέ­ρει δῶ­ρα μᾶλ­λον ἀ­χρεί­α­στα σ’ ἕ­ναν λα­ὸ κα­τα­κτη­μέ­νο ξα­νά, ὄ­χι ἀ­πὸ τοὺς Τούρ­κους (ἀ­κό­μη), ἀλ­λὰ ἀ­πὸ τὸ πο­λι­τι­στι­κὸ σου­περ­μάρ­κετ τῆς κα­κιᾶς ὥ­ρας καὶ τὰ σκα­λα­θύρ­μα­τα τοῦ πο­δα­ριοῦ…

Καὶ ποι­ά ἦ­ταν αὐ­τὰ τὰ δῶ­ρα;…

Δῶ­ρα καὶ γιὰ τοὺς πολ­λοὺς καὶ γιὰ τοὺς λί­γους, γιὰ κεί­νους τοὺς λί­γους ποὺ ἀν­τέ­χουν νὰ κά­νουν τό­σο ἀ­παι­τη­τι­κὰ σὲ σκευ­ὴ καὶ δύ­σκο­λα σὲ ἀ­πό­φα­ση προ­σο­χῆς καὶ ὑ­πο­μο­νῆς τα­ξί­δια στὰ ἔγ­κα­τα τοῦ εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ πο­λι­τι­σμοῦ, ὅ­πως εἶ­ναι τὸ μεῖ­ζον ἔρ­γο του Προ­σφο­ρὰ τῆς Ξε­ρι­ζω­μέ­νης Καρ­διᾶς: Προ­ϊ­στο­ρί­α καὶ Λει­τουρ­γί­α τοῦ Θέματος στὴν Ἐ­ρω­φί­λη τοῦ Χορ­τά­τση – πρω­τό­τυ­πη αὐ­τὸ συ­νει­σφο­ρὰ ἐ­πὶ τοῦ θέ­μα­τος σὲ δι­ε­θνὲς ἐ­πί­πε­δο, ποὺ ξε­κί­νη­σε ὡς ἐκ­πό­νη­ση δι­α­τρι­βῆς τὸ 1990, ἐγ­κρί­θη­κε μὲ ἄ­ρι­στα τὸ 2004, καὶ δη­μο­σι­εύ­τη­κε σὲ 1013 σε­λί­δες τὸ 2011 ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Gutenberg… Ἢ τὴν πρω­τό­τυ­πη με­λέ­τη του Ὁ­μι­λο­ύ­σα Κε­φα­λὴ στὴν Ἔ­ξο­δο τοῦ Ὀρ­φι­κοῦ Μύθου: Ἐ­να­τέ­νι­ση μιᾶς Πτυ­χῆς ἀ­πὸ τὴ Λο­γο­τε­χνι­κὴ Τύχη τοῦ Ὀρ­φέ­α σὲ Συ­νάρ­τη­ση μὲ Κάποιες ἀ­πὸ τὶς Εἰ­κα­στι­κές της Ἀ­πο­τυ­πώ­σεις στοὺς Νε­ό­τε­ρους Κυ­ρί­ως Χρό­νους… Καὶ πολ­λὰ ἄλ­λα, γραμ­μα­το­λο­γι­κὰ καὶ συγ­κρι­το­λο­γι­κά: γιὰ τὶς ἑλ­λη­νι­κὲς με­τα­φρά­σεις, φε­ρει­πεῖν, τῆς Θεί­ας Κω­μω­δί­ας, πα­ραλ­λη­λί­ες ἀ­νά­με­σα στὰ ἔρ­γα Κα­ζαν­τζά­κη καὶ Μα­κι­α­βέλ­λι, Κα­βά­φη καὶ Ἔν­τγαρ Λῆ Μά­στερς…

Καὶ γιὰ τοὺς πολ­λούς;…

Ἔ, πιά, αὐ­τὰ κι ἂν ἦ­ταν τὰ δῶ­ρα, πού, γιὰ μᾶς τοὺς πολ­λούς, δη­λα­δὴ τοὺς φι­λο­λό­γους ἐκ­παι­δευ­τι­κούς, ποὺ δου­λειά μας ἦ­ταν καὶ εἶ­ναι νὰ τὰ με­τα­δω­ρί­ζου­με σὲ ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρους, δὲν ξέ­ρα­με κὰν ἀ­πὸ ποῦ μᾶς ἐρ­χό­ντου­σαν!… Καὶ ἀ­να­φέ­ρο­μαι, βέ­βαι­α, ὄ­χι μό­νον στὴν συ­νει­σφο­ρά του γιὰ τὴν σύν­θε­ση τοῦ σχο­λι­κοῦ βι­βλί­ου κα­τεύ­θυν­σης Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α τῆς Γ΄ Ἑ­νι­α­ί­ου Λυ­κε­ί­ου, ὅ­που ἐ­πε­ξερ­γά­στη­κε τὶς ἑ­νό­τη­τες γιὰ τὸν Δι­ο­νύ­σιο Σο­λω­μὸ καὶ τὸν Γιά­ννη Ρί­τσο, ἀλ­λὰ καὶ στὰ ἀ­συ­νή­θι­στα γιὰ τὰ μέ­τρα τῆς ἀ­γο­ρᾶς λί­αν ὑ­ψη­λοῦ ἐ­πι­πέ­δου πο­λύ­το­μα δι­δα­κτι­κὰ βο­η­θή­μα­τα στὰ ὁ­ποῖ­α ὑ­πὸ τὸν γε­νι­κὸ τί­τλο Κε­ί­με­να Νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς Λο­γο­τε­χνί­ας: Ἕ­να Δι­δα­κτι­κὸ Βο­ή­θη­μα συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὴν Ζω­ὴ Μπέλ­λα καὶ ἄλ­λους

Καὶ αὐ­τὴ ἦ­ταν ἡ μί­α ὄ­ψη τῆς δου­λειᾶς τοῦ ἐκ­παι­δευ­τι­κοῦ, ἡ δη­μό­σια καὶ πιὸ φα­νε­ρή…

Για­τί, ὑ­πῆρ­χε καὶ ἄλ­λη κρυ­φή;…

Ἀ­στει­εύ­ο­μαι… Ἐν­νο­ῶ τὴν στά­ση τοῦ κρι­τι­κοῦ τῆς κρα­τι­κῆς Ἐκ­παι­δευ­τι­κῆς Πο­λι­τι­κῆς καὶ συγ­κε­κρι­μέ­νων παι­δα­γω­γι­κῶν πρα­κτι­κῶν, μέ­σα ἀ­πὸ τὶς συ­να­γω­γὲς κει­μέ­νων ποὺ δη­μο­σί­ευ­ε μὲ τὸ ψευ­δώ­νυ­μο Δη­μή­τρης Πτο­λε­μαί­ου…

Αὐ­τὸ ποὺ τοῦ θαυ­μά­ζω, καὶ τώ­ρα ποὺ λεί­πει, εἶ­ναι τὸ πάν­τρε­μα τοῦ ἀ­γώ­να μέ­σα ἢ πλά­ι στὸ χα­ρά­κω­μα τῆς σχο­λι­κῆς τά­ξης (ἐ­κεῖ ὅ­που συ­ναν­τοῦ­σε κα­νεὶς —ἐ­πι­τέ­λους— «τὸν πραγ­μα­τι­κὸ λα­ό», ποὺ ἐν­νο­οῦ­σε ὁ Παυ­λο­στά­θης) μὲ ἀ­πό­ψεις γιὰ τὴν ἐκ­παί­δευ­ση σὰν αὐ­τὲς ποὺ δι­α­τύ­πω­νε σὲ συ­νέν­τευ­ξή του στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα Αὐ­γὴ τὸν Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 2004:

­

«Ἡ ἐκ­παί­δευ­ση, κι ὄ­χι μό­νο στὴ χώ­ρα μας (ἀλ­λὰ γνω­ρί­ζω κα­λὰ μό­νο τὴ φρί­κη τοῦ τό­που μας), ἔ­χει τε­λει­ώ­σει. Ὑ­πάρ­χει ξε­κά­θα­ρη βού­λη­ση σὲ ἐ­πί­πε­δο κο­ρυ­φῆς γιὰ τὴν ὑ­πο­βάθ­μι­σή της καὶ ὅ­σοι ὀ­νο­μά­ζου­με “στε­λέ­χη ἐκ­παί­δευ­σης” ἀν­τι­με­τω­πί­ζουν τὸ ἔρ­γο τους μὲ τὸν ἀ­πο­λί­τι­κο τρό­πο ἑ­νὸς κα­θη­γη­τά­κου ποὺ προ­ε­τοι­μά­ζε­ται —στὴν “ρο­μαν­τι­κό­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση”— νὰ δι­εκ­πε­ραι­ώ­σει τὶς ὑ­πο­χρε­ώ­σεις του στὴν αἴ­θου­σα. Γιὰ τοὺς συν­δι­κα­λι­στὲς δὲν μι­λῶ, ἐ­πει­δὴ ἡ θέ­ση τους εἶ­ναι δει­νὴ κα­θώς, σή­με­ρα του­λά­χι­στον, τὰ συμ­φέ­ρον­τα τῆς ἐκ­παί­δευ­σης δὲν ταυ­τί­ζον­ται σὲ ἱ­κα­νο­ποι­η­τι­κὸ βαθ­μὸ μὲ τὰ συμ­φέ­ρον­τα τῶν ἐκ­παι­δευ­τι­κῶν. Ἔ­πει­τα, μπο­ρεῖ­τε νὰ ὑ­πο­θέ­σε­τε τί χα­μη­λὴ ποι­ό­τη­τα ἐκ­πέμ­πει ἕ­νας κα­θη­γη­τὴς μὲ μι­σθὸ γύ­ρω στὰ 1200 εὐ­ρώ; Τὸ το­πί­ο, κα­τὰ συ­νέ­πεια, εἰ­δι­κὰ στὴν κρί­σι­μη γιὰ τὴ μα­ζι­κὴ παι­δεί­α Μέ­ση Βαθ­μί­δα, εἶ­ναι το­πί­ο θα­νά­του. Νι­ώ­θω ὅ­λο μου τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον (πο­λυ­ε­τές, ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρα­τε) νὰ ἔ­χει μα­ται­ω­θεῖ…»

Τὸν κα­τα­λα­βαί­νω, ὅ­μως, κα­λά, ἐ­πει­δή, στὰ θέ­μα­τα προ­σφο­ρᾶς, ἔ­χω λί­γο κι ἐ­γὼ τὴν πα­ρα­πλή­σια ἰ­δι­ο­συγ­κρα­σί­α ἐ­κεί­νου ποὺ θέλ­γε­ται νὰ γε­μί­ζει μὲ ὡ­ραῖ­α ναυά­για τοὺς γυα­λούς!…

Θὰ εἶ­σαι κι ἐ­σύ, φαν­τά­ζο­μαι, τὸ ἴ­διο ρο­μαν­τι­κός…

Τὸ ἴ­διο, δὲν θὰ ἔ­λε­γα… Ἐ­γὼ ὑ­πάρ­χω καὶ ὀ­λί­γον “μνη­μο­νια­κός”… Θυ­μᾶ­μαι τὴν ἐ­πο­χὴ ποὺ ὑ­πη­ρε­τού­σα­με σὲ κο­ντι­νὰ νυ­χτε­ρι­νὰ σχο­λεῖ­α στὴν ἀ­μυν­τι­κὴ γραμ­μὴ Βά­θης-Σε­πο­λί­ων… Δι­α­φω­νού­σα­με στὸ θέ­μα τῆς συγ­χώ­νευ­σης γει­το­νι­κῶν ἑ­σπε­ρι­νῶν σχο­λι­κῶν μο­νά­δων, ποὺ τό­τε, δύο-τρία χρό­νια πρὶν τὸ ξέ­σπα­σμα τῆς κρί­σης, εἶ­χε τε­θεῖ πι­ε­στι­κὰ ἐ­πὶ τά­πη­τος ἀ­πὸ τὴν δι­οί­κη­ση… Ἐ­γὼ σκαν­δα­λι­ζό­μου­να ἀ­πὸ τὶς τά­ξεις τῶν πέν­τε καὶ δέ­κα μα­θη­τῶν, κι ἔ­βλε­πα κα­χύ­πο­πτα στὸ ἐ­πι­χεί­ρη­μα «νὰ μὴν χα­θοῦν θέ­σεις ἐρ­γα­σί­ας» τὸν φό­βο γιὰ τὸ ἐ­πα­πει­λού­με­νο ξε­βό­λε­μα με­ρι­κῶν… Ὁ Ἀρ­μά­ος ἀν­τι­με­τώ­πι­ζε τὸ θέ­μα μὲ ἦ­θος… Πα­τρο­κο­σμᾶ: Ἂς κό­ψουν αὐ­τοὶ τὸ λαι­μό τους· δὲν κλεί­νου­με πο­τὲ καὶ γιὰ τί­πο­τα ἕ­να σχο­λεῖ­ο!

Ἀλ­λὰ για­τί μᾶς εἶ­πες πα­ρα­πά­νω ὅ­τι τὰ δῶ­ρα του «δὲν ξέ­ρα­με κὰν ἀ­πὸ ποῦ μᾶς ἐρ­χό­ντου­σαν»· δὲν τὸ κα­τά­λα­βα αὐ­τό…

Ἐ­δῶ, γιὰ νὰ τὸ κα­τα­λά­βεις κα­λύ­τε­ρα, θὰ πρέ­πει νὰ ἀ­νοί­ξου­με τὴν τρί­τη πτυ­χὴ τῆς ἐ­ξω­λο­γο­τε­χνι­κῆς ἐρ­γα­σί­ας τοῦ Ἀρ­μά­ου, αὐ­τὴ ποὺ συγ­κρο­τεῖ τὸ κε­φά­λαι­ο τῆς Ἐκ­δο­τι­κῆς… Σὲ μιὰ ἐ­πο­χὴ ποὺ καὶ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ψί­χου­λο “ἔρ­γου” στὸν κό­σμο τῶν “ἐ­πω­νύ­μων” ἀ­λέ­θε­ται γιὰ νὰ ἐκ­θρέ­ψει τὴν θη­ρι­ώ­δη του ἰ­δι­ο­τέ­λεια, ὁ Ἀρ­μά­ος εἶ­χε τὴν “ἐ­ξω­φρε­νι­κὴ” ἰ­δέ­α πὼς κά­θε δου­λειὰ —καὶ ἡ ἐκ­δο­τι­κὴ αὐ­το­νο­ή­τως— θὰ ἔ­πρε­πε νὰ γί­νε­ται σω­στά σύμ­φω­να μὲ δο­κι­μα­σμέ­να αὐ­στη­ρὰ κρι­τή­ρια (de lege artis, ποὺ λέ­γα­νε οἱ πα­λιοί), ἀ­σχέ­τως μὲ τὸ ποι­ός τε­λι­κὰ θὰ τὴν ὑ­πο­γρά­ψει ἢ θὰ τὴν καρ­πω­θεῖ καὶ σὲ ποι­όν βαθ­μό!… Ἰ­δοὺ ἕ­να ἄλ­λο, πιὸ ἀ­πρό­σμε­νο αὐ­τὴ τὴ φο­ρά, ars gratia artis!… Ἐ­πει­δὴ γιὰ τὸν Ἀρ­μά­ο ἡ Ἐκ­δο­τι­κὴ δὲν ἦ­ταν μί­α ἀ­κό­μη ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὴ τε­χνι­κὴ δε­ξι­ό­τη­τα στὸ στά­τους ἔ­στω τῆς “ἐ­πι­στή­μης”, ἀλ­λὰ καλ­λι­τε­χνί­α πο­λι­τι­σμοῦ: μιὰ ἀ­πὸ τὶς Κα­λὲς Τέ­χνες τῆς Ἀ­να­γέν­νη­σης! Θυ­μᾶ­μαι, μά­λι­στα, πού, ὅ­ταν ἱ­στο­ρι­κὸ ἐκ­δο­τι­κὸ τῆς ἀ­γο­ρᾶς «γύ­ρι­σε σε­λί­δα» (γιὰ ἄλ­λου εἴ­δους “τι­μὲς” ἀ­πὸ τὴν “τι­μὴ” τῶν γλωσ­σι­κῶν ἰ­δα­νι­κῶν) καὶ ἐ­πέ­βα­λε σὲ πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νο ποι­η­τή, ποὺ γρά­φει ἀ­κό­μη χει­ρο­γρά­φως στὸ πο­λυ­το­νι­κό, τὴν ἔκ­δο­ση συγ­κεν­τρω­τι­κῆς τῶν ποι­η­μά­των του στὸ μο­νο­το­νι­κό, ὁ Ἀρ­μά­ος προ­σφε­ρό­ταν ἐ­πι­μό­νως νὰ κά­νει ὁ ἴ­διος ἀ­μι­σθὶ τὴν δου­λειὰ τῆς ἐ­πι­μέ­λειας τοῦ πο­λυ­το­νι­σμοῦ…

Ἔ­τσι, γιὰ πλεῖ­στα ὅ­σα βι­βλί­α, ἔ­χει βά­λει γεν­ναῖ­α καὶ συ­χνό­τα­τα ἀ­φι­λο­κερ­δῶς τὸ χέ­ρι του σὲ ἕ­να σω­ρὸ ὑ­πο­στη­ρι­κτι­κὰ στοι­χεῖ­α τοῦ κει­μέ­νου: σὲ εἰ­σα­γω­γές, ὑ­πο­μνή­μα­τα, ἐ­πί­με­τρα, σχό­λια, βι­βλι­ο­γρα­φί­ες, εὑ­ρε­τή­ρια (γιὰ νὰ μὴν ἀ­να­φερ­θοῦ­με σὲ ἄλ­λα δῆ­θεν πε­ρισ­σό­τε­ρο “ἀ­ό­ρα­τα”, ὅ­πως σὲ οἰ­κο­γέ­νει­ες γραμ­μα­το­σει­ρῶν καὶ τρό­πους σε­λι­δώ­σε­ων): δη­λα­δὴ σὲ πλῆ­θος κρί­σι­μων γιὰ τὸ βι­βλί­ο πραγ­μά­των ποὺ συ­χνὰ οἱ ἀ­δα­εῖς προ­σπερ­νᾶ­νε, γιὰ νὰ πᾶ­νε —ἂν πράγ­μα­τι πᾶ­νε πο­τέ— κα­τευ­θεῖ­αν στὸ ὑ­πο­τι­θέ­με­νο «ζου­μί»…

Ἀ­πό­σταγ­μα τῆς με­γά­λης του πεί­ρας ἦ­ταν καὶ ἡ σει­ρὰ δύ­ο σε­μι­να­ρί­ων ποὺ ἔ­δω­σε τὸ 2011, ὀρ­γα­νω­μέ­νη ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Gutenberg στὸν χῶ­ρο τοῦ βι­βλι­ο­πω­λεί­ου τους, μὲ θέ­μα «Ὀρ­γά­νω­ση καὶ Σύν­τα­ξη Ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς / Ἐ­ρευ­νη­τι­κῆς Ἐρ­γα­σί­ας (μὲ Ἐ­ξει­δί­κευ­ση στὶς Θε­ω­ρη­τι­κὲς Σπου­δές)» καὶ «Μορ­φο­λο­γί­α Ἐκ­δό­σε­ων» (ἐ­πι­μέ­λεια κει­μέ­νου —γλωσ­σι­κή, δο­μι­κὴ κλπ.— καὶ τυ­πο­τε­χνι­κὴ δε­ον­το­λο­γί­α μὲ ἐ­ξει­δί­κευ­ση στὸ βι­βλί­ο)…

Πε­ριτ­τό, ἴ­σως, νὰ προ­στε­θεῖ ὅ­τι τέ­τοι­α με­ρά­κια δὲν μα­κρο­η­με­ρεύ­ουν, ἂν δὲν βροῦν καὶ τὶς ἀν­τί­στοι­χες ἐ­πι­χει­ρη­μα­τι­κὲς πόρ­τες ἀ­νοι­χτές· τό­σο, ποὺ νὰ μὴν μπο­ρῶ νὰ πῶ μὲ βε­βαι­ό­τη­τα στὴν πε­ρί­πτω­σή μας, ποι­ός ἦ­ταν ὁ πε­ρισ­σό­τε­ρο τυ­χε­ρὸς ἀ­πὸ μιὰ τέ­τοι­ου εἴ­δους συ­νάν­τη­ση: οἱ ἐκ­δό­σεις Gutenberg ἢ ὁ Δη­μή­τρης Ἀρ­μά­ος;…

Καὶ σκέ­φτο­μαι συ­χνά, ἐν κα­τα­κλεί­δι, πὼς μό­νο στὰ χεί­λη ἑ­νὸς τέ­τοι­ου ἀν­θρώ­που, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ λά­βει ὅ­λο της τὸ βά­ρος ἡ πα­ρα­κά­τω κου­βέν­τα, στὴν συ­νέν­τευ­ξη ποὺ ἔ­δω­σε ὁ Ἀρ­μά­ος στὸν Στα­μά­τη Μαυ­ρο­ει­δῆ τὸ 2004, μι­λών­τας, ὡς ποι­η­τὴς πιά, γιὰ τὴν λο­γο­τε­χνί­α: «Ὅ­σο κι ἂν λα­τρεύ­ω τὴν ἔν­τυ­πη μορ­φή της, ξέ­ρω πὼς εἶ­ναι ἀ­σή­μαν­τη γιὰ τὴν ἀ­ξί­α τῶν κει­μέ­νων…» Ἂς τὸ πῶ: ὁ Ἀρ­μά­ος δὲν ἦ­ταν φι­λό­λο­γος καὶ στὰ ποι­ή­μα­τά του, ὅ­πως λαν­θα­σμέ­να νο­μί­ζουν ἀρ­κε­τοί, ἦ­ταν ποι­η­τὴς καὶ στὰ φι­λο­λο­γι­κά του!…

Τέ­λει­ω­σες μὲ τὸ ἐ­ξω­λο­γο­τε­χνι­κό του τρί­πτυ­χο;… Για­τὶ σὰν νὰ μοῦ φαί­νε­ται πὼς ἀ­πο­φεύ­γεις νὰ μι­λή­σεις γιὰ τὸν ποι­η­τή…

Ἴ­σα-ἴ­σα γι’ αὐ­τὸ θὰ ἤ­θε­λα νὰ μι­λή­σου­με… Ἀ­φοῦ, ὅ­πως μό­λις ὑ­παι­νί­χθη­κα, ἡ ἀ­ξί­α τὴν ὁ­ποί­α οἱ ἄλ­λοι σπεύ­δουν νὰ ἀ­να­γνω­ρί­ζουν προ­θυ­μό­τε­ρα στὸ ἔρ­γο του εἶ­ναι ἡ φι­λο­λο­γι­κή του δει­νό­τη­τα καὶ ἡ πε­ρὶ τὰ ἐκ­δο­τι­κά…

Καὶ για­τὶ συμ­βαί­νει αὐ­τό;…

Οἱ μὲν ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κοὶ δι­ό­τι τρῶ­νε ἀ­πὸ τὰ γνω­στὰ καὶ τὰ ἕ­τοι­μα καὶ δὲν ψά­χνουν γιὰ “νέ­ες” φω­νές, οἱ δὲ ποι­η­τὲς ἐ­πει­δὴ βα­ρι­οῦν­ται νὰ δι­α­βά­ζουν συγ­κεν­τρω­τι­κὲς ἐκ­δό­σεις (ἄλ­λων), καὶ ἦ­ταν ἀ­πί­θα­νο νὰ εἶ­χαν συ­ναν­τή­σει ἀλ­λοῦ ποι­ή­μα­τα τοῦ Ἀρ­μά­ου – ὁ ἴ­διος ἦ­ταν πο­λὺ φει­δω­λὸς σὲ δη­μο­σι­εύ­σεις… Σπά­νια δη­μο­σί­ευ­ε καὶ σχε­δὸν πο­τὲ με­μο­νω­μέ­να ποι­ή­μα­τα, μό­νον ἑ­νό­τη­τες… Ἔ­τσι, ὅ­ταν κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ 2009 ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Ὕ­ψι­λον, σὲ ἕ­ναν ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ φρον­τι­σμέ­νον ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο τό­μο, τὸ corpus τῶν ποι­η­μά­των του, βρῆ­κε τὴν μι­κρὴ κοι­νό­τη­τα τῶν ἀ­να­γνω­στῶν τῆς ποί­η­σης ἀ­νέ­τοι­μη νὰ μπεῖ στὸν κό­πο νὰ τὰ γνω­ρί­σει καὶ νὰ τὰ δε­χθεῖ… Ἀλ­λὰ καὶ ὡς ἔκ­δο­ση συγ­κεν­τρω­τι­κὴ τριά­ντα δύ­ο ἐ­τῶν δου­λειᾶς βρι­σκό­ταν μα­κριὰ ἀ­πό τὴν “πε­πα­τη­μέ­νη”…

Armaos-MitropoliΤί τὸ ἰ­δι­αί­τε­ρο εἶ­χε, δη­λα­δή;…

Τὰ ποι­ή­μα­τα ποὺ πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται ἐ­κεῖ δὲν εἶ­ναι οὔ­τε μό­νο οὔ­τε ὅ­λα ὅ­σα δη­μο­σί­ευ­σε· οὔ­τε ὅ­πως τὰ δη­μο­σί­ευ­σε, οὔ­τε μὲ τὴν χρο­νο­λο­γι­κὴ σει­ρὰ κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α γρά­φτη­καν ἢ δη­μο­σι­εύ­τη­καν… Ἀλ­λὰ καὶ μέ­σα στὶς ἑ­νό­τη­τες ποὺ εἶ­χε ἤ­δη δη­μο­σι­εύ­σει, ἡ ὕ­λη ἀ­να­δι­α­τά­χθη­κε κι αὐ­τή, ὅ­πως δή­λω­νε σὲ συ­νέν­τευ­ξή του ὁ ἴ­διος, «μὲ κρι­τή­ριο θε­μα­το­λο­γι­κὸ κυ­ρί­ως». Στὴν οὐ­σί­α τὸ ὑ­λι­κὸ ἀ­να­συγ­κρο­τή­θη­κε κα­τὰ τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ τά­ξη τοῦ βα­θύ­τε­ρου νο­ή­μα­τος ζω­ῆς καὶ ἔρ­γου ποὺ θέ­λη­σε ὁ ἴ­διος γιὰ τὴν τέ­χνη του, ὅ­ταν ἔ­λα­βε τὴν ἀ­παι­τού­με­νη ἀ­πό­στα­ση καὶ ἀ­πό­φα­ση γιὰ νὰ τὸ δεῖ συ­νο­λι­κά – κά­τι ποὺ ἀ­να­τρέ­χει πί­σω, στὸ 2004, του­λά­χι­στον… Ἔ­τσι ὁ τό­μος αυ­τὸς τῶν 219 ποι­η­μά­των καὶ τῶν 416 σε­λί­δων θὰ πρέ­πει νὰ θε­ω­ρη­θεῖ ὡς ἡ μο­να­δι­κὴ κι ἀ­ναν­τι­κα­τά­στα­τη συλ­λο­γὴ ποι­η­μά­των του ἀ­πὸ τὴν ὁ­ποί­α καὶ μό­νον θὰ πρέ­πει νὰ κρι­θεῖ…

Ἐ­ξάλ­λου, μὲ τὴν ἴ­δια αἴ­σθη­ση συ­νό­λου, χα­ρα­κτή­ρι­σε τὸν τό­μο του «Βι­βλί­ο Στί­χων», καὶ τοῦ ἔ­δω­σε τὸν τί­τλο «Βί­αι­ες ἐν­τυ­πώ­σεις τῶν ἐ­τῶν 1975-2007». Πα­ρέ­δω­σε δὲ τὶς ποι­ή­σεις του σὲ κά­θε μέλ­λον­τα ἀ­να­γνώ­στη «ἄ­νευ ὅ­ρων», ὅ­πως γρά­φει ὁ ἴ­διος κλεί­νον­τας τὴν προ­λο­γι­κή του «Σύ­νο­ψη», ὅ­πως πα­ρα­δί­νον­ται «ὅ­λοι οἱ νι­κη­μέ­νοι κα­τὰ κρά­τος»…

Ἐ­σὺ πῶς τὸ κα­τα­λα­βαί­νεις αὐ­τό, τὸ «ἄ­νευ ὅ­ρων» καὶ τὸ «νι­κη­μέ­νοι κα­τὰ κρά­τος»;

Ἐ­μέ­να δὲν μὲ δυ­σκο­λεύ­ει νὰ κα­τα­λά­βω τὴν “ἥτ­τα” τῆς ποί­η­σης· κι ὁ ἴ­διος τὴν ἐ­ξη­γεῖ: «σ’ αὐ­τὸ τὸ βι­βλί­ο δὲν μι­λά­ει κά­ποι­ος “ὥ­ρι­μος” ἄν­θρω­πος. Ἡ ἐμ­πει­ρί­α ποὺ εἰ­σπράτ­τει τὸν πλήτ­τει ὡς στα­θε­ρὴ δι­ά­ψευ­ση…» Γιὰ τὸ «ἄ­νευ ὅ­ρων», ὡ­στό­σο, θὰ πρέ­πει νὰ δι­α­κρί­νου­με ἀ­νά­με­σα στὴν κρί­ση γιὰ τὸ ποί­η­μα, ποὺ εἶ­ναι ἐ­λεύ­θε­ρη καὶ δὲν ὑ­πό­κει­ται σὲ κα­νε­νὸς εἴ­δους ἐ­ξα­ναγ­κα­σμό, καὶ στὶς προ­ϋ­πο­θέ­σεις αὐ­τῆς τῆς κρί­σε­ως, δη­λα­δὴ τὴν ἀ­νά­γνω­ση· αὐ­τὴ δὲν εἶ­ναι δι­ό­λου «ἄ­νευ ὅ­ρων»…

Δὲν σὲ κα­τα­λα­βαί­νω…

Ἐν­νο­ῶ πὼς κιν­δυ­νεύ­ου­με νὰ ἀ­δι­κή­σου­με σφό­δρα τὴν ποί­η­ση τοῦ Δη­μή­τρη Ἀρ­μά­ου, ἐ­ὰν δὲν γί­νου­με οἱ προ­σή­κον­τες ἀ­να­γνῶ­στες της…

Καὶ ὑ­πάρ­χουν τέ­τοι­οι;…

Ὁ ἴ­διος τοὺς προ­ε­ξό­φλη­σε, ὅ­ταν ἔ­λε­γε ὅ­τι ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς ἤ­δη τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να «ἡ πιὸ ἀ­παι­τη­τι­κὴ φι­λο­λο­γι­κὴ σκευ­ὴ εἶ­ναι προ­ϋ­πό­θε­ση τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ ἔρ­γου», συ­νε­πῶς καὶ τῆς ἀ­νά­γνω­σής του, σκέ­φτο­μαι ἐ­γώ…

Καὶ συμ­φω­νεῖς μὲ μιὰ τέ­τοι­α ἄ­πο­ψη;… 

Ὄ­χι! Ἔ­τσι γε­νι­κὰ δι­α­τυ­πω­μέ­νη, σὰν νὰ ἀ­φο­ρᾶ σὲ κά­θε λο­γο­τε­χνι­κὸ ἔρ­γο· ἀλ­λὰ γιὰ ἕ­να ἔρ­γο σὰν τοῦ Ἀρ­μά­ου, ναί!… Ὅ­σο πιὸ ἀ­παι­τη­τι­κὴ εἶ­ναι αὐ­τὴ ἡ σκευ­ὴ τό­σο πιὸ ἔν­τι­μα θε­με­λι­ω­μέ­νο καὶ τὸ δι­καί­ω­μα τῆς κρί­σε­ως…

Αὐ­τὸ τί ση­μαί­νει;… Ὅ­τι ἐ­ὰν δι­α­θέ­τει κα­νεὶς στὸ ἔ­πα­κρον αὐ­τὴν τὴν «φι­λο­λο­γι­κὴ σκευή», δι­και­ώ­νε­ται ὡς ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νο ἔρ­γο τέ­χνης καὶ τὸ κά­θε ποί­η­μα ποὺ τὴν προ­ϋ­πο­θέ­τει;…

Ὄ­χι, βέ­βαι­α… Δι­και­ώ­νε­ται πι­θα­νό­τα­τα τὸ ἀ­ξι­ο­λο­γι­κὸ κύ­ρος τῆς κρί­σης… Ἀλ­λὰ ἂς κά­νου­με ἕ­να βῆ­μα πρὸς τὰ πί­σω. Τί εἶ­ναι στὸ με­γα­λύ­τε­ρό της μέ­ρος ἡ ποί­η­ση τοῦ Ἀρ­μά­ου κοι­ταγ­μέ­νη σὲ μιὰ πρώ­τη πρό­χει­ρη ἀ­νά­γνω­ση… Ἕ­να ἀρ­χι­πέ­λα­γος πο­λι­τι­σμι­κῶν δει­κτῶν πά­σης φύ­σε­ως (τμή­μα­τα φι­λο­λο­γι­κῶν πα­ρα­θε­μά­των ἀ­πὸ νε­κρὲς καὶ ζων­τα­νὲς γλῶσ­σες, ὅ­ροι μου­σι­κῆς ἢ ζω­γρα­φι­κῆς, τί­τλοι λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἢ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κῶν ται­νι­ῶν, πρό­σω­πα τῆς ἱ­στο­ρί­ας ἢ ἥ­ρω­ες τῆς λο­γο­τε­χνί­ας, συ­νή­θως δεύ­τε­ρης καὶ τρί­της σει­ρᾶς σὲ ἀ­να­γνω­ρι­σι­μό­τη­τα), ποὺ ξε­προ­βάλ­λουν ὡς πα­ρά­ξε­νες νη­σί­δες πά­νω ἀ­πὸ τὸ continuum μιᾶς γλώσ­σας ρέ­ου­σας καὶ λαμ­πε­ρὰ ἐκ­φρα­στι­κῆς, πλού­σιας σὲ κοι­τά­σμα­τα ἑλ­λη­νι­κῆς κά­θε λο­γῆς καὶ τέ­λεια ρυθ­μι­σμέ­νης, ὅ­που ὁ ἴα­μβος, κυ­ρί­αρ­χος, πο­τὲ δὲν χά­νει τὸν βη­μα­τι­σμό του… Ποι­η­τι­κή, ἀ­σφα­λῶς, ποὺ χρω­στᾶ πολ­λὰ καὶ στὸν τρό­πο συν­θέ­σε­ως τῶν Cantos τοῦ Ἔζ­ρα Πά­ουντ…

Ὅ­μως, βά­ζον­τας στὴν πάν­τα τὰ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ δου­λε­μέ­να καὶ μὲ γνώ­ση ποι­κί­λων μορ­φῶν ἔμ­με­τρά του, ὑ­πάρ­χει καὶ ἕ­να ση­μαν­τι­κὸς ἀ­ριθ­μὸς ποι­η­μά­των, ἴ­σως καὶ τὸ ἕ­να τρί­το τοῦ συ­νό­λου, γιὰ τὴν κα­τα­νό­η­ση καὶ τὴν ἀ­πό­λαυ­ση τῶν ὁ­ποί­ων δὲν θὰ χρει­α­ζό­ταν κα­μιὰ ἰ­δι­αί­τε­ρη φι­λο­λο­γι­κὴ σκευ­ή.

Ἂς δι­α­βά­σου­με ἕ­να ἀ­πὸ αὐ­τά:

ΖΕΥΓΟΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΩΝ ΣΕ ΓΡΑΝΙΤΗ

Ζών­τας αὐ­τὴ κάμ­πο­σα χρό­νια ὑ­στε­ρι­νά του
Κα­τόρ­θω­σε νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὶς κοι­νές τους ἔ­ρευ­νες
Καρ­πο­φο­ρί­α ποὺ τῆς προ­σκό­μι­σε
Δι­ό­λου εὐ­κα­τα­φρό­νη­τη δό­ξα      ἐ­πί­και­ρη      ἔγ­και­ρη
Δὲν εἶ­ναι βέ­βαι­ο πὼς ἂν ζοῦ­σε κι ὁ λε­γά­με­νος
Θὰ ξε­κολ­λού­σα­νε μα­ζὶ ὅ­πως τὰ κα­τά­φε­ρε μο­νά­χη
Ἦ­ταν δι­στα­κτι­κὸς ἀμ­φί­θυ­μος τε­λει­ο­μα­νὴς γε­μά­τος φό­βους
Τε­ρα­το­λό­γος σὲ ζη­τή­μα­τα κοι­νά
Τά ’ξε­ρε αὐ­τὰ καὶ πρὶν νὰ τὸν γνω­ρί­σει στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το
Ἔ­ψα­χνε ἀλ­λοῦ τὴν λύ­ση κι ὄ­χι στὴν «πε­πα­τη­μέ­νη»
Ἀλ­λὰ ἡ πε­πα­τη­μέ­νη ἀ­μέ­σως ἔ­δω­σε καρ­ποὺς
Σὰν πῆ­ρε αὐ­τὴ τὰ ἡ­νί­α στὰ χέ­ρια της
Τὸ δί­χως ἄλ­λο θὰ τῆς ἀ­να­γνώ­ρι­ζε      ἐ­ὰν εἶ­χε μέ­ρες
Τὴν ἱ­κα­νό­τη­τα ποὺ ν’ ἀ­χτι­νο­βο­λή­σει τό­τε δὲ λευ­τέ­ρω­νε
Καὶ πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα τὴν ἀ­γά­πη της
Ποὺ ἐ­κλι­πα­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι πιὸ θερ­μὴ κι ἐκ­φρα­στι­κή
Ἀ­φοῦ με­ρί­μνει της κυ­κλο­φο­ρή­θη­καν ὅ­λες του οἱ ἐρ­γα­σί­ες
Opera Omnia καὶ Opuscula καὶ Spuria
Τί εἶ­χε κά­νει ὁ ἴ­διος ὅ­σο ζοῦ­σε; φύλ­λα καὶ φτε­ρά!
Καὶ μα­ζε­μέ­να φά­νη­καν κα­λύ­τε­ρα τί ἀ­ξί­ζα­νε
Μπρὸς στὸ δι­κό της ἔρ­γο      θά ’χε
Τὴν ἴ­δια γνώ­μη ὅ­μως κι ἐ­κεῖ­νος;
Στὴν εἴ­σο­δο τοῦ Κέν­τρου Ἐ­ρευ­νῶν ὁ γλύ­πτης δὲν ἀ­πέ­δω­σε
Μὲ ἀρ­κε­τὴ σα­φή­νεια
Τὸ βλέμ­μα τῆς λα­τρεί­ας ποὺ ἀν­ταλ­λάσ­σουν.

Ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ ἔ­χει γρά­ψει ἕ­να τέ­τοι­ο ποί­η­μα —ἀ­δι­α­φο­ρῶ ἂν ὑ­παι­νίσ­σε­ται τὸ ζεῦ­γος Κι­ου­ρί, ἢ ὅ­ποι­ο ἄλ­λο, ποὺ ὡ­στό­σο μέ­σα ἀ­πὸ τὸ ποί­η­μα αὐ­τὸ γί­νε­ται “ἀρ­χε­τυ­πι­κό”— δὲν μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι οὔ­τε μέ­τριος οὔ­τε ἀ­δι­ά­φο­ρος ποι­η­τής… Καὶ πα­ρό­μοι­ας πά­νω-κά­τω ἀ­ξί­ας εἶ­ναι καὶ τὰ ὑ­πό­λοι­πα ποι­ή­μα­τά του αὐ­τῆς τῆς πλέ­ον εὔ­λη­πτης —ἂς τὴν ὀ­νο­μά­σου­με ἔ­τσι— κα­τη­γο­ρί­ας, τό­σο ποὺ ἂν ἐ­πρό­κει­το νὰ τὸν κρί­νου­με ἀ­πὸ αὐ­τὸ καὶ μό­νο τὸ μέ­ρος τοῦ ἔρ­γου του, ἡ ποί­η­ση τοῦ Ἀρ­μά­ου δὲν θὰ εἶ­χε σὲ τί­πο­τα νὰ ζη­λέ­ψει ἐ­κεί­νη τῶν κα­λύ­τε­ρων ποι­η­τῶν τῆς γε­νιᾶς του…

Αὐ­τὰ ὡς πρὸς αὐ­τό – κι ἡ πα­ρα­πά­νω πα­ρα­τή­ρη­ση ἔ­στω γιὰ ὅ­σους, πρω­τί­στως ὁ­μό­τε­χνους, προ­σχη­μα­τι­ζό­με­νοι τὸ δύσ­λη­πτο πολ­λῶν ποι­η­μά­των του, ἀ­πο­φεύ­γουν νὰ ἀ­να­με­τρη­θοῦν ἐν συ­νό­λῳ μὲ τὴν ποί­η­σή του.

Armaos-MythologimaἘ­σύ, δη­λα­δή, δὲν ἀν­τι­με­τώ­πι­σες πα­ρό­μοι­ες δυ­σκο­λίες κα­τανό­η­σης;…

Τὴν ἀν­τι­με­τώ­πι­ζα ἀ­πὸ πα­λιὰ καὶ ὡς ἐκ­δό­της τοῦ Πλα­νό­διου, ὅ­ταν ὁ Ἀρ­μά­ος ἔ­δω­σε νὰ δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ ἡ ποι­η­τι­κὴ ἑ­νό­τη­τά του «Μυ­θο­λό­γη­μα», ἕ­να σύν­θε­μα ποὺ ἀ­κό­μη καὶ τώ­ρα ἀν­τι­στέ­κε­ται στὴν πλή­ρη καὶ λει­τουρ­γι­κὴ κα­τα­νό­η­σή μου… Ἡ ἑ­νό­τη­τα ἔ­τυ­χε μιᾶς ἰ­δι­αί­τε­ρης με­τα­χεί­ρι­σης στὴν σύν­θε­ση τῆς συγ­κεν­τρω­τι­κῆς ἔκ­δο­σης τῶν ποι­η­μά­των του: το­πο­θε­τή­θη­κε στὸ τέ­λος της γιὰ νὰ κλεί­σει ὁ ποι­η­τὴς μα­ζί της τοὺς λο­γα­ρια­σμούς του μὲ τὸν προ­η­γού­με­νο αἰ­ώ­να. Ἀ­να­τρέ­χον­τας τώ­ρα στὴν ἀλ­λη­λο­γρα­φί­α μας τῆς ἐ­πο­χῆς κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α δη­μο­σι­εύ­τη­κε στὸ πε­ρι­ο­δι­κό, τρά­βη­ξε τὴν προ­σο­χή μου ἕ­νας ἀ­στε­ρί­σκος στὴν ἐ­πι­στο­λή του τῆς 18ης Νο­εμ­βρί­ου 1999: Γρά­φει ἐ­κεῖ ὁ Ἀρ­μα­ός: «Ἐκ τῶν ὑ­στέ­ρων πρό­σε­ξα καὶ τὴ σύμ­πτω­ση: αὐ­τὸ τὸ ποί­η­μα, ποὺ σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ ἀ­πο­τε­λεῖ χαι­ρε­τι­σμὸ πρὸς τὸν βι­ω­μα­τι­κὸ χρό­νο [ὑ­πο­γράμ­μι­ση δι­κή μου], δη­μο­σι­εύ­ε­ται στὸ τε­λευ­ταῖ­ο τοῦ αἰ­ώ­να (καὶ τῆς χι­λι­ε­τί­ας βέ­βαι­α) τεῦ­χος τοῦ Πλα­νό­διου.» Ἡ ση­μεί­ω­ση αὐ­τὴ ἔ­γι­νε ἀρ­γό­τε­ρα γιὰ μέ­να ἕ­να ἀ­κό­μη κλει­δὶ στὴν κα­τα­νό­η­ση τοῦ τί­τλου ποὺ ἔ­δω­σε ἀρ­κε­τὰ χρό­νια με­τὰ στὴν συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση τῶν ποι­η­μά­των του, κι ἀ­κό­μη: μιὰ ἐ­πι­πλέ­ον μαρ­τυ­ρί­α γιὰ τὸ εἶ­δος τοῦ ρι­ζώ­μα­τος τῆς ποι­η­τι­κῆς του…

Ἐν­νο­εῖς τὸν τί­τλο «Βί­αι­ες ἐν­τυ­πώ­σεις τῶν ἐ­τῶν 1975-2007» – ἀ­λή­θεια, ἔ­χει ὁ τί­τλος μιὰ πα­ρά­ξε­νη ὀ­μορ­φιά…

Ναί, μοῦ ἄ­ρε­σε (καὶ μὲ πα­ρα­ξέ­νι­σε) ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη στιγ­μὴ ποὺ τὸν ἀν­τί­κρι­σα στὸ ἐ­ξώ­φυλ­λο τοῦ βι­βλί­ου του, ἀλ­λὰ δὲν εἶ­χα πο­τὲ φαν­τα­στεῖ ὅ­τι κα­τα­γό­ταν ἀ­πὸ τὸ ἔρ­γο «Πε­ρὶ ἁ­μαρ­τη­μά­των καὶ ποι­νῶν» τοῦ Καί­σα­ρος Μπε­κα­ρί­α, ὅ­πως ἐ­ξη­γοῦ­σε ὁ Ἀρ­μά­ος σὲ συ­νέν­τευ­ξη σχε­τι­κὴ μὲ τὴν κυ­κλο­φο­ρί­α τοῦ βι­βλί­ου του… Ἀ­ξί­ζει νὰ με­τα­φέ­ρω ἐ­δῶ τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο ση­μεῖ­ο: «Ἐ­κεῖ ὁ Ἰ­τα­λὸς δι­α­φω­τι­στὴς ἐ­ξη­γεῖ για­τί προ­τι­μᾶ τὴν τι­μω­ρί­α ἀ­πὸ τὸ θά­να­το (σὲ πε­ρι­πτώ­σεις ἀ­ξι­ό­ποι­νων πρά­ξε­ων) καὶ λέ­ει πὼς οἱ “βί­αι­ες ἐν­τυ­πώ­σεις” δὲν ἔ­χουν ἀν­το­χὴ ὡς βι­ώ­μα­τα στὴν κοι­νω­νί­α. Φυ­σι­κὰ ἡ γνώ­μη μου εἶ­ναι, ὅ­πως θὰ δι­α­πι­στώ­σει ὁ ἀ­να­γνώ­στης, δι­α­φο­ρε­τι­κή, ἂν καὶ ὄ­χι ὡς πρὸς ὅ,τι αὐ­τός ὑ­πε­ρα­σπί­ζε­ται.»

Ὁ «βι­ω­μα­τι­κὸς χρό­νος» τὸν ὁ­ποῖ­ο χαι­ρε­τοῦ­σε μὲ τὸ ποί­η­μα ποὺ ἔ­κλει­νε τὸν 20ὸ αἰ­ώ­να καὶ μα­ζὶ τὴν ποι­η­τι­κή του δι­α­θή­κη ὁ Ἀρ­μά­ος, δὲν ἦ­ταν γιὰ μέ­να τί­πο­τε ἄλ­λο ἀ­πὸ τὴν δρα­μα­τι­κὴ ἔν­τα­ση τῶν πνευ­μα­τι­κῶν βι­ω­μά­των ποὺ ὡς καλ­λι­ερ­γη­μέ­νο ἄν­θρω­πο καὶ πρω­τί­στως ὡς καλ­λι­τέ­χνη τὸν ση­μα­δέ­ψα­νε βα­θιὰ σὲ ὁ­λό­κλη­ρο τὸ μῆ­κος τῆς ἐ­νή­λι­κης ζω­ῆς του. Για­τὶ ὁ Ἀρ­μά­ος ζοῦ­σε τὸν πο­λι­τι­σμὸ σὰν νὰ ἐ­ξαρ­τι­ό­ταν ἡ ὕ­παρ­ξη καὶ ἡ συ­νέ­χι­σή του ἀ­πὸ αὐ­τὸν τὸν ἴ­διο, καί, συ­νά­μα, ὡς προ­σω­πι­κό του ἀ­γώ­να ψυ­χο­πνευ­μα­τι­κῆς ἐ­πι­βί­ω­σης μέ­σα σὲ ἕ­ναν ἄ­θλιο καὶ τραυ­μα­τι­κὸ γιὰ τὴν φι­λο­τι­μί­α του κό­σμο!

Γιὰ τὸν λό­γο αὐ­τὸ τὸ πλη­σί­α­σμα τῆς ποί­η­σής του θὰ πρέ­πει νὰ γί­νε­ται μὲ τοὺς δι­κούς της ὅ­ρους, ποὺ προ­ϋ­πο­θέ­τουν τὴν δι­ά­κρι­ση στὴν πη­γὴ τῆς δυ­σκο­λί­ας…

Καὶ πῶς γί­νε­ται μιὰ τέ­τοι­α δι­ά­κρι­ση;…

Ἂν μπο­ρέ­σου­με νὰ δι­α­κρί­νου­με ἀ­νά­με­σα στὸ «κρυ­πτι­κὸ» καὶ τὸ «δύσ­λη­πτο» ποί­η­μα. «Κρυ­πτι­κὸ» εἶ­ναι τὸ ποί­η­μα ποὺ συν­τη­ρεῖ σκό­πι­μα στὴ γρα­φὴ τὸν ἰ­δι­ω­τι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα τοῦ προ­σω­πι­κοῦ βι­ώ­μα­τος… Ἐ­δῶ, ἂν τὸ ψυλ­λια­στοῦ­με ἀ­π’ τὴν ἀρ­χή, ἡ δυ­σκο­λί­α —ὅ­ση μᾶς πε­ρι­μέ­νει— γί­νε­ται πιὸ εὔ­κο­λα ἀ­πο­δε­κτή· μπαί­νει στὴ ἀ­να­γνω­στι­κὴ σύμ­βα­ση καὶ πε­ρι­μέ­νου­με ἀ­πὸ ἀλ­λοῦ τὶς χά­ρες του… Ἀν­τί­θε­τα «δύσ­λη­πτο» εἶ­ναι τὸ ποί­η­μα τοῦ ὁ­ποί­ου τὰ ἄ­γνω­στά μας στοι­χεῖ­α, ἐ­κεῖ­να ποὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο μᾶς ἐμ­πο­δί­ζουν στὴν κα­τα­νό­η­ση τοῦ ποι­ή­μα­τος, δὲν ἀ­νά­γον­ται στὴ σφαί­ρα τῶν ἰ­δι­ω­τι­κῶν προ­σω­πι­κῶν βι­ω­μά­των τοῦ ὁ­μι­λη­τῆ, οὔ­τε σὲ κά­ποι­α ὑ­πο­τι­θέ­με­νη πρό­θε­ση τοῦ ποι­η­τῆ νὰ ἀ­πο­κρύ­ψει κά­τι ἢ νὰ μᾶς δυ­σκο­λέ­ψει στὴν κα­τα­νό­η­σή του, ἀλ­λὰ στὸν βαθ­μὸ τῆς ἀ­πὸ μέ­ρους μας γνώ­σης ἢ μὴ τοῦ πο­λι­τι­σμι­κοῦ ἀ­πο­θέ­μα­τος ποὺ τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο ποί­η­μα κι­νη­το­ποι­εῖ· σὲ στοι­χεῖ­α δη­λα­δὴ ποὺ τε­λι­κῶς δὲν εἶ­ναι ἰ­δι­ω­τι­κὰ ἀλ­λὰ δη­μό­σια.          

Μή­πως θὰ μπο­ροῦ­σες νὰ μοῦ δώ­σεις ἕ­να πα­ρά­δειγ­μα;…

Νά, σ’ ἕ­να ποί­η­μα ὅ­που ἀν­τι­πα­ρα­θέ­τει τὸν κό­σμο τῆς φύ­σης καὶ τοῦ ἐν­στί­κτου μὲ τὸν κό­σμο τῆς πό­λης, συ­ναν­τᾶ­με τὴν πα­ρα­κά­τω συ­στά­δα στί­χων:

[…] Μὰ τώρα νὰ μ’ ἀφήσεις γιὰ τὸ βίωμα τῆς ἀπώλειας
Τὸν τυχοδιωκτισμὸ νὰ ὑπάρχεις καὶ νὰ ὑπάρχεις μὲς στὴν πολιτεία
Σὰν ποὺ τὸ λέει κι ὁ Ραστινιάκ       μ’ αὐτὴ τὴν πόλη καὶ μ’ ἐμένα κάτι τρέχει
Κάτι συμβαίνει ἐν γένει μὲ τὶς πόλεις μας κι ἂς μένουν
Ὅλα ἀναλλοίωτα ὅταν ἀπερχόμαστε καὶ συνεχίζει ἀκόμα κι ὁ ρυθμὸς
Ἀνεπηρέαστος στὶς πλατεῖες τοὺς δρόμους βράδι καὶ πρωί […]

δὲν εἶ­ναι δι­ό­λου φταί­ξι­μο τοῦ ποι­η­τῆ, ἂν ὁ ἀ­να­γνώ­στης δὲν θυ­μᾶ­ται ἢ δὲν δι­ά­βη­κε πο­τὲ τὸ χω­ρί­ο ἀ­πὸ τὴν Ἀν­θρώ­πι­νη Κω­μω­δί­α τοῦ Μπαλ­ζάκ, ὅ­ταν ὁ ἥ­ρω­άς του Ρα­στι­νιὰκ κοι­τών­τας τὸ Πα­ρί­σι ἀ­πὸ τὸν λό­φο τοῦ κοι­μη­τη­ρί­ου Πὲρ Λα­σαὶζ ἀ­να­φω­νεῖ: «Καὶ τώ­ρα οἱ δυ­ό μας»!… Καὶ πές μου ἐ­σύ, ἂν θὰ πε­τύ­χαι­νες κα­λύ­τε­ρη καὶ λει­τουρ­γι­κό­τε­ρη νο­η­μα­τι­κὴ ἐν­δυ­νά­μω­ση ποι­ή­μα­τος ἀ­πὸ τού­την τὴν ἔμ­με­ση μνεί­α ἑ­νὸς κα­τα­γω­γι­κοῦ γιὰ τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο θέ­μα κλα­σι­κοῦ κει­μέ­νου;…

Ἢ γιὰ νὰ σοῦ δώ­σω ἕ­να ἄλ­λο, δευ­τε­ρό­τε­ρο, πα­ρά­δειγ­μα, βρί­σκω πο­λὺ τρυ­φε­ρὸ καὶ χα­ρι­τω­μέ­νο ἐ­κεῖ­νο τὸ «λέ­ει ὁ Βλά­σης στοὺς Παν­σέ­δες του», στὸν στί­χο:

Κα­μα­τε­ροῦ σου­σού­μια παίρ­νει λέ­ει ὁ Βλά­σης στοὺς Παν­σέ­δες του […]

ποὺ ὑ­παι­νίσ­σε­ται —“ἐ­ξη­με­ρώ­νον­τας” τὴν φι­λο­λο­γι­κὴ μνεί­α— τὸ ἔρ­γο Pensées τοῦ Μπλαὶζ Πα­σκάλ, ὅ­σο καὶ ἂν δὲν μπο­ρῶ ἀ­κό­μη νὰ κα­τα­λά­βω τὸ πρῶ­το ἡ­μι­στί­χιο «Κα­μα­τε­ροῦ σου­σού­μια παίρ­νει…»…

Καὶ γιὰ τὸ «κρυ­πτι­κὸ» τὸ ποί­η­μα, δέν θὰ μοῦ πεῖς;…

Θὰ σοῦ πῶ…, ἂν καὶ στὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο πα­ρά­δειγ­μα θὰ σοῦ σπα­ρά­ξω —δί­χως νὰ τὸ ἤ­θε­λε καὶ νὰ τὸ θέ­λω— τὴν καρ­διά…

Εἶ­ναι τὸ ποί­η­μα μὲ τί­τλο «Σει­ρὰ τῆς Κλω­θῶς», καὶ ὅ­πως σὲ ὅ­λα τὰ «κρυ­πτι­κά», ποὺ ὅ­πως εἴ­πα­με ἐγ­κι­βω­τί­ζουν τὸ ἰ­δι­ω­τι­κὸ βί­ω­μα, πε­ρι­μέ­νου­με ν’ ἀ­κού­σου­με τὶς σκέ­ψεις τοῦ ὁ­μι­λη­τῆ γιὰ τὴ μοί­ρα του, ποὺ μὲ ἀ­να­δρο­μι­κὴ προ­βο­λὴ ἀ­να­τρέ­χουν στὴν ὥ­ρα τῆς γέν­νη­σής του… Ὅ­ταν μά­λι­στα βλέ­που­με τὸ ποί­η­μα ἐν­ταγ­μέ­νο σὲ ἑ­νό­τη­τα μὲ τί­τλο «Ὑ­πο­τα­γὴ στὸν Λί­βα», καὶ ξέ­ρου­με, ὅ­σοι ξέ­ρου­με (κρυ­φὸ δὲν εἶ­ναι), ὅ­τι τὴν πε­ρί­ο­δο 1969-1971, ὁ συγ­γρα­φέ­ας του, παι­δὶ δε­κα­ε­τές, δι­έ­με­νε οἰ­κο­γε­νεια­κῶς στὴν Νε­ά­πο­λη Λα­σι­θί­ου, πάν­τως ὄ­χι καὶ πο­λὺ μα­κριὰ ἀ­πὸ τὸ «Λι­βυ­κό», προ­ε­τοι­μα­ζό­μα­στε γιὰ τὸ αὐ­το­βι­ο­γρα­φι­κὸ στοι­χεῖ­ο – ποὺ στὴν συγ­κε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση ἀ­πο­τε­λεῖ γιὰ μᾶς τοὺς ἀ­φε­λεῖς (Clotho Rules!) καὶ σχῆ­μα… πα­ρὰ προσ­δο­κί­αν… 

ΣΕΙΡΑ ΤΗΣ ΚΛΩΘΩΣ

Τὸν βλέπω κιόλας μὲ κρανίο θρυμματισμένο εἰκοσιδυὸ χρονῶ σὲ πόλεμο                                       κι ἂν ὄχι αὐτό
Πενήντα πέντε μὲ ραγδαῖες τὶς μεταστάσεις      ἢ ἄιντε
Ὀγδόντα ἐννιὰ μὲ τέλη εἰρηνικά      σάψαλο ὁλόβολο
Αὐτοὶ ποὺ ὀνόμασαν ἀθάνατα πράγματα λίγο μόνο ἀνθεκτικότερα                                                    πὲς καὶ πολύ
Ἀπ’ τὶς ἐφήμερες ζωές τους θὰ τὸν ἔχουν
Ὠθήσει σὲ πολλὲς ὧρες σπατάλης ἔξω ἀπ’ τὴν ἀπόλαυση
Τοῦ ἐλάσσονος ποὺ διαρκεῖ  ὅ σ ο  π ρ έ π ε ι

Μὰ θὰ μιλήσει      ἑφτὰ μηνῶ εἶν’ ἀκόμα
Τὸ ὑπόλοιπο ἑνὸς θαύματος τοῦ κόσμου μας φανατικὰ θὰ ὑπηρετήσει                                                καὶ τὸ σπουδαιότερο
Οἱ χάρες κι οἱ χαρὲς θὰ τὸν ἐκστασιάσουν

Καὶ πιὸ βαρὺ δὲ γίνεται ἀπ’ αὐτό      Ἕλληνας εἶναι ἀπογοήτευση.

Ναί, «Ἕλ­λη­νας εἶ­ναι ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση»… Φρί­κη!… Μοῦ ’λε­γε κά­πο­τε πὼς εἶ­χες πεῖ «Ἕλ­λη­νας οὔ­τε γεν­νι­έ­σαι, οὔ­τε γί­νε­σαι. Ἕλ­λη­νας κα­ταν­τᾶς!»… Εἶ­ναι ἀ­λή­θεια;…

Μι­σή! Τὸ κα­τα­δι­α­σκέ­δα­σε… Τὸ εἶ­χα δεῖ γραμ­μέ­νο σὲ κά­ποι­ον τοῖ­χο, νο­μί­ζω… Ἀλ­λὰ δι­έ­δι­δε, ὅ­πως μοῦ ’λε­γε ὁ Χαρ­μά­νης, ὅ­τι τὸ εἶ­χα πεῖ ἐ­γώ…

Ὅ­μως, θὰ σὲ ξα­να­γυ­ρί­σω —θέ­λεις δὲ θές— στὰ «δύσ­λη­πτα»! Ἐ­πει­δὴ ἐ­κεῖ θὰ δο­θεῖ ἡ μά­χη τῆς ποί­η­σης τοῦ Ἀρ­μά­ου στὸν χρό­νο ποὺ ἔρ­χε­ται (ποὺ τώ­ρα ἔ­γι­νε καὶ εἰ­ρω­νι­κὰ καὶ τρα­γι­κὰ καὶ ἀ­με­τά­τρε­πτα «ὅ­λος δι­κός του»!)…

Θὰ ἀρ­χί­σω μὲ ἕ­να μι­κρὸ πα­ρά­δειγ­μα, ἐ­πει­δὴ ἀ­ξί­ζει νὰ δοῦ­με κα­τό­πιν τὴν ἀν­το­χὴ τῆς κρί­σι­μης κα­τη­γο­ρί­ας καὶ στὶς πιὸ φι­λό­δο­ξες συν­θέ­σεις της… Νά, ἀ­πὸ τὸ πα­ρα­κά­τω τρί­στι­χο:

ΚΟΜΙΣΣΑ DE NOAILLES

Ὅταν γεννάει στ’ ἀπόνερά της Καρυωτάκη
Δὲ μπορεῖς      φίδι!      νὰ τὴ λὲς
«Αὐτὴ ἡ σάχλα».

Ἀ­θώ­α ἀ­κα­τα­λα­βί­στι­κο τὸ ποι­η­μα­τά­κι;… “Βι­βλια­κό” ἢ “λό­γιο” καὶ δῆ­θεν κουλ­του­ρι­ά­ρι­κο ἀ­μη­χά­νως;… – δέν θὰ τό ’λε­γα… Για­τὶ αὐ­τὸ ποὺ συ­ζη­τᾶ­με ἐ­δῶ εἶ­ναι τὰ μι­κρὰ ποι­η­τι­κὰ ἀ­ρι­στουρ­γή­μα­τα τῶν με­τα­φρά­σε­ων τοῦ Κα­ρυ­ω­τά­κη, ἐ­κεῖ­νο τὸ

Ὅταν πιὰ θά ’μαι κουρασμένη
ἐδῶ νὰ ζῶ μόνη καὶ ξένη
          χρόνους ἀβίωτους,
θὰ πάω νὰ δῶ τὴ χώρα πού ’ναι
οἱ ποιητὲς καὶ καρτεροῦνε
          μὲ τὸ βιβλίο τους […]

ὑ­πέ­ρο­χη ποι­η­τι­κὴ σκιὰ ἀ­πὸ τὸ ποί­η­μα «Οἱ σκιές» τῆς κό­μισ­σας-ποι­ή­τριας· καὶ ναί —φί­δι!—, καὶ μό­νον γιὰ τὴν “ἀ­νά­πλα­ση” αὐ­τὴ ποὺ γέν­νη­σε ἡ ποί­η­σή της μὲ τὴν πέν­να τοῦ Κα­ρυ­ω­τά­κη [ὄ­χι σὰν κά­ποι­ους ποὺ μᾶς λέ­νε ὑ­πε­ρη­φά­νως «δὲν σᾶς ξέ­ρω» στὰ πρω­τό­τυ­πα!], δὲν μπο­ρεῖς νὰ τὴν λὲς «Αὐ­τὴ ἡ σά­χλα»!…

Μή­πως καὶ ξέ­ρεις ποι­όν ἐν­νοῦ­σε μὲ αὐ­τὸ τὸ «φί­δι!» – ἔ­βα­λε καὶ τὸ «Αὐ­τὴ ἡ σά­χλα» σὲ εἰ­σα­γω­γι­κά…

Ὅ­ταν τὸ “ποι­η­μα­τά­κι” ἔ­χει κερ­δί­σει τὴ μά­χη γιὰ τὸ νό­η­μα τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ, τί ση­μα­σί­α ἔ­χει;… Ναί, μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι καὶ κά­ποι­ος “ὑ­παρ­κτός”, μὲ ὀ­νο­μα­τε­πώ­νυ­μο, ποὺ εἶ­πε αὐ­τὴν τὴ μπα­ρού­φα γιὰ τὴν κό­μισ­σα…

Ἀλ­λὰ σοῦ ὑ­πο­σχέ­θη­κα κι ἕ­να πιὸ πλού­σιο γεῦ­μα – ἔ­χεις ὑ­πο­μο­νή;…

Θὰ κά­νω…

Σοῦ δι­α­βά­ζω, λοι­πόν τὸ ποί­η­μα:

Η ΚΥΡΙΑ MASSIN ΤΑ ’ΧΕΙ ΚΟΠΑΝΗΣΕΙ
ΚΑΙ ΜΟΥ ΛΕΕΙ

Ἂ τὸν χαντούμη!      ξέρω πὼς μὲ μελετάει
Μοῦ τ’ ἀκουμπάει ἀκόμα κάθε τόσο ἀλήθεια      μ’ ἔχει ἔγνοια του
Κατάφερα νὰ τοῦ ξεφύγω ὅταν δὲν εἶχα πιὰ τὰ θέλγητρά μου

Πολὺ παραπονιέται καὶ γιὰ λόγου μου
Κι ὅλο μὲ τὶς γυναῖκες τά ΄χει γενικὰ σ’ ἐκεῖνα τὰ χοντροκιτάπια του
Ποὺ δὲ μᾶς χάρισαν μέρα γλυκιὰ παρὰ τὸν ὄγκο τους
Μ’ ὅσες ἐλπίδες κι ἂν τὰ σκάρωνε ὑφαρπάζοντας συνύπαρξη
Ἐμένα δὲν μὲ ρώτησε πῶς πέρασα μέσα στὸν χάρτινό του κόσμο
Ὅπου χωρὶς καλὰ-καλὰ νὰ καταλάβω βρέθηκα θαμμένη
Παραληρῶ ἔχεις τὴν ἰδέα;      τὸν ξαναγέννησα
Θεϊκὸ ἦταν μεγαλεῖο αὐτό (γιατί τί θέλει
Ὁ ἄντρας ἀπὸ μιὰ γυναίκα;      νέα γέννηση) μὰ ἦταν μακρὰ κυοφορία
Κι ὅταν      εἶχαν κυλήσει χρόνια ἁγνείας καὶ πίστης πιὰ μᾶλλον συζυγικῆς
Ἀπαύδησα κι ἄρχισα νὰ τοῦ τὰ φοράω κι ἐγὼ μὲ κάποιο σύστημα
Τὸν ἔριχνα λέει σὲ κατάθλιψη      μὰ ἐγὼ
Μόλις ποὺ γλύτωνα ἔτσι ἀπ’ τὴν αὐτοκτονία      ναὶ τὴν αὐτοκτονία!
(Δὲ θά ΄θελες νὰ ξέρεις τί αἰσθάνεται μιὰ καθαρὴ καρδιὰ σὰ τὴν δικιά μου
Παίρνοντας κάβο τὶς πηγὲς τῆς προκατάληψης)

Pardon      καὶ τί περίμενε νὰ κάμω πλάγι του;      καριέρα;
Εἶδα κι αὐτὲς ποὺ κάνανε     εἶδα κι αὐτὸς ἂν ἔκανε
Εὐκαιρία δὲν ἔχασε νὰ πλακωθεῖ μ’ ἐκείνους ποὺ εἶχε τὴν ἀνάγκη τους
Ὅλα τά ’χω δοκιμασμένα στὴν πλατούλα μου
«Φτάνει» τοῦ ξεκαθάρισα      κι ἔστριψα δῶθε

(Ἔτσι ποῦ σοῦ μιλῶ τώρα τί σκέφτομαι;
Κάτι κοθώνια θὰ νομίσουν ἢ θὰ ὑποστηρίξουνε πὼς σ’ ἔχω γιὰ ὑπαρχτόν
Δὲν πά’ νὰ ξεδοντιάζονται)
                                                                                Μόρτη νὰ μὴ λένε Καρολίνα
Ἂν δὲ μοῦ δόθηκε τὸ ἴδιο κεφάλαιο καὶ μὲ πάρτη του καὶ μὲ τὸν κάθε παλαβιάρη
Τοῦ χαζοσιναφιοῦ του       μ ι ὰ   ζ ω ή
Καὶ νὰ σ’ τὸ καμπανίσω καὶ τὸ ρέστο;      τόνε πόνεσα
Μὲ μέτρο      ἐντάξει      φουκαράς ἠταν
Γι’ αὐτὸ καὶ ἰδίως τὰ μπούτια μου ἀποφάσισα
Νὰ μὴν τ’ ἀφήσω παραπονεμένα      μαραζώνουν
Πολὺ εὔκολα τὰ σώματα μέσα στὴ δυστροπία
Ἔχεις σκεφτεῖ πῶς ὑποφέρεται ἕνα σῶμα (ὄχι καὶ χτικιασμένο κι ἀπὸ πάνω);
Κότσι καὶ διπλοσάγονο καὶ μῆλα λέω λοιπὸν
Κάτι μετρᾶν ἅμα δὲν κουδουνᾶνε τὰ ὄβολα
Κι ὅσο γιὰ ὑστεροφημία      ἄ τὸν ἀνόητο
Ἦταν τόσο περίπλοκος ὁ τρόπος ποὺ σκεφτόταν
Ὥστε ἁπαξάπαντες θὰ δώσουνε τὸ δίκιο ἁλάκερο σ’ἐμένα
Πλάσμα φυσικό.

Νὰ πῶ ὅ­τι στὸ ποί­η­μα αὐ­τὸ κρύ­βε­ται —ἢ πιὸ σω­στά: φα­νε­ρώ­νε­ται— ὅ­λο τὸ δρά­μα τῶν ἀν­τι­φά­σε­ων τοῦ δυ­τι­κοῦ ὀρ­θο­λο­γι­σμοῦ, στὴν πιὸ ἐμ­βλη­μα­τι­κή του ἔκ­φρα­ση, τὴν φι­λο­σο­φί­α τοῦ θε­τι­κι­σμοῦ, κα­θὼς αὐ­τὸ σαρ­κώ­νε­ται, ὅ­πως πρέ­πει (καὶ ὅ­πως ἕ­να ἀ­λη­θι­νὸς ποι­η­τὴς μπο­ρεῖ νὰ τὸ κά­νει), σὲ χα­ρα­κτῆ­ρες πραγ­μα­τι­κῶν ἄν­θρώ­πων – για­τὶ ποῦ ἀλ­λοῦ με­τριέ­ται πράγ­μα­τι ὁ πο­λι­τι­σμός;… Πὼς αὐ­τή ἡ γυ­ναί­κα—τὸ με­θυ­σμέ­νο πρό­σω­πο ποὺ μι­λά­ει στὸ ποί­η­μα τὴν “χυ­δαί­α” γλώσ­σα τοῦ κα­πη­λει­οῦ—, ἡ Κα­ρο­λί­να Μασ­σίν, εἶ­ναι μιὰ νό­θα κό­ρη ζεύ­γους ἐ­παρ­χια­κῶν ἠ­θο­ποι­ῶν, πόρ­νη “πο­λυ­τε­λεί­ας” τῆς βα­σι­λι­κῆς αὐ­λῆς ἕ­ναν και­ρό, μαι­τρέσ­σα, σύ­ζυ­γος με­τά, καὶ τώ­ρα “στιμ­μέ­νο λε­μό­νι” τοῦ μι­σο­γύ­νη, πο­λε­μί­ου ἀ­πό­­λυ­του τῶν προ­κα­τα­λή­ψε­ων, καὶ ἱ­δρυ­τῆ τῆς Κοι­νω­νι­ο­λο­γί­ας ὡς ἐ­πι­στή­μης τῶν ἐ­πι­στη­μῶν καθὸ ἐ­πι­στή­μης φυ­σι­κῆς, δη­λα­δὴ τοῦ Αὐ­γού­στου Κόντ – ἡ ἄ­γνω­στη τῆς Ἱ­στο­ρί­ας πλά­ι στὸν πνευ­μα­τι­κὸ κο­λο­φώ­να τῆς Δύ­σης;… Γιὰ τὴν αὐ­θε­ντι­κὴ στά­ση γυ­ναί­κας —«πλά­σμα φυ­σι­κό»—, κο­ρυ­φαί­α ἀ­λη­θι­νῆς στὴν ἀ­πό­γνω­σή της, ποὺ στὸ ἀ­γέ­ρω­χο ἦ­θος της —ἀ­πὸ βα­θειὰ ἐ­πί­γνω­ση τοῦ πραγ­μα­τι­κοῦ— φέρ­νει στὸ νοῦ μαῦ­ρες “Ἀν­τι­γό­νες”, μιᾶς ἄλ­λης, κα­τα­ρα­μέ­νης, ἐ­πο­χῆς;…

ArmaosStonKapetanMichaliMeFilous(04-10-2014)-01Καὶ σὺ ὅ­λα τοῦ­τα ποῦ τὰ βρῆ­κες;…

Ἐ­κεῖ ποὺ τώ­ρα τὰ βρί­σκει ὁ κα­θέ­νας… Ἐπι­τέ­λους!… Στὸ  δί­κτυ­ο δὲν μπαί­νου­με μό­νο καὶ μό­νο γιὰ νὰ δοῦ­με πό­σα like εἰ­σπρά­ξα­νε οἱ σα­χλα­μά­ρες ποὺ γρά­φου­με γιὰ τὶς δη­μό­σι­ες σχέ­σεις μας στὸ φέ­ισ­μπουκ…

Νο­μί­ζω πὼς ἀρ­χί­ζεις νὰ μὲ πεί­θεις… Λέ­ω νὰ πά­ρω τὸν τό­μο τοῦ Ἀρ­μά­ου…

Κα­λύ­τε­ρα νὰ πά­ρεις ἄ­δεια ἀ­πὸ τὴν δου­λειά… Δὲν ξεμ­περ­δεύ­εις εὔ­κο­λα μὲ δαῦ­τον…

Ἂν εἶ­ναι γιὰ τὴν ἐ­πι­βί­ω­ση τῆς ποί­η­σής του, νὰ τὸ κά­νω… Ἐ­σὺ τί λὲς ἐπ’ αὐ­τοῦ, ἔ­χει μέλ­λον ὁ Ἀρ­μά­ος ὡς ποι­η­τής;..

Τὸ προ­τι­μό­τε­ρο νὰ μὴν τὸ κά­νεις!… Γιὰ μέ­να, δὲν «βά­ζει στοί­χη­μα ὁ ποι­η­τὴς μὲ τὸν χρό­νο», ὅ­ταν γρά­φει τὴν ποί­η­σή του, ὅ­πως μοῦ ἔ­λε­γε κά­πο­τε κά­ποι­ος λε­βέν­της “κρι­τι­κός”… Ἂς ἀ­φή­σου­με ἔ­ξω τὰ «γρα­φεῖ­α στοι­χη­μά­των», τοὺς τζο­γα­δό­ρους καὶ τοὺς ἀ­τζέν­τη­δες τῆς Τέ­χνης… Μὴ εἰ­κῆ πε­ρὶ τῶν με­γί­στων συμ­βαλ­λώ­με­θα…

Ἂν ὅ­μως συ­ζη­τᾶ­με γιὰ τὸ πῶς στὴν ἱ­στο­ρί­α καὶ τὸν πο­λι­τι­σμὸ ἀ­νοί­γε­ται στὴ συ­νεί­δη­ση τὸ ποί­η­μα, ὁ Ἀρ­μά­ος εἶ­χε πεῖ κά­πο­τε μιὰ σο­φὴ κου­βέν­τα: «Ἡ “δυ­σκο­λί­α”, τώ­ρα, στὴν ποί­η­ση εἶ­ναι κά­τι ποὺ ὡς γνω­στόν, κρα­τά­ει λί­γο: μιὰ γε­νιὰ ἀ­να­γνω­στῶν με­τά, ὅ­λα ἔ­χουν γί­νει “ἐ­φη­με­ρί­δα” – μὰ ὁ ἦ­χος μέ­νει.»… Ἔ­τσι ἔ­λε­γε, ὑ­πε­ρα­σπι­ζό­με­νος ὄ­χι μό­νον τὴν ὅ­ποι­α “δυ­σκο­λί­α” της, ἀλ­λὰ —αὐ­τὸ ποὺ βα­θύ­τε­ρα γνω­ρί­ζει κά­θε πραγ­μα­τι­κὸς ποι­η­τὴς— τὴν ρυθ­μι­κὴ ἀ­γω­γὴ τῆς ποί­η­σής του καὶ τῆς ποί­η­σης γε­νι­κό­τε­ρα, τὸ μο­να­δι­κὸ σω­μα­τι­κό της ἀ­πο­μει­νά­ρι ἀ­πὸ τὰ βά­θη τῶν αἰ­ώ­νων, αὐ­τὴν τὴν ἀπ’ ἔ­ξω κι ἀ­πὸ μέ­σα «ἀ­κου­στι­κό­τη­τά» της δη­λα­δή, κα­τε­ναν­τί­ον —μά­λι­στα!— καὶ τῆς ἔν­τυ­πης μορ­φῆς!… Κι ὅ­ταν σκε­φτό­ταν γιὰ τὴν κοι­νω­νι­κὴ ἀ­φά­νεια τῆς πραγ­μα­τι­κῆς ποί­η­σης στὸν και­ρό μας κι ἔ­λε­γε «Δὲν θὰ εἶ­ναι ἡ μο­να­δι­κὴ ἐ­πο­χὴ ποὺ οἱ καρ­ποί της ὡ­ρί­μα­σαν στὸ ὑ­πέ­δα­φος», ἐ­γὼ καὶ τὴν δι­κή του ποί­η­ση σκέ­φτο­μαι γιὰ λο­γα­ρια­σμό του…

Μπο­ρῶ νὰ φύ­γω τώ­ρα;…

Ὄ­χι, πρὶν νὰ μοῦ πεῖς τί θὰ θυ­μᾶ­σαι στὰ χρό­νια ποὺ ἔρ­χον­ται ἀ­πὸ τὸν ἄν­θρω­πο Ἀρ­μά­ο;…

Νὰ σοῦ πῶ… Τὰ βουρ­κω­μέ­να μά­τια του στὸ πρό­σω­πό του τὸ κα­τα­κόκ­κι­νο, ὅ­ταν ἕ­να γλυ­κὸ ἀ­πό­γευ­μα, ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ ἕ­κτο Ἑ­σπε­ρι­νὸ Λύ­κει­ο Μι­χα­ὴλ Βό­δα καὶ Μα­κε­δο­νί­ας, μοῦ μι­λοῦ­σε γιὰ τὸ πῶς ἔ­χα­σε τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο του σκυ­λί…

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΤΙΛΗΣ, Πά­σχα τοῦ 2016

Πα­ρέμ­βα­ση στὴν Ἡ­με­ρί­δα τοῦ Συν­δέ­σμου Φι­λο­λό­γων Φω­κί­δας τὴν ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νη στὸν Δη­μή­τρη Ἀρ­μά­ο. 

Η αειθαλής πρόσληψη του Σολωμού

*

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ

Καταντάει κουραστικό να διατυπώνουμε συνεχώς ερωτήματα τύπου “γιατί διαβάζουμε σήμερα Σολωμό;” και τα λοιπά. Παρ’ όλα αυτά είναι αναπόφευκτο. Ο Σολωμός ανήκει στους ποιητές που γνωρίζουμε σε νεαρή ηλικία, μέσα από το σχολείο, καθώς τραγουδούσαμε ανόρεχτα τους στίχους του στον εθνικό μας ύμνο. Ανήκει επίσης σε μια κατηγορία ποιητών που απορρίπτουμε συνήθως κατά την εφηβεία μέσα στην παραζάλη του ποιητικού κυκεώνα που μας παρασύρει στην δίνη του (με συναρπαστικά διαβάσματα μοντερνιστικών καταβολών). Είναι τέλος ένας ποιητής που ανακαλύπτουμε εκ νέου μεγαλώνοντας και θαυμάζουμε τις κρυφές του χάρες. Ίσως αυτή η διαδοχή να μην έχει καθολική ισχύ. Το αξιοσημείωτο πάντως είναι ότι με την ίδια περίπου διαπίστωση ξεκινάει ο Παλαμάς το δοκίμιό του για τον Σολωμό 115 χρόνια πριν. Υπάρχει προφανώς ένα διαχρονικό στοιχείο στην πρόσληψη του Σολωμού που μας κάνει να τον επανεκτιμούμε ξανά και ξανά.

Ο επιθετικός προσδιορισμός “εθνικός ποιητής” μπορεί να του προσέδωσε για δεκαετίες αίγλη, αλλά τον κατέστησε έως και απωθητικό στο μάτια του σύγχρονου αναγνώστη, για τον οποίο η έννοια “εθνικό” έχει πια ποικίλες αποχρώσεις. Αυτός ο μεγαλόσχημος τίτλος όμως συναιρεί δύο ιδιότητες. Ο Σολωμός δεν αποκαλείται εθνικός ποιητής μόνο επειδή προσέφερε δύο στροφές, από τις 158 που απαρτίζουν τον Ύμνο εις την Ελευθερία, ως στίχους του Εθνικού Ύμνου, ούτε μόνο λόγω της εθνοκεντρικής θεματικής κάποιων από τα πιο γνωστά έργα του. Αλλά και επειδή είναι ο θεμελιωτής, ο γεννήτωρ της εθνικής μας λογοτεχνίας. Πριν από αυτόν, καθώς λέγεται δεν υπήρξε παρά ο Ερωτόκριτος και το δημοτικό τραγούδι. Μετά το πέρασμά του στο μπαρουτοκαπνισμένο έδαφος της νεοπαγούς ελληνικής επικράτειας ανθίζει η ελληνική λογοτεχνία και κυρίως η ποίηση. Ο 19ος αιώνας είναι ασφαλώς ο αιώνας της ποίησης και αυτό πιστοποιείται από όλες τις εκφάνσεις της λογοτεχνικής ζωής: τις εκδόσεις, τις δημοσιεύσεις, τους διαγωνισμούς. Η λεγόμενη Πρώτη Αθηναϊκή Σχολή αυτοπροσδιορίζεται σε σχέση και σε αντιπαράθεση με την σολωμική ποίηση.

Σήμερα προτιμούμε να αντικρίζουμε τον Σολωμό ως έναν poète maudit, παρά ως τον άμεμπτο και αψεγάδιαστο (και για αυτό βέβαια ψεύτικο) εθνικό ποιητή. Ο αλκοολισμός του, η αντικοινωνικότητα, ο μισογυνισμός, η θρυλούμενη εβραϊκή του καταγωγή, η ελλιπής γνώση της ελληνικής γλώσσας, όλα αυτά τα στοιχεία τέλος πάντων που χρησιμοποιήθηκαν κατά καιρούς από τους αρνητές του ως μέσο κατακρήμνισης από το βάθρο του εθνικού ποιητή, τώρα αντιμετωπίζονται με ανεκτικότητα, με συμπάθεια, για να μη πω ότι θεωρούνται και εύσημα για έναν δημιουργό. Ο “καταραμένος» ποιητής, αυτός που άγεται και φέρεται από τα πάθη του, ασκεί πάντα μεγάλη γοητεία σε ευρεία γκάμα αναγνωστών. Στο κάτω κάτω της γραφής δεν μας αφορά καν αν ο εθνικός μας ποιητής λεγόταν Salamon ή Salomone – ίσα ίσα κάτι τέτοιο δημιουργεί μια ενδιαφέρουσα αντίφαση, ενώ προσθέτει στον μύθο του γιατί μας θυμίζει συνειρμικά τον Carl Solomon από το Ουρλιαχτό του Γκίνσμπεργκ. (περισσότερα…)

Ποίηση εν κινήσει: Ο Νικόλαος Κάλας στα ερείπια της Ακρόπολης

NicolasCalas

ΤΟ ΑΙΤΗΜΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΕΝΟΣ ΝΕΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ

γράφει η ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ

Ίχνος παρηγοριάς δε βρίσκω πια στα ερείπια.
Νικόλαος Κάλας

Το 1976, ο Οδυσσέας Ελύτης, προλογίζοντας την πρώτη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του Νικόλαου Κάλας (Οδός Νικήτα Ράντου, Ίκαρος, 1977), θα γράψει: «Στην ιστορία όμως της Λογοτεχνίας, όχι αυτήν που καταρτίζουν οι ειδικοί αλλά την άλλη, που η πυξίδα της δεν υπάκουει πάντοτε στον βορρά, μου άρεσε ανέκαθεν να παρακολουθώ τις παλινδρομικές αποτιμήσεις του χρόνου: που τον βλέπεις να προωθεί άξαφνα μια συγκίνηση του 1931 στα 1976 και αντίθετα, μιαν ευαισθησία δήθεν σημερινή να την απωθεί –με χαιρεκάκεια θα’ λεγα– σαράντα χρόνους πίσω. Αλλά όταν η γοητεία μπαίνει στη μέση, αλλάζουν όλα. Επειδή η γοητεία μοιάζει με τη θάλασσα· κι ευτυχώς».

Για πολλούς και ποικίλους λόγους –πέρα από την αδιαφιλονίκητη γοητεία του Νικόλαου Κάλας, τόσο της προσωπικότητας όσο και του έργου του– θα μπορούσε να επιδιώξει κανείς να επιστρέψει σήμερα, άλλα σαράντα έτη μετά και την Νικήτα Ράντου, στις αρχές της δεκαετίας του ’30, προσπαθώντας να ανακαλύψει κάτι από αυτήν τη συγκίνηση που θα κάνει τον Ελύτη στον ίδιο πρόλογο παρακάτω να προειδοποιήσει για τα εν λόγω ποιήματα: «Τρέμεις μην εκραγούν στα χέρια σου».

Τον Οκτώβρη του 1932, εκδίδονται στην Αθήνα από τις εκδόσεις «Πυρσός» (στο εξώφυλλο αναγράφεται ως έτος έκδοσης το 1933) και με το ψευδώνυμο Νικήτας Ράντος  τα Ποιήματα του κατά κόσμον Νικόλαου Καλαμάρη. Η ποιητική ενασχόληση όμως δεν είναι παρά μόνο μία από τις πολλές πλευρές της δραστηριότητας του πολυώνυμου και πολυσχιδή Καλαμάρη. Ο λάβρος από τις σελίδες των αριστερών περιοδικών της εποχής νεαρός κριτικογράφος Μ. Σπιέρος (εμπνευσμένος από τον επαναστάτη Μαξιμιλιανό Ροβεσπιέρο), το μαχητικό μέλος της «Φοιτητικής συντροφιάς» και υποστηρικτής του «Εκπαιδευτικού Ομίλου» του Γληνού, ο αποστάτης της μεγαλοαστικής του καταγωγής ανένταχτος μαρξιστής και κατευθυνόμενος προς τον τροτσκισμό διανοούμενος, ο πρωτοπόρος υπερρεαλιστής ποιητής Νικήτας Ράντος –από τους πρώτους που χρησιμοποίησαν ελεύθερο στίχο στην Ελλάδα–, ο συνοδοιπόρος των σουρρεαλιστών στους κύκλους του Παρισιού της δεκαετίας του ’30 και ο καταξιωμένος μεταπολεμικά στην Αμερική ρηξικέλευθος θεωρητικός της τέχνης Nicolas Calas, είναι ένα και το αυτό πρόσωπο, αυτός που ο Αντρέ Μπρετόν στα Προλεγόμενα του τρίτου μανιφέστου του σουρρεαλισμού, θα αποκαλέσει ως ένα από «τα πιο διαυγή και τολμηρά πνεύματα» της εποχής του. Ο μοντερνιστής, αμφισβητίας και πολύ μπροστά από την εποχή του Νικόλαος Κάλας, όπως τελικά επικράτησε να λέγεται, ασφαλώς χρειάστηκε να καταβάλει και το ανάλογο κόστος που όλα αυτά συνεπάγονται: Ψόγοι, λοιδορίες, εμπαιγμοί και εν τέλει πλήρης σιωπή και απαξίωση για το ποιητικό του έργο στα καθ’ ημάς.

Ένα θεμελιώδες στοιχείο της ποίησής του, όπως επισημαίνει ο Mario Vitti στη μελέτη του για τη Γενιά του ’30, είναι η «κίνηση»: «ο Ράντος καταβάλλει μεγάλη προσπάθεια, λίγο μετά το 1930, για να συγκροτήσει μία ποίηση κίνησης, χρησιμοποιώντας γι’ αυτό το σκοπό ένα ανάλογο υλικό σε έντονη κίνηση, καθώς και ένα λόγο γοργά εναλλασσόμενο, σε στενή συνάρτηση με τη γενική κίνηση. Ήταν και αυτός ένας τρόπος να αντιδράσει ο νέος ποιητής στη λυρική ακινησία, στον αδρανή ναρκισσισμό που ακινητοποιεί εκείνα τα χρόνια την ελληνική ποίηση». Μα και ο ίδιος ο Κάλας άλλωστε βρίσκεται διαρκώς εν κινήσει και εν εγρηγόρσει, όχι μόνο γιατί ταξιδεύει για πολλά χρόνια, πριν καταλήξει να εγκατασταθεί οριστικά μετά το 1940 στη «Μανχατανή Βαβυλώνα» του, με μία ταυτότητα που αδιάλειπτα μεταβάλλεται, μεταπηδώντας από το ένα πεδίο δράσης στο άλλο, αλλά κυρίως γιατί παραμένει πάντα ανήσυχος, αεικίνητος, ασυμβίβαστος, μία ρευστή ύλη που εμπεριέχει αντιφάσεις και ρήξεις, μεταπτώσεις και αντιθετικές συνθέσεις.

Στην πρώτη του συλλογή, τα Ποιήματα του 1932, (θα επανεκδοθεί μαζί με άλλα μεταγενέστερα από τις εκδόσεις Ίκαρος στη συλλογή Γραφή και Φως το 1983), που έχει έντονες μαρξιστικές και φουτουριστικές επιρροές και στην ενότητα με τον τίτλο «Βουή», θα εντάξει το ποίημα «Ακρόπολη», όπου πίσω από ένα σατιρικό προκάλυμμα χλευάζει τη στερεότυπη ωραιοποιημένη εικόνα της Ακρόπολης και την αθρόα τουριστική της εκμετάλλευση, όπως συνετέλεσαν σε αυτήν ξένοι φιλέλληνες και καλλιτέχνες, μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους:

ΑΚΡΟΠΟΛΗ

Στο πρώτο πλάνο
ο Παρθενός
ο δηλητηριασμένος με ψυχαρική μελάνη
ο ψεύτικος, ο νεκρός
ο σκοτωμένος με φακό σε πλούσιο χαρτί
από τον Μπουασονά
νεκροθάπτη της Ελλάδας –
για φόντο χέρια σταυρωμένα
μπλεγμένα
σε θέση προσευχής
εντατικής προσευχής
τα χέρια φλύαρα χοντρά
εξόχως χοντρά
στα δάχτυλα για δαχτυλίδια
σύρματα ηλεκτρικά
που τρεμοσβούν τη λέξη
Ρ ε ν ά ν
– ο επίσημος της Ακρόπολης
κανδηλανάφτης –
πάνου στα μάρμαρα
πόδια, κοιλιά, στήθια, χέρια
μαλλιά ξέπλεκα
της Νταλιλάς
αλλά οι τρίχες κομμένες
είναι χορεύτρα που βαρέθηκε τα παρκέτα
και πηδά
σε παλιά μάρμαρα
προκλητικά
πηδά ανάμεσα σε κολόνες
τοποθετημένες φανταστικά
από ποιητή μεγαλόπνοο πολύ
τον Χερ Καρλ Μπέντεκερ –
κι όλα αυτά
κάποιας έκθεσης Ζαππείου ο προβολέας
ρεκλάμα οίκου γαλλικού
τα χτυπάει σαδικά
με μπουνιές στ’ αυτιά μας
έχει απόφαση ο αθεόφοβος
να ριμάρει με το φεγγάρι
ενώ σε νύχτες πανσελήνου
ο φορατζής εισπράττει τα φιλιά
που κρύβει ψεύτικης καρυάτιδας η φούστα
κι αφήνει σ’ αυτές
χοντρές κοιλιές
σ’ αυτούς σωληνάρια εξακόσια εξ
μόνο κύλινδροι φαίνονται εδώ πέρα
κολόνες ίσιες πεσμένες
μαρμάρινες και άλλες
ρολ-φιλμ, αγκφά, κοντάκ
νομισμάτων – τα ρέστα
αλλαγμένων δολαρίων και στερλινών
κυλινδρικά επίσης οι λέξεις ετούτες
ζουμερά πέφτουν
λέξεις εμπνευσμένες
από τη φρίκη που μας προξενούν
οι κανονιές του Μοροζίνη –
τα κανόνια κι αυτά κυλινδρικά
κάθε μέρα γκρεμίζουν τις ακρόπολες
κάθε μέρα γκρεμίζουν τις ακροπόλεις
που αναστηλώνουν άλλοι σε πλάκες αρνητικές
φωνάζουν τα κλικ των κοντάκ
λέξεις που απαγγέλλει
με ρυθμό μηχανής άντλερ
κυρία ηθοποιός
εκπορνεύει τ’ αυτιά μας
μ’ αδύναμο λάρυγγα
οχετό της ψυχής της
που χύνει τελικά
σε χειροκροτήματα
– μαύροι αφροί θάλασσας ενετικής.

Εικονοκλαστικά εδώ, ο Κάλας παρουσιάζει έναν Παρθενώνα νεκρό και ρημαγμένο και σε μία κινηματογραφικής κίνησης αλληλουχία, ξεδιπλώνει τους πρωταίτιους αυτής της καταστροφής. Διακωμωδεί τη μεταγραφή στη δημοτική «Παρθενός» του Ψυχάρη, εμφανίζει τον Φρεντ Μπουασονά ως νεκροθάφτη του Παρθενώνα, αποδοκιμάζοντας την ειδυλλιακή απεικόνισή του στις πασίγνωστες φωτογραφίες του στις αρχές του 20ού αι., και σαρκάζει τον Ερνέστο Ρενάν για την περίφημη «Προσευχή» του «πάνω στην Ακρόπολη», επιφυλάσσοντας γι’ αυτόν τη θέση του καντηλανάφτη. Ύστερα, ρίχνει τους προβολείς του στις γυμνές χορεύτριες της Νέλλης που βρήκαν καινούργιο παρκέ στα πεντελικά μάρμαρα, συμβάλλοντας ακόμη περισσότερο στη φήμη του μνημείου ενώ από την αιχμή της πένας του δεν ξεφεύγουν ούτε οι ονομαστοί οδηγοί του Καρλ Μπέντεκερ, το ταξιδιωτικό ευαγγέλιο της εποχής για τους πάσης φύσεως περιηγητές. Και εν γένει εκτοξεύει τα βέλη του προς όλους όσους είδαν τον Παρθενώνα σαν μία ευκαιρία για να προβάλουν μία λουστραρισμένη εικόνα της αρχαιότητας και τον κατέστησαν αντικείμενο επίδειξης, αξιοποίησης, προβολής.

Η Ακρόπολη είναι νεκρή κατά τον Κάλας και την θανάτωσαν όλοι αυτοί που υποτίθεται την εξυψώνουν. Αλλά η μεγαλύτερη πρόκληση στο ποίημα συνίσταται στην αντιπαραβολή της καταστροφής του Παρθενώνα από τις βόμβες του Μοροζίνι, κατά τον ενετοτουρκικό πόλεμο του 1687, όταν ο ναός είχε μετατραπεί σε πυριτιδαποθήκη, με την «καταστροφή» που επιφέρουν στο μνημείο τα φιλμ των φωτογράφων, οι κινηματογραφικές μηχανές και οι εκτυφλωτικοί προβολείς των εκθέσεων. Φιλέλληνες και αρχαιολάτρες που εφορμούν για να το απαθανατίσουν, το τραυματίζουν ανεπανόρθωτα, ίσως χειρότερα και από την οβίδα του Μοροζίνι. «Δεν είμαι διόλου βέβαιος εάν στην ομορφιά του Παρθενώνα δεν συνετέλεσε πάρα πολύ κι ο Μοροζίνι», προβοκατόρικα θα δηλώσει, περίπου την ίδια περίοδο, στο δοκίμιό του «Γύρω στην Μοντέρνα Τέχνη» (1931). Πολλά χρόνια πριν τον Ντάνιελ Μπούρστιν, τον αμερικανό ιστορικό που στις αρχές της δεκαετίας του ’60, στο εμβληματικό έργο του για την αμερικανική –και όχι μόνο– κουλτούρα “The Image” μίλησε για τα απατηλά «ψευδο-γεγονότα» που παράγει η τουριστική βιομηχανία, ο Κάλας διαβλέπει εδώ την επερχόμενη έκρηξη της ψευδαισθησιακής πραγματικότητας που σκηνοθετεί ο τουρισμός. Οι ξένοι επισκέπτες της Ακρόπολης που ανεβαίνουν στον ιερό βράχο δεν βλέπουν τον αρχαίο ναό όπως είναι στην πραγματικότητα αλλά το παραμορφωμένο είδωλο της κατασκευασμένης εικόνας, όπως φτάνει σ’ αυτούς.

Η ιδέα της καταστροφής της Ακρόπολης και γενικά αρχαιοτήτων και μνημείων του παρελθόντος που έχουν καταλήξει αβάσταχτο φορτίο και τροχοπέδη, είναι μία μηδενιστική μεν γοητευτική δε μέσα στην αιρετικότητά της σύλληψη, με πολλούς εκφραστές· όπως στην ντανταϊστικής πνοής «Διακήρυξη Υπ. Αριθμόν 1», του Σ.Α.Σ.Α (Συνδέσμου Αισθητικών Σαμποτέρ Αρχαιοτήτων) που κυκλοφόρησε ο παραγνωρισμένος αυτόχειρας συγγραφέας Γιώργος Μακρής το 1944 και καλούσε σε «ανατίναξη των αρχαίων μνημείων, προπαγάνδα ενάντια στις αρχαιότητες και σε κάθε αντικείμενο που δε μας αρέσει». Μία προσωπικότητα και μία ιστορία που εγκιβωτίζει επιτυχώς ο συγγραφέας Χρήστος Χρυσόπουλος στην αναθεωρημένη έκδοση της νουβέλας του «Ο Βομβιστής του Παρθενώνα» το 2010. Αλλά και τα προτάγματα του φουτουρισμού, από τον οποίο επηρεάστηκε ο Κάλας, προς την ίδια κατεύθυνση κινήθηκαν. Στο ιδρυτικό του Μανιφέστο, ο Μαρινέττι μετά βδελυγμίας αποστρέφεται κάθε ένδειξη προγονολατρείας και ζητεί την κατεδάφιση μουσείων και βιβλιοθηκών.

Διαχωρίζοντας ασφαλώς τη θέση μας από όποια μηδενιστική εμπρηστική διάθεση ενυπάρχει σε τέτοια οράματα, ας επιμείνουμε στην αξία της ποιητικής μεταφοράς: τα απομεινάρια μίας παρελθούσης δόξας προβάλλουν ως άχθος βαρύ ενώ ο εκμηδενισμός τους ως εν δυνάμει όχημα αναγέννησης προκειμένου να ανακοπεί μία φθίνουσα πορεία. Η ποίηση μπορεί να φέρει το βάρος αυτού του σοκ. Η ποίηση μπορεί να αφυπνίσει, η ποίηση διαθέτει το καύσιμο υλικό για να διασπείρει «εστίες πυρκαγιάς» (όπως το ομότιτλο σημαίνον θεωρητικό έργο του Κάλας “Foyers d’ Ιncendie”), σαν αυτές που άφηνε πίσω της η ερεθιστική σκέψη του.

«Το ποίημα δεν ακούει, ούτε βλέπει. Ξαναδιαβάζεται» λέει ο Κάλας. Και η καινούρια ανάγνωση φυσικά προϋποθέτει και μία διαφορετική ερμηνεία, ένα νέο πρίσμα που θα φωτίσει ό, τι στον καιρό του υποτιμήθηκε. Το ποίημα στέκει αδιάφορο και αγέρωχο απέναντι στις κριτικές, στις εποχές, στις προθέσεις του ίδιου του ποιητή· και το έργο του Κάλας, το πλέον πρόσφορο σε τέτοιου είδους αναγνώσεις. Τον ξαναδιαβάζουμε, λοιπόν, με πλήρη συνείδηση ότι εδώ υπάρχουν πλούσια ανεκμετάλλευτα κοιτάσματα σκέψης και προσδοκώντας τη στιγμή που θα κατακτήσει τη θέση που δικαιούται, σύμφωνα και με την εισαγωγική παρατήρηση του Ελύτη για τα καπρίτσια του θαυματοποιού χρόνου και την «παλινδρομική αποτίμησή» του.

Ο Κάλας, ως γνωστόν, αποτελεί ιδιάζουσα περίπτωση της Γενιάς του ’30, ενώ κινήθηκε αρκετά μακριά από τον ελληνοκεντρισμό της και δεν συνομολόγησε σε όλα αυτά που οι βασικοί εκπρόσωποί της συνόψισαν υπό τον όρο «ελληνικότητα». Αλλά υπάρχει ένα σημείο σύγκλισης στον στοχασμό του με τον «ελληνικό ελληνισμό» του Σεφέρη, όπως διαφαίνεται και στο ποίημα «Ακρόπολη», και αυτό είναι το αίτημα αποτίναξης ενός παρελθόντος όπως το διαμόρφωσαν οι Ευρωπαίοι κι εμείς βολικά ενστερνιστήκαμε, δίχως να το υποβάλουμε στη βάσανο της επεξεργασίας. Ο νεοκλασικισμός και ο άκριτος θαυμασμός του Βίνκελμαν για την αρχαία ελληνική Τέχνη, τα ρομαντικά ιδεώδη του Γκαίτε και του Σίλλερ, η Ελλάδα ως μούσα του Σατωμπριάν και του Χαίλντερλιν, πόση σχέση είχαν όλα αυτά με μία αυθεντική ελληνική ταυτότητα και πόσο τάχα δεν ανταποκρινόντουσαν και σε ανάλογους ευρωπαϊκούς πόθους για το κλέος της γηραιάς ηπείρου; Οι Μεγάλες Δυνάμεις δεν παρεμβαίνουν μόνο στη ναυμαχία του Ναβαρίνου αλλά μέσω του φιλελληνικού κύματος που ενσκήπτει στο νεοσύστατο τότε ελληνικό κράτος και στην αναβίωση ενός ένδοξου παρελθόντος, όχι απλώς ως ιστορική μνήμη αλλά ως συμπαγές ιδεολόγημα. Οι παραζαλισμένοι από την απότομη μετάβαση στη νεωτερικότητα Βαλκάνιοι χωριάτες έπρεπε να πεισθούν ότι όχι μόνο είναι απευθείας απόγονοι του Περικλή αλλά και Ευρωπαίοι ή άλλως «Η σύγχρονη Ελλάδα είναι ένα αποχωρητήριο χτισμένο από φιλέλληνες πάνω στα ερείπια ενός αρχαίου ναού», σύμφωνα με τον γνωστό αφορισμό του Κονδύλη.

Η ανάγκη δημιουργίας ενός νέου παρελθόντος, ενός «Μεταχθές», όπως είναι ο όρος που χρησιμοποιεί σε άλλο ποίημά του, είναι μία προβληματική που απαντάται συχνά στο έργο του Κάλας και όχι μόνο το ποιητικό. «Δε μπορώ να ζήσω αν δε βρεθεί για μένα κάποιο άλλο παρελθόν» λέει στη Νικήτα Ράντου. Η σχέση μας με τον Παρθενώνα σήμερα δεν έχει διαφοροποιηθεί και πολύ από το 1932: Ένα αειθαλές σύμβολο που αντέχει κόντρα σε αλλαγές, καταστροφές, παραμορφώσεις και στην ιστορική ασυνέχεια αλλά παράλληλα παραμένει αμετακίνητο μέσα στη στασιμότητα του νοήματός του και ιερό ταμπού, ένα μέτρο τελειότητας που κανείς δεν φτάνει αλλά που δεν χάνει και ευκαιρία να το επικαλείται, ξένος ή γηγενής. Ο κοινότοπος  επαναλαμβανόμενος τρόπος θαυμασμού, η ανύψωσή του σε βάθρο που απέχει παρασσάγγας από το παρόν, εμποδίζει τη διαλεκτική με το μνημείο. Όπως δηκτικά σημειώνει σχετικά ο Αλέξανδρος Αργυρίου: «σκέπτομαι […] μήπως είναι λογικό να προσθέσουμε στα αποδεκτά συμπλέγματα και το σύμπλεγμα του Παρθενώνα».

Το μείζον ζήτημα που αναδύεται από την «Ακρόπολη» του Κάλας είναι αυτό του πολυσυζητημένου επαναπροσδιορισμού της νεοελληνικής ταυτότητας, ένα αίτημα που στα χρόνια της κρίσης ασφαλώς προβάλλει πιο επίκαιρο από ποτέ. Πολλές δεκαετίες πριν, ο μετέπειτα διανοούμενος της διασποράς, αποκαθηλώνοντας το πλέον εμβληματικό μνημείο της Αθήνας, ουσιαστικά αναρωτιέται: «Ποιοι είστε;» «Ποιοι είστε;» αναρωτιόντουσαν και οι ορδές των φιλελλήνων και περιηγητών που συνέρρεαν από όλες τις γωνιές της Ευρώπης στην επαναστατημένη οθωμανική επαρχία, συνεπαρμένοι από τα αρχαιοελληνικά ιδανικά, αλλά δεν συναντούσαν τους Κούρους και τους Απόλλωνες που φαντασιώνονταν. «Ποιοι είστε;» αναρωτιούνται σήμερα και τόσοι όψιμοι φιλέλληνες που στα χρόνια της οικονομικής κρίσης επικαλούνται τα «φώτα» της Ελλάδας για να την υπερασπιστούν, για να ζητήσουν την επιείκεια των ισχυρών και για να υπενθυμίσουν πόσα της χρωστάει η Δύση, καταφεύγοντας συχνά σε γραφικότητες, όπως το περίφημο ποίημα του Γκύντερ Γκρας, με αφορμή την ελληνική κρίση, «Η ντροπή της Ευρώπης». Πάλι ένα παρελθόν μέσα από τα μάτια των ξένων, πάλι μία αλλοτινή αίγλη, σπάνια θα ακούσει κανείς να επικαλείται το σήμερα, αυτόν τον αιώνα, το παρόν.

«Ποιοι είστε;», μοιάζει να αναρωτιέται τις νύχτες κι ο απαστράπτων Παρθενώνας, που στέκει αινιγματικός μέσα στο θάμβος που προκαλεί και ως άλλη Σφίγγα μας καλεί να λύσουμε το σύγχρονο αθηναϊκό αίνιγμα. Στην πραγματικότητα, είναι αυτός που μας παρατηρεί κι όχι εμείς αυτόν. Σε μια πόλη που κείται πάνω στα λείψανα ενός δανεικού μεγαλείου, ανυψώνεται από τα σπλάχνα της, τόσο υπεράνω, τόσο απομακρυσμένος από αυτήν, ξένο σώμα αλλά και τόσο οικειοποιημένο και σίγουρα όχι αρκετή παρηγοριά για το ζόφο μιας κοινωνίας που όζει από τη στασιμότητα. «Έχουν κατασκευασθεί για να ποτισθούν τα πέρατα της γης με τη δόξα πόλης που πλένεται σε άνυδρο ποτάμι / με ό, τι απομένει από την δόξα αυτή» γράφει στο ποίημα «Αθήνα 1933» ο Κάλας. Και τα απομεινάρια αυτής της «δόξας» είναι πια βάρος που πρέπει να αποτιναχθεί, κόμπος που πρέπει να λυθεί, αλλά και ευκαιρία για να αναγεννηθεί εκ τέφρας το νόημά της.

Ο Παρθενώνας παραμένει πάντα πεδίο πρόσφορο για κρίσεις που αφορούν τη συλλογική μας ταυτότητα, τις αγκυλώσεις και την παρελθοντολαγνεία μας, τη σχέση μας με τους ξένους, τη θέση μας στην ιστορική διαχρονία. Παραμένει όμως πάντα έδαφος γόνιμο και για το χτίσιμο μιας νέας σχέσης. Μπορούμε να διαλεχθούμε μαζί του υπό νέους όρους; Μπορούμε να οικοδομήσουμε έναν νέο συμβολισμό πάνω στα συντρίμμια της κακοπαθημένης από την υπερπροβολή εικόνας της Ακρόπολης; Μπορούμε να ορίσουμε μία νέα ταυτότητα, απαλλαγμένη από ψευδαισθησιακά ιδεολογήματα και ξενοκίνητες φαντασιώσεις; Μπορούμε να εκκινήσουμε προς το μέλλον, αν δεν απεγκλωβιστούμε από τα δεσμά ενός βαρύτιμου παρελθόντος, για το οποίο δεν κοπιάσαμε και που η προστατευτική αγκάλη του μας εμποδίζει να ενηλικιωθούμε; Μπορούμε να εφεύρουμε ένα νέο παρελθόν, όπως έλεγε ο Κάλας, παρατηρώντας πλέον εμάς στον καθρέφτη και όχι εμάς μέσα από το πώς μας βλέπουν οι άλλοι; Τα ερωτήματα παραμένουν ανοιχτά και μάλλον θα παραμείνουν ως έχουν για πολύ καιρό ακόμα.

ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ

ΠΟΙΗΣΗ  ΕΝ  ΚΙΝΗΣΕΙ: Αναγνώσεις, αναδιφήσεις, ιχνηλασίες στο παρελθόν, όμως με το βλέμμα στραμμένο στα σημάδια που αφήνει πάνω στο παρόν  – μια στήλη για την ποίηση από την Ειρήνη Γιαννάκη. Γιατί, καθώς λέει ο Μπόρχες, η ποίηση δεν είναι ξένη αλλά, όπως και η ζωή, παραφυλάει στη γωνία και μπορεί να μας αιφνιδιάσει ανά πάσα στιγμή.

Λοξές ματιές: Ο ποιητής στο κλουβί

kavafis

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ

Τόνοι μελάνι έχουν χυθεί για το παγκόσμιας ακτινοβολίας ποιητικό έργο του Κ. Π. Καβάφη. Μελέτες, μονογραφίες, άρθρα, αφιερώματα σε περιοδικά, διεθνή συνέδρια, ων ουκ έστιν αριθμός. Το έργο του ποιητή έχει αναλυθεί από πολλές και διαφορετικές πλευρές σε σημείο που αναγκαζόμαστε –πριν μιλήσουμε γι’ αυτό– να πρέπει να ανατρέξουμε στην ογκωδέστατη βιβλιογραφία που το συνοδεύει. Έχει ενδιαφέρον όμως να δούμε πως έγινε η πρόσληψη του Καβάφη από εκείνους τους διανοούμενους που πρώτοι ήρθαν σε επαφή με το έργο του, εκείνους τους φιλοπερίεργους και φιλέρευνους πρώτους περιηγητές της οδού Lepsius.

Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Γιάννη Οικονόμου μια διαφωτιστική σχετική συναγωγή. Τιτλοφορείται Κ.Π. Καβάφης, Κριτικές Μελέτες, σε επιμέλεια Γιώργου Πικρού. Πρόκειται για μια ετερόκλητη συλλογή δοκιμίων που απλώνεται σε χρονικό εύρος μερικών δεκαετιών. Οι συντάκτες των κειμένων, περιώνυμοι άνθρωποι των γραμμάτων μας (και όχι μόνο), θέλγονται από το αντικείμενο της σπουδής τους και μαζεύονται γύρω από αυτό σαν τουρίστες που θαυμάζουν ένα αξιοθέατο, ή σαν φιλότεχνοι μπροστά από ένα σπάνιο έκθεμα ή ακόμα σωστότερα σαν θαυμαστές μπροστά στο κλουβί κάποιου εξωτικού ζώου. Και επιδίδονται σε φλογερούς σχολιασμούς, με τον ζήλο του νεοφώτιστου.

Ως επί το πλείστον πρόκειται για διανοητές, συγγραφείς και ποιητές που γνώρισαν προσωπικά τον Αλεξανδρινό. Ο Γιώργης Πικρός στην χαρακτηριστικά ευσύνοπτη εισαγωγή του (απλώνεται σε περίπου δέκα αράδες) αναφέρει ότι οι κρίσεις που συγκέντρωσε σε αυτό το τομίδιο διίστανται. Άλλες τοποθετούνται υπέρ του ποιητή και άλλες εκφράζουν αντιρρητικές γνώμες. Ο επιμελητής υπερθεματίζει αυτή την επιλογή επικαλούμενος λόγους αντικειμενικότητας και σφαιρικής διαπραγμάτευσης. Και ορθώς το πράττει αυτό. Μπορεί στην εποχή μας, με την πάνδημη αναγνώριση της ποιητικής μεγαλοφυΐας του Καβάφη, οι αντιρρητικές κρίσεις να φαντάζουν παράταιρες ή και ενοχλητικές, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να αποσιωπούνται. Ανεξαρτήτως εάν φαίνονται φαιδρές και σκάνε πάνω στους κυματοθραύστες της καβαφικής ποίησης σαν μικρά, ανώφελα κυματάκια.

Κάθε συγγραφέας πιάνει το θέμα του από διαφορετική σκοπιά. Κάποιοι από αυτούς, με την άγνοια και τις προκαταλήψεις της εποχής, κάνουν, με κάποια αμηχανία και αδεξιότητα, μνεία στην “γυναικεία” πλευρά της ψυχοσύνθεσης του ποιητή. Αλλά γενικώς αυτό είναι ένα θέμα απου αποσιωπάται. Ο Βάρναλης είναι απροκάλυπτα εκθειαστικός. Με τα επίθετα «μοναδικός, ανόμοιαστος και ανεπανάληπτος» τιτλοφορεί ένα από τα κείμενά του που φιλοξενούνται στον εν λόγω τόμο. Ο ίδιος κάνει ειδική αναφορά και στο θρυλικό και διορατικότατο εκείνο κείμενο του Ξενόπουλου που δημοσιεύτηκε στα Παναθήναια το 1903 και αποτελεί την πρώτη δημόσια παρουσίαση του καβαφικού έργου στην Ελλάδα. Ο Ουράνης και ο Καζαντζάκης συνεχίζουν τους διθυράμβους και τους πανηγυρικούς. «Η πιο εξαιρετική πνευματική φυσιογνωμία της Αιγύπτου είναι χωρίς άλλο ο ποιητής Καβάφης». Έτσι ξεκινάει το δοκίμιο του Καζαντζάκη. Ο Κ. Θ. Δημαράς ακολουθεί στο ίδιο ύφος, αλλά ρίχνει λίγο τους τόνους και προσπαθεί με το δοκίμιό του να μπει λίγο πιο βαθιά στην καβαφική ποίηση. Προβαίνει σε στίχο προς στίχο ανάλυση, επιμένει στην επιλογή των τίτλων των ποιημάτων (αφιερώνει παραπάνω από μιάμιση σελίδα στον τίτλο “Επέστρεφε” που με το εξόφθαλμο γραμματικό του λάθος σκανδάλισε πολύ, όπως αναφέρεται, τους φιλολόγους της εποχής) και προσπαθεί να φωτίσει το ψυχολογικό και συναισθηματικό υπόστρωμα της καβαφικής ποίησης.

Όλα βαίνουν καλώς λοιπόν μέχρι που φτάνουμε στο “πρόσκομμα” που λέγεται Τέλλος Άγρας. Εδώ η ανάλυση βαθαίνει απότομα. Ο συντάκτης αυτού του κειμένου δεν ενδίδει σε δοξαστικούς, αν και η τελική του ετυμηγορία είναι θετική απέναντι στον Αλεξανδρινό. Εξετάζει με το μικροσκόπιο την καβαφική ποίηση και αποπειράται να ξεχωρίσει την ήρα από το στάχυ. Και οι υπόλοιποι κριτικοί αυτού του τομιδίου έχουν γερή κατάρτιση, τεράστιο κύρος και εγνωσμένη οξυδέρκεια, αλλά μόνο ο Τέλλος Άγρας διηθίζει με τέτοιον εξονυχιστικό τρόπο το αντικείμενο της μελέτης του. Τι κάνει λοιπόν ο χαλκέντερος διανοούμενος και τραβάει τόσο αναπόδραστα την προσοχή μας; Τι τον κάνει να ξεχωρίζει ανάμεσα στους υπόλοιπους γίγαντες της κριτικογραφίας;

Αρχικά προβαίνει σε μια διαπραγμάτευση και επεξεργασία του θέματός του καθαρά τεχνικού επιπέδου. Μας θυμίζει μάλιστα μια ορολογία που τείνει να χαθεί από το σύγχρονο φιλολογικό λεξιλόγιο: συνίζηση, έκθλιψη, άτμητος στίχος, διασκελισμός, ημιστίχια κ.α. Η ψύχραιμη και διαυγής ανάλυσή του επικεντρώνεται αρχικώς σε τεχνικά ζητήματα και προχωράει εν συνεχεία σε θέματα ποιητικής ουσίας. Η προσέγγισή του ξεχωρίζει από των υπολοίπων μελετητών και στο εξής: ενώ, όπως είπαμε καταλήγει στον έπαινο, δεν φαίνεται από την αρχή διατεθειμένη να ενδώσει σε αυτόν, να του χαριστεί. Διαβάζοντας το κριτικό σημείωμα του Άγρα, έχουμε αρχικά την εντύπωση ότι ετοιμάζεται κλιμακωτά να κατακεραυνώσει τον Αλεξανδρινό ποιητή. Ένα τέτοιο συμπέρασμα βγαίνει από τους αρχικούς ψόγους, την επισήμανση των αδυναμιών, των “λαθών” και των ασυνεπειών” της καβαφικής ποίησης. Το ύφος του Άγρα διέπεται από παγωμένη διαύγεια, κρυστάλλινη λογική και ψύχραιμη αντιμετώπιση. Έρχεται, κατά συνέπεια σε πλήρη αντίθεση με το ύφος των προλαλησάντων, που διακρίνεται από θυμικές εξάρσεις και εύκολες, επαινετικές κρίσεις. Το μόνο στοιχείο που θολώνει λίγο την καθαρότητα της ματιάς του, είναι η λεπτή ειρωνεία που διαποτίζει το ξεκίνημα του δοκιμίου του.

Γρήγορα όμως αφήνει κατά μέρος τα ανεκδοτολογικά σχόλια και τις προσωπικές γνώμες και προβαίνει σε στυφή γραμματολογική ανάλυση. Έτσι αναλύει το μέτρο των ποιημάτων (επικρατεί “ρυθμικός σάλος”, σχολιάζει επιτιμητικά) και προβαίνει σε χαρακτηρισμούς αρκετά οξείς. Θα λέγαμε ότι βγάζει τα μαχαίρια του εδώ. Αναφέρει χαρακτηριστικά στίχους “κακά φτιαγμένους άτμητους”, “περιττοσύλλαβους”, “κακώς παρατονισμένους”. Στην συνέχεια βρίσκει την καβαφική ποίηση απογυμνωμένη από “μεταφορές, επίθετα, παρομοιώσεις”, αλλά εντοπίζει την δύναμή της σε τέσσερα άλλα βασικά όπλα: την περίφραση, την περιγραφή, την υποβλητική εικόνα και το ρήμα. “Α, τι ανήσυχα που είναι τα ρήματά του!” αναφωνεί θαμπωμένος από την κινητοποίηση ενέργειας που αυτά προκαλούν.

Μετά την παύση του Τέλλου Άγρα οι πανηγυρικοί συνεχίζονται. Όχι όμως εντελώς απρόσκοπτα. Στην συλλογή συγκαταλέγεται και το περιβόητο πρώτο λιβελλογράφημα κατά του Καβάφη που αποτέλεσε και πρότυπο, καθώς λέγεται, για όλα τα υπόλοιπα που θα ακολουθούσαν (δημοσιεύτηκε το 1912). Το υπογράφει ο εμπαθής Ροβέρτος Κάμπος (άραγε υπάρχει κάποια μακρινή συγγένεια με τον Άλβαρο ντε Κάμπος;!), ψευδώνυμο του ποιητή Πέτρου Μάγνη που το αληθινό του όνομα ήταν Κ.Γ. Κωνσταντινίδης. Ο αληθινός συντάκτης του κατάπτυστου (για μας του καβαφολάγνους – έτσι μας αποκαλεί ο ίδιος) και ανερμάτιστου αυτού αρθριδίου, βρίσκεται εγκιβωτισμένος σαν ρωσική μπάμπουσκα μέσα σε αλλεπάλληλα λογοτεχνικά ψευδώνυμα. Κέρδισε μια θέση στην ιστορία της λογοτεχνίας μας με αυτό το μικρό και ζηλόφθονο δοκίμιο. Το ποιητικό του έργο πάντως θάφτηκε μέσα στις δεκαετίες και έσβησε από προσώπου γης.

Και ο Ψυχάρης εναντιώνεται με ένα μάλλον ιταμό, ευσύνοπτο και ατεκμηρίωτο κείμενο στην “καβαφολαγνεία”. Αλλά η πολεμική του είναι πρόχειρη, αβαθής και ατελέσφορη. Ο επιμελητής παρά την αρχική του διακήρυξη δεν επιλέγει να συμπεριλάβει στη συλλογή άλλους από τους τόσους επιφανείς αντικαβαφικούς λόγιους της εποχής.

Αντίθετα το τομίδιο κατακλύζεται από κείμενα των Βρισιμιτζάκη, Νικολαρεΐζη (εντυπωσιακή η προσέγγισή του με πολύ στέρεες επαγωγικές απολήξεις), Τσίρκα, Κατσίμπαλη, Μαλάνου κ.α. προς επίρρωσιν της έκδηλα φιλοκαβαφικής τάσης. Τέλος έρχονται και δυο δοκίμια από τα πολύ υψηλά κλιμάκια της παγκόσμιας λογοτεχνίας που επισφραγίζουν τον θρίαμβο της καβαφολαγνείας: Φόρστερ και Ώντεν αποτίνουν τον δικό τους φόρο τιμής στον ποιητή της Αλεξάνδρειας.

* * *

Τι μας ενδιαφέρουν όλα αυτά; Τι μας νοιάζει αν κάποιοι διανοούμενοι συνάχτηκαν κάποτε για να εξετάσουν αυτό το περίεργο ζώο, τον ποιητή στο κλουβί, που αβοήθητος περιμένει την κρίση τους; Ο ποιητής στο κλουβί –πολύ ωραία, τραγικά και μοιραία σχηματοποίησε αυτή την εικόνα ο Έζρα Πάουντ κατά την αιχμαλωσία του στην Πίζα– μοιάζει να είναι στο έλεος των επικριτών, αλλά και των θαυμαστών του. Παρά ταύτα υπάρχει μια ασπίδα προστασίας απέναντι σε όλη αυτή τη σκύλευση: το ίδιο του το έργο. Ρευστό, πολυποίκιλτο, ανοιχτό σε ερμηνείες και αναλύσεις, υπερβατικό, βρίσκεται θρονιασμένο σε ενα φαντασιακό επέκεινα, σε μια δική του λογοτεχνική νιρβάνα και από κει περιγελά ή συγκατανεύει φιλικά προς όλες τις απόπειρες προσέγγισης.

Το θέμα είναι λοιπόν πως ένα κείμενο μιλάει για ένα άλλο κείμενο. Πως αποφεύγει τη γελοιότητα ή τις παγίδες που ελλοχεύουν στην όλη διαδικασία. Ο Προυστ τα είχε επισημάνει σαφώς πλην εμμέσως όλα αυτά. Προσπαθούμε να μεταδώσουμε την συγκίνησή και την αίσθηση μεγαλείου που μας προκαλεί η επαφή με κάποιο σημαντικό έργο, με αλλαλαγμούς, επιφωνήματα, πιθηκισμούς και κραυγές ενθουσιασμού. Αυτή την εικόνα έχουν πολλές φορές τα κριτικά κείμενα ή οι φιλολογικές αναλύσεις, και δη στις μέρες μας. Άλλοτε το κείμενο που μιλούσε ευμενώς για άλλο κείμενο μπορεί να διακρινόταν από λεπτότητα, ευγένεια, διακριτικότητα, ηθική σεμνότητα. Σήμερα βλέπουμε πολύ συχνά μια τάση θεοποίησης του προς εξέτασιν προσώπου να γίνεται κανόνας ύφους και περιεχομένου.

Δεν είναι ψέμα στον σύγχρονο περί λογοτεχνίας δημόσιο λόγο, όπως εκφράζεται μέσα από περιοδικά, ίντερνετ κτλ. να υπερθεματίζεται η προσωπικότητα και το έργο κάποιου (εκλιπόντος συνήθως συγγραφέα) με ορολογία που προσιδιάζει σε ροκ σταρ. Έτσι ερχόμαστε αντιμέτωποι συχνά με επίθετα και χαρακτηρισμούς, τύπου “μεγάλος”, “τεράστιος”, ”ανυπέρβλητος”, “αριστουγημα”, “σκοτεινή ιδιοφυΐα” που συνοδεύουν σπουδαίους κατά τα άλλα δημιουργούς όπως Μπουκόφσκι, Μπολάνιο, Μαλλαρμέ κ.ά. Η αμετροέπεια στον δημόσιο λόγο δεν είναι βεβαίως κάτι καινούργιο και δεν είναι κάτι που μπορεί να διορθωθεί ή να εκλείψει μέσα από τέτοιου είδους επισημάνσεις.

Το να γράφεις κείμενα για άλλα κείμενα είναι σαν να βάζεις έναν παραμορφωτικό καθρέφτη μπροστά σε έναν κανονικό καθρέφτη. Το αποτέλεσμα βγαίνει αναγκαστικά αλλοιωμένο. Η εικόνα του πρώτου κειμένου αποτυπώνεται στο τεθλασμένο της είδωλο με τρόπο άγαρμπα και αδέξια σοβαροφανή. Το κείμενο που μιλάει για άλλο κείμενο είτε είναι εγκωμιαστικού χαρακτήρα είτε έχει χλευαστική διάθεση δεν μπορεί να σταθεί τις περισσότερες φορές με αξιοπρέπεια απέναντι στο αντικείμενο του. Καταρρακώνεται, συντρίβεται, εκμηδενίζεται από αυτό.

Από την πλειάδα των σημαντικών λογίων που παρελαύνει στον τόμο Κ.Π. Καβάφης Κριτικές Μελέτες, αναφερθήκαμε με έμφαση στην περίπτωση του Τέλλου Άγρα γιατί αντιστέκεται πεισματικά σε αυτή την κατηγορία. Κωφεύει στις σειρήνες της ενθουσιαστικής παρουσίασης, (σαφώς σε ένα έργο σαν το καβαφικό κάτι τέτοιο είναι τρομερά δύσκολο) και επιλέγει έναν τρόπο προσέγγισης αυστηρό, αλλά εναργή, επιφυλακτικό, αλλά και γενναιόδωρο, λεπτομερειακό αλλά εν τέλει ακριβοδίκαιο.

Ασφαλώς μπορεί να καταλογισθεί σε μια τέτοια τοποθέτηση έλλειψη πάθους, άνευρη διάθεση, ψυχρότητα. Δεν πειράζει. Κάποιες φορές είναι απαραίτητο κάτι τέτοιο (και) για λόγους διακειμενικής εντροπίας.

ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ

Κωστής Παλαμάς: Ποιητική αυτοβιογραφία

KostisPalamas19001

Λίγοι ποιητές Έλληνες μας δίνουν μέσα από τα ποιήματά τους μια λεπτομερή αποτύπωση της προσωπικής τους ζωής. Ο Παλαμάς, που γεννήθηκε σαν σήμερα, 13.1.1859 στην Πάτρα, ανήκει σ’ αυτούς. Είκονες από τα παιδικά χρόνια στο Μεσολόγγι, από τη ζωή του ορφανού που το ανάστησαν χέρια συγγενικά, από τις χαρές και τους θρήνους της οικείας ζωής, στίχοι για τη γυναίκα του και, φυσικά, για τον τόσο πρόωρα χαμένο Άλκη, στον οποίο θ’ αφιερώσει ένα από τα ωραιότερα επιτάφια κείμενα της ελληνικής γλώσσας, την ποιητική σύνθεση Τάφος, για τους συνοδοιπόρους στα γράμματα και τη λογοτεχνία, για την καθημερινή μάχη με τις λέξεις.  Με αφορμή τη σημερινή επέτειο, αλλά και εν όψει του μεγάλου αφιερώματος στον ποιητή που ετοιμάζουμε για το επόμενο τεύχος του Νέου Πλανόδιου, ένα μικρό ανθολόγιο από αυτήν, την ποιητική, αυτοβιογραφία του Κωστή Παλαμά.

 

ΜΙΑ ΖΩΗ

Στο Βασιλάδι χτύπησα με το σκληρό καμάκι
για το ξανθό αυγοτάραχο τον κέφαλο, ψαράς.
Ξενύχτησα στης Κλείσοβας το πρόσχαρο εκκλησάκι,
ξεφαντωτής αμαρτωλός, του πειρασμού ραγιάς.

Άη Σώστη, εσύ με ξάφνισες· τού πλατιού πέλαου βόγγοι,
και τα καράβια τ’ άφταστα και τα διαβατικά !
Μ’ έδειρες, λιμνοθάλασσα, με πήρες, Μισολόγγι.
Δαρμοί, πληγές αγιάτρευτες, ονείρατ’ αδειανά.

Οι καημοί της λιμνοθάλασσας, 1912

* * *

ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΑΣ δεν έμπαινες, πετούσες
καημένη θειά Βγενούλα, αμάχη, μπόρα,
σα να μην είχες με κανένα γνώρα,
δεν έστεκες, δεν άκουες, δεν κοιτούσες.
Οι Παναγιές οι χαμηλοβλεπούσες
του δρόμου σου κρατούσανε τη φόρα·
στο εικονοστάσι αγνάντια ρασοφόρα
γονατισμένη και παρακαλούσες:
«Ουράνια Χάρη, βόηθα τ’ ορφανό,
και στο κατατρεμένο σκέπη γίνε !»
Πάντα η θωριά σου μέσ’ στα μάτια μου είναι,
κ’ εγώ, και πάντα, το κατατρεμένο.
Μα σκέπη από κανέναν ουρανό
δεν περίμενα, μήτε περιμένω.

Τα δεκατετράστιχα, 1919

* * *

ΧΑΛΑΣΜΑΤΑ

Γύρισα στα ξανθά παιδιάτικα λημέρια,
γύρισα στο λευκό της νιότης μονοπάτι,
γύρισα για να ιδώ το θαυμαστό παλάτι,
για με χτισμένο απ’ τών Ερώτων τ’ άγια χέρια.
Το μονοπάτι το ’πνιξαν οι αρκουδοβάτοι,
και τα λημέρια τα ’καψαν τα μεσημέρια,
κ’ ένας σεισμός το ’ρριξε κάτου το παλάτι,
και μέσ’ στα ερείπια τώρα και στ’ αποκαΐδια
απομένω παράλυτος· σαύρες και φίδια
μαζί μου αδερφοζούν οι λύπες και τα μίση·
και το παλάτι ένας σεισμός το ’χει γκρεμίσει.

Ασάλευτη ζωή, 1904

* * *

ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΕΝΟΣ ΠΑΤΕΡΑ

Ω του σπιτιού μου πρωτογέννητο καμάρι,
θυμάμαι του ερχομού σου την αγία τη μέρα·
μια χαραυγούλα σαν μαργαριτάρι
λεύκαινε τον αστρόσπαρτο ακόμα αιθέρα.

Το ρόδο ολόδροσο δεν έμοιαζες πριν πάρη
ν’ ανοίξει, αγκαλιασμένο απ’ τη χλωρή μητέρα,
σαν άπλερο και σαν ελεεινό σφαχτάρι
ήρθες ριμμένο από σκληρόχερο εδώ πέρα,

και σα να ζήταγες βοήθεια, άρχισες θρήνο
πιο θλιβερό από χτύπο νεκρικής καμπάνας,
κ’ έσμιξε με το βόγγο το στερνό της μάννας

ο πρώτος θρήνος. Άρχισε το μέγα Δράμα !
Τ’ ακολουθώ, κ’ αιστάνομαι μπροστά σε κείνο
ελέου και φόβου μυστικό μέσα μου κλάμα.

1894

Ασάλευτη ζωή, 1904

* * *

ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ

Ωραίε νεκρέ, μονάρχη εσύ του μυστικού ουρανού μου
αστέρινε, ήρθες πάλι,
σ’ έφερε η νύχτα, φάντασμα του λατρευτού μου
στην ορφανή μου αγκάλη.
Και σε κρατούσα όπως ποτέ δεν κράτησε μητέρα
το πρωτογέννητο παιδί στην αγκαλιά της,
και κάποιου πόνου μια ψυχή, χυμένη απ’ άλλο αέρα,
την όψη σου την άγιαζε με τ’ αντιφέγγισμά της.
Κ’ είσουν ωραίος, όπως ποτέ κανένας έρωτάς μου
δεν είτανε στης νιότης μου τα χρόνια,
και σώπαινες, όπως ποτέ δε μίλησαν τ’ αηδόνια
τών ποιητών στα βάθη της καρδιάς μου.

1906

Η πολιτεία και η μοναξιά, 1912

* * *

ΣΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΟΥ

Εδώ το σπίτι άνθιζ’, εδώ το πράσινο βλαστάρι
μέσα στον​ ​ίσκιο της χλωρής χλωρής κληματαριάς.
Περιπλεχτό μες στα χλωρά το μυστικό φεγγάρι
σαν πνέμα πρωτοθώρητο κατέβαινε σ’ εμάς.

Εδώ του πόθου δυο πηγές μάς δρόσιζαν τα χρόνια,
η μια στα μάτια μας μπροστά, κι η άλλη ονειρευτή
η Μούσα εδώ αποκοίμιζε της έγνοιας τα τριζόνια
και τη μανία ανάσταινε της λύρας την ιερή.

Εδώ γλυκαπολάψαμε της πρωτογεννημένης
τα πρώτα ξεπετάματα, και πήρε μας το νου,
σαν ερχομός παμπόθητος που δεν τον περιμένεις,
το φέγγος τ’ ολοστρόγγυλο του δεύτερου καρπού.

Εδώ πρωτοδεχτήκαμε στην αγκαλιά μια μέρα
τον τρίτο τον ασύγκριτο και τον περαστικό
που ολόγυρά μας άλλαξε τον κοσμικόν αέρα
το θείο κρασί στ’ ολάσπρο φως του Ολύμπου προσφερτό.

Εδώ τα νιάτα σου ήτανε και στη φροντίδα απάνου
μια ζωγραφιά βενέτικη πλατιά ζωγραφιστή
από το χέρι κανενός φεγγόβολου Τισιάνου,
λαμποκοπώντας τη χαρά σε αδρότατο κορμί.

Εδώ το σπίτι άνθιζ’, εδώ το πράσινο βλαστάρι
και το ’κρυβε η κληματαριά στο ίσκιο της χλωρή.
Τώρα δε μένει τίποτε… Το μυστικό φεγγάρι
κλαίει σε παλάτι αμίλητο, τετράπατο, βαρύ.

Εδώ η ζωή που πέθανεν ήθελε νεκροθάφτη
κάποιον Απρίλη, ανθότατον, ήθελε τάφον,​ ω​!
Ποι​ο​ς να την καταράστηκε; Δε βρέθηκε για δαύτη
παρά ένα μνήμα αταίριαστο κι αναγελαστικό​.​

​Ασάλευτη ζωή, 1904

* * *

ΣΕ ΜΙΑ ΠΟΥ ΠΕΘΑΝΕ

Ζωούλα εσύ, που σ’ έσβησε το φύσημα του Χάρου
στην αγκαλιά των απαλών ονείρων της αυγής,
στη σκαλιστή δε δύναμαι λαμπράδα του μαρμάρου
να σ’ αναστήσω αθάνατη, φτωχός τραγουδιστής.

Ω σωπασμένη μουσική, που η μνήμη δε μπορεί μου,
να θυμηθή τον ήχο σου και να τον ξαναπή,
γι’ αυτό με κάτι πιο βαθύ τη δένεις την ψυχή μου,
εσύ ατραγούδιστη κ’ εσύ αζωγράφιστη πνοή.

Σα μακρινό ξημέρωμα χάραξες μέσ’ στο νου μου,
πολύ γλυκό, πολύ δειλό, πολύ διαβατικό.
Μια μέρα απάνω από τ’ αγνό κεφάλι του παιδιού μου
ανθού χαμόγελο έσκυψες και χάϊδεμ’ αγαθό.

Και κάτι μέσα μου άφησες ξανθό σαν κεχριμπάρι,
και πέρασες αγύριστη. Και τώρα στη βραδιά,
που αργά ανεβαίνει μέσα μου, την όψη σου έχει πάρει
τών γαλανών παραμυθιών η άυλη ξωτικιά.

Η ασάλευτη ζωή, 1904

* * *

ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ Μ. ΜΑΛΑΚΑΣΗ

Και καβαλλάρης πέρναγες, ξανθόμαλλο παιδάκι,
και τάραζε το διάβα σου το σιγαλό σοκκάκι,
στα πράσινα παράθυρα και πίσω απ’ τα καφάσια
να σ’ αγναντέψουν τρέχανε τ’ απάρθενα κοράσια.
Τώρα ο καιρός ξεφούντωσε τα φουντωτά μαλλιά σου
και την ξανθή ξεθώριασε θωριά σου,
και στρατολάτης πέρασες αλλού και ταξιδεύεις·
μα τώρα ευγενικώτερο φαρί καβαλλικεύεις,
και τ’ άλογό σου φτερωτό, και πας να το ποτίσης
με το νερό της Κασταλίας της βρύσης.

Οι καημοί της λιμνοθάλασσας, 1912

* * *

ΥΣΤΕΡ’ ΑΠΟ ΧΡΟΝΙΑ

Στο φίλο Ν. Καμπά

Ο καιρός, η μελέτη, η ξενιτιά,
τη σκέψη αλλού σου γύρανε, σου σβύσαν
τα τραγούδια… Θυμάσαι ; ντροπαλά
τα τραγούδια το στόμα σου φιλήσαν.

Εμένα μ’ ηύρεν άπραγο η νυχτιά,
τα πόδια μου συχνά παραστρατίσαν,
μα η Μούσα γαληνή φεγγοβολά,
τα μητρικά της χέρια με κρατήσαν.

Τάχα και ποιούς να λάτρεψες θεούς,
από πίσω ποιές χίμαιρες να πήρες ;
Δεν ξέρω· αν είναι αταίριαστες οι μοίρες,

δεν κάνουν οι καρδιές τους αδερφούς ;
Σε ξανακούω, στο πλάι μου σ’ αγναντεύω,
κι από χαρά ο ασάλευτος σαλεύω.

1912

Η πολιτεία και η μοναξιά, 1912

* * *

ΚΑΠΟΤΕ ΚΑΠΟΥ

Κάποτε κάπου αφάνταστο τραγούδησα τραγούδι
σε τούτον το σκοπό,
κάποτε, πρώτη και στερνή φορά· και δεν το βρίσκω
για να το ξαναπώ.

Στ’ άδειο σεντούκι του γυρτός ο σφιχτοχέρης, ίδιος,
πάθος, χαμός, ω λύπη !
Του τρέμουνε τα δάχτυλα σα να μετράν ακόμα
το θησαυρό που λείπει.

Βαστώ μιας φλόγας τον καπνό κ’ ενός καπνού τον ίσκιο
σε τούτον το σκοπό.
Κάποτε κάπου αφάνταστο τραγούδησα τραγούδι·
ξανά δε θα το πώ.

Τα παθητικά κρυφομιλήματα, 1925

* * *

ΚΑΙ ΜΕΣ’ ΣΤΟΝ ΤΑΦΟ…

Και μεσ’ στον τάφο ασάλευτο και μεσ’ στο ζόφο που με κλει,
σαν κάποιο σάλεμα με πάει προς την ανατολή,
με την ασύγκριτην αυγή που ο Χάρος δεν τη σβύνει.
Και λάμπει η λυρική ψυχή και μεσ’ στο μνήμα εκείνη !

Βραδινή φωτιά, 1939

Κώστας Κουτσουρέλης: Μορφή και προφορικότητα

κολοτούρου
Σοφία Κολοτούρου, 
Η τρίτη γενιά, 
Τυπωθήτω 2015

Έως πρόσφατα ακόμη, οι κριτικογραφούντες γύρω από την ελληνική ποίηση συνήθιζαν να μας την αρμαθιάζουν σε γενιές ή δεκαετίες: πρώτη, δεύτερη, τρίτη, τέταρτη μεταπολεμική γενιά, και πάει λέγοντας. Σήμερα μου φαίνεται ότι και αυτοί οι ληξίαρχοι της ποίησής μας σαν να ’χουν βουβαθεί. Για τη γενιά του 2000 όλο και κάτι πρόλαβα ν’ ακούσω, για τη γενιά του 2010 ωστόσο, μέχρι τώρα τουλάχιστον, τίποτα.

Ευτυχώς, θα πρόσθετα. Διότι η ελληνική ποίηση σήμερα είναι αδύνατο να ταξινομηθεί με βάση την ηλικία των πρωταγωνιστών ή δευτεραγωνιστών ή τριταγωνιστών της. Αν έχουμε έναν τρόπο να την βάλουμε σε μια σειρά, ώστε να την καταλάβουμε καλύτερα, αυτόν τον τρόπο πρέπει να τον αναζητήσουμε στα θέματα και τη μορφή των ίδιων των ποιημάτων. Με βάση αυτές τις κατηγορίες, τη θεματική και τη μορφική, μπορούμε μέσα στο ασύντακτο πλήθος να διακρίνουμε σαφή μεμονωμένα χαρακτηριστικά, διαγενεακές ομάδες, ρεύματα, φυλές ποιητικές με μεταξύ τους συγγένειες όχι αμελητέες.

Η Σοφία Κολοτούρου όπως όλοι μας ανήκει κι αυτή σε μερικές απ’ αυτές τις φυλές, συγγενεύει με ομοτέχνους της και διακρίνεται από άλλους με βάση τα θεματικά και μορφικά γνωρίσματα της δουλειάς της. Μορφικά, λ.χ., είναι προφανές, η Σ.Κ. είναι νεοφορμαλίστρια, μετέχει σε εκείνο το ρεύμα της ελληνικής ποίησης (κατά τη γνώμη μου το μόνο των τελευταίων δεκαετιών που συνεισέφερε κάτι καινούργιο), το οποίο πρεσβεύει τη δημιουργική επιστροφή στον έμμετρο στίχο και την αναγέννηση των αυστηρών μορφών.

Η Σ.Κ. γράφει πάνω στο στροφικό ομοιοκατάληκτο σύστημα, συνήθως το τετράστιχο, αλλά έχει δοκιμάσει και φόρμες όπως το σονέτο, η μπαλάντα ή το επωδικό ποίημα που προσομοιάζει με τραγούδι. Είναι αξιοσημείωτη δε η ικανότητά της να ξεδιπλώνει τα θέματά της κρατώντας τη ρίμα της άλλοτε ανεπαίσθητη εντελώς, όπως τη θέλει ο αφηγηματικός στίχος, κι άλλοτε –σπανιότερα– εντυπωτική, σχεδόν φανταιζίστικη, όπως ο λυρισμός το έχει κάποτε ανάγκη.

Θεματικά, η Σ.Κ. είναι ποιήτρια «περιστασιακή», με την έννοια που έδωσε στον πολύχυμο αυτόν όρο ο Γκαίτε. Δεν γράφει από τον αέρα, aus der Luft, όπως έλεγε ο μεγάλος Βαϊμαρινός, αλλά πατώντας γερά στο έδαφος των πραγμάτων, ιδιωτικών και δημόσιων. Το ιδεώδες της προγραμματικής, θεματικά αδέσμευτης, «απόλυτης» ή «καθαρής» ποίησης κάποιων ρομαντικών,  των συμβολιστών και πολλών νεωτερικών ποιητών, δεν είναι δική της υπόθεση. Άλλωστε αυτού του είδους η ποίηση, λόγω ακριβώς της αποστειρωμένης καθαρότητας και της αυτοαναφορικότητάς της, έχει τόσο πολύ ξεπέσει στις μέρες μας, ώστε να προκαλεί στον κακοπαθημένο αναγνώστη έκπληξη κάθε φορά που πιάνει στα χέρια του ένα ποίημα που ασχολείται με κάτι απτό, συγκεκριμένο, και όχι, για μια ακόμη φορά, με τις «λέξεις», τη «γλώσσα», τη «σιωπή» ή, φυσικά, την ίδια την… ποίηση. Η Σ.Κ. γράφει όταν έχει κάτι να πει – και το λέει με τη μεγαλύτερη δυνατή ευθύτητα, χωρίς γρίφους, χωρίς πόζες, χωρίς μορφασμούς. Και επειδή αυτά που την παρακινούν να γράψει είναι ποικίλα, από την πολιτική και κοινωνική μας ζωή ώς τις μυχιότερες προσωπικές και εξομολογητικές της στιγμές, εξίσου ποικίλη (και γι’ αυτό ενδιαφέρουσα) είναι η θεματογραφία της.

Ειδολογικά, η Σ.Κ. είναι ποιήτρια συγχρόνως λυρική και αφηγηματική. Τα ιαμβικά ποιήματά της έχουν μια ρυθμική αμεσότητα που τα φέρνουν πολύ κοντά στο τραγούδι. Έχουν άλλωστε μελοποιηθεί κάποια. Σε κάθε περίπτωση, έχουν έντονο το ακροαματικό στοιχείο, είναι φτιαγμένα για να διαβάζονται δυνατά, για ν’ ακούγονται. Στο σημείο αυτό θα ανοίξω μια παρένθεση, γιατί νομίζω παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Όταν η νεώτερη ποίηση πέρασε από τον έμμετρο, ομοιοκατάληκτο στίχο στον ελεύθερο, οι δημιουργοί της έχω την εντύπωση ότι δεν συνειδητοποίησαν τις συνέπειες του τολμήματός τους εκείνου. Ενθουσιασμένοι από την πρωτόγνωρη ελευθερία που κέρδισαν να διατάσσουν τις λέξεις κατά το δοκούν, χωρίς να λογοδοτούν σε καμιά δοσμένη από τα πριν φόρμα, δεν αντιλήφθηκαν ότι το νέο τους κέρδος έφερνε μαζί του και απώλειες σημαντικές. Η σημαντικότερη ήταν η έκπτωση αυτής ακριβώς της ακουστικής, ακροαματικής διάστασης του λόγου. Το τυπικό μοντέρνο ποίημα είναι γραμμένο για να διαβάζεται σιωπηρά, όχι για να απαγγέλλεται. Ήδη λόγω του σκοτεινού, ερμητικού του περιεχομένου, πρέπει κανείς να το διαβάσει πολλές φορές για να το καταλάβει. Δεν γίνεται να αποστηθιστεί, και αν το πετύχει κανείς ξεχνιέται εύκολα, του λείπει εκείνη η ρυθμική δομή που διευκολύνει την απομνημόνευση. Το κυριότερο: το μοντέρνο ποίημα δεν τέρπει συνήθως παρά μόνο μέσω του νοήματος και της εικονοπλασίας του, η καθαρά ρυθμική-μελωδική απόλαυση που μας προσφέρει το δημοτικό τραγούδι ή ο Ερωτόκριτος λ.χ, έργα που είναι σε θέση να τέρψουν το μικρό παιδί όσο και τον ενήλικα, τον φανατικό φιλαναγνώστη όσο και τον ολιγογράμματο, τον άνθρωπο που δεν έχει σχέση με τα βιβλία και τα γραψίματα εντατική, αυτή η ρυθμική, μελωδική διάσταση του ποιήματος στην μοντέρνα ελευθερόστιχη ποίηση έχει χαθεί. Γιατί; Γιατί από το ελευθερόστιχο ποίημα λείπει το στοιχείο της τακτής επανάληψης, της επαναφοράς ενός μοτίβου ή ενός σκοπού που αιχμαλωτίζει την ακοή και την εθίζει. Ο ελεύθερος στίχος, επειδή είναι ατομική υπόθεση του καθενός ποιητή, δεν διαπαιδαγωγεί, δεν καλλιεργεί μορφικά τον αναγνώστη, δεν τον παρακινεί να επιστρέψει σ’ ένα είδος ποιήματος ή να αναζητήσει άλλα παρόμοια, κάθε φορά ξεκινάει κανείς από την αρχή.

Αντιθέτως, όταν διαβάζουμε μια μπαλάντα της Σ.Κ. πρώτη φορά, μπορεί να μην γνωρίζουμε το περιεχόμενό της, όμως μας είναι οικεία, διότι έχουμε ξαναδιαβάσει μπαλάντες και γνωρίζουμε τη μορφή.  Και αντιστρόφως: ξεκινώντας από μια μπαλάντα της Κολοτούρου μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα και να χαρούμε περισσότερο μια μπαλάντα του Καρυωτάκη ή του Μπρεχτ ή του Φρανσουά Βιγιόν. Η παράδοση από μόνη της, η συνέχεια δηλαδή των μορφών και των ειδών, δημιουργεί το κοινό της.

Να γιατί λοιπόν, σε αντίθεση με την παραδοσιακή ποίηση, η σύγχρονη, η μοντέρνα ποίηση δυσκολεύεται τόσο πολύ να βρει ένα κοινό, και έχει εγκλωβιστεί δυστυχώς στις μέρες μας στα τείχη μιας φανατικής μεν αλλά και πολύ μικρής συντεχνίας. Οι πρώτοι εισαγωγείς του ελεύθερου στίχου, είναι αλήθεια, πίστευαν ειλικρινά ότι με τον τρόπο αυτόν ο λόγος θα γίνει πιο φυσικός, η ποίηση λιγότερο τεχνητή, πιο καθημερινή και πιο άμεση. Δεν κατανόησαν όμως ότι αυτό που φαντάζει τεχνητό, η αυστηρή μορφή, το μέτρο, η ομοιοκαταληξία, είναι όπως η μελωδία στο τραγούδι – συστατικό οργανικό και απαραίτητο, σχεδόν εκ των ων ουκ άνευ. Γιατί ποιος θα άκουγε τραγούδια χωρίς μελωδία; Το αποτέλεσμα ήταν ότι μαζί με τον έμμετρο στίχο και τις αυστηρές μορφές, η σύγχρονη ποίηση απεμπόλησε δυστυχώς και τους στενότερους δεσμούς τους με το μεγάλο ακροατήριο.

Αυτή την εσωτερική σχέση μεταξύ ελεύθερου στίχου και απώλειας του κοινού την αποτύπωσε εύστοχα σε μια της παρατήρηση μια σπουδαία Ουρουγουανή ποιήτρια του προηγούμενου αιώνα, η Ιδέα Βιλαρίνιο: «Λέω πως ο ελεύθερος στίχος υπήρξε μάστιγα καθώς, υπό το πρόσχημα ενός στίχου ‘ελεύθερου’, κόσμος και κοσμάκης που δεν ήταν ποιητές έγραψαν χιλιόμετρα ολόκληρα τεμαχισμένης πρόζας, η οποία, μαζί με άλλα είδη πτώχευσης που επέφερε, οδήγησε στην απώλεια του αναγνωστικού κοινού της ποίησης. Δεν σημαίνει πως υποτιμώ την ποίηση της καθημερινότητας, κι εγώ έχω γράψει καθημερινή ποίηση. Ποτέ όμως ελεύθερο στίχο.»

Θέλω όμως να πω και κάτι άλλο εδώ. Ο ρυθμός, το μέτρο, η ρίμα δεν είναι εξωτερικά στολίδια του λόγου. Υπάρχει ένας εσωτερικός μετρονόμος μέσα σε κάθε γλώσσα, μια προ του νοήματος, για να το πω έτσι, εμπειρία της γλώσσας. Η γλώσσα έχει ύλη, είναι ακρόαμα, ρυθμικό σύνολο, μας τέρπει προτού καν την καταλάβουμε. Μάλιστα αυτός ο ρυθμός είναι τόσο παρών, τόσο ισχυρός μέσα στη γλώσσα ώστε μας επιβάλλεται χωρίς καν να χρειαστεί να τον ακούσουμε, λειτουργεί μέσα μας όταν διαβάζουμε ή γράφουμε νοερά. Τα ποιήματα της Σ.Κ. είναι νομίζω μια λαμπρή απόδειξη γι’ αυτήν, τη ρυθμική, δύναμη της γλώσσας. Γραμμένα από άνθρωπο που δεν μπορεί να ακούσει, έχουν μελωδικότητα και ακουστικότητα πολύ πιο δουλεμένη και λεπταίσθητη από τα έργα των περισσότερων ομοτέχνων της σήμερα. Κι αυτό γιατί η γλωσσική καλλιέργεια της Σ.Κ. είναι βαθιά, η σχέση της με την ελληνική τόσο μύχια και πολύρριζη, ώστε στα ποιήματά της είναι σε θέση να ακούει καθαρά πράγματα που στ’ αυτιά ακόμη και σημαντικών ομοτέχνων της μένουν πολλές φορές ανήκουστα.

Κλείνω την παρένθεση. Είπα προηγουμένως ότι η Κολοτούρου είναι ποιήτρια αφηγηματική. Της αρέσει να διηγείται ιστορίες. Ιστορίες φανταστικές όπως αυτή του Καρυωτάκη και της Πολυδούρη ή βιωμένες, από τα παιδικά και σχολικά της χρόνια. Επίσης, η Σ.Κ. δεν αποστέργει τους τρόπους της σάτιρας και όπως ήδη είπα την πολιτική θεματολογία.  Τα αναφέρω όλα αυτά δίπλα δίπλα, διότι το τραγούδι, η αφήγηση, η σάτιρα και ο δημόσιος λόγος είναι ακριβώς εκείνα τα πράγματα που μας έλειψαν τις τελευταίες δεκαετίες του όψιμου μοντερνισμού. Με τον θερμό, ιδεαλιστικό ουμανισμό που διαποτίζει τα ποίηματά της προσωπικά έχω τις δυσκολίες μου. Βρίσκω ότι η ποιήτρια Κολοτούρου αγαπά τους ανθρώπους περισσότερο απ’ όσο τους αξίζει. Και για τον λόγο αυτό αγανακτεί ίσως περισσότερο απ’ όσο θα ’πρεπε με την αθλιότητά τους ή προσδοκά από εκείνους πράγματα που δεν μπορούν να της δώσουν.  Ωστόσο, δεν μπορώ να μην πω ότι το να ασχολείται κανείς ως ποιητής στην Αθήνα του 2015, την Ελλάδα της κρίσης και της παρακμής, με τη φτώχεια, τον κοινωνικό αποκλεισμό, την αναπηρία, την αδικία είναι σαν να ανοίγει στην ποίησή μας ένα παράθυρο στον δροσερό αέρα, σαν να γκρεμίζει τα τείχη του ναρκισσισμού και της εγωπάθειας στα οποία έχει αυτοεγκλειστεί, αλίμονο, η αγοραφοβική μας συντεχνία. Ακόμη δε περισσότερα όταν αυτή του η ενασχόληση δεν μένει μόνο στα λόγια, έστω κι αν είναι τόσο δραστικά και ποιητικά όσο στην περίπτωση της Σ.Κ., αλλά τα συνοδεύει και με πράξεις, και έργα. Για την ακτιβίστρια Κολοτούρου που έχει κάνει σκοπό της ζωής της την αρωγή των μη ακουόντων, και που με τη δράση της εξέθεσε στο φως για πρώτη φορά και με μεγάλο προσωπικό κόστος, ένα ολόκληρο παρακύκλωμα εκμεταλλευτών και εμπόρων του ανθρώπινου πόνου, μια συντεχνία αναπηροπατέρων εφάμιλλη με τις άλλες συντεχνίες που λυμαίνονται τον συλλογικό μας βίο, δεν είναι εδώ η ώρα και η στιγμή να μιλήσουμε. Όμως αυτή η Κολοτούρου και η ποιήτρια είναι το ίδιο πρόσωπο, κι αυτό λέει πολλά.

Ξαναγυρίζω στην ποίηση για να καταλήξω μ’ αυτήν. Εκφραστικά, η Σ.Κ. έχει τις ρίζες της στον Μεσοπόλεμο. Το κλίμα, και το ήθος των ποιητών εκείνης της εποχής, του Κοτζιούλα, του Καββαδία, του Σκαρίμπα, του Φιλύρα χαρακτηρίζει και τους δικούς της στίχους. Και στο ποίημά της «Μείζονες και ελάσσονες» που περιλαμβάνεται στην Τρίτη γενιά τούς απευθύνει ένα θαυμάσιο εγκώμιο.

Την ποίηση αγαπώ, των ελασσόνων
κι η ποιητική κοινότητα το ξέρει.
Γυμνάσματα επιλέγω, του Σεφέρη,
– αθάνατα σαν έπη των αιώνων.
Μεθάω με τις μπαλάντες του Βιγιόν.

Μες τον Φιλύρα ψάχνω, παραφρόνων
–της σύφιλης– τις σκέψεις. Μου προσφέρει
γαλήνη σ’ ουρανό το πεφταστέρι
στου Γκάτσου τα τραγούδια –οψίμων χρόνων–
κι εύρος ο Καββαδίας, των θαλασσών.

Τον Μάη στη Χαλκίδα ίχνη απογόνων
Σκαρίμπα αναζητώ το μεσημέρι.
Μες την Πεντέλη βρίσκω, καλοκαίρι,
σημάδια του Κοτζιούλα σ’ επιγόνων
σπαράγματα – του βίου κρυφών ωρών.

Κι απ’ άλλους; Κάτι λίγα, ήπιων τόνων –
που πνέει του μεσοπόλεμου τ’ αγέρι,
τo Λόγο καλλιεργώντας άξιο χέρι.
Στη δίνη τους βυθίστηκαν, των πόνων,
ματώσαν τις σελίδες των γραπτών.

Και ψάχνω μες τους στίχους τους και μόνον,
των φίλων που ’χουν τόσο υποφέρει,
τη μέθεξη που η ποίηση θα μου φέρει.
Οι ελάσσονές μου είναι, των συγχρόνων
–που μείζονες τους λέω– των ποιητών.

Όσοι θυμόσαστε τη Χαμηλή φωνή, την ανθολογία εκείνων των ποιητών που φρόντισε ο Μανώλης Αναγνωστάκης, καταλαβαίνετε ίσως τι εννοώ με τη λέξη ήθος. Ήθος είναι  τρόπος με τον οποίο βλέπεις τον κόσμο, εδώ αυτή η τρυφερή και συνάμα κριτική ματιά του ελληνικού αστικού Μεσοπολέμου. Η ματιά του ανθρώπου της πόλης που προσπαθεί να χαράξει τον δρόμο του μέσα από χίλιους δυο περισπασμούς και βιοτικές αβεβαιότητες και συνάμα να βρει το δικό του, εντελώς προσωπικό στοιχείο μέσα στην μαζική κλίμακα που τον περιβάλλει. Σε αντίθεση με τον ποιητή της φύσης, έναν Ελύτη λ.χ. ή έναν Σικελιανό, που βλέπει τον εαυτό του τμήμα αναπόσπαστο του κόσμου, και ταυτίζεται μ’ αυτόν κάθε φορά που τον υμνεί, ο ποιητής της πόλης έχει πάντοτε συναίσθηση της ατομικότητας, δηλαδή της μοναξιάς του. Λες και το άστυ είναι για όλους μας μαζί πατρίδα και ξενιτιά, και εκεί που αναγνωρίζουμε το σπίτι μας σ’ αυτό, να χρειάζεται να πάρουμε και κριτικές αποστάσεις. Η Σ.Κ. λοιπόν με τον ήθος του αστικού ποιητή, αυτή τη ματιά, που την πρωτοσυναντήσαμε στον Μεσοπόλεμο, την αναδέχεται και τη στρέφει παραπέρα, τη στρέφει στα καθέκαστα της σημερινής ζωής. Εμφανής είναι και η συγγένειά της, η εξοικείωσή της με τον αστικό λυρισμό που καλλιεργούν στα ποιήματά της σημερινοί σπουδαίοι ποιητές, κυρίως αυτοί του Τριωδίου, ο Δ. Καψάλης, ο Γ. Κοροπούλης και ο Η. Λάγιος που είναι και οι αμεσότεροί της πρόγονοι.

Με όλα αυτά που είπα ήδη θα καταλάβατε ότι, ευτυχώς για όλους μας, η Σ.Κ. Κολοτούρου δεν ανήκει στο ποιητικό mainstream. Στέκει παράμερα. Ευτυχώς γι’ αυτήν και για μας, επαναλαμβάνω! Γιατί έτσι, διατηρεί όχι μόνο την ανεξαρτησία, αλλά και την ειλικρίνειά της. Όπου συχνάζουν οι πολλοί, εκεί καραδοκεί και ο κομφορμισμός. Δεν είναι τυχαίο ότι ο προνομιακός χώρος για τη Σ.Κ. όλα αυτά τα χρόνια υπήρξε όχι τόσο το τυπωμένο χαρτί με τα βιβλία και τα περιοδικά του, άλλωστε αυτό είναι το δεύτερο βιβλίο ποιητικό που βγάζει, αλλά το ίντερνετ. Στο μεταξύ, υπάρχει μια ολόκληρη φουρνιά πλέον νέων ποιητών που, απαλλαγμένοι από τις τελετές και τις συνήθειες της ποιητικής συντεχνίας, έχουν γίνει γνωστοί κυρίως μέσα από τις διαδικτυακές τους δημοσιεύσεις. Ο Δ. Σολδάτος, ο Θ. Βολκώφ, ο Κ. Σφενδουράκης, ο Γ. Μπελεσιώτης είναι τέτοιοι ποιητές, της εποχής του διαδικτύου. Και προσέξτε: αυτός που γράφει για το ίντερνετ γράφει διαφορετικά από εκείνον που γράφει για το χαρτί. Ο λόγος σ’ αυτό το μέσο πρέπει να είναι άμεσος, δραστικός, ακαριαίος για να πιάσει. Η σκοτεινότητα και οι σχολαστικοί διακειμενισμοί για τον αναγνώστη του μέσου αυτού είναι αντικίνητρο, μόνο ό,τι έχει δραστικότητα και αμεσότητα προφορική μπορεί να του αιχμαλωτίσει την προσοχή.

Προσωπικά πιστεύω πως το μέλλον της ποίησης βρίσκεται ακριβώς σ’ αυτή τη νέα προφορικότητα και στις ευκαιρίες που διανοίγει το διαδίκτυο. Και πως, αντί να θρηνούμε για αυτά που χάνονται μαζί με την κουλτούρα του εντύπου που βρίσκεται σε αποδρομή (και ασφαλώς χάνονται πολλά και σημαντικά…), οι ποιητές θα ήταν προτιμότερο να κοιτάξουμε να εκμεταλλευτούμε τις δυνατότητες που οι νέες συνθήκες μάς προσφέρουν. Η ποίηση, ας μη το ξεχνάμε, βλάστησε, άνθησε και καρποφόρησε ήδη σε καιρούς που δεν ήξεραν τα βιβλία. Στην ανάγκη (κι αυτό δεν είναι ευχή, αλλά διαπίστωση), μπορεί να ζήσει και χωρίς αυτά.

Ομιλία εκφωνημένη κατά την παρουσίαση του βιβλίου στις 30.10.2015

Μαρία Μπλάνα: Δώδεκα χα·ι·κού

Εικονογράφηση:
ΕΥΘΥΜΙΑ ΖΑΧΟΥ
* * *
10474253_10152508515248897_2090070417804566502_n
* * *
Όλες οι φυλές
σε κυνήγι θησαυρού.
Πόλη, μπλοφάρεις;
* * *
 * * *
11015888_10152856041098897_935330583_n
 * * *
Κόκκινα φώτα 
είσοδος ελεύθερη
έξοδος κλειστή
 * * *
11063238_10152856042713897_1213949992_n
* * *
Η αρκούδα κρατά 
το ψάρι στα δόντια της
ξύλινο γλυπτό
 * * *
* * *
11063346_10152856042688897_598472843_n.jpg
 * * *
Η μέρα σβήνει
τον ήλιο τεμαχίζει
το συρματόπλεγμα
 * * *
11068762_10152856041443897_2063743582_n.jpg
 * * *
Το περιστέρι 
κάθισε στη φαλάκρα
του αγάλματος
 * * *
11073421_10152856041358897_1057371137_n
 * * *
Νέα σώματα
παλιώνουν πιο γρήγορα 
απ’ τα στρώματα
* * *
12064270_10153321158228897_221719409_n.jpg
 * * *
Μέσα στο πλήθος 
μου σφίγγεις την παλάμη
κανείς δε βλέπει
 
* * * 
Ποπ ειδώλια
με τα χέρια δεμένα
γοφούς ανοιχτούς
 * * *
12084005_10153321158263897_288724770_n
 * * *
Εύκολος στίχος
φιλοθεάμον κοινό
πυροτέχνημα
* * *
Μια πεταλούδα
στην εφημερίδα μου
επικαιρότης
* * *
Ένας άστεγος
πλένεται στο ρυάκι
Εθνικός Κήπος
* * *
Η πανσέληνος
στα σύρματα της ΔΕΗ
αλλάζει τόνο
 

Δύο κείμενα γιὰ τὸν Γιῶργο Χαβουτσᾶ

                                                               *    *    *

Σωτήρης Γουνελᾶς

ΠΛΗΣΜΟΝΗ ΟΜΟΡΦΙΑΣ

Γιῶργος Χαβουτσᾶς,
Σημεῖο Πετρούπολης,
Πλανόδιον, 2011

Τὸ πρῶτο κείμενο τοῦ Γιώργου Χαβουτσᾶ ποὺ διάβασα ἦταν στὴ Νέα Ἑστία γιὰ τὸν Γιοχάννες Μπομπρόφσκι καὶ τὸ βιβλίο του Ποιήματα (Ἁρμός, 2007) σὲ μετάφραση τοῦ φίλου ποιητῆ Δ. Γκότση. Μοῦ ἔκανε ἐξαιρετικὴ ἐντύπωση καὶ γύρευα νὰ βρῶ τί ἄλλο ἔχει γράψει. Μετὰ ἔπεσε στὰ χέρια μου τὸ βιβλίο του Ἡ φοινικιά, ἐκδομένο στὸν Γαβριηλίδη το 2005, ἑκατὸν εἴκοσι σελίδες ποιήματα, χωρισμένα σὲ ἑνότητες ποὺ οἱ τίτλοι τοὺς ξαφνιάζουν: «Οὐζμπεκιστάν», «Περσικὰ ποιήματα» κ.ἄ. Ὅπως καταλαβαίνετε βρισκόμαστε ἀλλοῦ, εἴμαστε ὁδοιπόροι τῶν καιρῶν καὶ τῶν τόπων ἂν ὄχι καὶ νομάδες, ἔστω κατὰ περιόδους, ἔστω περιστασιακὰ ἢ μέσα ἀπὸ ἕνα κρυμμένο ὑπαρξιακὸ βάθος ποὺ τὸ σκεπάζει ἡ βιοποριστική μας ἐνασχόληση στὸ Ὑπουργεῖο Οἰκονομικῶν (διαβάζω στὸ αὐτὶ τοῦ βιβλίου)!

Ἤδη στὴ Φοινικιά ποὺ γίνεται σκέπη του, ἀφετηρία, σύμβολο, ἔρωτας μέσα ἀπὸ μία καρδιακὴ συνομιλία μὲ τὸ δέντρο, τὰ φύλλα του, τοὺς καρπούς του, τὸν κορμό του, φτάνει σχεδὸν νὰ ταυτιστεῖ ὡς ποιητὴς μὲ τὸ δέντρο, θυμίζοντας τὸν Σολωμὸ καὶ τὴν προτροπή του «ἀκολούθησε… τὴ διαδικασία τοῦ φυτοῦ». Ἄλλωστε, τὶς πρῶτες σελίδες τοῦ βιβλίου κοσμεῖ μιὰ ζωγραφιά, μᾶλλον τοῦ ἴδιου, μὲ δεσπόζουσα τὴ φοινικιὰ στὴ μέση καὶ πιὸ ’κεῖ τὸ κεφάλι μιᾶς καμήλας.

Τροπικὰ κλίματα, ἔρημος, στέπες, ἀπέραντες ἐκτάσεις σιωπῆς, καυτὸς ἥλιος καὶ κάπου ἐκεῖ ἡ φοινικιὰ μὲ τὴ δροσιά της, ὄαση καὶ πηγὴ χυμῶν, μοναχικότητα σὰν κι αὐτὴ ποὺ ἀποζητᾶ κάθε ποιητὴς γιὰ νὰ μπορέσει νὰ βγεῖ ἔξω ἀπὸ τὰ περίκλειστα σχήματα τοῦ κόσμου, τῆς κοινωνίας, τῶν ἀνθρώπων, τῶν πραγμάτων.

Ἡ ποίηση τοῦ Χαβουτσᾶ σηματοδοτεῖ κάτι σὰν ὀδύσσεια, ταξίδια μακρινά, στάσεις, περισυλλογές, καταβυθίσεις μὲ μία σπάνια τρυφερότητα κάθε τόσο, θωπεῖες καὶ ἀγγίγματα, μὲ τὸν ἀέρα καὶ τὸ νερό, καὶ ἀνάμεσά τους νὰ ἀναδύεται ἕνας ἔρωτας ἁγνός, σχεδὸν παιδικὲς διεκδικήσεις διάφανες, τέχνη ποὺ ἔρχεται ἀπὸ ἀλλοῦ, ἀπὸ τῆς Ἀσίας τοὺς ἴσκιους καὶ τὶς σκιές, ἀπὸ τὸ «παιχνίδισμα τῆς σκιᾶς τῶν φύλλων πάνω στὸ ξύλο… λίγο πρὶν δύσει ὁ ἥλιος» (Φοινικιά, σ. 29). Ἀπὸ τοὺς στίχους του σηκώνεται μιὰ πλησμονὴ ὀμορφιᾶς, ποὺ τὴν ἀντλεῖ ἀπὸ τὸ χῶρο, τὴν ἀναζητᾶ μέσα του, ἀλλὰ δὲν θέλει νὰ ἀποξενώνεται διανοητικά, θέλει νὰ μιλᾶ ἐν ὀνόματι τῆς κτίσης ποὺ τὸν περιβάλλει, θέλει νὰ μιλάει μαζί της, ὄχι νὰ τὴν ὑποκαθιστᾶ ἔστω μὲ αἰσθήματα ἢ ποιητικὲς εἰκόνες.

Στὴν τωρινή του δουλειὰ Σημεῖο Πετρούπολης, ἡ ποίησή του ἐντοπίζεται πιὸ συγκεκριμένα χωρὶς νὰ χάνεται ἡ ἐπαφὴ μὲ τὰ στοιχεῖα, τὸν ἀέρα, τὸ χῶμα, τὴ φωτιά, τὸ νερὸ μέσα σὲ μιὰ πόλη, καὶ μέσα ἀπὸ μιὰ πόλη, μιᾶς χώρας ἀχανοῦς ὅπως εἶναι ἡ Ρωσία. Μέσα σὲ δισέλιδα ἢ τρισέλιδα ποιήματα καταφέρνει «ἀνακράσεις» ποταμῶν καὶ χιόνων καὶ γεφυριῶν, πουλιῶν καὶ ζώων, ἀλλὰ καὶ πολυτίμων λίθων σὰν τὸν «λάπις λάζουλι» (λαζουρίτη λίθο) μιὰ πέτρα μ’ ἕνα βαθυκύανο μπλὲ ὅπου πάνω της ἔγραφαν οἱ Αἰγύπτιοι τὰ κείμενα ἀπὸ τὴ Βίβλο τῶν νεκρῶν καὶ ὁ Χαβουτσᾶς μᾶλλον τὴν ἀντίκρισε νὰ κοσμεῖ τοὺς κίονες στὸν καθεδρικὸ ναὸ τῆς Πετρούπολης. Νὰ μὴν παραλείψω ὡστόσο νὰ θυμίσω ὅτι ὑπάρχει καὶ ὁμώνυμο ποίημα τοῦ Γέητς.

Οἱ προμετωπίδες του σὲ ὁρισμένα ποιήματα παρμένες ἀπὸ στίχους Ρώσσων κυρίως ποιητῶν (Μάντελσταμ, Ἀχμάτοβα, Τσβετάγεβα, Γκουμιλιώφ) δὲν ἔχουν μονάχα μιὰ συμβολικὴ σημασία, οὔτε ἀποτελοῦν μονάχα ὀδοδεῖχτες γιὰ νὰ παρακολουθήσει ὁ ἀναγνώστης τὴν ποιητικὴ ροή του ἢ νὰ διαβάσει τὴν ποιητική» του, ἀλλὰ σήματα συνοδοιπορίας, ἐπικλήσεις στὸ «πνεύμα» ἐκείνων, ἐνσωματώσεις τῆς «φωνής» τους στὴν ποίησή του, ἢ ἀκόμη καὶ διάθεση νὰ σμίξει ἡ δική του «φωνὴ» μὲ τὴ δική τους. Πιὸ χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ περίπτωση τοῦ Γκουμιλιὼφ (παντρεμένου μὲ τὴν Ἀχμάτοβα καὶ ἐκτελεσμένου τὸ 1921 χωρὶς δίκη) γιὰ τὸν ὁποῖο τιτλοφορεῖ ποίημα-ἀφιέρωση. Τὸ λέει: «Στὸν Νικολάι Γκουμιλιώφ». Τὸ ποίημα ἐκείνου «Περσικὴ μινιατούρα» φαίνεται νὰ τοὺς συνδέει. Ὁ Γκουμιλιὼφ στὴν προμετωπίδα ποὺ παραθέτει ὁ Χαβουτσᾶς ἐλπίζει ὅτι «ὁ Πλάστης θὰ μὲ κάνει περσικὴ μινιατούρα», ἀλλὰ πότε; «Ὅταν θὰ πάψω ἐπιτέλους / Νὰ παίζω τὸ κρυφτὸ μὲ τὸν κατσουφιασμένο θάνατο». Μὲ ἀφορμὴ αὐτὸ τὸ ποίημα ὁ Χάβουτσᾶς χτίζει τὸ δικό του, ζωγραφίζοντας τὴν οἰκειότητα καὶ τὴ συγγένεια ἀναμεταξύ τους, μετατρέποντας τὴν ὀμορφιὰ τῆς μινιατούρας σὲ ἀπόλυτη ἀπαίτηση, σὲ τελικὸ ἐπίτευγμα, σ’ ἕνα ταξίδι ἔξω ἀπὸ χῶρο καὶ χρόνο (μπορεῖ στὸ πλαίσιο μιᾶς περσικῆς μινιατούρας…), καθὼς ἀναζητᾶ «τὴν ἀδελφὴ ψυχή» σὲ ὑπερκόσμια διάσταση.

Ἡ σχέση του μὲ τὸν Γκουμιλιὼφ φαίνεται ἔντονα σὲ ἕνα ἄλλο ποίημά του ‒δὲν ἔχει τίτλο, χωρίζεται σὲ τρία μέρη καὶ φέρει προμετωπίδα ἀπὸ τὴν Ἀποκάλυψη‒ ὅπου δένει τοὺς στίχους του μὲ ἄλλο ποίημα ἐκείνου (τὸ ἔχει μεταφράσει στὰ ἑλληνικὰ ὁ Ε. Σοφρὰς (στὸ 1786 τχ. τῆς Νέας Ἑστίας, Φεβρουάριος 2006) μὲ τίτλο «Τρὰμ ποὺ ἔχασε τὸ δρόμο του», ἕνα ὄντως ἐκπληκτικὸ ποίημα). Σωστότερα, μέσα ἀπὸ τὴν ἀναφορὰ στὸ τρὰμ ἐκείνου, φεύγει μαζί του σ’ ἕνα μεταφυσικὸ ταξίδι, σὲ μιὰ ἀναζήτηση, ὅπου πιὰ δὲν χωροῦν τὰ γήινα περιγράμματα, οὔτε ἐμποδίζουν, ἀλλὰ γίνονται τρόποι ἐξόδου, μιᾶς ἀνύψωσης ἂν ὄχι καὶ μιᾶς ἀνάληψης, λέξη μὲ τὴν ὁποία τελειώνει τὸ ποίημα.

Ἀπὸ τὸ τρισέλιδο ἄτιτλο ποίημα τῶν σ. 40-42 μεταφέρω τοὺς τελευταίους λαμπροὺς στίχους:

Ἀπὸ τὰ πλοῖα ποὺ θὰ περάσουν
δὲν ἔχω, μάνα, χρεία κανενός,
κανένα τους δὲν θὰ μὲ φέρει σὲ σένα,
ἀφοῦ στέκεσαι πλάι μου
τὸ χέρι μου κρατᾶς
τὴ λύπη μου λειαίνεις
μαζὶ τώρα ποὺ ἁρμόζουμε
τὸ ἐκμαγεῖο τῆς Πετρούπολης
στὸ πρόσωπο τῶν ἄστρων.

Παρ’ ὅλο ποὺ τὸ σμίξιμο τοῦ Νέβα μὲ τὸν Ὑμηττὸ δὲν τὸ βρίσκω καὶ τόσο ἐφικτὸ (βλ. «Ἐπιλογικό», σ. 50), ὁ Γιῶργος Χαβουτσᾶς ἀνοίγει νέο δρόμο στὴν ποίηση.

ΣΩΤΗΡΗΣ ΓΟΥΝΕΛΑΣ

                                                                *      *      *

Γιῶργος Κασσιτερίδης

ΠΟΙΗΣΗ ΧΑΜΗΛΟΦΩΝΗ, ΜΑ ΟΧΙ ΤΡΕΜΑΜΕΝΗ

Janina Degutyte, Ποιήματα,
μετάφραση. Γιῶργος Χαβουτσᾶς,
Περισπωμένη, 2013

«Πῶς ἐπιλέγουμε ἕνα βιβλίο;» διερωτᾶται ὁ μεταφραστὴς στὸ ἐπίμετρο τῆς συλλογῆς τῆς Γιανινὰ Ντεκουτίτε. Καὶ ὑπῆρξε στ’ ἀλήθεια «τύχη ἀγαθή», ὅπως γράφει, πρῶτα ἀπ’ ὅλα γιὰ τὸν ἴδιο ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸ ἑλληνόφωνο ἀναγνωστικὸ κοινό, ὅτι στὶς 31 Αὐγούστου τοῦ 2005 σ’ ἕνα βιβλιοπωλεῖο τοῦ Βίλνους ὁ Γιῶργος Χαβουτσᾶς διέκρινε τὴν αὐθεντικότητα τῆς φωνῆς αὐτῆς ποὺ ἀναδύεται ἀπευθείας ἀπὸ τὰ δάση τῆς Βαλτικῆς, καὶ ἀποφάσισε νὰ τὴ μεταφράσει στὰ ἑλληνικὰ χαρίζοντάς μας τὴν εὐκαιρία νὰ προσεγγίσουμε τὰ «ἐξουθενωμένα ἡλιοβασιλέματά».

Ὁ τόνος τοῦ λυρισμοῦ τῆς Γιανινὰ Ντεκουτίτε εἶναι χαμηλός. Ἡ ζωὴ τῆς Λιθουανῆς ποιήτριας συνέπεσε μὲ τὰ χρόνια τῆς σοβιετικῆς κατοχῆς καὶ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ βδελυροῦ καθεστῶτος ποὺ ἐπηρέασε τὴ ζωή της, ἡ ὁποία –ὅπως ἡ ἴδια τὴ χαρακτηρίζει στὴν αὐτοβιογραφία της– ἦταν μιὰ ἀλληλουχία ἀπωλειῶν καὶ στερήσεων.

Ὁ πατέρας της πέθανε τὸ 1942, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ναζιστικῆς κατοχῆς τῆς χώρας της. Τότε ἀναγκάστηκε νὰ ζήσει μὲ τὴν ἀλκοολικὴ μητέρα της, ὑφιστάμενη σωματικὴ καὶ πνευματικὴ βία ἀλλὰ καὶ δημιουργώντας μαζί της δεσμούς, ὡστόσο, ἀναπάντεχους. Βέβαια, ἐρανίσματα τῆς τραγικῆς ζωῆς τῆς ποιήτριας λάνθαναν ἤδη στὰ ποιήματά της πολὺ προτοῦ ἐκδοθεῖ ἡ αὐτοβιογραφία της. Ὅπως ὑπογραμμίζει καὶ ὁ Μπρόντσκι, «δεν ὑπάρχει πραγματικὴ ἀνάγκη νὰ δημιουργηθεῖ ἡ αὐτοβιογραφία ἑνὸς συγγραφέα καθὼς ἡ βιογραφία του διαφαίνεται στὰ παιχνιδίσματα τῆς γλώσσας του».

Ἡ ἁπλότητα τῆς γραφῆς της ἀποδεσμεύει τὰ νοήματά της χαρίζοντάς τους εὐθύτητα καὶ οἰκειότητα. Χτίζει μὲ τὰ ποιήματά της ἕνα σπίτι, ἕνα σπίτι ποὺ μπορεῖ νὰ ἑνοποιηθεῖ μὲ τὴ φύση καὶ νὰ ἐξαϋλωθεῖ σὲ σύμβολο, στὴ φωνὴ μιᾶς χώρας ποὺ δὲν ἔχει φωνή:

τὸ σπίτι μου εἶναι ἀόρατο
τὸ σπίτι μου εἶναι ἀκαθόριστο.
Οἱ τοῖχοι του φτιαγμένοι ἀπὸ ἄνεμο καὶ πόθο.
Ἀπὸ λέξεις φτερουγίσματα πουλιῶν

Τὸ αἴσθημα τῆς λύπης ὑποβόσκει σὲ ὅλα της σχεδὸν τὰ ποιήματά της, μὰ δίχως ἀμλετισμούς. Σαφῶς, στὰ πλαίσια ποὺ ἔδρασε ἡ Ντεκουτίτε δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ μὴ λάβει ἡ τέχνη της κάποια πολιτικὴ διάσταση. Ἂν καὶ ἀναγκασμένη νὰ συμμορφωθεῖ στὸν «σοβιετικὸ ρεαλισμό» ποὺ προσπαθοῦσε νὰ δημιουργήσει περιχαρακώματα στὴν καλλιτεχνικὴ ἔκφραση, ἡ ἴδια κατάφερε μὲ τὴν αἰσωπική της γλώσσα καὶ μὲ τὸ πέπλο τοῦ ἀθώου νὰ καθρεπτίσει στοὺς στίχους της τὸν πόνο τῆς μητέρας ποὺ χάνει τὸν γιό της, τὸν πόθο τῆς κάθε Ἀντιγόνης νὰ θάψει τοὺς ἀδελφούς της, ἀσεβώντας στοὺς ἀνθρώπινους νόμους, ἀποβλέποντας ὅμως στοὺς οἰκουμενικοὺς ἠθικοὺς κανόνες.

Ἡ φωνὴ τῆς μητρικῆς ὀδύνης σ’ αὐτὸ τὸ ἔργο μπορεῖ ἴσως νὰ παραλληλιστεῖ μὲ ἐκείνην τῆς Ἀχμάτοβα. Ὡστόσο, ἡ Ντεκουτίτε δὲν ἀντλεῖ πάντα ἀπὸ τὰ προσωπικά της βιώματα, ἀντιθέτως ἐδῶ ἔχουμε νὰ κάνουμε μὲ μιὰ ποίηση τῶν ἀλλαγῶν καὶ τῶν μεταμορφώσεων, μὲ μιὰ ἔκφραστικὴ γλώσσα ποὺ παίρνει τὴ μορφὴ τοῦ δέντρου, τοῦ πουλιοῦ, τῆς Ἀντιγόνης. Καίριο σημεῖο τῆς ποιητικῆς τῆς Ντεκουτίτε ἀποτελεῖ ἡ σχέση της μὲ τὸν φυσικὸ κόσμο. Δὲν τοῦ προσδίδει ἀνθρώπινη φωνὴ καὶ χαρακτηριστικά, ὅπως συνηθίζουν ἀρκετοὶ ποιητές. Ἀντιθέτως, φαίνεται νὰ μιλάει ἡ ἴδια τὴ γλώσσα τῶν δέντρων, νὰ ἐπικοινωνεῖ μὲ τὰ πουλιὰ καὶ νὰ ἀκούει τὰ σκιρτήματα τῶν φύλλων. Ἡ σημύδα, τὸ πεῦκο καὶ ἄλλα δέντρα τῆς λιθουανικῆς φύσης γίνονται ἐν τέλει στὸ ἔργο της σύμβολα τῆς ἀλήθειας καὶ τῆς δικαιοσύνης· σύμβολα μὲ τὰ ὁποῖα καὶ ἡ ἴδια ταυτίζεται, καθὼς στὸ ἕλος τῆς λογοκρισίας καὶ τῆς σοβιετικῆς καταπίεσης κατάφερε νὰ σταθεῖ μόνη της, ὑψηλὴ καὶ ἀγέρωχη.

Ὅμως καὶ ὁ λαϊκὸς πολιτισμός –παραμύθια, παραδοσιακὰ μοτίβα καὶ μύθοι– διαπερνᾶ έξίσου τὰ ποιήματά της καὶ τοὺς προσδίδει μιὰ διάσταση οἰκουμενική. Οἱ στίχοι της δὲν ἀποτελοῦν προσωπικὲς ἐλεγεῖες, ἀλλὰ εἶναι ἀποστάγματα τοῦ πόνου ἑνὸς λαοῦ. Σταθερὰ ριζωμένη σ’ αὐτὸν τὸν λαϊκὸ πολιτισμὸ καὶ τὴ φύση, ἡ Γιανινὰ Ντεκουτίτε μᾶς δίνει μιὰ ποίηση χαμηλόφωνη, μὰ ὄχι τρεμάμενη.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΣΣΙΤΕΡΙΔΗΣ

Δημήτρης Ἀγαθοκλῆς: Ποιήματα

Αγαθοκλής, φωτό 
φωτό Δ. ΑΓΑΘΟΚΛΗΣ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
(μειδίαμα)

Ἦταν γραφτό, πολὺ πρὶν γεννηθῶ
πρὶν ματώσουν τὰ ϐιβλία
στὸ ψαλίδι τῶν χελιδονιῶν
μικραίνει ἡ μέρα ὁ ἥλιος μικραίνει
(ρόδα στὸ πέρασμά σου)
ϕύγαν πουλιὰ κοπάδια γνέθουν πιὰ
σ’ ἄλλη μηχανή, τὸν ϑρῆνο.
Ἐδῶ, ψήλωσε τὸ καλαμπόκι
καθένας χαράσσει νέα γραμμή· σὰ ϐόιδι.

Ἔτσι, εἰδώλιο λατρευτικό, ἀρχαῖο
μ’ ἕνα σερνάμενο καπίστρι εἶναι γραφτὸ
σ’ αὐτὸ τὸ χῶμα ποὺ μισῶ
—μύθος μακρυά σου— νὰ μείνω.


ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ ΒΡΑΔΥ

Φορές, ἔστεκε μὲ κρίνο μαραμένο γνωριμίας
στὴν πλατεία. Περίμενε νὰ σημάνει ἀκριβῶς νὰ πάει
καὶ πέντε καὶ δέκα κι ὅτι μόλις ἑτοιμάζονταν
νὰ στραφεῖ, νά την τρέχοντας ποὺ ὁρμᾶ σὰν πλημυρίδα
μὲ τὴ νύχτα στὰ μαλλιὰ συγγνώμη μὲς στὰ μάτια
νὰ πέφτει πάνω του καὶ νὰ γυρνᾶνε νὰ γυρνᾶνε
νὰ γυρνᾶνε ἐποχές, εἶναι μέρα εἶναι ἄνοιξη ἄνθισε
τὸ λουλούδι — ὁρίστε ποῦ ἤσουν· ἄργησες…


ΕΙΣ ΦΙΛΗΝ ΞΕΝΙΤΕΥΘΕΙΣΑΝ

Γυρίζω ἐδῶ ποὺ τόσο σὲ ὠνειρεύτηκα
νὰ ϐρῶ κάτι δικό σου…
Ἀπ. Μελαχρινὸς

Περνώντας στὰ μέρη σου, τὸν δρόμο
(ὄχι ἀπ’ τὴ δημοσιὰ ἀλλὰ τὸ γωνιακὸ οἰκόπεδο)
ποὺ χορτάριαζε κάθε καλοκαίρι
ϑὰ κοιτάξω νὰ σοῦ κόψω λίγα λουλούδια, μιὰ δραξιὰ
τριαντάφυλλο λεβάντα πικροδάφνη.
Θὰ τὰ σμίξω σὲ μπουκέτο μὲ λεπτὸ μίτο ἄνοιξης
μάρτη ἢ τὸν μαίανδρο ἀπ’ τὸν περίτεχνο κεκρύφαλό σου.
Μετὰ ϑὰ πῶ τὴν προσευχή, νὰ μυρίσεις πρῶτα-πρῶτα
καὶ λίγον οὐρανό, ξέρεις, μαζί της.

Θά ‘ναι ὅπως τότε ποὺ περίμενες στὴ στροφή.

Αὔριο, λοιπόν, σὰν περάσω ὅπου περνῶ κάθε πρωὶ
ϑὰ κοιτάξω νὰ σοῦ στείλω ὅ,τι ζητεῖς
ὑστερόγραφα στὰ γράμματά σου:
κάτι νὰ ϑυμίζει τὸν δρόμο, τὴ δημοσιά, ἐμένα.


ΠΕΡΙΜΕΝΕ

Περίμενε νὰ ὡριμάσει νὰ ὡριμάσει —
νὰ ὡριμάσει πρόσμενε ἕνα χέρι.
Ἔπεσε ἀπ’ τὸ ἀκρόκλωνο σάπισε
πρόσμενε τὸ χάδι στὸν ἥλιο
τώρα δὲν τὸν ἀγγίζει κανείς.

Περιμένει στὸ χῶμα, τὸ ϐράδυ.


ΛΟΞΑ ΣΕΝΑΡΙΑ
(καλὸς κἀγαθὸς)

Ἔφερε λοιπὸν στὸν νοῦ πολλὰ σενάρια.
Πὼς πήδαγε σὲ κτήριο νὰ σώσει ἕνα παιδὶ ϕλέγουσα λαμπάδα
πὼς προσφέρονταν γενναῖα γιὰ ἐκτέλεση-ληστείᾳ τραπέζης
πὼς ἔφευγε καλῶς τὸν πόλεμο ἀφήνοντάς της γράμμα

—τὰ συγχωρεῖ ὅλα!—

πὼς ἐξέπνεε Ἀριστόδημος λέοντας στερνὰ μαραθωνίου λόγια.
Καὶ ἡ κηδεία ἤτανε πάνδημος… Τρεῖς μέρες ἡ χώρα σὲ ἀργία.
Μεσίστιες σημαῖες χωρὶς πράξεις τὰ χρηματιστήρια
καὶ τὰ σχολεῖα, μαῦρες γιορτὲς καὶ ποιήματα.

Ἔτσι, μὲ σκηνογραφημένη ἔπαρση πὼς κάποιος ϑὰ ϑρηνεῖ
τὶς τελευταῖες του στιγμὲς ξάπλωνε
γιὰ νὰ ξυπνήσει ἄλλη μιὰ μέρα ἐλπίζοντας.

*  *  *

Ὁ Ἀριστόδημος ὑπῆρξε ἕνας ἀπ’ τοὺς 300 τῶν Θερμοπυλῶν, ὁ ὁποῖος
ὅμως γύρισε στὴν Σπάρτη λόγῳ τραυματισμοῦ, ὅπου καὶ περιφρονήθηκε
δεινῶς ἀπ’ τοὺς συμπολίτες του γιὰ τὴν μὴ συμμετοχή του στὴν μάχη.

* * *

ΑΙΣΘΗΣΗ

Γραμμὲς ἀνείπωτης ϑάλασσας γραμμὲς μεθυσμένης νύχτας

Φιλαπόδημα πουλιὰ σχέδια κεντήματος μὲ κρόσσια

Μαλλιὰ ἀνεμίζοντα, προβλήτα καὶ καράβι

Κοχύλια ἄδεια σπιτικὰ πρόσφυγες σ’ ἄλλα δάση

Γεράνια ἄσπρα καὶ μαβιὰ πυρκαϊὰ στὰ παραθύρια

Φωνὴ ψιλὴ τῆς λυγερῆς ἀσημόλευκα καὶ μήνη

Μνήμη γλυκὸ τοῦ κουταλιοῦ ἀσπροσένδοι καθρέφτες

Πλατανόφυλλη καρδιά — κόσκινο κῦμα!

Ἐ λ ε λ ε ῦ   Ἰ ῶ   Ὀ τ ο τ ο τ ο ὶ

Πρώτη ϐροχή, ϑέρος, ἀγριολούλουδο τῆς μοίρας.

* * *

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΑΤΙΑ

Ἐκεῖ ἐπὶ τῆς κλίνης
μία ματιὰ λίγο πρὶν ϕύγεις
ἦταν ἀρκετὴ νὰ σοῦ ϑυμίσει
πόσο ἐρωτευθήκατε, ἀγαπηθήκατε
ζήσατε τὴ ζωὴ
πόσο πονέσατε, δακρύσατε
γεράσατε μαζί.

Καὶ τὸ δάκρυ τῆς καρδιᾶς
ἀποστάλαμα γυμνὸ ἀντίο
ϕυσάει στερνὸ μιὰ στάλα τόση
νὰ σφαλίσει πῶς οἱ μνῆμες καὶ τὰ χρόνια
ἔφυγαν αἰώνια
Ἅγιοι Παναγιὰ καὶ Θεέ μου! — ϕύλλα
ἀνέμου στὸν καιρό.

[ Ἀπὸ τὴ συλλογὴ Ἄφεσις, http://www.dagathoklis.com ]

Διονύσιος Πλατανιάς: Ποίηση και αυτοέκφραση

1 (2)

του ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΠΛΑΤΑΝΙΑ

Ο Τ. Σ. Έλιοτ διετύπωσε κάποτε με ακρίβεια και εν είδει αφοριστικής διάγνωσης την ουσία της ποίησης, όταν έγραφε για τον ποιητικό νου ότι :

Μπορεί εν μέρει ή εξ ολοκλήρου να επενεργεί πάνω στην εμπειρία του ανθρώπου· αλλά όσο πιο τέλειος είναι ο καλλιτέχνης, τόσο περισσότερο θα διαχωρίζεται μέσα σε αυτόν ο άνθρωπος που αισθάνεται από τον νου που δημιουργεί· τόσο πιο τέλεια  ο νους θα αφομοιώνει και θα μετασχηματίζει τα πάθη που είναι το υλικό του.

The Sacred Wood:  Essays On Poetry and Criticism, 1921,  σ. 28 – Bartlebycom, 1999

Αυτή ακριβώς είναι η πλέον κρίσιμη ιδιότητα της ποίησης και ως τέτοια καθόλου αυτονόητη για νοοτροπίες όπως εν πολλοίς η πιο σύγχρονη νεοελληνική που καθορίζει αρκετούς ποιητές, όταν φαίνονται να  εγκατέχονται έντονα από το άγχος και την επιθυμία μιας κραυγαλέας ή επιδεικτικής έκφρασης των προσωπικών αισθημάτων και συναισθημάτων τους στο σώμα της γραπτής ποίησης, μη αντιλαμβανόμενοι πόσο αντι-αισθητικό είναι αυτό (ακόμα  και όταν υπάρχουν ψευδαισθήσεις  περί «καλόγουστου») και πόσος μάταιος κόπος διαστίχισης του πεζού λόγου σε ποίηση.

Επειδή τις περισσότερες φορές σε αυτές τις περιπτώσεις δεν έχουμε κάτι άλλο από συσσώρευση ποσότητας πεζού λόγου σε στίχο, αντί μιαν αναγωγή του λόγου σε ποιότητα και ουσία στίχου.

Όμως πρόκειται σαφώς για άλλο είδος διάταξης του λεκτικού χρόνου. Η ποίηση από την φύση και λειτουργία της καταργεί τον χρόνο ενώ ο πεζός λόγος τον προϋποθέτει και δεν υπάρχει πιο «άτσαλη» ποίηση από εκείνη που τελείται «εν χρόνω»  χαμένη στην επιθυμία αναπαραγωγής συναισθημάτων που θα έπρεπε ήδη να έχουν μεταμορφωθεί σε «κάτι άλλο» μέσα από τις διαδικασίες της ποίησης.

Η αυτοέκφραση,τουτέστιν, η τάση εκδήλωσης ή επίδειξης των προσωπικών συναισθημάτων σε βάρος κάθε άλλης παραμέτρου του λόγου ή της γραφής, μπορεί να είναι μόνο έξη ή ανάγκη της ζωής, όχι όμως της ποίησης. Η ποίηση επιδιώκει την «απόσπαση» από τον κόσμο με σκοπό το όσο δυνατόν πλατύτερο ή και πανοραμικό βλέμμα επ’ αυτού, για τον λόγο ότι όσο πιο πολύ απομακρύνεσαι από κάτι, τόσο συνολικότερα μπορείς να το βλέπεις. Από αυτή την άποψη η ποίηση δεν είναι «αυτοέκφραση». Θα έλεγε δε κανείς, πως ούτε καν την εμπεριέχει  ή οφείλει κατ’ ανάγκην να την εμπεριέχει.

Επειδή ακριβώς η αυτοέκφραση στην ποίηση κατά κανόνα είναι καθημερινός λόγος ή λόγος που μην αποτολμώντας να είναι είτε αμιγώς ποιητικός είτε αμιγώς καθημερινός, τείνει προς τις αμηχανίες και των δυο. Η ποίηση από την άλλη αποστρέφεται ή αποφεύγει τον «ενστικτώδη», ανακλαστικό των περιστάσεων λόγο προς όφελος ενός  πιο οργανωμένου και μεταφορικού λόγου.

Ο κακός ή ρηχός ποιητής επιδιώκει μια «ενσωμάτωση» στα γεγονότα, γίνεται «ένα» με το αντικείμενο του, πάσχει, υποφέρει, αναγγέλλει  ή, ακόμα χειρότερα, «φωνάζει» τα συναισθήματά του στους στίχους του·  με λίγα λόγια γράφει σαν να προσπαθεί να προσελκύσει την συμπάθεια ή την αγάπη από αναγνωστικά μάτια. Aυτό είναι το μυστικό της αποτυχίας του: μπερδεύει διαδικασίες της ζωής με διαδικασίες της δημιουργίας του λόγου.

Όμως όταν η ποίηση εκλαμβάνεται ως ο ανακλαστικός δέκτης της ζωής, τότε όχι μόνο διαγιγνώσκεται εκείνη η βαρβαρότητα που χαρακτηρίζει κάθε κακή η παρακμιακή ποίηση, τουτέστιν η εξίσωση της ζωής  με την ποίηση, αλλά κυρίως, σε αυτή την περίπτωση προκαλεί έκπληξη η αδυναμία κατανόησης της ποίησης ως τέχνη στην πλέον ουσιώδη ιδιότητά της:   αν η ζωή μπορούσε να είναι πλήρως «αυθυπόστατο» και «αυτοερμηνευόμενο» φαινόμενο τότε όχι μόνον δεν θα χρειαζόταν την ποίηση αλλά και καμμία άλλη τέχνη. Από την άλλη, εκείνο για το οποίο η ζωή υπεραρκεί, δεν έχει νόημα η ποίηση να το αναπαράγει.

Η ποίηση έρχεται να πει κάτι «παραπάνω» από την ζωή, όχι να την αναπαράγει·  ούτε καν να την αντιστοιχίσει κατ’ ανάγκην με το υποκείμενο της γραφής. Κυρίως, δεν έχει να κάνει τόσο πολύ με την έκφραση των προσωπικών συναισθημάτων· είναι πάνω απ’ όλα ένας τρόπος να κατανοούμε τον κόσμο και όχι να χαιρόμαστε ή να λυπόμαστε γι’ αυτόν (χωρίς φυσικά να αποκλείεται και αυτό, αλλά έχουν νόημα, στην ποίηση και στα πάντα οι προτεραιότητες ή ο «κεντρικός στόχος»).

Ή αλλιώς, όπως έλεγε ο Spinoza: «Προσπάθησα σκληρά να μην γελάω με τις πράξεις των ανθρώπων, ούτε να κλαίω με αυτές ούτε να τις μισώ, αλλά να τις καταλαβαίνω». (Ηθική, III)

Και αυτό δεν είναι μόνο δουλειά του φιλόσοφου αλλά και του ποιητή, ο καθένας από διαφορετική εποπτεία λόγου και διανοησιαρχική οπτική: Eκεί που η φιλοσοφία αναζητεί, εξάγει και αναστοχάζεται τα universalia από τους συλλογισμούς και τις θεωρητικές διαπιστώσεις της, η ποίηση επιχειρεί να διατυπώσει με μεταφορές την ουσία. Με λίγα λόγια είναι ένας τρόπος για να πειστούμε πως οι ιδιότητες των πραγμάτων δεν είναι συμπτωματικές αλλά ουσιαστικές, στο βαθμό που ποτέ δεν μπορούμε να δούμε την Ουσία άμεσα αλλά έμμεσα, μέσω της σκέψης (ποιητικής στην συγκεκριμένη περίπτωση).

Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι η ποίηση τελείται εν συναισθηματικώ κενώ. Μια τέτοια χοντροκομμένη παρερμηνεία θα ήταν τυπική κάθε παρακμιακής σκέψης που αδυνατεί να ξεφύγει από τις απλοποιήσεις του «είτε-είτε». ‘Ολα τα παραπάνω  στην ουσία υπογραμμίζουν το εξής: ο καλός ποιητής δεν «αφήνει» το συναίσθημα στην ποίηση όπως το νοιώθει (η ζωή έτσι κι αλλιώς αρκεί γι’ αυτό). Κατορθώνει να το μετατρέπει σε κάτι άλλο.

Μπορούμε όμως να συνοψίσουμε την όλη διαφορά ανάμεσα στις δυο αντιλήψεις περί «προσωπικού» στην ποίηση επιγραμματικά ως εξής: ο πραγματικός ποιητής διακρίνεται από το έντονα προσωπικό ύφος  ή στυλ στην ποίησή του· ο κακός από τα προσωπικά «συναισθήματά» του και την σφοδρή επιθυμία έκθεσής τους ως έχουν ή όπως νομίζει ότι έχουν, στην ποίηση. Ο μεν πρώτος μετασχηματίζει την προσωπικότητά του σε αυτό που οφείλει: λογοτεχνία. Ο δε δεύτερος σε συναίσθημα (για την ακρίβεια: σε επίδειξη συναισθήματος)  που δεν έχει τίποτε περισσότερο να κάνει από το να διατυπώνεται απλά σε γραπτό στίχο, σε μια δουλειά έτσι κι αλλιώς για την οποία αρμοδιότερος είναι ο πεζός λόγος.

Είναι δύο διαφορετικοι χειρισμοί της «προσωπικότητας» σε κάθε περίπτωση· ο πρώτος «αποσπασμένα» (απομεμακρυσμένα) στυλιστικός, ο δε δεύτερος απονενοημένα αυτοεκφραστικός.

Ή όπως λέει ο  Έλιοτ:

Στην πραγματικότητα, ο κακός ποιητής είναι συνήθως μη συνειδητός εκεί που θα όφειλε να είναι συνειδητός, και συνειδητός εκεί που θα έπρεπε να είναι μη συνειδητός. Και τα δύο λάθη τείνουν να τον καθιστούν «προσωπικό».  Ποίηση δεν είναι να αφήνεται το συναίσθημα ελεύθερο, αλλά μια απόδραση από το συναίσθημα· δεν είναι η έκφραση της προσωπικότητας, αλλά μια απόδραση από την προσωπικότητα. Όμως, ασφαλώς, μόνον εκείνοι που έχουν προσωπικότητα και συναισθήματα γνωρίζουν τι  σημαίνει να θέλεις να δραπετεύσεις από αυτά. (ό.π., σ. 30)

Και ξέρουν ακόμα τι σημαίνει να δραπετεύεις από τον Χρόνο, θα συμπλήρωνε κανείς σε αυτά τα λόγια του Τ. Σ. Έλιοτ. Γιατί ο ποιητής δεν είναι τίποτε άλλο παρά μονάδα μέτρησης της Αχρονίας, αν θα μπορούσε κανείς να το διατυπώσει έτσι.  Εξ αυτού του δημιουργικού παραδόξου προκύπτει η στυλιστική «απόσπασή» του από τον κόσμο κατά την διάρκεια της γραφής, όπως επίσης και η συνάλληλη με αυτήν απογύμνωση του γεγονότος sub specie aeternitatis.

Και αν ερμηνεύσει σωστά κανείς τον Έλιοτ μακριά από χοντροκομμένες προσλήψεις, θα καταλάβει γιατί οι καλοί ποιητές μετασχηματίζουν την προσωπικότητά τους σε έντονα διακριτό «προσωπικό στυλ» ενώ ταυτόχρονα πραγματώνουν εν έργω ένα  όσο το δυνατόν πιο «αποπροσωποποιημένο βλέμμα» ακόμα και όταν «ομιλούν» σε πρώτο ενικό πρόσωπο.

Δεν έχει νόημα, έτσι κι αλλιώς, να δεις δυο φορές στον χρόνο το ίδιο πράγμα με τον ίδιο τρόπο. Την δεύτερη φορά, θα πρέπει να το δεις «αλλιώς». Και η ποίηση αν μη τι άλλο μας επιτρέπει ένα πιο ώριμο, πιο ψύχραιμο βλέμμα επί των ανθρωπίνων, αρκεί φυσικά να υπάρχει και η ίδια ως δραστηριότητα ουσίας και όχι μόνο κατ’ όνομα.