ελληνική ποίηση

Στο κάτοπτρο του μύθου

Σχόλια πάνω στην ποιητική σύνθεση της Αυγής Λίλλη, Στην άκρη μια ουρά (Θράκα 2021)

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

Με την τρίτη κατά σειρά ποιητική κατάθεσή της Στην άκρη μια ουρά, η Αυγή Λίλλη συγκροτεί έναν πολυσήμαντο ποιητικό χώρο, στον οποίο τα ήδη κατακτημένα όπλα μιας σπαρακτικής διακειμενικότητας, μιας ανατρεπτικής όρασης και κυρίως μιας βίαιης αποστακτικής επεξεργασίας του λόγου οξύνονται ακόμη περισσότερο. Όπως, καταδεικνύει τόσο ο τίτλος όσο και η καλαίσθητη εκδοτική της ανά χείρας συλλογής-συνθετικού ποιήματος, η Αυγή Λίλλη διαλέγεται δημιουργικά με τον γνωστό, σκοτεινό μύθο της μικρής γοργόνας του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Πιο συγκεκριμένα, ο διάλογος εντοπίζεται αφενός στον άνισο αγώνα με τον χρόνο που επιβάλλεται προοδευτικά, τραυματικά και αδιαπραγμάτευτα στην ύπαρξη και αφετέρου στον αρχέγονο έρωτα, ο οποίος αν και δρα προς στιγμήν εξισορροπητικά στην έντονη παρουσία του θανάτου, προβάλλει, εντούτοις, αντιθετικά και επίμονα από τη μια το τυραννικό δράμα του ανικανοποίητου, ανεκπλήρωτου κι από την άλλη το δράμα της αναπόφευκτης φθοράς του τελειωμένου. Το βιβλίο αυτό, με άλλα λόγια, αποτελεί, κατά την άποψή μου, μια σύνοψη ιδεών που αναπηδά από βιώματα έρωτα και απώλειας και συμπυκνώνει αισθητικά τη βιολογική, αλλά και ποιητική ωρίμανση της ποιήτριας, η οποία μοιάζει να εισέρχεται σε μια εποχή αποχαιρετισμού του έρωτα. (περισσότερα…)

Ἄθως Δημουλᾶς, Ἄλλη

 

Αναδρομές : Μια στήλη του ΝΠ αφιερωμένη σε αξιομνημόνευτες στιγμές της παλαιότερης αλλά και της πιο πρόσφατης ελληνικής λογοτεχνίας. 

~ . ~ . ~  

 

Α Λ Λ Η

Παλμός και ρίγος. Ιαχές. Πάλη.
Νίκη ή ήττα. Λήθη. Και πάλι
παλμός και ρίγος. Ιαχές. Πάλη.
Νίκη ή ήττα. Λήθη πάλι.

Και δεν γνωρίζεις αν είναι άλλοι
οι νικηταί κι οι νικημένοι άλλοι.
Και όλ’ αυτά για μια ζωή άλλη,
μεγάλη και καλύτερη. Άλλη. Άλλη.

Για μια ζωή χωρίς τη ζάλη
από του χρόνου τη σπατάλη.
Χωρίς της τύχης την κραιπάλη.

Χωρίς το φόβο τι θα βγάλει
η μνήμη ή το αύριο. Γι’ άλλη
ζωή. Καλύτερη. Άλλη. Άλλη.

Άλλοτε και Αλλού, 1966
( Τα ποιήματα 1951-1985, Στιγμή 1986, σ. 129 )

 

 

 

Ἀναστάσης Βιστωνίτης, The Raven

 

Αναδρομές : Μια στήλη του ΝΠ αφιερωμένη σε αξιομνημόνευτες στιγμές της παλαιότερης αλλά και της πιο πρόσφατης ελληνικής λογοτεχνίας. 

~ . ~ . ~  

 

T H E   R A V E N

Στὶς σελίδες τοῦ βιβλίου τὸ κρύο φῶς τοῦ δωματίου,
κόκκινες πληγὲς τὰ μάτια καρφωμένα στὸ κενό,
στὸ ταβάνι μαῦρο στίγμα καὶ τὸ στῆθος μου ἕνα ρῆγμα,
δηλητηριῶδες μεῖγμα στὸ ποτήρι τὸ νερό –
σπάζουν γύρω μου τοπία μ’ ἕναν πορφυρὸ σπασμό.

Σώματα πελεκημένα καὶ ποτάμια παγωμένα,
πρόσωπα μεταφερμένα σ’ ἕνα μέλλον σκοτεινό,
χάνονται μακριὰ τὰ φῶτα κι ἔχω ἀκάλυπτα τὰ νῶτα –
κομματιάζουνε τὴν πόρτα μ’ ἕναν ξέφρενο ρυθμό.
Ἔχω μέσα μου τὸ φόβο ποὺ μὲ σπρώχνει στὸ κενό.

Τὸ πουλί, βαλσαμωμένο, μοῦ φωνάζει: «Περιμένω
ἕνα χτύπημα στὸ χρόνο, μιὰ ἄγρια νεροποντή».
Πρὶν ἐτούτη ἡ νύχτα λήξει κάποιο χέρι θὰ μὲ πνίξει
καὶ μὲ φόβο θὰ τυλίξει τὴν αὐριανὴ ἀστραπή.
Δίχως φῶς καὶ δίχως χρῶμα θὰ μὲ θάψουν τὴν αὐγή;

Ἀπαντῶ στὸν ἑαυτό μου: «Εἶσαι γέννημα τοῦ τρόμου,
παραλήρημα τοῦ ἀνέμου ποὺ σφυρίζει στὰ κλαδιά,
στάχτη μιᾶς φωτιᾶς σβησμένης, τίποτε δὲν περιμένεις,
γέννημα τῆς πεθαμένης νύχτας ποὺ σὲ κυνηγᾶ».
Λύκοι ἀπ’ τὸ Βορρὰ θὰ σπείρουν αὔριο δόντια καὶ σκουριά.

Ἄνοιξη κομματιασμένη καὶ στ’ ἀγρίμια μοιρασμένη,
πέφτουν τὰ κλαδιὰ τῶν δέντρων καὶ παγώνουν οἱ πηγές,
ἔτσι ἡ λύπη μου φυτρώνει πάνω σ’ ἕνα ὑγρὸ σεντόνι,
ἔτσι ἡ λύπη μου ματώνει τῶν ματιῶν μου τὶς πληγές.
Ζῶ σ’ ἕνα παρὸν ἀβέβαιο κι ἕνα σπαραγμένο χθές.

Τὸ πουλί, ἀναστατωμένο, μοῦ φωνάζει: «Κατεβαίνω
ἀπ’ τὸν κόσμο τοῦ θανάτου κι ἀπ’ τὴ χώρα τῆς ὀργῆς».
Τρίζουν πόρτες καὶ σανίδια, μπαίνουν ἀπ’ τὶς τρύπες φίδια,
πέτρες, σίδερα, σκουπίδια καὶ μαχαίρια τῆς σφαγῆς.
Ἔχω μέσα μου τὸ φόνο καὶ τὴν τρέλα τῆς φυγῆς.

Ἔτσι πέθανε τὸ μέλλον καὶ ἡ ἐλπίδα τῶν ἀγγέλων
ποὺ δὲν γνώρισαν τὸ πένθος γιὰ νὰ βάψουν τὰ φτερά.
Τρόμος ἔγινε ἡ γαλήνη καὶ τὰ χρώματα μοῦ σβήνει,
γύρω γύρω ἡ νύχτα στήνει τὰ τρελά της σκηνικά –
ὁ οὐρανὸς μοῦ δείχνει νέφη καὶ τὴ σάπια του καρδιά.

Πέφτουν στὸ θολὸ μυαλό μου τὰ πηχτὰ νερὰ τοῦ δρόμου,
μέσα ἀπὸ τὰ μάτια τρέχουν τῶν ἐπίπλων οἱ σκιές,
εἶμαι μόνος μου, κρυώνω καὶ τὴν τρέλα μου πυκνώνω
σ’ ἕνα μεθυσμένο χρόνο πού ’χει γύρω του γραμμὲς
μπερδεμένες μὲς στὸ χῶρο καὶ σ’ ἀνώνυμες φωνές.

Ἕνα φῶς σκελετωμένο, βλέμμα κάποιου κρεμασμένου
μὲ τὰ μάτια πεταγμένα πρὸς τὸ μέλλον καὶ σκληρά,
σὰν ἐξογκωμένος φόνος πέφτει στὴ ζωή μου ὁ χρόνος,
σὲ μιὰ κάμαρα εἶμαι μόνος μ’ ἐφιάλτες καὶ σφυριὰ
κι ἕνα ἐβένινο κοράκι κρώζει καὶ σκορπάει φτερά.

Δὲν μπορῶ να σὲ ρωτήσω. Ἀπὸ τὸ παρόν σου πίσω
κρύβεται, πουλί, μιὰ λάμψη καὶ μιὰ μέθη ἀπὸ φωτιά.
Φιμωμένος στὴ σιωπή μου, χτυπημένος στὴ στοργή μου,
μὲ τὸ χρῶμα τῆς ἐρήμου ποὺ σκοτώνει τὰ φυτὰ
ταξιδεύω σ’ ἕναν κόσμο ποὺ δὲν γέννησε πουλιά.

ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΒΙΣΤΩΝΙΤΗΣ

Alone. Ποιήματα στον Ε. Α. Poe, 1975
(τώρα στα Ποιήματα 1971-2008, Καστανιώτης, σ. 79-81)

 

 

 

 

 

Θωμάς Ιωάννου, Δύο ποιήματα

~.~

ΛΑΚΩΝΙΚΑ

Λακωνικά τα μάτια σου
Μου τα ’παν όλα εν ριπή
Τα βλέφαρά τους γέρνοντας στον ώμο μου
Τ’ όνειρο να σκουντήσουν

Πάει καιρός που ήταν άπιαστα
Και μήτε με τη θύμηση δε τα ’φτανα
Τις νύχτες που σημάδευα ψηλά
Τα σιδερένια τ’ ουρανού πουλιά
Να προσγειώσω πάνω μου

Μα τώρα πια σε μέρες γόνιμες
Στις κόγχες τους σαν μπαίνω
Να τα προλάβω ανοιχτά
Προτού ποτέ με κλάψουν
Ή των ομματιών τους πάρουνε
Φέγγουν οι κόρες μας σε πλήρη διαστολή
Σαν κόλπος πριν τη γέννα

Μια τρίχα άσπρη μια ρυτίδα
Κι αν δεν βρήκες πάνω μου
Μες στο κουβάρι των φλεβών
Άραγε είδες όσα έγιναν καπνός
Πίσσα και νικοτίνη στόμωσαν
Το σφυγμικό μου κύμα
Και τράτο πια δεν έχω

Μα με  συνοδηγό το βλέμμα σου
Φουλάρω πάλι την καρδιά

Μ’ ένα σκαρί αβέβαιο
Τέρμα Θεού να φτάσω

~.~

ΤΑΙΝΑΡΟ

Πήγα και ήρθα
Δυο και τρεις
Ως τον αγύριστο
Για να σε δω μια στάλα

Αλλά στο γυρισμό στιγμή δεν πάψανε
Να τρέχουν οι καθαριστήρες στο παρμπρίζ
Γυαλί να κάνουνε τα μάτια μου
Το πρόσωπό σου μη βραχεί
Απ’ του καιρού την μπόρα

Νύχτες σαν παίρνω το αμάξι μου ξανά
Με καρφωμένη την ταχύτητα στην πρώτη
Ν’ ανέβω του λαιμού την ανηφόρα σου
Τον Γολγοθά τόσης σιωπής
Τρεχάτος με τη γλώσσα έξω να διαβώ
Το σταυρουδάκι σου να σύρω
Που βαραίνει πάνω μου
Όσο με χίλιους όρκους

Απάτητο να μην αφήνω πόντο
Απ’ το δέρμα σου
Και ας στερέψει τ’ οξυγόνο μου
Στην πιο ψηλή του αίματός σου κορυφή
Άντρας με άντρα να λογαριαστώ
Με τον Ταΰγετο
Που από μικρή στα πόδια του σε έχει

Μονόπετρο να σου περάσω τον Μυστρά
Στο χώμα σου να μπω
Μέχρι το Ταίναρο

ΘΩΜΑΣ ΙΩΑΝΝΟΥ


Από το επερχόμενο ποιητικό βιβλίο του Θωμά Ιωάννου, Δρόμος ημιαντοχής.

~.~

H ατελείωτη ιστορία ενός δωματίου

Μυρτώ Χμιελέφσκι
Ο πίσω τοίχος, ο ανεπίσημος
Αθήνα: Ενύπνιο 2021

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

Στο δεύτερό της βιβλίο με τίτλο Ο πίσω τοίχος, ο ανεπίσημος, η ποιήτρια και εικαστικός Μυρτώ Χμιελέφσκι συνεχίζει τις αστικές περιπλανήσεις της, επιλέγοντας θραύσματα της καθημερινότητας και ανάγοντας τις παρατηρήσεις ανθρώπων και χώρων σε υλικό ποιητικού σχολιασμού και μετασχηματισμού της πραγματικότητας. Οι περιπλανήσεις στα κείμενα της Χμιελέφσκι γίνονται τρόποι για να δει κριτικά τις διαδρομές τις δικές της και των άλλων, χωρίς να ενδιαφέρεται να συγκροτήσει μια ενιαία εικόνα του αστικού τοπίου και των κατοίκων του. Αντίθετα, συναρμολογώντας τα σπαράγματα που διαπερνούν χώρους και ανθρώπους παραθέτει συμβάντα με τρόπους πολυφωνικούς. Η πολυφωνικότητα εδώ έχει την εκκίνησή της όχι μόνο από τις διαφορετικές φωνές που διατρέχουν το βιβλίο, αλλά και από όλες τις συνομιλίες μαζί τους. Η αλληλεπίδραση της ποιήτριας με όσα και όσους περιγράφει συνεχίζεται καθώς εξελίσσεται το βιβλίο και παρουσιάζονται τα συμβάντα και ο αντίκτυπός τους. Οι συνέπειες της ανθρώπινης κατάστασης γίνονται ύλη βιωματική, η οποία συνοδεύεται από μια διαρκή μνημονική αναζήτηση παρελθόντος-παρόντος. Πέρα από το να καταγράφει στιγμές του καθημερινού η Χμιελέφσκι αφήνει ανοιχτά τα ενδεχόμενα για τα όρια της οικειοποίησης και για το πού βρίσκονται οι δικές της ιστορίες μέσα σε αυτές των άλλων.

(περισσότερα…)

Γιώργος Παλαβράκης, Τρία σονέτα

Τρία σονέτα

Εκμυστήρευση
Σύντομος εσωτερικός μονόλογος με φανταστικό κοινό την Αθηνά

Μακάρι να μπορούσες, καλή μου Αθηνά,
να αισθανθείς τη λύπη που πάντα κουβαλώ,
να δεις πως τη ζωή μου η τύχη προσπερνά
και στα σκαλιά του βίου διαρκώς κατρακυλώ.

Τι φταίει πραγματικά που άλλαξε ο κόσμος
και πια κανείς δεν είναι λιγάκι προσηνής
σταμάτησα να ψάχνω, με κούρασε ο δρόμος·
απόμεινα υπηρέτης μιας τέχνης ταπεινής.

Φοβάμαι μήπως τώρα με παρεξηγήσεις,
μην φαίνεται πως πέφτω θύμα κάποιας πλάνης.
Οδύρομαι μονάχος, θέλω εξηγήσεις

που βρέθηκα αδίκως σε ιστό αράχνης.
Βαρέθηκα να βλέπω χέρια που αρπάζουν,
που στήνουνε καρτέρι και σοδειές ρημάζουν.

Σβηστές οθόνες
Στον Θάνο Γιαννούδη

Τους νέους μην υποτιμάς ποτέ σου, Θάνο,
τα μέτρα είναι στην ψυχή τους χαραγμένα.
Μην πας μακριά αλλά κοίταξε και δες εμένα·
παιδεύομαι πολύ μα το σονέτο φτιάνω.

Σ’ απελπισιάς καιρούς, στα δύσκολα επάνω
φαντάζουν όλα είδωλα θρυμματισμένα.
Τα σπίτια μένουν χαμηλά κι ερειπωμένα·
ωστόσο, τη σιγή διακόπτει ένα πιάνο.

Είν’ εύκολο μια ιδέα ποίημα να γίνει
αν, πράγματι, ακολουθήσεις τους κανόνες.
Το ζήτημα μονάχα είναι τι θα μείνει

σαν κάποτε μεμιάς παρέλθουν οι αιώνες
και καταλάβουμε πως πια το έργο φθίνει,
πως τέλειωσε νωρίς και σβήσαν οι οθόνες.

Εφιάλτης

Δεν κελαηδούνε τα πουλιά στην μπόρα,
τα σήμαντρα πια πένθιμα χτυπούνε,
περαστικοί αδιάλειπτα ρωτούνε
τι μέλλει να συμβεί κακό στη χώρα.

Η θύελλα ζυγώνει απ’ ώρα σ’ ώρα
τα δέντρα από τον άνεμο λυγούνε,
τα βήματα σαν κρόταλα ηχούνε
και πλησιάζουν τα παιδιά μας τώρα.

Βαριόμοιροι, περίτρομοι γυρνούμε
να περισώσουμε τα υπάρχοντά μας,
σε καταφύγια να προστατευτούμε

να μην ξοφλήσει αίφνης η γενιά μας.
Από εφιάλτη ζοφερό ξυπνούμε
μα ήδη έχουν σπάσει τα φτερά μας.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΛΑΒΡΑΚΗΣ


Ο Γιώργος Παλαβράκης γεννήθηκε στα Τρίκαλα (Θεσσαλίας) το 1992. Σπούδασε Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Παράλληλα με τα φιλολογικά έχει εργαστεί αρκετά χρόνια ως μουσικός. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε ηλεκτρονικά περιοδικά.

Φωτεινή Βασιλοπούλου, Παραμύθια χωρίς αύριο

Κόκκινη κλωστή

Κρεμόταν απ’ τον ουρανό
από μια κόκκινη κλωστή
από της Νύχτας το σπασμένο χέρι.

Πάνω απ’ το δάσος των ανθρώπων
χέρια κλαδιά και δόντια κοφτερά
αχ, και πώς την πεινούσαν!

Φεγγάρι από πάνω της δρεπάνι
χλωμό ξεματωμένο διψούσε για κορίτσι.
Ήθελε να το πιει και να χορτάσει
αίμα και παραμύθια

~.~

Μαγεμένη κουρούνα

Με μάγια τιμωρείται η ομορφιά.
Σκληρά. Με δυο μαύρα φτερά κουρούνας
κρωγμούς, αδακρυσιά.

Όνειρο μαύρο της φραγκοσυκιάς, ολημερίς φτεροκοπάς.
Σαν πέφτει ο ήλιος το πέταγμά σου βασιλεύει
και ξαναπαίρνεις την ανθρώπινη μορφή.

Νομίζεις σε λυπήθηκαν σαν είπαν:
Θέλεις τα μάγια να λυθούν;
Ρίξ’ τα φτερά σου στη φωτιά και κάψ’ τα!

Το έκανες. Και τώρα είσαι ελεύθερη.
Ελεύθερη να μην πετάς
το πριγκιπόπουλο να παντρευτείς
παιδιά να ταχταρίσεις.

Και κάθε μέρα στο παλάτι τριγυρνάς
τον περιμένεις ώς αργά το βράδυ
να επιστρέψει απ’ το κυνήγι.
Σκύβεις τού φέρνεις τις παντόφλες
προσφέρεις το ζεστό πρώην πουλιού κορμί
αίμα σε φλιτζανάκι του καφέ.
Πριγκίπισσα σωστή!

Μονάχα όταν σου πετάει στην ποδιά
μια δέσμη με πουλιά να ζεματίσεις
να μαδήσεις
σου πιάνεται η καρδιά.

Θρηνείς καθώς θυμάσαι τον απέραντο ουρανό
κλαις τις σφαγμένες πτήσεις
και νοσταλγείς την πρωινή δροσιά
που στα φτερά σου πια δε θα ξανακυλήσει.

~.~

Χωρίς Χέρια

Απλώνεις βλέμμα βελούδο απέραντο
ήχους κολυμπάς σιωπής
με τα μάτια ζυμώνεις ψωμί της ανάγκης
βράχια με τη γλώσσα σηκώνεις
δέντρα σκύβουν, σε ταΐζουν φρούτα της λύπης τους
στους κομμένους καρπούς σου δυο πέρδικες
αίμα θρόμβους ραμφίζουν δεν ξεδιψούν

τα κομμένα σου μέλη πεταμένα στο χώμα
περιστέρια μηνύματα ανεμπόδιστα στέλνουν
την αγάπη σου

καλοσύνη, η θλίψη σε κάνει πιο όμορφη

και βλασταίνει ζωή.

Πώς αγκαλιάζεις το μωρό σου, Χωρίς
Χέρια, κάθε μέρα πώς ντύνεσαι
τον καινούργιο σου θάνατο;

Εφτά ρούχα πληγές στο κορμί
κι εσύ διάφανη

Χωρίς Χέρια, επαίτης στη σκόνη της πόλης
πώς απλώνεις τα Χέρια Χωρίς
πώς τα μάτια καλύπτεις σε βλέμμα λεπίδες
με τι Χέρια τη μέρα σου σπρώχνεις Χωρίς
στο πηγάδι πώς ρίχνεις κουβά
πώς σφουγγίζεις τη νύχτα
πώς θερίζεις τις πίκρες με δρεπάνι στο στόμα;

Δείξε μου, Χωρίς Χέρια, δείξε μου πώς μπορείς!

~.~

Η γριά δούλα

Όταν τον πλησιάζει στο άσπλαχνο φως
καθρεφτίζονται στις φολίδες του τα χρόνια της.
Το αυλακωμένο με ρυτίδες πρόσωπο.
Τα σταχτιά μαλλιά, το γελοίο σαγόνι.

Πληγώνει η ασχήμια.

Πού πήγε το κορίτσι-λευκή καμέλια;
Αναμμένο νύχτες ολόκληρες
περίμενε να λιώσει στη φλόγα της ανάσας του.
Μ’ αυτός επέστρεφε κάθε φορά με νέο πλάσμα
που πότε τρώει πότε μαρμαρώνει και φυλά
στην κάμαρή του διπλοκλειδωμένο.

Με την απάτη, τα φιλιά τής ρούφηξε όλες τις χλωρασιές.
Ο έρωτάς του δηλητήριο στη φλέβα.
Τώρα κατάξερη ώς το μελούδι.
Το κατοικίδιο-γυναίκα εξημερώθηκε άγριο πολύ.
Παραμονεύει αθώα θύματα στις παρυφές του δάσους.
Σκυμμένη στη φωτιά τού ετοιμάζει φρέσκια σάρκα για το δείπνο
κρυφακούει πυρετικά πίσω απ’ την πόρτα
γλείφει τους ολονύχτιους τριγμούς απ’ τα σανίδια

χαϊδεύοντας του πύργου το κλειδί ανάμεσα στα στήθη.

~.~

Η γυναίκα του πρωτομάστορα

Αν τρέμουν τ’ άγρια βουνά, να τρέμει το γιοφύρι,
κι αν πέφτουν τ’ άγρια πουλιά, να πέφτουν οι διαβάτες

Λαχταρούσες το χάδι του.
Χέρια από την πέτρα όλο γκρίθια.
Πόθου στεναγμούς.
Μωρού κλάμα για το γάλα σου.
Μια ήσυχη ζωή λαχταρούσες.

Όχι. Ποτέ δεν πέρασαν από τον νου σου
καμάρες μονότοξες, δίτοξες
θρύλοι, τραγούδια, μοιρολόγια.
Κανείς να μη σ’ έκλαιγε. Ούτε ένα αχ.

Ποιος πρωτομάστορας σ’ έχτισε
και δεν άφησε απέξω ούτε ένα δάχτυλο ν’ αγγίζεις το μωρό σου
μια ίριδα να το βλέπεις να μεγαλώνει
μισή πατούσα να κουνάς την κούνια του
μισό στήθος να το θηλάζεις;

Ολόχτιστη.
Ποιό γιοφύρι στεριώνει τώρα το κορμί σου;

~.~

Η νέα κυρία Στάρκιν

Δεν ξέρω γιατί μ’ έφερε στο παλάτι του.
Είχε ήδη τη μικρή του πριγκίπισσα με
χείλη κεράσια, ενώ εγώ δυο λεπτές περισπωμένες
—χρώμα σκοτωμένο αίμα— γεμάτες απορίες.
Πώς να παραβγώ μαζί της;
Είχε χιονόδερμα. Είχα ρυτίδες.
Είχα κυτταρίτιδα. Είχε προζυμένιες γάμπες
όταν έβαζε το σκαμνάκι της
να πιάσει το βάζο με το γλυκό στο πάνω πάνω ράφι.
Της ζητούσε γλυκό κεράσι πρωί απόγευμα.
Είχε μάτια μόνο για κείνη.
Είχα μάτια σε προστάδιο καταρράχτη, ωχρά κηλίδα
αιμορραγία στα τριχοειδή. Προχωρημένη ουλίτιδα
και αλωπεκία. Εξού το μαύρο τουρμπάνι
τα σουβλερά δόντια, τα κόκκινα μάτια
σε όλες τις εικαστικές απεικονίσεις του παραμυθιού.
Ήταν ο γονιμοποιημένος του έρωτας.
Ήμουν η προσωποποίηση της αγονίας, της αγωνίας.
Όχι τόσο για την ομορφιά.
Η απόρριψή του μ’ ένοιαζε, η κατακραυγή της κοινωνίας.
Ήταν λάθος αυτός ο γάμος.
Πνιγόμουν απ’ τα στενά φορέματα, τους κορσέδες
το έντονο μακιγιάζ.
Λάθος ακόμα κι ο καθρέφτης μου
ραγισμένος, πολλαπλασιαστής ασχήμιας, δυσφορίας
σκονισμένος, αραχνιασμένος.
Πόσες φορές ήθελα να ξεκολλήσω το πιο αιχμηρό θραύσμα του
και να σκίσω τις φλέβες μου ή να της αφαιρέσω την καρδιά.
Όχι πως μ’ εκνεύριζαν τα καλά κορίτσια
αλλά ο ομοιοπαθητικός μού είχε συστήσει
συκώτι και καρδιά φρεσκοσφαγμένου κοριτσιού
για την προχωρημένη αναιμία μου.
Μα πώς θα καταπολεμούσα τον μεγαλύτερό μου τρόμο;
Την αιμοφοβία.

Γι’ αυτό κατέφυγα σε ασφυξία από κορσέ, σε δηλητηριασμένες χτένες, μήλα.

Για πες μου, έχω άδικο, καλέ μου υπηρέτη;
Μα έλα λιγάκι πιο κοντά και μίλα μου για μήλα.

ΦΩΤΕΙΝΗ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΥ

Παγώνα Ξενάκη, Επτά ποιήματα

~.~

Ο γιός ο καλογιός και το κοτσύφι

— Κάθου στου πεύκου τα ριζά, πριχού γυρίσεις πίσω!
οι στρατοκόποι δε περνούν, μόν’ τα πουλιά μονάχα.
Του δερβενιού την εμπασιά το βράδυ θα σφαλίσω,
σέρνουν χορό τ’ αερικά, μη δεν το ξέρεις τάχα;

— Μη με μαλώνεις βρε πουλί, κοντεύω ν’ αποκάμω,
μα στρώσε μου στη στράτα μου σιμιγδαλένιαν άμμο.
Καλός είμαι, περίκαλος, μη με μαυροκαρδίσεις
και δυο φτερούγες που δε θες, καλλιό να μου χαρίσεις.

— Τι θέλεις γιέ μου τα φτερά; τα πετεινά πουλάκια,
σουραύλι έχουν για κόκκαλα, κλαράκια που λυγίζουν.
Το χαμομήλι του βουνού γιά νυχοποδαράκια,
σαν κλωσταράκια του άνηθου, δυο δράμια να ζυγίζουν…

— Μα, έχω της φτέρης τη σκιά, πεσκέσι από τη πάχνη
τα μπιρσιμένια τα προυκιά, στον ύπνο σου δε τα ’χες!
Η αραχνούδα τα ’φαγε —αχ, η καλή μου αράχνη—
για να πετώ με την καρδιά, να δρασκελώ τις ράχες.

— Σαν είσαι γιός και καλογιός, κλεισούρι δε κλειδώνω,
θα το κεντήσω με πηγές, να ξαποσταίνεις μόνο.
Κωνσταντινάτα και φλουριά ο ήλιος θα πετάει,
μελένια κριθαρόψωμα να τα ’χεις για προσφάι.

~.~

Φως ανέλπιδα ελπιδοφόρο

Άστρα λαμπρά, σφραγίδες των Χρυσόβουλων,
κάποια από σας θα ’ναι καιρό θρυμματισμένα.
Με πείσμον φως που τρέχει ως Φειδιππίδης,
χρόνια πολλά μετά από τον χαμό σας.

Αστέρια αδημοσίευτα, καθώς,
άγνωστοι στίχοι σε νεκρού ποιητή συρτάρι.
Ένα φωσάκι που έτρεχε άκοπο,
άσχετο απ’ το πολύπαθο κορμί του.

Βουνά αυθέντες, τελετάρχες εποχές,
ατέρμονές μου κονταρίδες,
καημοί αγροδίαιτοι στον κάμπο με τα ψυχανθή
κι’ αφηρημένοι φαροφύλακες…

αχ, παλαζάκια στη ροζέτα τ’ ουρανού,
οσμή του δείπνου μου στο τέλμα του φωταγωγού,
αχ, μυστικά μου μες την τσέπη αρχαίων δέντρων,
γλυκύτατο το φως των αστεριών.

~.~ (περισσότερα…)

Μια συνάντηση με τον Γιώργη Μανουσάκη

 

του ΜΙΧΑΛΗ ΒΙΡΒΙΔΑΚΗ

Ήταν λίγα χρόνια μετά που άρχισε να λειτουργεί το Θέατρο Κυδωνία στα Χανιά όταν ένα πρωί καθώς δούλευα μόνος στο γραφείο μου, άκουσα ή μου φάνηκε πως άκουσα έναν χαμηλό και απροσδιόριστο ήχο στην εξωτερική πόρτα του θεάτρου. Σταμάτησα την εργασία μου να αφουγκραστώ, όμως επειδή δεν άκουγα κάτι που να επιβεβαιώνει την αρχική μου εντύπωση, υπέθεσα πως θα ήταν κάποιος ήχος από την πολύβουη οδό Υψηλαντών και συνέχισα την εργασία μου. Δεν πέρασαν λίγα λεπτά και όλως περιέργως άκουσα τώρα από το φουαγιέ του θεάτρου, ακόμη δηλαδή πλησιέστερα σε μένα, κάτι σαν τον ήχο μιας χαμηλόφωνης διακριτικής  φωνής που ρωτούσε το γνωστό σε όλους «είναι κανείς εδώ;», παίρνοντας ταυτόχρονα όλες τις προφυλάξεις ώστε να μην ενοχλήσει την ατμόσφαιρα του θεάτρου στην περίπτωση που στην διπλανή αίθουσα εξελισσόταν κάποια πρόβα. Υπέθεσα πως θα ήταν κάποιος θεατής που θα ανέβηκε τις σκάλες για να ζητήσει εισιτήριο για την παράσταση, εντούτοις ήταν ανεξήγητο σε μένα πώς από τη θέση του γραφείου όπου ευρισκόμουν δεν άκουσα, καίτοι είχα στρέψει την προσοχή μου, βήματα ή έστω θρόισμα ανθρώπου να ανεβαίνει τα πολλά σκαλοπάτια της εισόδου για να φτάσει στο φουαγιέ. Ξαφνιασμένος ομολογώ από τον αναπάντεχο άγνωστο επισκέπτη, βγήκα από το γραφείο βιαστικά για να τον συναντήσω. Και τότε βρέθηκα μπροστά στον Γιώργη Μανουσάκη.

Τον αναγνώρισα αμέσως καθώς είχαμε συστηθεί πρόσφατα μετά το τέλος της παράστασης που παιζόταν τότε, λέγοντας τα εντελώς τυπικά στον λίγο χρόνο που είχαμε στη διάθεσή μας. Τον καλωσόρισα εγκάρδια και τον κάλεσα στο γραφείο να καθίσει για λίγο. Δέχτηκε κι έτσι τώρα μπορούσα να τον παρατηρώ χωρίς περισπασμούς. Το πρώτο πράγμα που μου έκανε εντύπωση στην επαφή μας αυτήν, ήταν η ακραία ευαισθησία του ανθρώπου που ναι μεν ήταν συμβατή με την πνευματικότητα ενός λογίου όμως ήταν εντελώς ασυνήθιστη ως προς την τυπική συμπεριφορά των Κρητών που μιλούν με βροντερή φωνή και χειρονομούν ζωηρά, τόσο που πολλές φορές αγγίζουν, επιτρέψτε μου να το πω, τα όρια της τραχύτητας. Μια ευαισθησία που ξεχείλιζε στους τρόπους, στη φωνή, στο βλέμμα, στην χειρονομία, στην περπατησιά και περιέβαλλε τον άνθρωπο δίνοντάς του μια αίσθηση ευθραυστότητας, σαν να μην ανήκε μόνο στον πραγματικό κόσμο αλλά να ανήκε εξ ίσου και στον κόσμο της φαντασίας, της ονειροπόλησης, σαν να επρόκειτο καλύτερα για ένα πλάσμα της λογοτεχνίας που ξέφυγε από τις σελίδες κάποιου βιβλίου, πήρε για μια στιγμή μπροστά μου σάρκα και οστά και κινδύνευε τώρα με μιαν αδέξια  κίνηση ή φράση μου να διαλυθεί στον αέρα σαν οφθαλμαπάτη ή σαν ένα απ’ αυτά τα όνειρα που βλέπουμε καμιά φορά τις πρωινές ώρες μεταξύ ύπνου και ξύπνιου.

Χαιρετιστήκαμε. Το χέρι μου συναντήθηκε με το δικό του αφήνοντας ανάμεσα στις δυο παλάμες ένα κενό που μόλις και σου επέτρεπε να αισθανθείς την υφή ενός αβρού, τρυφερού δέρματος, που με έκανε να υποθέσω πως δεν θα είχε ιδέα από χειρονακτικές εργασίες πέρα από το να γράφει με το μολύβι. Αν θα συνέκρινα την ευαισθησία του με κάποιου από τους γνωστούς μου λογοτέχνες που μέχρι σήμερα, που γράφω αυτές τις γραμμές, έχει τύχει να ασχοληθώ με το έργο του μόνον με εκείνην του Πορτογάλου Φερνάντο Πεσσόα θα μπορούσα να την συγκρίνω για να μην πω καλύτερα με κάποιο από τα ετερώνυμα δημιουργήματά του. Καθίσαμε για λίγο στο γραφείο να  μιλήσουμε. Προσπαθούσαμε δηλαδή κι οι δυο να βρούμε θέματα να μιλήσουμε, να σπάσουμε τη σιωπή μεταξύ αγνώστων που όμως μετά από δυο τρεις αμήχανες τυπικές φράσεις, κατέληγε και πάλι να κυριαρχεί στο δωμάτιο. Δεν ήταν εύκολο. Όχι πως δεν υπήρχε ενδιαφέρον, αλλά ένοιωθες κατά έναν περίεργο τρόπο πως η σιωπή, μέσα από την οποία η διαίσθηση συνηθίζει να απλώνει τις γνωστικές της λειτουργίες προς το άγνωστο, αποτελούσε συστατικό στοιχείο της επικοινωνίας του με τον άλλον. Καθόταν απέναντί μου, με βλέμμα συγκεντρωμένο πίσω από τις μυωπικές διόπτρες του, μελαγχολικό, απόλυτα σοβαρός μέσα στο παλιό κοστούμι του δασκάλου, κοιτάζοντας ευθεία μπροστά του χωρίς να παρατηρεί κάτι συγκεκριμένα και μιλούσε αργά, μετρημένα, μετά σώπαινε αρκετή ώρα, μετά επανερχόταν πάλι με μια του ερώτηση.

Αν θυμάμαι καλά τα θέματα που θίξαμε ήταν η δυσκολία να κάνει κανείς σοβαρή τέχνη στην επαρχία, πράγμα για το οποίο είχε και ο ίδιος προσωπική εμπειρία, η προσφορά του Θεάτρου Κυδωνία στην πόλη και το ρεπερτόριο που ακολουθούσε, η ευχή του να συνεχίσουμε έτσι στα δύσκολα… Κρατούσε έναν μπεζ φάκελο και κάποια στιγμή πήρε την απόφαση να μου τον δώσει. Τον άνοιξα μπροστά του. Μέσα ήταν δύο βιβλία του, η ποιητική συλλογή Άνθρωποι και Σκιές και τα μικρά πεζά του Ένα κρανίο καρφωμένο στο κιγκλίδωμα και τα δύο σε καλαίσθητες αθηναϊκές εκδόσεις, που δεν θύμιζαν σε τίποτα την προχειρότητα της επαρχίας. Και στα δύο είχε γράψει από μια πολύ θερμή αφιέρωση. Στο κρανίο είχε γράψει: «Στον άξιο θεατράνθρωπο κ. Μιχάλη Βιρβιδάκη με εκτίμηση και φιλία. Χανιά, Μάρτιος 2005, Γιώργης Μανουσάκης». Τον ευχαρίστησα. Με κοίταξε και στα χείλη του διαγράφτηκε κάτι σαν την αρχή ενός χαμόγελου. Μου είπε ευγενικά πως οι συλλογές αυτές ήταν οι μόνες από τις οποίες του είχαν περισσέψει αντίτυπα, σαν να απολογείτο που μου έφερε μόνο αυτές τις δύο. Του απάντησα πως το δείγμα ήταν επαρκές και πως θα τις διάβαζα πολύ σύντομα, καθώς έψαχνα ήδη να βρω να διαβάσω κάτι δικό του και πως αυτό που μόλις συνέβη ήταν μια ωραία ευτυχής σύμπτωση.

Ακολούθησε και πάλι σιωπή. Τα βιβλία αυτά προφανώς ήταν ο λόγος που είχε οδηγήσει τα βήματά του μέχρι το θέατρο και τώρα που ο σκοπός είχε εκπληρωθεί, αισθανόμουν πως ήθελε να φύγει. Σαν ο χρόνος που είχε διαθέσει για μια πεζή καθημερινή του υποχρέωση, να τον αποσπούσε από τη συγκέντρωσή του στις λέξεις που έπλαθε διαρκώς στο αόρατο εργοτάξιο του μυαλού του και μουρμούριζε πίσω από τα σαρκώδη χείλη του. Σηκώθηκε αργά, σχεδόν τελετουργικά από την καρέκλα και εγώ τον συνόδεψα μέχρι το κεφαλόσκαλο ανταλλάσσοντας μαζί του δυο τρεις αποχαιρετιστήριες φράσεις. Τον κατευόδωσα με το βλέμμα καθώς το σώμα του χανόταν σιγά σιγά στα σκαλοπάτια της στριφογυριστής σκάλας του θεάτρου. Δεν άκουσα την πόρτα της εισόδου να κλείνει.

Δυο χρόνια μετά σκηνοθέτησα στο Θέατρο Κυδωνία δεκαέξι μικρά πεζά από τη συλλογή Ένα κρανίο καρφωμένο στο κιγκλίδωμα σε μία ενιαία παράσταση με τον τίτλο «Το σκοτεινό μας υπόγειο» και είχα την χαρά να έχω στην πρεμιέρα τον ποιητή Γιώργη Μανουσάκη ανάμεσα στους θεατές της παράστασης.  Ακόμα και σήμερα, αρκετά χρόνια μετά, πιστεύω πως η συλλογή αυτή αποτελεί ακραία ποιητική στιγμή στην συνολική παραγωγή του Μανουσάκη και ένα από τα πλέον σημαντικά έργα της εγχώριας ποιητικής παραγωγής που δυστυχώς παραμένει άγνωστο στους πολλούς.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΒΙΡΒΙΔΑΚΗΣ

Διαβάστηκε στην εκδήλωση της 22ας Ιουλίου 2021 που οργάνωσε στα Χανιά εις μνήμην του Γιώργη Μανουσάκη το Θέατρο Κυδωνία από κοινού με το περιοδικό Νέο Πλανόδιον. Αφορμή της εκδήλωσης ήταν η πρόσφατη συγκεντρωτική έκδοση του ποιητικού έργου: Γιώργης Μανουσάκης, Τα Ποιήματα (1967-2007), Κίχλη, 2021.

 

 

 

Τι γυρεύει ο Ιωνάς στον Εικοστό Πρώτο αιώνα;

 

Σωτήρη Γουνελά, Ιωνάς,
Εκδόσεις Αρμός, 2021

του ΓΕΩΡΓΙΟΥ Κ. ΤΑΣΟΥΔΗ

Ποια της σοφίας του παρότρυνση οδήγησε τον ποιητή να επαναφέρει στο προσκήνιο, μεσούσης μάλιστα μιας άκρως τεχνικής και εκκοσμικευμένης εποχής, δυο χιλιάδες και εικοσιένα έτη μ.Χ., του Ιωνά τα καμώματα; Άραγε ποιος ο απώτερος της πρότασης σκοπός; Άκαιρη όχληση ή επίκαιρη υπόμνηση; Στο τι μας αφορά, άνθρωποι γαρ του 21ου αιώνα, η έρευνα των αληθειών που πιθανόν κομίζει ο βίος του; Πόσο μάλλον εμείς οι ίδιοι, οι άτρωτοι και αλώβητοι, να ερευνηθούμε από δαύτες∙ δη μεταμορφωτικά. Και ποια κοινότητα ζωής, ποια ενναλακτική του βίου θέαση δύναται να γεννήσει η ανταπόκριση να ερευνηθούμε μέσω αυτών[1]. Απλά επιθυμεί να μας συστήσει το ποιόν του Ιωνά, ή μήπως το πώς γίνεσαι Ιωνάς; Γιατί τέλος πάντων, ποιητή, τον Ιωνά!

Διατυπώσεις ρητορικές, προσκλητήριες σε αποκριτικές ιχνηλατήσεις αμιγώς προσωπικές με αρωγό εμπειρία απτή που ομολογεί πως «ο Θεός μπορεί να ανακοινώσει το μυστήριο της αγάπης του για μας δια συνήθων ανθρώπινων μέσων, κι αυτό ακριβώς κάνει[2]». Έτσι λοιπόν ο Ιωνάς, ο κάθε Ιωνάς, μέσα από έσωθεν προγκήματα κι ολούθε αναταράξεις κλητεύεται ως σκεύος εκλογής την του Θεού για τον άνθρωπο εκστατική αγάπη να κοινωνήσει.

Μέσα από ανεμοστρόβιλο σε διέκρινε ο κοσμοσείστης;

Η κτίση, σε κατάσταση αναμονής, προσμένει λυτρωτική μεσίτευση προς αποκατάστασή της. «Οίδαμεν γαρ ότι πάσα η κτίσις συστενάζει και συνωδίνει άχρι του νυν»[3]. Αποκαραδοκεί τη συγκατάβαση του Ιωνά, εκάστου αρχιερέα ανθρώπου, να λειτουργήσει μεταμορφωτικά ωσάν σε ναό λατρείας και δοξολογίας, λυτρώνοντάς την από τη φθορά μέσω της ευχαριστιακής αναφοράς της στον Πρωτομάστορα.

Βουνά σκληρά, αγέρωχα, πέρα η θάλασσα.
Αβυσσαλέα αλλά ειρηνική καιροφυλακτούσε

[…]

Η κτίση σε τριγύριζε στο διάβα σου,
Σε έθελγε, σε έσφιγγε

Τριγύρω ταραχή, φυσομανούσε ο βοριάς, αδιέξοδα να προτάσσονται και αποσπάσεις, μια ζάλη τα μηνίγγια ζάλιζε. Εκεί στο χαλασμό, σαν κοντοστάθηκε, στη στάση και στην όρθωση, αποκαλύφθηκε το υποβόσκον ξάφνιασμα, συντελέστηκε η άνωθεν κλήτευση.

Μια στιγμούλα μονάχα εκοντοστάθης
Και η φωνή σού μίλησε:

Ιωνά πλασμένε από πηλό και πνεύμα
Ζήτα το καλό στη ζωή και μη διστάζεις

Από πηλό και πνεύμα. Της γης και τ’ Ουρανού. Συγκεφαλαίωση των πάντων στου Ιησού τα χνάρια τώρα ειδικά που ο κόσμος μας, ο τωρινός ο πισωγυρισμένος, πήρε τόσο να θυμίζει την άμποτε Νινευή. Η εμμένεια, ο καταναλωτισμός, η ιδιοτέλεια, η εκμετάλλευση ανθρώπου απ’ άνθρωπο, η κοινωνική αδικία, το φούντωμα των ταραχών, η αποξένωση της ανθρώπινης ολότητας απ’ την εικόνα της, ο ηδονισμός, η λερναία ευτέλεια, οι ενθαδικές αντικαταστάσεις του επέκεινα μονόχνοτα και καταθλιπτικά επιβεβαιωτικές του ανθρώπινου «εγώ»[4]

Μα τώρα στρέψου κατά τη Νινευή
δες τους καπνούς που υψώνει το καμίνι της ψυχής
Και ο σκοτισμός
Άνθρωποι πλασμένοι για το φως
Λυμαίνονται το μέσα πλούτος
Και το χαρίζουν στην κραιπάλη

«Οι καιροί ου μενετοί», στον όλεθρο πλησίστιοι οδηγούνται από τις σπάταλες επιλογές τους. «Ο λόγος του Θεού μέσα από το λόγο του ανθρώπου[5]» σπεύσε να ακουστεί κι είθε να εισακουστεί.

ο καιρός επείγει

Και θύμισέ τους, Ιωνά, για την αρχέγονη ξαστοχία το λόγο κάποιου άλλου εκλεκτού, κατοπινού μα και συγκαιρινού σου, του Ομολογητού Μαξίμου. Το φυσικό του ανθρώπου θέλημα, η φυσική ροπή «να θέλει», εξυγιαίνεται ή αλλοτριώνεται από το γνωμικό του θέλημα και από τη στάση του απέναντι στο «πάντα μοι έξεστιν, αλλ’ ου πάντα συμφέρει[6]».

Προτού χαθούνε όλοι από της πεθυμιάς την αμέτρια

Θέλημα γνωμικό και η παρακοή. Όμοια θαλασσοταραχή. Στα κύματα των υποχρεώσεων, των αμφιβολιών, του ωχαδερφισμού, της αναβλητικότητας καταποντίστηκε το επείγον. Αγάπα τον πλησίον σου ως εαυτόν και σύντρεξέ τον στην απώλεια που τον τροχοδρομεί η τύφλωσή του. Η ζωή σου είναι ο αδερφός σου[7]. Όλα λησμονημένα ή αγνοημένα (;).

Αύρα θαλασσινή τον χτύπησε
Κι έψαξε ναύλο να πληρώσει
Με πλοίο πέρα να χαθεί
Την εντολή να παρακούσει.

Το δρόμο διάλεξε του εαυτού που παρακάμπτει θείο θέλημα και αναγκαμένο συνάνθρωπο. Το δρόμο προς την κόλαση, την απώλεια, την άβυσσο του βυθού, της φάλαινας τα σωθικά. Όμως ακόμη κι εκεί στα έσχατα βάθη, χάσκει η παιδαγωγία. Η προσευχή. Η μετάνοια. Η προτύπωση του Πάθους, του τάφου, της εκ νεκρών Ανάστασης. Η εκ νέου κλήση, άκρως προσωπική, και πάλι.

«Στη Νινευή. Στη
Νινευή σε έστειλα
Θυμάσαι;
Σήκω και κίνησε για τη μεγάλη πόλη
Φέρε το μήνυμα, δωσ’ τους να καταλάβουν.»

Τράβηξε, σωτήριος κήρυκας καταστροφής, στο βασιλιά της Νινευή κόμισε το μαντάτο και ω του θαύματος! Παράδοξα, ο σπόρος του σπορέα – Προφήτη, βρήκε προπαρασκευασμένο το χωράφι της καρδιάς του βασιλέα∙ προαίρεση σε αδρανή εγρήγορση. Ο σπόρος ο προφητικός παρευθύς ευδοκίμησε, πήρε αμέσως να καρπίζει.

Από τα βάθη της καρδιάς σηκώθηκε
Ο ξεχασμένος λόγος
Έτριξε ο άλλος εαυτός ο φωτεινός.

Κείνος που λάμπει μέσα μας αγνοημένος. Κείνος που μεταμορφώνει πρόσωπα και πράγματα και καταστάσεις. Μα προσοχή: τη διαύγεια του μεταμορφωτικού σημείου, επίμονα διεκδικούν να νοθεύσουν εκλάμψεις αμφιβολιών, το μάταιο, η ολιγοψυχία κι η λησμονιά πως είναι ο άνθρωπος, ο του Θεού, αυτός που τα θεριά δαμάζει. Γι’ αυτό:

Μείνε λοιπόν άγρυπνος
Στάσου στην έπαλξη επάνω
Κράτα για όπλο υπομονή
Για ξίφος την αλήθεια
Τη λευτεριά δοξάρι
Τη μνήμη που κιθαρωδεί

Άχρι καιρού∙ Εωσότου κατορθωθεί της ηλικίας του Χριστού πλήρωμα∙ Ως εφικτό στ’ ανθρώπου τη φύση∙ Έστω και μια στιγμή πριχού την έσχατη ανάσα. Μείνε λοιπόν άγρυπνος, άνθρωπε του 21ου αιώνα,

Κι έτσι πορεύσου

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Κ. ΤΑΣΟΥΔΗΣ
Θούριο Ορεστιάδας
18 Αυγούστου 2021
Φλώρου και Λαύρου μαρτύρων

~.~

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Stanley B. Marrow, Τα λόγια του Ιησού στα Ευαγγέλια, μτφρ. Σάββας Αγουρίδης, Άρτος Ζωής, Αθήνα 2011, σελ. 27
[2] Πρβλ. Stanley B. Marrow, ό.π., σελ. 162 – 163
[3] Ρωμ. 8, 19.
[4] Πρβλ. Παύλου Φλωρένσκυ, Η αντίστροφη προοπτική – Το εικονοστάσι, μτφρ. Σωτήρης Γουνελάς, Ίνδικτος, Αθήναι 2002, σελ. 56
[5] Ό.π, σελ. 28
[6] Α΄ Κορ. 6, 12
[7] Αρχιμανδρίτου Σοφρωνίου (Σαχάρωφ), Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, Ι.Μ. Τιμίου Προδρόμου (Έσσεξ Αγγλία), 2011

Θάνος Γιαννούδης, Χριστόφορος Κολόμβος

 

Χριστόφορος Κολόμβος

Ίσως το φως θάναι μια νέα τυραννία.
Ποιος ξέρει τι καινούρια πράγματα θα δείξει.
Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

Λιγοστά τα χρόνια μας και θα προσπεράσουν
σαν το φως του δειλινού που όλους μας νικά.
Την αγάπη γύρεψα, κόσμε, στη φορά σου
– κι έλεγα πως ψάχναμε για μπαχαρικά.

Είναι που σαλπάραμε –λες– με προθυμία;
Είναι που τα βάσανα μάς παρανοούν
Κάποτε νομίζαμε είν’ η πλάση μία
απ’ τους Υπερβόρειους ως το Καμερούν.

Πέρα απ’ τον ορίζοντα που ’βαλαν στο χάρτη
για να μην κοιτάξουμε οι άνθρωποι ψηλά
φώλιασαν τα τέρατα – κι είν’ οι χρόνοι σκάρτοι
για να ξαναελπίσουμε στην ανεμελιά.

Πάνω που κατόρθωσα να τα καταλάβω
της ζωής τ’ αστέριωτα κι άκαφτα κεριά,
πάνω που παράτησα πια τον αστρολάβο,
κάποιος ναύτης ξέμπαρκος κραύγασε: “Στεριά!”

Κι είναι τώρα η ζήση μας πλήρης αγωνίας,
του Καινούριου, του Λαμπρού, του Μοναδικού
– μες στην καραβέλα μας φέρω σαν Αινείας
ενός πύργου θρύψαλλα πατρογονικού.

Μα ό,τι μας γονάτισε, ξέρεις, δεν ξεγράφει:
σύνορα στα μάτια μας, στις καρδιές στρατός.
Νιώθω πως το δρόμο μας φράξαν χαρτογράφοι
νύχτες θεοσκότεινες, μ’ άγνοια του φωτός.

Τόσες τολμηρές φυλές και θαλασσοπόροι!
Τόσος κάθε ποιήματος πόθος να γραφτεί!
Τόση ελπίδα κρύφτηκε, θε μου, στο βαπόρι!
– κι όμως, μόνη μοίρα τους η καταστροφή…

Γέρε θαλασσόλυκε, του χαμού μας κρότε,
που ’ρθες και ψιθύρισες μυστικά στ’ αυτί:
“Δε γυρίζει ο κόσμος πια όπως ήταν τότε!”
Και να μην υπήρχα εγώ, θα ’χα εφευρεθεί!

Στις καινούργιες μας στεριές που παλιώσαν ήδη,
στ’ άστρα που θ’ αλλάζουνε κάθε λυκαυγές,
στων ρευμάτων το χορό που όλοι σαν παιχνίδι
πέσαμε μ’ ηδονικές κι άναθρες κραυγές,

στο βαθύ τ’ απέραντο που τις ρότες σβήνει
κι όσοι τις ποθήσανε ρήμαξαν πιο ’κει,
στα μποφώρ που μαίνονται, στων καιρών τη δίνη:
Σας γνωρίζω, φίλοι μου, την Αμερική…

ΘΑΝΟΣ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗΣ

 

 

Το πτίλο στον αρσιβαρίστα

του ΓΙΑΝΝΗ ΛΕΙΒΑΔΑ

Στις αρχές Ιουλίου έλαβα μία σειρά από ηλεκτρονικά μηνύματα στα οποία μου ζητείτο να παρέμβω σε μια δημόσια αντιπαράθεση στην οποία, σύμφωνα με τους αποστολείς των μηνυμάτων, όφειλαν άπαντες να ταχθούν υπέρ ή κατά καθώς αυτή αφορούσε την προώθηση της σύγχρονης ελληνικής ποίησης. Αντιπαρατιθέμενοι ήταν ένας κύκλος σχολιαστών και ένας εκδοτικός οίκος.

Λέω σήμερα, κατόπιν εξέτασης των δεδομένων της αντιπαράθεσης, πως τόσο ο κύκλος των σχολιαστών όσο και ο εκδοτικός οίκος, αποτελούν φατρίες, ανήκουν αμφότεροι σε ημικύκλια γνωμιακών αντιλήψεων. Εάν λοιπόν έχω κάτι να πω, δίχως αυτό να σημαίνει πως εάν δεν το εκφράσω η εν λόγω αντιπαράθεση θα απομείνει λειψή στην αποτίμησή της, ή, για να είμαι απολύτως ειλικρινής, στην ενεχυρίασή της, είναι τα παρακάτω∙ τα οποία δεν είναι τίποτε άλλο από απλοποιημένα ψήγματα κειμένων που είχα συντάξει παλαιότερα. Εν ολίγοις θα επαναληφθώ.

Η ποίηση, εφόσον είναι τέχνη -διότι εάν δεν είναι τέχνη χρειάζεται άλλου είδους προσέγγιση- επικυρώνεται με τεκμήρια. Τα στοιχεία μέσω των οποίων επιβεβαιώνεται η ποίηση είτε είναι τεκμηριωμένα είτε είναι τεκμαιρόμενα. Τα τεκμήρια προκύπτουν από έρευνες, μελέτες, στα έργα των σημαντικότερων ποιητών. Τα τεκμήρια δηλαδή δεν στηρίζονται στην ανταπόκριση και την εμπειρία της ποίησης μα στο νόημα και την ερμηνεία της, δεν έχουν να κάνουν με τη συντέλεση ενός υποκειμένου εντός ποίησης ή με τον τρόπο, το είδος, της συντέλεσής του, μα με τη συντέλεση νέου περιεχομένου.

Η γνώμη, λοιπόν, οι γνώμες, δεν τεκμηριώνουν την ύπαρξη ποίησης. Η γνώμη, είτε ως ασαφής δήλωση είτε ως σαφής, αποτελεί μεροληπτική πληροφορία, ενημέρωση μη δοκιμασμένη, μη αληθής -σε σχέση με το φαινόμενο της ποίησης ή επί της ποιητικής διάστασης–  η οποία εκφράζει σκέψεις, επιθυμίες, πεποιθήσεις, ανάγκες και αποβλέψεις.

Στον τομέα της ποίησης κάθε ομοθυμία όπως και κάθε διαφωνία εδράζει στις προαναφερθείσες χρονικές αξίες τεκμηρίωσης. Η διαφορά στον τομέα της ποίησης, δε, εδράζει εξίσου σε όλες αυτές τις χρονικές αξίες.

Όταν λοιπόν γεννάται αφορμή ή ανάγκη απόδειξης, κριτικής ή εξέτασης της ποίησης, συνολικά ή επί μέρους, δεν είναι λογικό να ερωτώνται μόνο όσοι φέρουν γνώμες, αυτό είναι εντελώς παράλογο, χρειάζεται να ερωτώνται κι εκείνοι οι λίγοι οι οποίοι προσφέρουν τεκμήρια, όσο αντιθετικά, ανόμοια ή αντικρουόμενα μπορεί μεταξύ τους να είναι, καθώς τέτοια είναι τα είδη της ποίησης.

Η «δαψιλής δημοκρατικότητα» των γνωμών δεν αφορά την ποίηση, μολονότι αφορά το εύρος μιας αυταπάτης: υπεραφθονία τοποθετήσεων οι οποίες συγκλίνουν απολύτως σε ένα πράγμα, στο αλάθητο της από κοινού έγκρισής τους, θα μπορούσε να πει κανείς, μα είναι πιο ακριβές να πω ότι πρόκειται για μία και μόνη τοποθέτηση η οποία συντίθεται από παραλλαγές ομολογίας πίστης στο δόγμα της αισθητικής επιστασίας.

Μηχανισμό αξιοποίησης και παγιοποίησης των αποκυημάτων μιας τέτοιας αυταπάτης αποτελούν οι διαπιστώσεις και οι αξιολογήσεις οι οποίες έγκεινται σε κερδοσκοπίες μη κερδοσκοπικών εταιριών, σε εξουσίες μη κυβερνητικών οργανώσεων, σε κινήματα πτωμάτων, σε συλλογικότητες ημιμαθών, σε ανθρωπάρια μικροφώνων και τραπεζοκαθισμάτων, σε επιτροπές διεκπεραιωτών ή υπαλλήλων.

Η δαψίλεια αυτή αποτελεί φαινόμενο κοινωνικό, όχι ποιητικό. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου πως ο μηχανισμός αξιοποίησης και παγίωσής της είναι κατά πολύ σημαντικότερος από τις σημειωμένες λέξεις που, τρόπον τινά, εξυπηρετεί, καθώς δίχως αυτόν το μηχανισμό, οι σημειωμένες λέξεις δεν αρκούν για να γίνεται λόγος, για να προτείνεται μια «ταμπακιέρα», όπως συνηθίζουν να λένε.

Ο ντόρος είναι η ποίηση αυτού του μικρόκοσμου διότι η ποίηση δεν είναι ντόρος. Ανάμεσα στην ποίηση και στον διαχειριστικό, διαφημιστικό, ντόρο των εκδόσεων και των εκδηλώσεων υπάρχει χάσμα, το οποίο όσο περνούν τα χρόνια διευρύνεται αντί να περιορίζεται.

Το ζήτημα δεν είναι άλλο από το ποιόν και το περιεχόμενο της ποίησης, στο οποίο αναφέρομαι εδώ και δεκαπέντε τουλάχιστον χρόνια. Στη διάρκεια αυτών των δεκαπέντε χρόνων η κατάσταση δεν έμεινε στάσιμη, υπήρξε αξιοσημείωτη πρόοδος, από λυπηρή έγινε κατάπτυστη. Τα τεκμήρια αξιολόγησης αυτής της κατάστασης υπάρχουν, είναι δημοσιευμένα. Δεν περιέχονται σε κάποιου προϊσταμένου ποίησης το ευαγγέλιο, μα ούτε σε κάποια από τις ιδεολογικές ντιρεκτίβες που διακινούνται ως ιερά κείμενα της ποίησης.

Ο ρόλος της ποίησης είναι ασυγκέραστος. Το πρόβλημα που περιέχει τη λύση. «Το πτίλο στον αρσιβαρίστα».

Η σχέση της ποίησης με την εκδοτική δραστηριότητα είναι ελάχιστη, μετρημένη, πολλές φορές είναι και αντιθετική. Η ποίηση δεν αξιολογείται μέσω αυτής μα εκτός αυτής. Η εκδοτική επιδότηση αφορά την εκδοτική αποτελεσματικότητα, η ποίηση δεν δύναται να επιδοτηθεί καθώς δεν περιέχει απόβλεψη. Η σχέση της ποίησης με την εκδοτική δραστηριότητα είναι ελάχιστη, μετρημένη, πολλές φορές είναι και αντιθετική. Η ποίηση δεν αξιολογείται μέσω αυτής μα εκτός αυτής. Η εκδοτική επιδότηση αφορά την εκδοτική αποτελεσματικότητα, η ποίηση δεν δύναται να επιδοτηθεί καθώς δεν περιέχει απόβλεψη. Η απόβλεψη αφορά τον μέσο όρο.

Ο μέσος όρος δεν είναι αμετάβλητος. Η εξέλιξη της ποίησης είτε από κακή γίνεται χείριστη είτε από καλή γίνεται καλύτερη, είτε το αντίστροφο, διαμορφώνει αδιάλειπτα έναν μέσο όρο. Αυτός ο μέσος όρος, εξελίσσεται και μεταβάλλεται επίσης, ο μέσος όρος γίνεται από κακός χείριστος και από καλός καλύτερος, είτε το αντίστροφο. Αυτό ονομάζεται νόρμα. Η νόρμα είναι εκείνη που διατηρεί τον εκδοτικό και τον «πολιτιστικό» μηχανισμό σε λειτουργία. Το ελάχιστο ποσοστό της ποίησης δεν είναι αρκετό για να διατηρεί αυτόν τον μηχανισμό σε διαρκή λειτουργία. Εάν η ποίηση είναι η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα, ο κανόνας είναι το έρμα του εκδοτικού-πολιτιστικού μηχανισμού. Ας μη λησμονούμε πως κάθε βράβευση και κάθε επιδότηση ενέχει κάποια συγκεκριμένη κριτική/πολιτιστική, και συχνά πολιτική, στόχευση. Ο βραβευμένος ή ο επιδοτούμενος συναινεί απολύτως σε αυτή κι επιπλέον παραδέχεται το ήθος και την ειδικότητα των μελών που την εξέφρασαν – εφόσον δεν την αρνείται.

Αυτά τα λίγα, επαναλαμβανόμενα, ως προκαταρκτικά.

Οι δημοτερπείς δεκαρολογίες δεν μπορούν παρά να είναι δημοσυντήρητες, όποιες κι αν είναι αυτές, γιατί οι προτιμήσεις δεν είναι σταθερές.

Παρίσι, 13 Ιουλίου 2021