ελληνική πεζογραφία

Ζώα με ανθρώπινη φωνή


*

του ΘΑΝΟΥ ΚΑΨΑΛΗ

~.~

Δημήτριος Μουζάκης
Συστηματική βιομυθολογία
Εκδόσεις ΑΩ, 2024

Όταν πριν από δύο ή τρία χρόνια, ο συγγραφέας Δημήτρης Μουζάκης είχε θέσει υπ’ όψιν μου ένα προσχέδιο του βιβλίου του, διαβάζοντας τότε τον τίτλο του, είχα υποθέσει ότι πρόκειται για βιβλίο επιστημονικό. Το επίθετο «συστηματική», και το πρώτο συνθετικό του ουσιαστικού, η λέξη «βίος», εκεί οδηγούσαν. Τώρα που το βιβλίο έχει τυπωθεί, και φυσικά το έχω διαβάσει, λογικά θα έπρεπε να έχω καταλήξει στο είδος στο οποίο κατατάσσεται.

Αμ δε! Το βιβλίο είναι αρκούντως ποιητικό –με την αυθαιρεσία, τις εικόνες, τον ρυθμό και τον συμβολισμό της γραφής του– ώστε να χαρακτηριστεί αμιγώς επιστημονικό. Από την άλλη όμως, το ίδιο βιβλίο είναι και αρκούντως επιστημονικό –με τις τεκμηριωμένες πληροφορίες που παρέχει– ώστε να χαρακτηριστεί λογοτεχνικό. Και για να γίνουν τα πράγματα ακόμη πιο μπερδεμένα, η περιγραφική ακρίβειά του σε ό,τι αφορά τη δομή και τη συμπεριφορά των 34 βιολογικών οργανισμών στους οποίους αναφέρεται, θα ωθούσαν ενδεχομένως έναν αναγνώστη να θεωρήσει ότι πρόκειται για βιβλίο, ακραιφνώς, φυσικής ιστορίας. Από την άλλη, η παράλληλη ερμηνεία τους –το πώς δηλαδή προέκυψε αυτή η δομή και συμπεριφορά– θα τον παρότρυναν να το χαρακτηρίσει ως βιβλίο φυσικής φιλοσοφίας…

Αν συνεχίσω το ίδιο τροπάρι, να απαριθμώ δηλαδή τις δυσκολίες μου ως προς την ειδολογική ταξινόμηση της Συστηματικής βιομυθολογίας, θα ενέδρευε ο κίνδυνος να την αδικήσω. Να δημιουργηθεί δηλαδή η εντύπωση ότι πρόκειται για βιβλίο δύστροπο, δύσβατο και ερμητικό. Αντιθέτως, διαβεβαιώνω ότι είναι ένα βιβλίο γοητευτικό που όπως όλα τα ενδιαφέροντα βιβλία παρακινεί τον αναγνώστη να επιβραδύνει την ανάγνωσή του, ώστε να παρατείνει την απόλαυσή του πριν το ολοκληρώσει.

Ότι ο Μουζάκης κατόρθωσε να προσδώσει ενδιαφέρον και χάρη σε ιστορίες που μιλούν για το πιο κοινότοπο φαινόμενο του πλανήτη, είναι κάτι που θέλει τέχνη. Θα έλεγα μάλιστα ότι όπως είναι δύσκολο να αραδιάζει κανείς τα διαφορετικά τάξα της συστηματικής κατάταξης των οργανισμών χωρίς να αποκομίζει ο ακροατής την εντύπωση ότι ο ομιλητής διαβάζει τηλεφωνικό κατάλογο, το ίδιο δύσκολο είναι να κινητοποιήσει ο συγγραφέας το ενδιαφέρον του αναγνώστη, όταν του περιγράφει λεπτομέρειες της φυσιολογίας ή της συμπεριφοράς των οργανισμών αυτών. (περισσότερα…)

Ψυχογραφώντας τον χώρο

*

του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΥ

~.~

Γιάννης Ξούριας
Φύλλα βασιλικού
Gutenberg, Αθήνα 2025

Υπάρχουν πεζογραφήματα που δεν εστιάζουν στους ανθρώπους, δεν ψυχογραφούν τη θνητότητα, αντίθετα την αναδεικνύουν μέσα από την προσεκτική και επίμονη περιγραφή και ανάδειξη του χώρου μέσα στην οποία αυτή περικλείεται: τους δρόμους, τα δημόσια κτήρια, τις κατοικίες, αλλά ακόμα και την υλικότητα που καθορίζει τη λειτουργικότητα και τη χρήση των αντικειμένων. Μία τέτοια προσέγγιση δεν αναιρεί φυσικά την ανάπτυξη προβληματισμών γύρω από τη βασανιστική μνήμη ή τον πεπερασμένο χαρακτήρα τής ανθρώπινης συνθήκης – απλώς τίθεται στο προσκήνιο, για να μιλήσουμε αριστοτελικά, η ὄψις, ενώ ο μῦθος ενίοτε παραμερίζεται και το ἦθος προκύπτει έμμεσα, ουσιαστικά υπονοείται. Σε κάθε περίπτωση, η λέξις έχει παντού την τιμητική της, γίνεται δηλαδή η κινητήριος δύναμη που οδηγεί την πέννα τού ταλαντούχου συγγραφέα.

Είναι πράγματι τέτοιας ποιότητας ο Γιάννης Ξούριας, δημιουργός τής σύντομης συλλογής αφηγημάτων Φύλλα βασιλικού, που με απασχολεί εδώ. Στο εσώφυλλο μαθαίνουμε ότι διδάσκει Νεοελληνική Φιλολογία στο πανεπιστήμιο Αθηνών και κατ’ αυτό τον τρόπο, νομίζω, εξηγείται επαρκώς η μετρημένη έκφραση, που όμως συνοδεύεται από πλούτο λεξιλογίου και αξιοπρόσεκτη περιγραφική δεινότητα, η οποία διαπερνά κάθε σελίδα και αράδα τού βιβλίου. Αν μάλιστα λάβει κανείς υπόψη ότι στο (αξιόλογο) επιστημονικό του έργο ο Ξούριας ασχολείται με παλαιότερες μορφές και εποχές τής νεοελληνικής μας γραμματείας, πληροφορία που δεν παρέχεται από το ίδιο το βιβλίο, τότε η «περιγραφική δεινότητα» την οποία μόλις ανέφερα φωτίζεται με διαφορετικό τρόπο. (περισσότερα…)

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ὁ Πολιτισμὸς εἰς τὸ χωρίον

Ἔργο τοῦ Σωτήρη Σόρογκα

*

Ὡς πρὸς τὴν δευτέραν Στέργαιναν, δυστυχῶς δὲν ἠλήθευσε τὸ ρητόν, «ἡ πρώτη δούλα, ἡ δεύτερη κυρά». Ἡ Θοδωριά, ἡ πτωχή, ὑπέφερεν ὅλας τὰς ἀγγαρείας, ὅσας τῆς ἐπέβαλλεν ὁ σύζυγός της. Ἀσβεστὰς ἐκεῖνος, φουρνάρισσα αὐτή. Τὸ πτωχὸν νήπιον, ὁ Ἐλευθέρης, δὲν εἶχε χορτάσει τὸ γάλα τῆς μητρός του. Ἐφαίνετο γηράσασα ἤδη, ἂν καὶ μόλις εἶχεν ὑπερβῆ τὸ τριακοστὸν πέμπτον ἔτος. Ὁ μπαρμπα-Στέργιος, δεκαπέντε ἔτη μεγαλύτερός της, τὴν εἶχε πάρει εἰς δεύτερον γάμον, καὶ μάλιστα μὲ τὸ σπαθί του· τὴν ἔκλεψε. Ὁ μικρὸς Ἐλευθέριος, τετραέτης ἤδη, ἦτο ζαρωμένος, χλωμός, ζουριασμένος καὶ ἡ μήτηρ του οὔτε νὰ τὸν θρέψῃ ἦτο ἱκανὴ οὔτε νὰ τὸν «ἀποκόψη» ἠδύνατο. Οἱ μαζοί της, ὡς νὰ εἶχαν παραψηθῆ ἀπὸ τὴν ἀντιλαμπὴν τοῦ φούρνου, ἐκρέμαντο μαραμμένοι ὑπὸ τὴν τραχηλιάν, καὶ ὁ μικρὸς δυσκόλως εὕρισκεν ἐκεῖ σταγόνα γάλακτος.

Τῆς εἶχαν πεθάνει τὰ δύο πρῶτα παιδιά της, τὸ ἓν θῆλυ, τὸ ἄλλο μικρὸν ἀγόρι, καὶ τώρα ὅλαι αἱ ἐλπίδες της ἐκρέμαντο εἰς τὸν Λευθέρην. Ἀλλὰ μέγας φόβος τὴν εἶχε κυριεύσει, διότι καὶ αὐτό της τὸ παιδὶ ἦτον ἄρρωστον. Ἄ! ἡ καρδούλα της ἦτον καμένη! Καλύτερα νὰ μὴ ᾽μβαίνῃ στὸν κόσμο ἄνθρωπος. Ἐνθυμεῖτο μετὰ σπαραγμοῦ τὴν στιγμήν, ὅταν «ἀγγελιάστηκε» τὸ μικρὸν κοράσιόν της. Πηγαίνει καὶ τὸ βρίσκει στὴν κούνια του, ξερό, μελανό, μισοπεθαμένο. Βάζει μιὰ φωνή. Τρέχουν δυὸ γειτόνισσες. «Τί ἔχεις; Τί εἶναι;» «Τὸ παιδί μου! Τὸ παιδί μου!» Φωνάζουν τὸ γιατρό. Ὅσο νὰ ᾽ρθῇ ὁ γιατρός, τὸ κορίτσι «ἔσωσε». Σὲ μιὰ ὥρα, μιὰ ὡρίτσα! Ἦρθεν ἡ γειτόνισσα ἡ Κατερίνα ἡ Μπροστινή, τὸ σαβάνωσε· ἡ Θοδωριὰ ἔψαξε καὶ ηὗρε τὰ ρουχάκια του· ἔσκυφτε μὲς στὴν κασσέλα νὰ τὰ εὕρῃ, κ᾽ ἐμοιρολογοῦσε σιγανά! Ἡ Κατερίνα τὴν ἐμάλωνε, λέγουσα ὅτι δὲν μοιρολογοῦν τὸν νεκρόν, πρὶν τὸν ἐνδύσουν. Τὸ στόλισαν ὄμορφα-ὄμορφα, τὸ ξάπλωσαν στὸ κιλίμι, καὶ τὸ σκέπασαν νὰ μὴν τὸ βλέπῃ ὁ μικρὸς καὶ κλαίῃ. (περισσότερα…)

«Αμετακίνητος μετανάστης»: Θραύσματα για τον Γιώργη Μανουσάκη

*

Μικρό αφιέρωμα στον Γιώργη Μανουσάκη [4/4]

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~ 

1.

Βιβλία του Γιώργη Μανουσάκη πρωτόπεσαν στα χέρια μου πριν από εικοσιπέντε χρόνια. Ήμουν μαθητής του Λυκείου εδώ στα Χανιά, και θυμάμαι σαν να ’ταν σήμερα τον πατέρα μου να φέρνει στο σπίτι δύο ή τρεις ολιγοσέλιδες, κομψά τυπωμένες συλλογές. Αγορασμένες από τον ίδιο, χαρισμένες από τον ποιητή (μακρινή συγγένεια τους συνέδεε), το αγνοώ. Αδυνατώ ν’ ανασύρω απ’ τη μνήμη μου την εντύπωση που τα βιβλία άσκησαν τότε στον έφηβο που υπήρξα. Ιδιαίτερα έντονη πάντως δεν πρέπει να στάθηκε.

Ήταν για μένα η εποχή της υπακοής στα κοινά πρότυπα, στους σπουδαίους Δασκάλους. Σεφέρης, Ελύτης, Καβάφης, ο Έλιοτ ήταν θεοί, έτρεφα πειθήνιο θαυμασμό εμπρός στο εκτόπισμα κάθε λογής αυθεντίας. Ποιας λογής ήταν αυτή, πόσο πρωτογενής, πόσο αυτόφωτη, λίγο μετρούσε, μια νύξη του Γιώργου Σαββίδη ή του Δημήτρη Μαρωνίτη, λ.χ., αρκούσε για να μου προκαλέσει επί εβδομάδες φιλολογικά ρίγη. Όλα αυτά, όπως είναι επόμενο, άφηναν λίγο χώρο για ονόματα ακόμη αχαρτογράφητα στη δημόσια μνήμη, σαν κι αυτό του Μανουσάκη.

Ό,τι μου εντυπώθηκε τότε ήταν πάνω απ’ όλα οι τίτλοι: Ταριχευτήριο πουλιών, Το σώμα της σιωπής. Μου φάνηκε τότε, μου φαίνεται ακόμα και σήμερα, ότι ο ένας δεν είναι παρά επεξήγηση, νοερή προέκταση του άλλου. Από τα αρχαία χρόνια ώς τις μέρες μας, η ισχυρότερη μεταφορά της ανθρώπινης φωνής, υπήρξε πάντα το πουλί που κελαηδά. Αν η σιωπή έχει πράγματι σώμα, σκεφτόμουν, σκέφτομαι ακόμη σήμερα, τότε αυτό πρέπει, δεν μπορεί παρά να είναι το σώμα ενός βαλσαμωμένου πουλιού.

2.

Σ’ αυτήν την πρώτη, την αρχέτυπη έννοια της σιωπής, έμελε να γυρίσω πολλές φορές τα μετέπειτα χρόνια. Θα την ανακάλυπτα στον Λόρδο Τσάντος, τον περίφημο ήρωα του νεαρού Χόφμανσταλ που στη περιβόητη Επιστολή του αρνείται στη γλώσσα κάθε ικανότητα να αρθρώσει τα ουσιώδη. Θα την συναντούσα στον γέροντα Πάουντ, των ύστερων Κάντος, όταν μας παρακινεί ν’ ακούσουμε τον άνεμο. Let the wind speak: όταν τα ανθρώπινα λόγια αστοχούν, μόνη πραγματική ομιλία μένει εκείνη της φύσης. Θα την έβρισκα τέλος με τον ένα ή τον άλλο τρόπο σε πάμπολλες σελίδες της μεταπολεμικής μας ιδίως ποίησης, με διαφορετική κάθε φορά μορφή, κάποτε αδύναμη και εξασθενημένη, αλλά πάντα παρούσα. (περισσότερα…)

Θανάσης Πετσάλης-Διομήδης αυτοβιογραφούμενος

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

~.~

Η παραδειγματική αξία ενός αυτοβιογραφικού έργου, τουτέστιν μιας ζωής, δεν βρίσκεται στην προβολή ή σε μια αποκομμένη παρατήρηση αυτής της ζωής, αλλά στη σχέση της με τη ζωή των άλλων. Στη διαφανή διαδρομή του δημιουργού που υπερβαίνει την ατομικότητά του όταν συνδέεται με τον μύθο και μετατρέπεται σε σύμβολο. Δηλαδή σε φορέα αξιών. Υπ’ αυτήν την έννοια δεν είναι ασφαλώς τυχαίο ότι ο Πετσάλης επέλεξε να δώσει στην τρίτομη αυτοβιογραφία του τον γενικό τίτλο «Διαφάνειες». Καρπός γνήσιας δημιουργικής επιθυμίας ανάκτησης του παρελθόντος του, οι «Διαφάνειες» δεν είναι μια τυπική αυτοβιογραφία. Δεν είναι βέβαια ούτε απομνημονεύματα ή αναμνήσεις. Μήτε πρόκειται για μια προσεχτικά συγκροτημένη, ιστορημένη σειρά συμβάντων της ζωής του ή των γεγονότων της ιστορίας του τόπου και του περιβάλλοντός του. Ο Πετσάλης γράφει ακολουθώντας τις αυθαίρετες ιδιοτροπίες της μνήμης του με χάσματα λησμονημένα ή άρρητα αποθηκευμένα, με συχνές παρεκβάσεις και αιφνίδιες παλινδρομήσεις. Κυρίως όμως γράφει βιώνοντας το τέλος ενός κόσμου, του αστικού κόσμου και με το βαρύ αίσθημα μιας αποστολής: να διασώσει στη μνήμη των περιλειπομένων τα αγαθά ενός πολιτισμού που χάνεται.

///

«Όταν ανατρέχω στην περασμένη μακρύτατη ζωή μου, αισθάνομαι σαν να ενώνομαι με ένα απώτατο παρελθόν, όπως βλέπεις από ψηλά έναν ίσιο δρόμο που μπλέκεται και χάνεται σε βάθη απροσπέλαστα, σε αποστάσεις δίχως τέλος. Και τότε νιώθω να γίνεται η ζωή μου, η ταπεινή ζωούλα μου, ένα με την ιστορία του κόσμου, με τον αρχέγονο μύθο της Γενέσεως και τα παμπάλαια παραμύθια».

Η αυτοβιογραφία ως λογοτεχνικό είδος προκαλούσε ανέκαθεν έντονο αναγνωστικό ενδιαφέρον αλλά και την καχυποψία, επιφυλάξεις, τόσο των ειδικών όσο και του κοινού. Παρατονισμοί ή παραλείψεις κρίσεων, αισθημάτων, ή ακόμη και γεγονότων, προδίδουν συχνά την αυταρέσκεια και τον σκόπιμο εξωραϊσμό. Τα πιο πάνω λόγια ωστόσο του παραθέματος του Θανάση Πετσάλη- Διομήδη (από τον θάνατο του οποίου συμπληρώθηκαν φέτος 30 χρόνια), είναι νομίζω χαρακτηριστικά ανθρώπου που όταν στο τέλος της μακράς και ευδόκιμης πεζογραφικής του πορείας, αποφάσισε να κλείσει το αφηγηματικό του έργο με μιαν αυτοβιογραφία, μας χάρισε σπάνιο και πολύτιμο παράδειγμα συγγραφικής ειλικρίνειας και πνευματικής ακεραιότητας.

Η παραδειγματική αξία ενός αυτοβιογραφικού έργου, τουτέστιν μιας ζωής, δεν βρίσκεται στην προβολή ή σε μια αποκομμένη παρατήρηση αυτής της ζωής, αλλά στην σχέση της με την ζωή των άλλων. Στην διαφανή διαδρομή του δημιουργού που υπερβαίνει την ατομικότητά του όταν συνδέεται με τον μύθο και μετατρέπεται σε σύμβολο. Δηλαδή σε φορέα αξιών. Υπ’ αυτήν την έννοια δεν είναι ασφαλώς τυχαίο ότι ο Πετσάλης επέλεξε να δώσει στην τρίτομη αυτοβιογραφία του τον γενικό τίτλο «Διαφάνειες». Καρπός γνήσιας δημιουργικής επιθυμίας ανάκτησης του παρελθόντος του, οι «Διαφάνειες» δεν είναι μια τυπική αυτοβιογραφία. Δεν είναι βέβαια ούτε απομνημονεύματα ή αναμνήσεις. Μήτε πρόκειται για μια προσεχτικά συγκροτημένη, ιστορημένη σειρά συμβάντων της ζωής του ή των γεγονότων της ιστορίας του τόπου και του περιβάλλοντός του. (περισσότερα…)

Ο Καρκαβίτσας από σύγχρονη οπτική

*

του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΥ

~.~

Ανδρέας Καρκαβίτσας, Η Λυγερή. Επιμέλεια Κειμένου – Επίμετρο – Γλωσσάρι Γεωργία Γκότση.  Φιλολογική Εποπτεία – Εισαγωγή Γιάννης Παπακώστας, Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, Αθήνα 2025, σελ. 320.  Στο Επίμετρο δημοσιεύονται μελέτη της νουβέλας καθώς και το εκδοτικό σημείωμα της επιμελήτριας  (σ. 185-284).

Ο Κωστής Παλαμάς, εξίσου σημαντικός κριτικός, όσο και ποιητής, ακόμα και αν στο συλλογικό υποσυνείδητο έχει περάσει ιδίως με τη δεύτερή του ιδιότητα, έγραφε τρία χρόνια μετά τον θάνατο Ανδρέα Καρκαβίτσα (1865-1922), εν είδει μνημοσύνου, ότι αν τον ανάγκαζαν να διαλέξει μεταξύ του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και του Λεχαινίτη συγγραφέα, θα στεκόταν «ευλαβητικά ξέσκεπος μπροστά στον πρώτο», φιλώντας του το χέρι, τελικά όμως «θα ψήφιζ[ε] για το δεύτερο»[1]. Στις μέρες μας ίσως φαντάζει δύσκολο να αποδεχθούμε αυτή την κατά τα άλλα προκλητική και δελεαστική σύγκριση. Διαβάζοντας, εντούτοις, τη μελέτη της Γεωργίας Γκότση στο επίμετρο της νέας έκδοσης της κλασικής νουβέλας Ἡ Λυγερή, δεν θα μπορούσαμε παρά να αναγνωρίσουμε ότι ο πεζογράφος Καρκαβίτσας αξίζει μια περίοπτη θέση στον λογοτεχνικό μας κανόνα.

Το σημαντικό γεγονός της επανεμφάνισης του Καρκαβίτσα στα γράμματά μας, το οφείλουμε στον «Σύλλογον πρὸς διάδοσιν Ὠφελίμων Βιβλίων» που ανέλαβε την πρωτοβουλία της επανέκδοσης των πεζών του Λεχαινίτη συγγραφέα (μεταξύ των οποίων πασίγνωστοι τίτλοι, όπως Ὁ Ζητιάνος και Τὰ λόγια τῆς πλώρης), συνοδευόμενων από εκτενή επίμετρα, όπου ανακεφαλαιώνεται η πρότερη σημαντική έρευνα και προτείνονται νέες προσεγγίσεις. Σε όλους τους τόμους προτάσσεται η ίδια εισαγωγή του ομότιμου καθηγητή Γιάννη Παπακώστα, φιλολογικού επόπτη της σειράς, με σκοπό τον κατατοπισμό του αναγνώστη ως προς τα ευρύτερα συμφραζόμενα της εποχής, μέσα στην οποία έζησε και έγραψε ο συγγραφέας. Στο παρόν κείμενο θα επικεντρωθώ στην ίδια τη Λυγερή και στη μελέτη της Γεωργίας Γκότση: η νέα έκδοση που ετοίμασε η επιμελήτρια (περισσότερα…)

Μικρή εισαγωγή στην ποίηση του Βαγγέλη Τασιόπουλου

*

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

Ο ποιητής Βαγγέλης Τασιόπουλος, με εννιά ποιητικές συλλογές και μια πρόσφατη συλλογή διηγημάτων στο ενεργητικό του, αποτελεί έναν διακριτό ποιητή της Γενιάς του 1980 ή αλλιώς Γενιάς του ιδιωτικού οράματος,[1] ο οποίος, ενώ στην αρχή της ποιητικής του πορείας παραμένει ως επί το πλείστον περίκλειστος ποιητικά εντός του ιδιωτικού λυρισμού, εξελικτικά και κλιμακωτά αποκλίνει από την ποιητική περιχαράκωση στο ιδιωτικό πάθος-όραμα και ανοίγεται στον ευρύτερο πολιτικοκοινωνικό και ιστορικό χώρο, προσφέροντας μιαν ευρύτερη θέαση του συλλογικού. Στο παρόν κείμενο, επομένως, θα εστιάσουμε (όσο αυτό είναι δυνατόν στο πλαίσιο ενός μικρού  κειμένου) αφενός στην προαναφερθείσα εξελικτική πορεία της ποιητικής του Τασιόπουλου, η οποία προϋποθέτει παράλληλα και μια σημαίνουσα μορφολογική μετατόπιση από το λυρικό-ποιητικό προς το αφηγηματικό-πεζοποίημα, και αφετέρου στην ανάδειξη κεντρικών θεμάτων της ποίησής του που επανέρχονται βασανιστικά και επίμονα με τρόπο που μας επιτρέπει να μιλήσουμε, κατά την άποψή μου, για ένα ποιητικό έργο εν προόδω. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά. (περισσότερα…)

Γιώργος Συμπάρδης, «Πλατεία Κλαυθμώνος» | Νύχτες του Ιουλίου 2025

*

Τετάρτη 23 Ιουλίου, 9μμ.

Παρουσίαση βιβλίου

Γιώργος Συμπάρδης
«Πλατεία Κλαυθμώνος»

Το νέο βιβλίο του Γιώργου Συμπάρδη είναι ένα μυθιστόρημα ενηλικίωσης τοποθετημένο στον πρώτο χρόνο της δικτατορίας των Συνταγματαρχών όπου παρακολουθούμε τις περιπλανήσεις και τις αναζητήσεις σε δρόμους και συνοικίες της Αθήνας ενός δεκαεννιάχρονου φοιτητή της Νομικής που μεγαλώνει μέσα σε μια οικογένεια γεμάτη αινίγματα, σιωπές και συγκαλύψεις. Με τον συγγραφέα συζητά η πεζογράφος Λίλα Τρουλινού.

Είσοδος ελεύθερη.

*

*

*

 

Κυριακή του Παραλύτου ή Κυριακή του Ασώτου; Πότε γεννήθηκε;

*

του ΤΑΚΗ ΓΕΡΑΡΔΗ

Όταν δεν υπάρχουν συγγενείς πρώτου βαθμού ή ενεργοί διαχειριστές των πνευματικών δικαιωμάτων, η διαχείριση των βιογραφικών στοιχείων καθίσταται ευάλωτη σε ανακρίβειες, λάθη και αυθαιρεσίες. Η περίπτωση της ημερομηνίας γέννησης του Μένη Κουμανταρέα θεωρώ πως εντάσσεται σε αυτό το πλαίσιο.

Ας σημειωθεί πως στο Google, αλλά και σε πλήθος διαδικτυακών πηγών –ελληνικών, αγγλικών και γαλλικών– καταγράφεται ως ημερομηνία γέννησης του Μένη Κουμανταρέα η 4η Ιανουαρίου 1931. Εγώ, όμως, και ο αδελφός μου Άρης, διατηρούμε ζωντανή τη μνήμη πως τα γενέθλια του μεγάλου συγγραφέα ήταν στις 17 Μαΐου – μια ημερομηνία που μας είχε αναφέρει ο ίδιος και που επιβεβαιώνεται, έστω σποραδικά, σε προσωπικά τεκμήρια και παραγνωρισμένες σημειώσεις καθώς και από αρχειακές αναφορές που δεν έχουν λάβει τη δέουσα προβολή. Το ζήτημα της γέννησης δεν είναι ποτέ απλώς ληξιαρχικό· ιδίως όταν προηγείται αοριστολογία.

Πώς όμως προέκυψε αυτή η ασυμφωνία; Πιθανότατα η πρώτη καταχώριση της λανθασμένης ημερομηνίας να έγινε από κάποια επιπόλαιη πηγή και στη συνέχεια αναπαράχθηκε μηχανικά – από ιστοσελίδα σε ιστοσελίδα, χωρίς να υποβληθεί σε έλεγχο. Σε έναν κόσμο όπου η πληροφορία διακινείται ταχύτατα και συχνά άκριτα και με βιαστικά copy paste, ένα μικρό λάθος μπορεί να παγιωθεί και να αλλοιώσει τη δημόσια εικόνα ενός σημαντικού προσώπου. Δεν πρόκειται για απλή φιλολογική λεπτομέρεια. Η ημερομηνία γέννησης έχει το δικό της ειδικό βάρος στο συνολικό αφήγημα της ζωής και της δημιουργίας του Κουμανταρέα. Μια τέτοια ανακρίβεια γεννά ερωτήματα για τη φύση των πηγών, την αξιοπιστία τους, αλλά και για την ευθύνη μας απέναντι στην πολιτισμική μας κληρονομιά. Συνέβαλε όμως και ο ίδιος σε αυτή την σύγχυση.

Θυμάμαι πολύ έντονα τον Μένη να αποφεύγει με βδελυγμία να αποκαλύψει την ακριβή ημερομηνία των γενεθλίων του. Αυτήν την πληροφορία την έμαθα μόνο όταν έγινε γνωστός ο θάνατός του. Όποτε τον ρωτούσα, απαντούσε με αόριστο, σιβυλλικό ύφος, κάποιες φορές με έναν αστεϊσμό, πάντα με μια δόση ναρκισσισμού, κι άλλαζε αμέσως θέμα. Σχεδόν σαράντα χρόνια που τον γνώριζα δεν θυμάμαι ούτε μία φορά να μας καλεί κάπου για να γιορτάσουμε τα γενέθλιά του. Από τότε υποπτευόμουν πως δεν ήθελε να μάθουμε πότε γεννήθηκε, γιατί δεν άντεχε την πιστοποίηση του γήρατος. Όπως και το όνομά του (Αριστομένης) δεν γιορτάζει ποτέ, έτσι κι εκείνος δεν είχε ποτέ γενέθλια και με αυτόν τον τρόπο ένιωθε πως ξεφεύγει από το χρόνο. (περισσότερα…)

Για τον Γιώργο Ιωάννου, σαράντα χρόνια μετά

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

Σαράντα χρόνια μετά την πρόωρη και αδόκητη κοίμησή του, μπορούμε να το πούμε με βεβαιότητα. Οφείλουμε στον Γιώργο Ιωάννου την πιο αυθεντική έκφραση της ανθρωπογεωγραφίας της Θεσσαλονίκης, την αρτιότερη μέχρι σήμερα περιγραφή της στη λογοτεχνία μας. Αν αυτό, εκ πρώτης όψεως, φαίνεται να αφορά κυρίως τη μητέρα του πόλη, που έχει χάρη στο έργο του Ιωάννου ένα γερό θεμέλιο αυτογνωσίας αλλά και προσανάμματα ζωής (ζωής αληθινής και όχι υποταγμένης σε ιδέες, είτε λατρευτικών υπερβολών είτε ενοχικών αυτομαστιγώσεων), η νεοελληνική πεζογραφία εν συνόλω τού οφείλει και κάτι επιπλέον. Ένα παράδειγμα έξοχου ύφους, το οποίο αναγνωρίστηκε και τιμήθηκε, παρά τις αντιρρήσεις ενός συμπλεγματικού μικροαστικού προοδευτισμού που στο όνομα του μοντερνισμού, τού καταλόγιζε… επαρχιωτισμό.

Το παράδειγμα του Ιωάννου, η μονομερής αφήγηση με διάσπαση του θέματος σε ψηφίδες, η ανασύνθεση του χρόνου, η καταγραφή των συμβαινόντων με λόγο ενδιάθετο και τρόπο προσωπικό, πρωτότυπο και πειστικό, δεν ανανέωσε απλώς την ηθογραφία μιας ιδανικής ενότητας σώματος και ψυχής, που συντηρεί τα όνειρα ενός ολόκληρου κόσμου με αξιοπρέπεια και κατανόηση. Μπορεί να είχε ως πυρήνα έμπνευσης τη Θεσσαλονίκη, νομίζω ωστόσο πως αφορά γενικότερα και τον τρόπο που αντικρίζουμε τη ζωή και την τέχνη. Αν δηλαδή θέλουμε να είναι αυτό οικειοποίηση και στη συνέχεια ανάπλαση του κοινού βιώματος, μύθων χάρη στους οποίους μπορούμε να συνυπάρχουμε, ή διανοητική άσκηση ξεριζωμένων γραφομανών.

Μίλησα ήδη για βίωμα και τη σημασία να έχει ο λόγος βάρος βιώματος. Δεν εννοώ πως πρέπει η αφήγηση να είναι αυτοβιογραφική. Ο Ιωάννου αυτό το απέφυγε θαυμάσια γιατί ήξερε πώς από το εφήμερο και το ιδιωτικό να ανάγεται στο διαρκές και το συλλογικό. Μπορεί να ξεκινά από το υπαρκτό βίωμα, ουδέποτε όμως ξεπέφτει σε οικτίρμονα αυτοπαρατήρηση ή σε μελοδραματικά ξεσπάσματα. Δεν είχε ψυχολογία πλασιέ. Το πάθος του για την κληρονομιά και την παράδοση δεν ήταν αφελές. Πήγαζε από τη βαθιά γνώση ότι ο διχασμός μεταξύ του δήθεν υψηλού καλλιτεχνικού έργου και του λαϊκού αναγνώσματος είναι μια από τις κακοδαιμονίες όχι απλώς της λογοτεχνίας αλλά του μοντέρνου κόσμου γενικά. Η διήγηση είναι τέχνη λαϊκή εκ φύσεως, ακροαματική από τη σύστασή της. Και συνάπτεται πάντα με τα κοινά πάθη. (περισσότερα…)

Χειμερία νάρκη ή νάρκη προσωπικού;

*

του π. ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΓΚΑΝΑ

Δημήτρης Καρακίτσος,
Αυτός ο χειμώνας,
Αντίποδες, 2024

///

Εμοί μεγίστη πράξις εστίν η απραξία
ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ
Όλες οι δυστυχίες του ανθρώπου πηγάζουν
από την ανικανότητά του να καθίσει σ’ ένα
δωμάτιο, σιωπηλός και ολομόναχος.

ΠΑΣΚΑΛ
Στη γαλήνη των ερήμων αυτών,
με λίγα, αλλά σοφά βιβλία αποτραβηγμένος,
ακούω με τα μάτια μου τα λόγια των νεκρών
και ζω μιλώντας με τους πεθαμένους.
ΚΕΒΕΔΟ[1]
Ναι! Χιονίζει, αρχίζουνε τα θαύματα!
ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ
Τον χειμώνα ετούτο άμα τον πηδήσουμε
γι’ άλλα δέκα χρόνια άιντε καθαρίσαμε.
ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ 

Στο βαθμό που ισχύει η άποψη ότι κάθε συγγραφέας γράφει και ξαναγράφει το ίδιο βιβλίο, ο Δημήτρης Καρακίτσος μοιάζει να συνιστά μια εξαίρεση καθώς βρίσκει συνεχώς τρόπους να πείθει τον αναγνώστη περί του αντιθέτου.

Έτσι τα τελευταία χρόνια μάς προσέφερε βιβλία εντελώς διαφορετικής μορφής και περιεχομένου: έναν αστυνομικό γρίφο (Ο Δον Υπαστυνόμος)· τις περιπέτειες ενός  υπερήρωα που θυμίζουν  χολλυγουντιανή ταινία βγαλμένη από κόμικ (Ζαχαρίας Σκριπτ)· ένα  road trip με ποδήλατα στη Σουηδία του 19ου αιώνα (Για να μην αποτύχουμε όπως οι Μπιόρλινγκ και Καλστένιους)· μια autofiction με πινελιές μαγικού ρεαλισμού (Αυτό-κοινωνιο-παραμυθία)· και τώρα μια ηθογραφία (Αυτός ο Χειμώνας).

Αυτό που χαρακτήριζε όμως από κοινού όλα αυτά τα βιβλία είναι ότι το λογοτεχνικό είδος που υπηρετείται κάθε φορά παρουσιάζεται τρόπον τινά «πειραγμένο», ακολουθώντας εν μέρει μόνο, και ταυτόχρονα αναιρώντας, τις συμβάσεις του εκάστοτε είδους. Η διαπίστωση αυτή οδήγησε τη  λογοτεχνική κριτική σε μια σχεδόν ομόφωνη ετυμηγορία: αποφάσισε να προσδώσει στον Καρακίτσο τον χαρακτηρισμό μεταμοντέρνος. Ένα χαρακτηρισμό που λειτουργεί στις μέρες μας σαν πασπαρτού που ανοίγει κάθε πόρτα.

Ο χαρακτηρισμός σήμαινε πως στον συγγραφέα πιστώνονταν μια αχαλίνωτη φαντασία, μια παιγνιώδης διάθεση που άγγιζε τα ακρότατα όρια και, ως συνέπεια, η έλλειψη νοήματος, η έλλειψη μιας «συγκολλητικής ουσίας» που θα συνείχε το έργο ή, για να χρησιμοποιήσουμε έναν «παλιομοδίτικο» χαρακτηρισμό που χρησιμοποιείται σποραδικά ακόμα και στις μέρες μας (κι όχι πάντα από τις πιο συντηρητικές φωνές) μια ηθική διάσταση. [2] (περισσότερα…)

Απόκομμα ζωής

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

1

Ο τύπος ήταν απατεώνας, ένας θεατρίνος που είχε πεθάνει στα ψέματα κάμποσες φορές συγγενείς και γνωστούς για να τον λυπούνται και να τον βοηθούν – μέχρι και για το παιδί του έλεγε πως είχε πεθάνει και ζητούσε λεφτά για την κηδεία του. Εγώ όμως που κυκλοφορούσα τη νύχτα τον είχα δει να μπαινοβγαίνει σε κωλόμπαρα και σε στριπτιζάδικα και να ξοδεύει ένα κάρο λεφτά σε γυναίκες που η αξιοπρέπειά τους ήταν απείρως μεγαλύτερη από τη δική του. Δεν είχα προσωπικές σχέσεις μαζί του, ούτε καν μιλούσαμε, αλλά ο τρόπος του μου προκαλούσε απέχθεια. Λόγω της δουλειάς μου στη νύχτα είχα γνωρίσει ένα σωρό καθάρματα αλλά αυτός εδώ ήταν το κάτι άλλο. Τέτοιο θράσος και τέτοιο ξεφτιλίκι σαν το δικό του δεν είχα ξαναδεί.

Η φάτσα του κάποιον μου θύμιζε από το παρελθόν αλλά μπορεί να έκανα και λάθος. Ήταν ένα καχεκτικό ανθρωπάκι με γυμνό κρανίο – τα ελάχιστα μαλλιά στο σβέρκο και τους κροτάφους τα είχε ξυρισμένα. Φορούσε συχνά κασκέτο και κουβαλούσε σακίδιο πλάτης. Η μούρη του ήταν ποντικίσια, η μύτη του μακριά και σουβλερή. Κυκλοφορούσε με τα πόδια αλλά κάποιες φορές τον είχα δει να οδηγά μια μηχανή ολοκαίνουρια, αυτά τα διαστημικά μηχανάκια που είναι πολύ στη μόδα τα τελευταία χρόνια. Τον έβλεπα που χωνόταν στα στενά δρομάκια της λιμενικής ζώνης, άφηνε το μηχανάκι κάπου απόμερα, άλλαζε ρούχα και κυκλοφορούσε με τα πόδια ζητιανεύοντας από τουρίστες και ιδιοκτήτες σκαφών με ιστορίες δουλεμένες από πριν. Απ’ όσα έφταναν στ’ αυτιά μου το σενάριο ήταν πάντα ίδιο με μικρές παραλλαγές: κλαιγόταν για αρρώστιες και θανάτους συγγενών του και ζητούσε λεφτά για να τα βγάλει πέρα με τα έξοδα του νοσοκομείου ή της κηδείας.

Ένα βράδυ ο πορτιέρης του μαγαζιού όπου δούλευα εκείνη την εποχή μου είπε ότι την ώρα που στεκόταν στην είσοδο τον πλησίασε ο περίεργος και του ζήτησε είκοσι ευρώ γιατί η γυναίκα του είχε εισαχθεί επειγόντως στο νοσοκομείο και κείνος δεν είχε λεφτά για να πάρει ταξί. Ο πορτιέρης, ένας γίγαντας εκατόν πενήντα κιλά με άνοιγμα πλάτης όσο η κάσα μιας κανονικής πόρτας, μου είπε ότι ο τύπος επέμενε, κλαψούριζε και μάλιστα προσπάθησε να μπει στο μαγαζί για να ζητιανέψει. Ο πορτιέρης κόντεψε να τον δείρει, συγκρατήθηκε και τελικά τον διαολόστειλε. Ο άλλος όμως φεύγοντας του είπε «δεν πειράζει ρε φίλε, ο Θεός να σε έχει καλά». Ο γίγαντας γελούσε καθώς μου το έλεγε αλλά για κάποιον ανεξήγητο λόγο σκέφτηκα ότι εκείνος ο απατεώνας ίσως να ήταν πιο πολύπλοκος απ’ όσο μπορούσα να φανταστώ.

(περισσότερα…)