ελληνική ποίηση

Στρατής Πασχάλης, «Ο Νεκρός Θεός είναι ο ίδιος ο Έρωτας»

 

«Το συνθετικό έργο είναι κάτι άλλο. Απαιτεί μία πολύ στέρεη σύλληψη και μία σχεδόν μουσική ενορχήστρωση. Μία σύλληψη την οποία χειρίζεσαι ποιητικά σε έναν μεγάλο αριθμό σελίδων, όπως θα χειριζόσουν μια υπόθεση, μια πλοκή, στο μήκος ενός μυθιστορήματος. Παραπέμπει, επίσης στη μουσική συμφωνία, βασισμένη σε μια αντίληψη αρχιτεκτονική. Απαιτεί έναν δυνατό πυρήνα που να αφορά, να είναι αμέσως ευανάγνωστος, και που να μην χάνεται πουθενά. Ουσιαστικά πρόκειται για ένα και μόνο ποίημα με πολλά μέρη και πολλές πτυχές. Αλλά η ενότητα είναι το παν. Να κρατιέται το υλικό γύρω από τον άξονα και να μην γίνεται πλαδαρό, φλύαρο, να κρατά το ενδιαφέρον του αναγνώστη, διαγράφοντας ένα τόξο μέχρι το τέλος, σίγουρο και σταθερό… Σήμερα θεωρούμε πια την ποίηση μια ειδική τέχνη για περιορισμένο κοινό. Κι είναι κρίμα. Κι αυτό έχει επιπτώσεις και στην κατάταξη των ειδών. Την τοποθετούν τρίτη μετά το μυθιστόρημα και το διήγημα, ακριβώς γιατί την κρίνουν με βάση τους νόμους της αγοράς και το περιορισμένο κοινό της

Από τη νεανική Ανακτορία ώς την πρόσφατη Μεγάλη Παρασκευή, ο ποιητής ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΑΣΧΑΛΗΣ έχει διανύσει πάνω από τέσσερις δεκαετίες και έχει να επιδείξει ένα ογκώδες έργο μοιρασμένο περίπου εξίσου σ’ αυτόν και τον προηγούμενο αιώνα. Με αφορμή το τελευταίο του βιβλίο, μίλησε στο Νέο Πλανόδιον και τον Κώστα Κουτσουρέλη για τα μεγάλα θέματα της γραφής του, την ποίηση αλλά και το θέατρο, τον έρωτα αλλά και την πολιτική.

 

(περισσότερα…)

Θανάσης Γαλανάκης, Αποχαιρετισμός στον δόκτορα

Ἀποχαιρετισμὸς στὸν δόκτορα

Ὅταν σοῦ ἔκλινα τὸ γόνυ εὐλαβικὰ
ποῦ νὰ προέβλεπα μιὰ τέτοια κατρακύλα
‒ ἐγὼ πὼς θά ’τρωγα ἀμάσητο παπᾶ
κι’ ἐσὺ πὼς θὰ κανοναρχοῦσες στὴ σαπίλα.

Νὰ ξεφτιλίζεσαι μὲ βρώμικες φανέλες
κι ὅλο νὰ κρύβεσαι πίσω ἀπ’ τὶς ἐκκλησιές.
Βυζὶ ἂν δὲν ἔχεις δὲν φτουρᾶν δέκα μπανέλες
κι ἀβγὰ δὲν βάφονται, Σωτήρη, μὲ πορδές.

Καὶ τώρα, πάει, μὲ ἐξέθεσες, φινίτο.
Θὰ λὲνε ὅτι εἶμαι εὐκολόπιστος καὶ βλίτο·
ὅτι ἀκόμα τρώω μὲ τὰ νεογιλά.

Ὅμως ἀφοῦ μοῦ ’χουν φανεῖ οἱ φρονιμίτες,
δαγκώνω ὀσφυοκάμπτες  —σὰν κι’ ἐσὲ— ἰησουίτες
ποὺ ἀκοῦνε «Πῆδα» καὶ ρωτᾶν «Πόσο ψηλά;».

Δεκέμβριος 2021

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

Αντώνης Μπαλασόπουλος, Τέσσερα ποιήματα

Ο κυνηγός

O κυνηγός
δε βλέπει τον θάνατο
στο στόχαστρο.
Βλέπει μονάχα
ένα μέσο στον σκοπό
κι έναν σκοπό στον στόχο.
Ξαπλώνει με το σίδερο
την αλεπού στο χιόνι.
Την κόκκινη κλωστή της
στο σεντόνι
ξετυλίγει.

Διαφεντεύει
την απόσταση
με τον σκύλο του.
Με την ακαριαία του βούληση
ράβει την ολόκληρη
πλευρά εδώ
στη σκισμένη
πλευρά εκεί
με τη μαύρη βελόνα
στον θάνατο τη ράβει
για προικιό.

Μέσα του όμως
μια άλλη αλεπού
τον τρώει
αόρατη, κυτταρική·
τουφέκι δεν ακούγεται.
Τη νύχτα, αργά,
θα βρει το πρώτο αίμα
εκεί που κατουράει.
Και θ’ αναρωτηθεί
πώς ήρθε πίσω
η πληγή.

~.~

Ο υποδεέστερος άγγελος

O υποδεέστερος άγγελος
με τα πρισματικά του μάτια
βλέπει τον παράδεισο
σαν μωσαϊκό
κρυστάλλινο, λευκό
σε σχήμα κύβου
πεθαίνει
πριν προλάβει
να τον γευτεί
το λίγο αίμα του
σαν μέταλλο
πικρίζει πάνω στη μικρή
Εδέμ, δίπλα στο φλυτζάνι
το κουτάλι για λίγο
δονείται
έπειτα ακούγονται πάλι
απρόσκοπτα
τα ωδικά πτηνά
που θα ’ρθουν
να τον κατασπαράξουν
γιατί είναι μόνο
ο υποδεέστερος άγγελος
γιατί υμνείται μόνο
εδώ
για μια στιγμή
και πάει.

~.~

Το κοράκι

Το κοράκι είναι ένα είδος παρωδίας·
ένας φτερωτός βανδαλισμός
σε βάρος του γράμματος.
Γιατί, ενώ φτιαχτήκαμε κατ’ εικόνα
και ομοίωση του προσώπου,
εκπέσαμε στην ομοίωση
ενός σημείου που φθείρεται
από ερμηνείες.
Κι έτσι θα θέλαμε
να είμαστε γυαλιστεροί
και μαύροι και κακόφωνοι
και να αφήνουμε ίχνη τσουγκράνας
στην χιονισμένη γη.
Αυτό είναι για μας το κοράκι:
Ένα «ποτέ πια» σκοτεινότερο
του παπαγάλου και πιο κατηγορηματικό
απ’ τη γλυκιά φλυαρία του αηδονιού,
ένας καθρέφτης που τον σπάμε
με τη θέλησή μας, παρά τα εφτά
χρόνια κακοτυχίας. Κι όσο
για το τι είμαστε εμείς για το κοράκι
δε γνωρίζω. Ρωτήστε
τα σύρματα και ρωτήστε τα χωράφια
που τρελαίνονται απ’ το κίτρινο στα στάχυα
και φύγετε, φύγετε μακριά
απ’ αυτό το ποίημα.

~.~

Ο φονιάς

Ο φονιάς τριγυρνάει ορφανός μες στο δρόμο.
Ποιος μπορεί να διατρέξει τις ερωτήσεις
που βαραίνουν στην πλάτη του;
Σε ποιο σπίτι γεννήθηκε;
Ποια βροχή Φθινοπώρου τον κλαίει;

Έχει μια καρδιά που γέρνει απ’ το αίμα
σαν ήλιος που δύει
κι έχει αδύναμο στέρνο. Έχει αδέρφια
μυριάδες, μεταξύ τους αγνώριστα.
Κι έχει ένα μικρό, σκουριασμένο τραγούδι.

Τον δικάζουν τα λιόδεντρα, τον δικάζει ο ήλιος.
Τον δικάζει η χλόη μυριόστομη
κι η επίορκη πάχνη· κι ο αδέκαστος κόρακας
τρυγάει τον σβέρκο του
και ρουφάει τη χαρά του και κρώζει.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΠΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ

Ένας πλους που περιπλέει τον θάνατο

Δήμητρα Χριστοδούλου
ευγενής ναυσιπλοΐα
Μελάνι, 2021

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Η ευγενής ναυσιπλοΐα είναι το 15ο ποιητικό βιβλίο της Δήμητρας Χριστοδούλου. Πενήντα ποιήματα γραμμένα όλα σε είκοσι-τέσσερις στίχους. Η αυστηρή οικονομία του στίχου και η συνύπαρξη μιας στέρεας νοητικής κατασκευής με τη ρίζα του υπαρξιακού απελπισμού αλλά και της συμπάθειας είναι ένας μόνιμος και γοητευτικός τρόπος στην Χριστοδούλου, Εδώ πρυτανεύει ο κομψός, ώριμος και βέβαιος ποιητικά πλους στη διπλή ζωή της συνείδησης που αδρανεί, ενώ ο νεκρός της περιφέρεται στις χαμένες δυνατότητες ή στις ανείπωτες διαστάσεις του υπαρκτού. Η εγκατοίκηση του φαινομενικά ακίνδυνου, τετριμμένα καθημερινού από τον εφιάλτη του, την εκκρεμότητά του, την ειρωνική διπλοτυπία του, η διεμβόλιση της προφάνειας με εκείνη την ασταθή ύλη του αμφίσημου είναι τα υλικά και τα κέρδη μιας ανάγνωσης που αφήνει στιβαρό χνάρι στον νου της ψυχής. Ποιήματα γερά δομημένα στη ρυθμική, ειρωνικά αποστασιοποιημένη, ενίοτε αφοριστική φράση, συχνά σε ενεστωτική ρηματική διατύπωση, καταγράφουν δήθεν διαπιστωτικά και ψύχραιμα τη χασματική συνθήκη της ύπαρξης που τελείται ταυτόχρονα στα στιγμιότυπα του βίου και στην παράλληλη δράση της συνείδησης που επανεγγράφει αυτά τα συμβάντα οδηγώντας τα στην επικίνδυνη περιοχή μιας ανησυχαστικής διαύγειας ή, άλλες φορές, στην επίκληση μιας ουρανόθεν λύτρωσης. (περισσότερα…)

Γιώργος Καμπασακάλης (1952-2002), Ο Καγιάμ κι εγώ

Αναδρομές : Μια στήλη του ΝΠ αφιερωμένη σε αξιομνημόνευτες στιγμές της παλαιότερης αλλά και της πιο πρόσφατης ελληνικής λογοτεχνίας. 

~ . ~ . ~  

 

Ο Καγιάμ κι εγώ
χτες πίναμε με τον Ομάρ Καγιάμ
μπρούσκο κρασί στυφό φωτιά γεμάτο.
Εντύπωση μου έκανε το πόσο
συγκρατημένος ήταν ο συμπότης μου
ολιγομίλητος, αγέλαγος και σοβαρός.
«Πάει καιρός, μου είπε, απ’ τη στιγμή
που ένιωσα και του κρασιού τη ματαιότητα
πάει καιρός που ο πόνος μου δεν έχει
παρηγοριά κι αναπαμό, δεν έχει τέλος».
«Μη σκας γι’ αυτό, του είπα στη στιγμή,
μονάχα πίνε κι άφησε τον πόνο να υπάρχει
κάποτε πίναμε για λησμονιά του πόνου
.                                                               τώρα ας πίνουμε
προς δόξαν του κρασιού αυτού και μόνο».
«Μη μου ζητάς να γίνω ειδωλολάτρης, ανταπάντησε
ας πίνουμε και ας μένουμε σιωπηλοί
αυτό μονάχα, τίποτ’ άλλο».

Μετά την ποίηση, χ.χ., σ. 37.

 

Πηγή: Πέρσα Αποστόλη, «Η αναζήτηση μιας γνήσιας πνευματικότητας ως αντίδραση στις παθογένειες της μεταπολιτευτικής εποχής. Η περίπτωση του αναρχοχριστιανού μυστικιστή Γιώργου Καμπασακάλη (1952-2002)», στον τόμο Μεταπολίτευση 1974-1981. Λογοτεχνία και πολιτισμική ιστορία, Επιμέλεια Γιάννης Δημητρακάκης-Αναστασία Νάτσινα, Εκδόσεις της Φιλοσοφικής Σχολής, Πανεπιστήμιο Κρήτης, Ρέθυμνο 2021, σ. 301-302.

 

 

Στο κάτοπτρο του μύθου

Σχόλια πάνω στην ποιητική σύνθεση της Αυγής Λίλλη, Στην άκρη μια ουρά (Θράκα 2021)

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

Με την τρίτη κατά σειρά ποιητική κατάθεσή της Στην άκρη μια ουρά, η Αυγή Λίλλη συγκροτεί έναν πολυσήμαντο ποιητικό χώρο, στον οποίο τα ήδη κατακτημένα όπλα μιας σπαρακτικής διακειμενικότητας, μιας ανατρεπτικής όρασης και κυρίως μιας βίαιης αποστακτικής επεξεργασίας του λόγου οξύνονται ακόμη περισσότερο. Όπως, καταδεικνύει τόσο ο τίτλος όσο και η καλαίσθητη εκδοτική της ανά χείρας συλλογής-συνθετικού ποιήματος, η Αυγή Λίλλη διαλέγεται δημιουργικά με τον γνωστό, σκοτεινό μύθο της μικρής γοργόνας του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Πιο συγκεκριμένα, ο διάλογος εντοπίζεται αφενός στον άνισο αγώνα με τον χρόνο που επιβάλλεται προοδευτικά, τραυματικά και αδιαπραγμάτευτα στην ύπαρξη και αφετέρου στον αρχέγονο έρωτα, ο οποίος αν και δρα προς στιγμήν εξισορροπητικά στην έντονη παρουσία του θανάτου, προβάλλει, εντούτοις, αντιθετικά και επίμονα από τη μια το τυραννικό δράμα του ανικανοποίητου, ανεκπλήρωτου κι από την άλλη το δράμα της αναπόφευκτης φθοράς του τελειωμένου. Το βιβλίο αυτό, με άλλα λόγια, αποτελεί, κατά την άποψή μου, μια σύνοψη ιδεών που αναπηδά από βιώματα έρωτα και απώλειας και συμπυκνώνει αισθητικά τη βιολογική, αλλά και ποιητική ωρίμανση της ποιήτριας, η οποία μοιάζει να εισέρχεται σε μια εποχή αποχαιρετισμού του έρωτα. (περισσότερα…)

Ἄθως Δημουλᾶς, Ἄλλη

 

Αναδρομές : Μια στήλη του ΝΠ αφιερωμένη σε αξιομνημόνευτες στιγμές της παλαιότερης αλλά και της πιο πρόσφατης ελληνικής λογοτεχνίας. 

~ . ~ . ~  

 

Α Λ Λ Η

Παλμός και ρίγος. Ιαχές. Πάλη.
Νίκη ή ήττα. Λήθη. Και πάλι
παλμός και ρίγος. Ιαχές. Πάλη.
Νίκη ή ήττα. Λήθη πάλι.

Και δεν γνωρίζεις αν είναι άλλοι
οι νικηταί κι οι νικημένοι άλλοι.
Και όλ’ αυτά για μια ζωή άλλη,
μεγάλη και καλύτερη. Άλλη. Άλλη.

Για μια ζωή χωρίς τη ζάλη
από του χρόνου τη σπατάλη.
Χωρίς της τύχης την κραιπάλη.

Χωρίς το φόβο τι θα βγάλει
η μνήμη ή το αύριο. Γι’ άλλη
ζωή. Καλύτερη. Άλλη. Άλλη.

Άλλοτε και Αλλού, 1966
( Τα ποιήματα 1951-1985, Στιγμή 1986, σ. 129 )

 

 

 

Ἀναστάσης Βιστωνίτης, The Raven

 

Αναδρομές : Μια στήλη του ΝΠ αφιερωμένη σε αξιομνημόνευτες στιγμές της παλαιότερης αλλά και της πιο πρόσφατης ελληνικής λογοτεχνίας. 

~ . ~ . ~  

 

T H E   R A V E N

Στὶς σελίδες τοῦ βιβλίου τὸ κρύο φῶς τοῦ δωματίου,
κόκκινες πληγὲς τὰ μάτια καρφωμένα στὸ κενό,
στὸ ταβάνι μαῦρο στίγμα καὶ τὸ στῆθος μου ἕνα ρῆγμα,
δηλητηριῶδες μεῖγμα στὸ ποτήρι τὸ νερό –
σπάζουν γύρω μου τοπία μ’ ἕναν πορφυρὸ σπασμό.

Σώματα πελεκημένα καὶ ποτάμια παγωμένα,
πρόσωπα μεταφερμένα σ’ ἕνα μέλλον σκοτεινό,
χάνονται μακριὰ τὰ φῶτα κι ἔχω ἀκάλυπτα τὰ νῶτα –
κομματιάζουνε τὴν πόρτα μ’ ἕναν ξέφρενο ρυθμό.
Ἔχω μέσα μου τὸ φόβο ποὺ μὲ σπρώχνει στὸ κενό.

Τὸ πουλί, βαλσαμωμένο, μοῦ φωνάζει: «Περιμένω
ἕνα χτύπημα στὸ χρόνο, μιὰ ἄγρια νεροποντή».
Πρὶν ἐτούτη ἡ νύχτα λήξει κάποιο χέρι θὰ μὲ πνίξει
καὶ μὲ φόβο θὰ τυλίξει τὴν αὐριανὴ ἀστραπή.
Δίχως φῶς καὶ δίχως χρῶμα θὰ μὲ θάψουν τὴν αὐγή;

Ἀπαντῶ στὸν ἑαυτό μου: «Εἶσαι γέννημα τοῦ τρόμου,
παραλήρημα τοῦ ἀνέμου ποὺ σφυρίζει στὰ κλαδιά,
στάχτη μιᾶς φωτιᾶς σβησμένης, τίποτε δὲν περιμένεις,
γέννημα τῆς πεθαμένης νύχτας ποὺ σὲ κυνηγᾶ».
Λύκοι ἀπ’ τὸ Βορρὰ θὰ σπείρουν αὔριο δόντια καὶ σκουριά.

Ἄνοιξη κομματιασμένη καὶ στ’ ἀγρίμια μοιρασμένη,
πέφτουν τὰ κλαδιὰ τῶν δέντρων καὶ παγώνουν οἱ πηγές,
ἔτσι ἡ λύπη μου φυτρώνει πάνω σ’ ἕνα ὑγρὸ σεντόνι,
ἔτσι ἡ λύπη μου ματώνει τῶν ματιῶν μου τὶς πληγές.
Ζῶ σ’ ἕνα παρὸν ἀβέβαιο κι ἕνα σπαραγμένο χθές.

Τὸ πουλί, ἀναστατωμένο, μοῦ φωνάζει: «Κατεβαίνω
ἀπ’ τὸν κόσμο τοῦ θανάτου κι ἀπ’ τὴ χώρα τῆς ὀργῆς».
Τρίζουν πόρτες καὶ σανίδια, μπαίνουν ἀπ’ τὶς τρύπες φίδια,
πέτρες, σίδερα, σκουπίδια καὶ μαχαίρια τῆς σφαγῆς.
Ἔχω μέσα μου τὸ φόνο καὶ τὴν τρέλα τῆς φυγῆς.

Ἔτσι πέθανε τὸ μέλλον καὶ ἡ ἐλπίδα τῶν ἀγγέλων
ποὺ δὲν γνώρισαν τὸ πένθος γιὰ νὰ βάψουν τὰ φτερά.
Τρόμος ἔγινε ἡ γαλήνη καὶ τὰ χρώματα μοῦ σβήνει,
γύρω γύρω ἡ νύχτα στήνει τὰ τρελά της σκηνικά –
ὁ οὐρανὸς μοῦ δείχνει νέφη καὶ τὴ σάπια του καρδιά.

Πέφτουν στὸ θολὸ μυαλό μου τὰ πηχτὰ νερὰ τοῦ δρόμου,
μέσα ἀπὸ τὰ μάτια τρέχουν τῶν ἐπίπλων οἱ σκιές,
εἶμαι μόνος μου, κρυώνω καὶ τὴν τρέλα μου πυκνώνω
σ’ ἕνα μεθυσμένο χρόνο πού ’χει γύρω του γραμμὲς
μπερδεμένες μὲς στὸ χῶρο καὶ σ’ ἀνώνυμες φωνές.

Ἕνα φῶς σκελετωμένο, βλέμμα κάποιου κρεμασμένου
μὲ τὰ μάτια πεταγμένα πρὸς τὸ μέλλον καὶ σκληρά,
σὰν ἐξογκωμένος φόνος πέφτει στὴ ζωή μου ὁ χρόνος,
σὲ μιὰ κάμαρα εἶμαι μόνος μ’ ἐφιάλτες καὶ σφυριὰ
κι ἕνα ἐβένινο κοράκι κρώζει καὶ σκορπάει φτερά.

Δὲν μπορῶ να σὲ ρωτήσω. Ἀπὸ τὸ παρόν σου πίσω
κρύβεται, πουλί, μιὰ λάμψη καὶ μιὰ μέθη ἀπὸ φωτιά.
Φιμωμένος στὴ σιωπή μου, χτυπημένος στὴ στοργή μου,
μὲ τὸ χρῶμα τῆς ἐρήμου ποὺ σκοτώνει τὰ φυτὰ
ταξιδεύω σ’ ἕναν κόσμο ποὺ δὲν γέννησε πουλιά.

ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΒΙΣΤΩΝΙΤΗΣ

Alone. Ποιήματα στον Ε. Α. Poe, 1975
(τώρα στα Ποιήματα 1971-2008, Καστανιώτης, σ. 79-81)

 

 

 

 

 

Θωμάς Ιωάννου, Δύο ποιήματα

~.~

ΛΑΚΩΝΙΚΑ

Λακωνικά τα μάτια σου
Μου τα ’παν όλα εν ριπή
Τα βλέφαρά τους γέρνοντας στον ώμο μου
Τ’ όνειρο να σκουντήσουν

Πάει καιρός που ήταν άπιαστα
Και μήτε με τη θύμηση δε τα ’φτανα
Τις νύχτες που σημάδευα ψηλά
Τα σιδερένια τ’ ουρανού πουλιά
Να προσγειώσω πάνω μου

Μα τώρα πια σε μέρες γόνιμες
Στις κόγχες τους σαν μπαίνω
Να τα προλάβω ανοιχτά
Προτού ποτέ με κλάψουν
Ή των ομματιών τους πάρουνε
Φέγγουν οι κόρες μας σε πλήρη διαστολή
Σαν κόλπος πριν τη γέννα

Μια τρίχα άσπρη μια ρυτίδα
Κι αν δεν βρήκες πάνω μου
Μες στο κουβάρι των φλεβών
Άραγε είδες όσα έγιναν καπνός
Πίσσα και νικοτίνη στόμωσαν
Το σφυγμικό μου κύμα
Και τράτο πια δεν έχω

Μα με  συνοδηγό το βλέμμα σου
Φουλάρω πάλι την καρδιά

Μ’ ένα σκαρί αβέβαιο
Τέρμα Θεού να φτάσω

~.~

ΤΑΙΝΑΡΟ

Πήγα και ήρθα
Δυο και τρεις
Ως τον αγύριστο
Για να σε δω μια στάλα

Αλλά στο γυρισμό στιγμή δεν πάψανε
Να τρέχουν οι καθαριστήρες στο παρμπρίζ
Γυαλί να κάνουνε τα μάτια μου
Το πρόσωπό σου μη βραχεί
Απ’ του καιρού την μπόρα

Νύχτες σαν παίρνω το αμάξι μου ξανά
Με καρφωμένη την ταχύτητα στην πρώτη
Ν’ ανέβω του λαιμού την ανηφόρα σου
Τον Γολγοθά τόσης σιωπής
Τρεχάτος με τη γλώσσα έξω να διαβώ
Το σταυρουδάκι σου να σύρω
Που βαραίνει πάνω μου
Όσο με χίλιους όρκους

Απάτητο να μην αφήνω πόντο
Απ’ το δέρμα σου
Και ας στερέψει τ’ οξυγόνο μου
Στην πιο ψηλή του αίματός σου κορυφή
Άντρας με άντρα να λογαριαστώ
Με τον Ταΰγετο
Που από μικρή στα πόδια του σε έχει

Μονόπετρο να σου περάσω τον Μυστρά
Στο χώμα σου να μπω
Μέχρι το Ταίναρο

ΘΩΜΑΣ ΙΩΑΝΝΟΥ


Από το επερχόμενο ποιητικό βιβλίο του Θωμά Ιωάννου, Δρόμος ημιαντοχής.

~.~

H ατελείωτη ιστορία ενός δωματίου

Μυρτώ Χμιελέφσκι
Ο πίσω τοίχος, ο ανεπίσημος
Αθήνα: Ενύπνιο 2021

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

Στο δεύτερό της βιβλίο με τίτλο Ο πίσω τοίχος, ο ανεπίσημος, η ποιήτρια και εικαστικός Μυρτώ Χμιελέφσκι συνεχίζει τις αστικές περιπλανήσεις της, επιλέγοντας θραύσματα της καθημερινότητας και ανάγοντας τις παρατηρήσεις ανθρώπων και χώρων σε υλικό ποιητικού σχολιασμού και μετασχηματισμού της πραγματικότητας. Οι περιπλανήσεις στα κείμενα της Χμιελέφσκι γίνονται τρόποι για να δει κριτικά τις διαδρομές τις δικές της και των άλλων, χωρίς να ενδιαφέρεται να συγκροτήσει μια ενιαία εικόνα του αστικού τοπίου και των κατοίκων του. Αντίθετα, συναρμολογώντας τα σπαράγματα που διαπερνούν χώρους και ανθρώπους παραθέτει συμβάντα με τρόπους πολυφωνικούς. Η πολυφωνικότητα εδώ έχει την εκκίνησή της όχι μόνο από τις διαφορετικές φωνές που διατρέχουν το βιβλίο, αλλά και από όλες τις συνομιλίες μαζί τους. Η αλληλεπίδραση της ποιήτριας με όσα και όσους περιγράφει συνεχίζεται καθώς εξελίσσεται το βιβλίο και παρουσιάζονται τα συμβάντα και ο αντίκτυπός τους. Οι συνέπειες της ανθρώπινης κατάστασης γίνονται ύλη βιωματική, η οποία συνοδεύεται από μια διαρκή μνημονική αναζήτηση παρελθόντος-παρόντος. Πέρα από το να καταγράφει στιγμές του καθημερινού η Χμιελέφσκι αφήνει ανοιχτά τα ενδεχόμενα για τα όρια της οικειοποίησης και για το πού βρίσκονται οι δικές της ιστορίες μέσα σε αυτές των άλλων.

(περισσότερα…)

Γιώργος Παλαβράκης, Τρία σονέτα

Τρία σονέτα

Εκμυστήρευση
Σύντομος εσωτερικός μονόλογος με φανταστικό κοινό την Αθηνά

Μακάρι να μπορούσες, καλή μου Αθηνά,
να αισθανθείς τη λύπη που πάντα κουβαλώ,
να δεις πως τη ζωή μου η τύχη προσπερνά
και στα σκαλιά του βίου διαρκώς κατρακυλώ.

Τι φταίει πραγματικά που άλλαξε ο κόσμος
και πια κανείς δεν είναι λιγάκι προσηνής
σταμάτησα να ψάχνω, με κούρασε ο δρόμος·
απόμεινα υπηρέτης μιας τέχνης ταπεινής.

Φοβάμαι μήπως τώρα με παρεξηγήσεις,
μην φαίνεται πως πέφτω θύμα κάποιας πλάνης.
Οδύρομαι μονάχος, θέλω εξηγήσεις

που βρέθηκα αδίκως σε ιστό αράχνης.
Βαρέθηκα να βλέπω χέρια που αρπάζουν,
που στήνουνε καρτέρι και σοδειές ρημάζουν.

Σβηστές οθόνες
Στον Θάνο Γιαννούδη

Τους νέους μην υποτιμάς ποτέ σου, Θάνο,
τα μέτρα είναι στην ψυχή τους χαραγμένα.
Μην πας μακριά αλλά κοίταξε και δες εμένα·
παιδεύομαι πολύ μα το σονέτο φτιάνω.

Σ’ απελπισιάς καιρούς, στα δύσκολα επάνω
φαντάζουν όλα είδωλα θρυμματισμένα.
Τα σπίτια μένουν χαμηλά κι ερειπωμένα·
ωστόσο, τη σιγή διακόπτει ένα πιάνο.

Είν’ εύκολο μια ιδέα ποίημα να γίνει
αν, πράγματι, ακολουθήσεις τους κανόνες.
Το ζήτημα μονάχα είναι τι θα μείνει

σαν κάποτε μεμιάς παρέλθουν οι αιώνες
και καταλάβουμε πως πια το έργο φθίνει,
πως τέλειωσε νωρίς και σβήσαν οι οθόνες.

Εφιάλτης

Δεν κελαηδούνε τα πουλιά στην μπόρα,
τα σήμαντρα πια πένθιμα χτυπούνε,
περαστικοί αδιάλειπτα ρωτούνε
τι μέλλει να συμβεί κακό στη χώρα.

Η θύελλα ζυγώνει απ’ ώρα σ’ ώρα
τα δέντρα από τον άνεμο λυγούνε,
τα βήματα σαν κρόταλα ηχούνε
και πλησιάζουν τα παιδιά μας τώρα.

Βαριόμοιροι, περίτρομοι γυρνούμε
να περισώσουμε τα υπάρχοντά μας,
σε καταφύγια να προστατευτούμε

να μην ξοφλήσει αίφνης η γενιά μας.
Από εφιάλτη ζοφερό ξυπνούμε
μα ήδη έχουν σπάσει τα φτερά μας.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΛΑΒΡΑΚΗΣ


Ο Γιώργος Παλαβράκης γεννήθηκε στα Τρίκαλα (Θεσσαλίας) το 1992. Σπούδασε Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Παράλληλα με τα φιλολογικά έχει εργαστεί αρκετά χρόνια ως μουσικός. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε ηλεκτρονικά περιοδικά.

Φωτεινή Βασιλοπούλου, Παραμύθια χωρίς αύριο

Κόκκινη κλωστή

Κρεμόταν απ’ τον ουρανό
από μια κόκκινη κλωστή
από της Νύχτας το σπασμένο χέρι.

Πάνω απ’ το δάσος των ανθρώπων
χέρια κλαδιά και δόντια κοφτερά
αχ, και πώς την πεινούσαν!

Φεγγάρι από πάνω της δρεπάνι
χλωμό ξεματωμένο διψούσε για κορίτσι.
Ήθελε να το πιει και να χορτάσει
αίμα και παραμύθια

~.~

Μαγεμένη κουρούνα

Με μάγια τιμωρείται η ομορφιά.
Σκληρά. Με δυο μαύρα φτερά κουρούνας
κρωγμούς, αδακρυσιά.

Όνειρο μαύρο της φραγκοσυκιάς, ολημερίς φτεροκοπάς.
Σαν πέφτει ο ήλιος το πέταγμά σου βασιλεύει
και ξαναπαίρνεις την ανθρώπινη μορφή.

Νομίζεις σε λυπήθηκαν σαν είπαν:
Θέλεις τα μάγια να λυθούν;
Ρίξ’ τα φτερά σου στη φωτιά και κάψ’ τα!

Το έκανες. Και τώρα είσαι ελεύθερη.
Ελεύθερη να μην πετάς
το πριγκιπόπουλο να παντρευτείς
παιδιά να ταχταρίσεις.

Και κάθε μέρα στο παλάτι τριγυρνάς
τον περιμένεις ώς αργά το βράδυ
να επιστρέψει απ’ το κυνήγι.
Σκύβεις τού φέρνεις τις παντόφλες
προσφέρεις το ζεστό πρώην πουλιού κορμί
αίμα σε φλιτζανάκι του καφέ.
Πριγκίπισσα σωστή!

Μονάχα όταν σου πετάει στην ποδιά
μια δέσμη με πουλιά να ζεματίσεις
να μαδήσεις
σου πιάνεται η καρδιά.

Θρηνείς καθώς θυμάσαι τον απέραντο ουρανό
κλαις τις σφαγμένες πτήσεις
και νοσταλγείς την πρωινή δροσιά
που στα φτερά σου πια δε θα ξανακυλήσει.

~.~

Χωρίς Χέρια

Απλώνεις βλέμμα βελούδο απέραντο
ήχους κολυμπάς σιωπής
με τα μάτια ζυμώνεις ψωμί της ανάγκης
βράχια με τη γλώσσα σηκώνεις
δέντρα σκύβουν, σε ταΐζουν φρούτα της λύπης τους
στους κομμένους καρπούς σου δυο πέρδικες
αίμα θρόμβους ραμφίζουν δεν ξεδιψούν

τα κομμένα σου μέλη πεταμένα στο χώμα
περιστέρια μηνύματα ανεμπόδιστα στέλνουν
την αγάπη σου

καλοσύνη, η θλίψη σε κάνει πιο όμορφη

και βλασταίνει ζωή.

Πώς αγκαλιάζεις το μωρό σου, Χωρίς
Χέρια, κάθε μέρα πώς ντύνεσαι
τον καινούργιο σου θάνατο;

Εφτά ρούχα πληγές στο κορμί
κι εσύ διάφανη

Χωρίς Χέρια, επαίτης στη σκόνη της πόλης
πώς απλώνεις τα Χέρια Χωρίς
πώς τα μάτια καλύπτεις σε βλέμμα λεπίδες
με τι Χέρια τη μέρα σου σπρώχνεις Χωρίς
στο πηγάδι πώς ρίχνεις κουβά
πώς σφουγγίζεις τη νύχτα
πώς θερίζεις τις πίκρες με δρεπάνι στο στόμα;

Δείξε μου, Χωρίς Χέρια, δείξε μου πώς μπορείς!

~.~

Η γριά δούλα

Όταν τον πλησιάζει στο άσπλαχνο φως
καθρεφτίζονται στις φολίδες του τα χρόνια της.
Το αυλακωμένο με ρυτίδες πρόσωπο.
Τα σταχτιά μαλλιά, το γελοίο σαγόνι.

Πληγώνει η ασχήμια.

Πού πήγε το κορίτσι-λευκή καμέλια;
Αναμμένο νύχτες ολόκληρες
περίμενε να λιώσει στη φλόγα της ανάσας του.
Μ’ αυτός επέστρεφε κάθε φορά με νέο πλάσμα
που πότε τρώει πότε μαρμαρώνει και φυλά
στην κάμαρή του διπλοκλειδωμένο.

Με την απάτη, τα φιλιά τής ρούφηξε όλες τις χλωρασιές.
Ο έρωτάς του δηλητήριο στη φλέβα.
Τώρα κατάξερη ώς το μελούδι.
Το κατοικίδιο-γυναίκα εξημερώθηκε άγριο πολύ.
Παραμονεύει αθώα θύματα στις παρυφές του δάσους.
Σκυμμένη στη φωτιά τού ετοιμάζει φρέσκια σάρκα για το δείπνο
κρυφακούει πυρετικά πίσω απ’ την πόρτα
γλείφει τους ολονύχτιους τριγμούς απ’ τα σανίδια

χαϊδεύοντας του πύργου το κλειδί ανάμεσα στα στήθη.

~.~

Η γυναίκα του πρωτομάστορα

Αν τρέμουν τ’ άγρια βουνά, να τρέμει το γιοφύρι,
κι αν πέφτουν τ’ άγρια πουλιά, να πέφτουν οι διαβάτες

Λαχταρούσες το χάδι του.
Χέρια από την πέτρα όλο γκρίθια.
Πόθου στεναγμούς.
Μωρού κλάμα για το γάλα σου.
Μια ήσυχη ζωή λαχταρούσες.

Όχι. Ποτέ δεν πέρασαν από τον νου σου
καμάρες μονότοξες, δίτοξες
θρύλοι, τραγούδια, μοιρολόγια.
Κανείς να μη σ’ έκλαιγε. Ούτε ένα αχ.

Ποιος πρωτομάστορας σ’ έχτισε
και δεν άφησε απέξω ούτε ένα δάχτυλο ν’ αγγίζεις το μωρό σου
μια ίριδα να το βλέπεις να μεγαλώνει
μισή πατούσα να κουνάς την κούνια του
μισό στήθος να το θηλάζεις;

Ολόχτιστη.
Ποιό γιοφύρι στεριώνει τώρα το κορμί σου;

~.~

Η νέα κυρία Στάρκιν

Δεν ξέρω γιατί μ’ έφερε στο παλάτι του.
Είχε ήδη τη μικρή του πριγκίπισσα με
χείλη κεράσια, ενώ εγώ δυο λεπτές περισπωμένες
—χρώμα σκοτωμένο αίμα— γεμάτες απορίες.
Πώς να παραβγώ μαζί της;
Είχε χιονόδερμα. Είχα ρυτίδες.
Είχα κυτταρίτιδα. Είχε προζυμένιες γάμπες
όταν έβαζε το σκαμνάκι της
να πιάσει το βάζο με το γλυκό στο πάνω πάνω ράφι.
Της ζητούσε γλυκό κεράσι πρωί απόγευμα.
Είχε μάτια μόνο για κείνη.
Είχα μάτια σε προστάδιο καταρράχτη, ωχρά κηλίδα
αιμορραγία στα τριχοειδή. Προχωρημένη ουλίτιδα
και αλωπεκία. Εξού το μαύρο τουρμπάνι
τα σουβλερά δόντια, τα κόκκινα μάτια
σε όλες τις εικαστικές απεικονίσεις του παραμυθιού.
Ήταν ο γονιμοποιημένος του έρωτας.
Ήμουν η προσωποποίηση της αγονίας, της αγωνίας.
Όχι τόσο για την ομορφιά.
Η απόρριψή του μ’ ένοιαζε, η κατακραυγή της κοινωνίας.
Ήταν λάθος αυτός ο γάμος.
Πνιγόμουν απ’ τα στενά φορέματα, τους κορσέδες
το έντονο μακιγιάζ.
Λάθος ακόμα κι ο καθρέφτης μου
ραγισμένος, πολλαπλασιαστής ασχήμιας, δυσφορίας
σκονισμένος, αραχνιασμένος.
Πόσες φορές ήθελα να ξεκολλήσω το πιο αιχμηρό θραύσμα του
και να σκίσω τις φλέβες μου ή να της αφαιρέσω την καρδιά.
Όχι πως μ’ εκνεύριζαν τα καλά κορίτσια
αλλά ο ομοιοπαθητικός μού είχε συστήσει
συκώτι και καρδιά φρεσκοσφαγμένου κοριτσιού
για την προχωρημένη αναιμία μου.
Μα πώς θα καταπολεμούσα τον μεγαλύτερό μου τρόμο;
Την αιμοφοβία.

Γι’ αυτό κατέφυγα σε ασφυξία από κορσέ, σε δηλητηριασμένες χτένες, μήλα.

Για πες μου, έχω άδικο, καλέ μου υπηρέτη;
Μα έλα λιγάκι πιο κοντά και μίλα μου για μήλα.

ΦΩΤΕΙΝΗ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΥ