Γιάννης Ψυχάρης

«Το ταξίδι» του Ερνέστου Ψυχάρη

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

Όταν το 1888 στο αθηναϊκό τέλμα έπεφτε, εξαπολυμένο από το Παρίσι, βαρύ λιθάρι το Ταξίδι του Γιάννη Ψυχάρη, έργο με όσες αρετές και ελαττώματα χρειάζονταν για να αρχίσει ο μεγάλος αγώνας μιας γενιάς που με όπλο τη δημοτική γλώσσα θα πολεμούσε για τη λύτρωση από τις πνευματικές και πολιτικές τροχοπέδες ενός έθνους, ο συγγραφέας του δεν μπορούσε ασφαλώς να φανταστεί πως δεκαπέντε χρόνια αργότερα ο πρωτότοκος γιος του θα άρχιζε ένα άλλο «ταξίδι» που θα τον έβγαζε σε μια άλλη Πίστη, ξένη προς τον ορθολογισμό του πατέρα και κυρίως του παππού του, του περίφημου Ερνέστου Ρενάν. Κι ούτε φυσικά γινόταν να προβλέψει πως η περίφημη και προκλητική φράση «Χαίρουμαι να βλέπω ελληνικό στρατό», με την οποία έκλεινε το Ταξίδι, θα έπαιρνε μιαν άλλη εκδοχή χαράς όταν ο Ερνέστος Ψυχάρης θα παρατούσε κάθε επιστημονική φιλοδοξία για να σταδιοδρομήσει στον γαλλικό στρατό, βρίσκοντας σε αυτόν την οδό προς την αληθινή Γαλλία, την «πρώτη κόρη της καθολικής εκκλησίας». Και, αλίμονο, δεν περνούσε από τον νου του πως τόσο ο Ερνέστος όσο και ο δεύτερος γιος του, ο Μισέλ Ψυχάρης, θα εύρισκαν τον θάνατο στο σφαγείο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

~.~

Ερνέστος Σπυρίδων Ιωάννης Νικόλαος Ψυχάρης. Αυτό ήταν το πλήρες όνομα του πρωτότοκου γιου του Γιάννη Ψυχάρη και της Νοεμί Ρενάν (κόρης του κορυφαίου ιστορικού και εθνολόγου Ερνέστου Ρενάν) που γεννήθηκε στις 27 Σεπτεμβρίου 1883 στο Παρίσι και βαπτίστηκε δύο μήνες αργότερα, κατά το ορθόδοξο τυπικό. Όχι γιατί πατέρας ήταν ο Ψυχάρης αλλά γιατί το ζήτησε επιμόνως η προτεσταντικής καταγωγής μητέρα, η Νοεμί. Θα ακολουθούσαν ακόμη τρία παιδιά. Η Ενριέττ (1884-1972), που από τον γάμο της με τον ψυχίατρο Γκαμπριέλ Ρεβώ ντ’ Αλόν απέκτησε δυο γιους, τον γκωλικό στρατηγό Ζαν Γκαμπριέλ Ρεβώ ντ’ Αλόν και τον φιλόσοφο Ολιβιέ Ρεβώ ντ’ Αλόν, ο Μισέλ (1887-1917, βλ. παρακάτω) και η Κορνηλία (1894-1982), σύζυγος του νεοκλασικού συνθέτη Ρομπέρ Σιοάν. Παρά τα τέσσερα παιδιά, ο γάμος του Γιάννη Ψυχάρη και της Νοεμί Ρενάν δεν θα εξελισσόταν καλά. Μέχρι το τυπικό διαζύγιο το 1913, η σχέση τους θα είναι συμβατική και τα παιδιά θα ζουν κυρίως με τη μητέρα και τη γιαγιά τους.

Ζωηρό και μαχητικό παιδί ο Ερνέστος, σε διαρκή αντιπαράθεση με τον πατέρα του, αλλά και γενναιόδωρο (αναφέρεται ένα περιστατικό που χαρίζει το καινούργιο του παλτό σε φτωχό συμμαθητή του), όπως είναι φυσικό, μεγαλώνει μέσα σε περιβάλλον ιδεών, γραμμάτων και τεχνών καθώς είναι ισχυρό το αποτύπωμα του πατέρα και του παππού του αλλά και δύο ακόμη προσώπων, του προπάππου του, του ζωγράφου Άρι Σέφερ και της γλύπτριας γιαγιάς του Κορνηλίας Σέφερ. Οι πρώτες εκτός οικογενείας επιρροές, εξέχουσες μορφές της αντιμιλιταριστικής και αντικληρικαλιστικής διανόησης που επισκέπτονται το σπίτι του Ψυχάρη (Εμίλ Ζολά, Ζαν Ζωρές, Ζωρζ Κλεμανσώ) ενώ από τον σύζυγο της μαγείρισσας της οικογένειας, ένα μαχητικό ριζοσπάστη, θα γνώριζε πρώτη φορά τις σοσιαλιστικές ιδέες. (περισσότερα…)

Περιήγηση στη Μαδουρή της οικογένειας Βαλαωρίτη

*

Το νησί, το αρχοντικό, το παρεκκλήσι
του Ευαγγελιστή Ιωάννη και ο τάφος της Όλγας Βαλαωρίτη

γράφει η
ΕΥΣΤΑΘΙΑ ΠΟΛΙΤΗ

///

Το νησί

Το όνομά της η Μαδουρή λέγεται ότι το πήρε από κάποιο μαντρί που βρισκόταν στο νησάκι,  και με τα χρόνια η λέξη παρεφθάρη: μαντρί, μαδρί, Μαδουρή. Άλλη εκδοχή υποστηρίζει ότι το όνομα προέρχεται από τη λαϊκή λέξη μαδερή, που σημαίνει γυμνή. Πράγματι η Μαδουρή υπήρξε ένα ξερό, πετρώδες, άγονο νησάκι με άγριους θάμνους -ερυμνός και ακατέργαστος βράχος γράφει ο Σάθας- και είχε ελαιόδεντρα μόνο στη βορειοδυτική πλευρά του. Η έκταση του υπολογίζεται πάνω από 127 στρέμματα (0,127 τ.χλμ.). Ανήκει στο σύμπλεγμα των Εχινάδων το οποίο μετονομάστηκε τη δεκαετία του 1950 από τον Αντώνη Τζεβελέκη καθ’ ομοίωσιν του νησιωτικού συμπλέγματος των Πριγκιπονήσων της Κωνσταντινούπολης. Τα Πριγκιπόνησα της Λευκάδας αποτελούν τα νησάκια Σκορπιός, Σκορπίδι, Σπάρτη, Τσόκαρι, Μαδουρή, Χελώνη που με τη σειρά τους αποτελούν μέρος ενός μεγαλύτερου συμπλέγματος, αυτού των Τηλεβοΐδων Νήσων: Κάλαμος, Καστός, Μεγανήσι, Θηλιά, Κυθρός, Άτοκος, Αρκούδι, Φορμίκουλα, Πρασονήσι, Προβάτι, Αλαφονήσι, Πεταλού. Το όνομα τους συμπλέγματος έλκει την καταγωγή του από τον αρχαίο τοπικό λαό των Τηλεβόων ή Ταφίων. Οι Τηλεβόες ή Ταφίοι είχαν σαν βασική τους δραστηριότητα την πειρατεία και ως βάση τους το Μεγανήσι, που το όνομά του ήταν και Τάφος ή Ταφιάς.

Σύμφωνα με πηγές, το μικρό αυτό αρχιπέλαγος κατά τον Μεσαίωνα υπήρξε ορμητήριο Καταλανών και Τούρκων πειρατών καθώς οι ορμίσκοι των νησίδων λειτουργούσαν ως τέλεια κρησφύγετά τους. Γενικά δεν υπάρχουν στοιχεία για τα νησάκια αυτά πριν από το έτος 1684. Ο ιστορικός Πάνος Ροντογιάννης αναφέρει ότι μέχρι την εποχή αυτή το Μεγανήσι και τα πέριξ αυτού μικρότερα νησιά ήταν ακατοίκητα. Με την έλευση των Βενετών φαίνεται ότι οι γαίες τους παραχωρήθηκαν σε διάφορους ιδιώτες. Από τα Γενικά Αρχεία του Κράτους – Αρχεία Νομού Λευκάδας αντλούμε πληροφορίες για παραχωρήσεις γαιών σε συγκεκριμένα πρόσωπα, σε ορισμένο χρόνο. Η Μαδουρή πέρασε από πολλά χέρια. Γύρω στα 1740 το όριζε ένας Γάλλος, ο Κάρλ Λεμπόν. Μετά το θάνατό του πέρασε στα χέρια της οικογένειας Βρεττού και στη συνέχεια στη βενετσιάνικη οικογένεια Σεττίνι. Ο Ροντογιάννης αναφέρει ότι το νησάκι είχε περιπέτειες κωμικές, γιατί οι κατοπινοί ιδιοκτήτες, μετά τον Λεμπόν, είχαν δικαστικές φασαρίες με τους καθολικούς ιερείς της Λευκάδας που αξίωναν 50 χρόνων «σαββατιάτικα» αναδρομικά που είχαν κάνει στον Λεμπόν και δεν τα είχαν πληρωθεί. Μάλιστα τα αξίωναν με τόκους. Και είχαν βγάλει τόσο μεγάλο το ποσό της οφειλής που έντρομοι οι ιδιοκτήτες εγκατέλειπαν το νησί. Μετά την πτώση των Βενετών φαίνεται να έχει περάσει στην ιδιοκτησία της οικογένειας Βαλαωρίτη. Συγκεκριμένα στα 1860 ήταν κτήμα των δύο αδελφών, του Ευστάθιου και του Ιωάννη Βαλαωρίτη. Την ίδια χρονιά, οι δυο οικογένειες μοίρασαν την περιουσία τους με συμβόλαιο διανομής. Η διανομή έγινε ανάμεσα στα τέσσερα ξαδέρφια: τον Σπυρίδωνα, τον Δημοσθένη, τον Αριστοτέλη και τον Ξενοφώντα. Μετά από κλήρο, το νησί κληρονόμησαν ο Αριστοτέλης και ο Ξενοφώντας.

Στο νησάκι προϋπήρχε ένας οικίσκος και το παρεκκλήσι του Ευαγγελιστή Ιωάννη που ανακαινίστηκε από τον ποιητή μαζί με το χτίσιμο της έπαυλής του και την γενικότερη αναμόρφωση του νησιού. Βοηθός του ήταν ο έμπιστος επιστάτης του Στυλιανός Βερύκιος από την Εξάνθεια ο οποίος μαζί με τα αδέλφια του και άλλους εργάτες από την Εξάνθεια και τον Δρυμώνα κουβάλησαν καινούριο χώμα από τον κάμπο του Νυδριού, έφτιαξαν ξερολιθιές που στήριζαν αναβαθμίδες στις οποίες φύτεψαν αμπέλια, ελιές, αμυγδαλιές και κέντρωσαν τις αγριλίδες που ήδη υπήρχαν. Επίσης βοήθησαν στις εργασίες για την οικοδόμηση της έπαυλης που ολοκληρώθηκε το 1864, μετά από τέσσερα χρόνια αφότου είχαν μπει τα θεμέλια. Τα σημερινά μεγάλα πεύκα που βλέπουμε φυτεύτηκαν αργότερα από τον γιο του ποιητή. Κατά καιρούς υπήρξαν συκιές, ευκάλυπτοι, κυπαρίσσια, ροδοδάφνες. Στο πίσω μέρος του νησιού ύστερα από παραγγελιά του ποιητή φύτεψαν Βαυκερίτες αμπέλια ποικιλίας «βαρτζαμί» που είχαν φέρει από το χωριό τους. (περισσότερα…)