Αντώνης Ζέρβας

«Κι αν οι γυναίκες κυβερνούσαν τον κόσμο;»

~.~

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 03:24
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

«Κι αν οι γυναίκες κυβερνούσαν τον κόσμο;» Αυτό το ερώτημα έχει αναρτήσει τούτο τον καιρό στις γιγαντομαρκίζες του ένα αθηναϊκό μουσείο. Η κυρία της φωτογραφίας, που μόλις ανακοίνωσε ότι αποσύρεται από την πολιτική, είναι ίσως η απάντηση. Ιέρακας από τους τρομερότερους της αμερικανικής διπλωματίας, διαβόητη για τη φράση της «Fuck EU!», βασικός μοχλός της παρδαλής «επανάστασης» του 2014 που ανέτρεψε τον Γιανουκόβιτς και έστρωσε τον δρόμο στο τωρινό ουκρανικό δράμα, η Βικτόρια Νούλαντ όπου πέρασε άφησε πίσω της ερείπια.

Και να ’ταν η μόνη; Μαντλήν Ωλμπράιτ, Χίλλαρυ Κλίντον, Κοντολάιζα Ράις, το αμερικανικό ΥΠΕΞ το διαφεντεύουν γυναίκες τριάντα χρόνια τώρα. Και υπήρξαν όλες τους μια μερίδα από τα ίδια: πολεμοκάπηλες, υποκρίτριες, κυνικές. Ποιος μπορεί να ξεχάσει εκείνο το «Άξιζε τον κόπο!» της Ωλμπράιτ, όταν δημοσιογράφος τη ρώτησε για τα 500.000 σκοτωμένα παιδιά του Ιράκ;

Αλλά, εντός και εκτός ΗΠΑ, έτσι δεν κυβερνούν τον κόσμο οι περισσότερες γυναίκες πολιτικοί που έχουν ένα όνομα στις μέρες μας; Φον ντερ Λάυεν; Μπαίρμποκ; Νίκκι Χέηλυ; εκείνες οι ατυχήσασες εντέλει νεαρές που κυβέρνησαν τη Φινλανδία και την Νέα Ζηλανδία για ένα φεγγάρι; και πρώτη στη σειρά ανάμεσά τους, εξυπακούεται, η πατριάρχισσα, και ανομολόγητο πρότυπό τους, Μυλαίδη Θάτσερ;

Με συρράξεις θερμές και ψυχρούς πολέμους, με δρακόντειες απαγορεύσεις, κοινωνικές καταστροφές και δογματικές μισάνθρωπες κατηχήσεις δεν ταυτίστηκαν; Τι έχουν να ζηλέψουν από τους αρσενικούς επιβήτορες της εξουσίας;

~.~ (περισσότερα…)

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Αποδόσεις του Αντώνη Ζέρβα (1953-2022)

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

Αποδόσεις του Αντώνη Ζέρβα (1953-2022)

Αυτή την εβδομάδα θα κάνουμε μία μικρή παράκαμψη από την ποίηση του Ναζιανζηνού, για να παρουσιάσουμε τις αποδόσεις (βυζαντινές αναμορφώσεις τις αποκαλεί ο ίδιος) του Αντώνη Ζέρβα. Μνημοσύνου και μνήμης χάριν προς τον προσφάτως εκλιπόντα ποιητή († 3/6/2022), αναδημοσιεύουμε τις αποδόσεις των επιλεγμένων ποιημάτων του Λέοντα του φιλοσόφου (9ος αι.), του Χριστόφορου Μυτιληναίου και του Ιωάννη Μαυρόποδα, μητροπολίτου Ευχαΐτων (α΄ μισό 11ου αι., αμφότεροι). Οι αποδόσεις αυτές, με τους ιδιαίτερους, πρόσθετους, τίτλους ζερβικού ποιητικού ύφους, πρωτοδημοσιεύτηκαν στο περιοδικό-αγλάϊσμα Ἑκηβόλος (τ. 18, Χειμώνας 1997, σ. 1945-1953).  Συμβουλευτήκαμε όμως και την μεταγενέστερη δημοσίευσή τους στο έργο του Οι Συλλογές 1983-2006 (Ἴνδικτος, Ἀθήνα 2008, σ. 381-389), καθώς είχε επιφέρει δυο μικροαλλαγές, τις οποίες και μεταφέραμε εδώ.

~·~

Ποίημα
Λέοντος τοῦ Φιλοσόφου
κατά τινος ἰατροῦ
ὁποὺ συμβούλευε
ἀκαίρως
τὸ πινδαρικὸν
ἄριστον μὲν ὕδωρ

Ψυχρὸ τὸ γῆρας καὶ ψυχροὶ ἐκ φύσεως,
φεῦ, οἱ χυμοὶ τῆς δικῆς μου κράσης. Φεβρουάριος
ὁ μήνας, ψυχρότατος. Εἴμαστε πιὰ στὸν Ὑδροχόο
ὁποὺ ζευγμένος στὸν ἥλιο κάνει ὥστε
ἀκόμη καὶ τὸ κρασὶ νὰ πήζει σὲ ὁρισμένους τόπους,
τὰ δὲ κανάτια σπάζουν ἀπ᾽ τὴν πολλὴ τὴν ψύξη.
Ἐπιπλέον, τὸ σπίτι ὁποὺ μένω τώρα
τό ᾽χει σκεπάσει τὸ χιόνι καὶ ξυλιάζεις·
ὁ ἀγέρας κατεβαίνει δριμὺς καὶ πικρὸς
ἀπ᾽ τὴ Θράκη, ὀξύς, βίαιος, φυσομανώντας
μὲ τὴν πνοὴ τοῦ ταρτάρου· κι ὁ νοτιὰς
ἀπαράτησε τὸν οὐρανὸ τῶν κλιμάτων μας.
Πῶς λοιπόν, ἐσὺ φίλτατε, ἀφοῦ βλέπεις
τί ψύχρες μὲ λούζουνε τὸν κακόμοιρο,
διατάζεις νερὸ νὰ μοῦ δίνουν μονάχα;
Ἂν σ᾽ ἀκούσω, εἴτε χιόνι θὰ γίνω κι ἐγὼ
ἢ χαλάζι• καὶ νεκρὸς σὰν τὸ κρύσταλλο
ἄψαυστος θὰ φανῶ στοὺς νεκροστόλους.
Τράβα λοιπὸν στοὺς τόπους τῆς Ἰνδίας,
στὶς πόλεις τῶν Ἀγησύμβων ἢ τῶν Βλεμμύων,
ὅπου λένε πὼς δὲν βλασταίνουν τ᾽ ἀμπέλια·
ἐκεῖ νὰ δείξεις τὴν ἰατρική σου σοφία.
Ἐμεῖς χρεία δὲν ἔχουμε ἀπ᾽ τὴ δική σου τέχνη,
ἂν θέλουμε νά ᾽μαστε ζωντανοὶ καὶ νὰ κοιτᾶμε τὸν ἥλιο.

~•~

 

(περισσότερα…)

Αντώνης Ζέρβας, Οδηγίες χρήσεως

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Ο ποιητής Αντώνης Ζέρβας γεννήθηκε στον Πειραιά τον Δεκέμβρη του 1953. Πέθανε χθες, 3 Ιουνίου 2022, σε νοσοκομείο της Αθήνας· από καρκίνο των πνευμόνων, όπως το είχε προβλέψει. Η αδημοσίευτη ομιλία που ακολουθεί, εκφωνήθηκε στην αίθουσα της Ελληνικής Εταιρείας στην Πλάκα, την 3η Νοεμβρίου 2010, σε εκδήλωση για τον πρόσφατο τότε συγκεντρωτικό τόμο του έργου του.

~.~

Βάλανε τη σιωπή να με πνίξει
Κι αυτή μ’ αγάπησε
Κάθεται στα πόδια μου κι απαριθμεί
Με πόσους και πόσους πλάγιασε
Κι ακούω τα ονόματα
Που ανέκαθεν τιμούσα και σεβόμουν
Α.Ζ., «Η ΣΙΩΠΗ»
Όχι κύριε δεν μ’ αρέσουν τα τραγούδια σας
κι ας πουλάνε σαν πραλίνες Βρυξελλών.
Προτιμώ τις ψαλμωδίες μιας παλιάς θρησκείας
που σε κάνουν να λυγίζεις γόνατα και ράχη,
έστω κι αν η πίστη έχει ξεραθεί μέσα στα οστά σου.
Α.Ζ., «ΜΕΣ ΣΤΑ ΠΟΛΛΑ ΝΑΙ»

Για τους πολλούς, η φήμη αξίζει όσο τα ίδια τα πράγματα. Ακόμη χειρότερα: η φήμη είναι τα πράγματα, το τι ακούγεται, το τι διαδίδεται για κάποιον μετράει παραπάνω από το ίδιο του το έργο. Και η φήμη είναι σκληροτράχηλη. Όταν εμπεδωθεί γερά, δύσκολα την κουνάς από τη θέση της. Πας να την παρακάμψεις, να επιστρέψεις ξανά στο προκείμενο, κι αυτή εννοεί να ξεπετιέται εμπρός σου, να σου κόψει τον δρόμο. Κάποτε η φήμη αυτή είναι ένα συν, καλλωπίζει, εξωραΐζει τα πράγματα. Άλλοτε πάλι αφαιρεί, τα δυσφημεί, τα θαμπώνει. Σε όλες όμως τις περιπτώσεις, τους στερεί την εντελώς δική τους αλήθεια, τα αλλοιώνει.

Επέτρεψα στον εαυτό μου αυτόν τον γριφώδη πρόλογο, γιατί η κατάσταση με τον Ζέρβα είναι κάπως περίεργη. Κατά έναν τρόπο ο Ζέρβας είναι η πλέον άσημη διασημότης των γραμμάτων μας, ένας περίοπτος άγνωστος που ταράζει τον αναγνωστικό μας βίο των τελευταίων δεκαετιών. Oι επιφυλλίδες και οι συνεντεύξεις του γέμουν, ενίοτε ολοσέλιδες, τον κυριακάτικο Τύπο· τα βιβλία του –ποιήματα, δοκίμια, μεταφράσεις– διαδέχονται με ραγδαίο ρυθμό το ένα το άλλο (μετράω πάνω από είκοσι πρώτες και δεύτερες εκδόσεις δικές του από το 1983 και μετά, ένα σχεδόν βιβλίο τον χρόνο…)· το ίχνος από το πέρασμά του είναι ευδιάκριτο κάποτε και σε κείμενα άλλων, φτάνει κανείς να έχει μάτια πρόθυμα να το δουν.

Την ίδια στιγμή, ο δημόσιος λόγος για το έργο αυτό, τα σχόλια, η κριτική είναι, για να το πω κομψά, φειδωλή. Όταν γίνεται συζήτηση συνολική για την ελληνική λογοτεχνία του καιρού μας, το όνομά του απουσιάζει. Και ενώ και οι πιο δύσκολοι αναγνώστες μεταξύ τους τ’ ομολογούν ότι πρόκειται για έργο πολυστρώματο, βαθιά προσωπικό, ιδιαίτερο, προς τα έξω αμηχανούν, όταν δεν σιωπούν αιδημόνως. (περισσότερα…)

Τα Ονειρικά Τραγούδια: Αποθεσμοποίηση και μεταφραστικός ακαδημαϊσμός

Berrym

♦♦♦

του ΓΙΑΝΝΗ ΛΕΙΒΑΔΑ

“There are two voices, and the first voice says, “Write!”
and the second voice says, “For whom?”
I think that’s marvelous; he doesn’t question the imperative, you see that.
And the first voice says, “for the dead whom thou didst love”;
again the second voice doesn’t question it;
instead it says, “Aye, for they return as posterity”.
Isn’t that good?” J.B.

Είναι γεγονός ότι η εποχή μας σημαδεύεται απ’ την πικρή αλήθεια πως όσο λιγοστεύει η τέχνη τόσο ανθεί η κριτική και πως η διάχυση των εφαρμογών της κριτικής ελαχιστοποιεί την αναγνώριση της ποιητικής τέχνης. Αυτό σημαίνει πως η ανάγκη για κριτική είναι μακράν πιο εντεταμένη από την ανάγκη για ποίηση, κι ετούτο συμβαίνει τόσο στον τομέα της κριτικής όσο και στον τομέα της ποίησης – με την εγκυρότητα των δύο όρων να τίθεται εδώ, εμφανώς, κατά τη δοξασία και την εξουσία που έχουν εδραιώσει, υπό αμφισβήτηση.

Ένας από τους κλάδους της λογοτεχνικής κριτικής αγγίζει και τον τομέα της λογοτεχνικής μετάφρασης, ή ορθότερα, τείνει οριστικά να τον εξουδετερώσει καθώς οι τακτικές της έχουν παγιώσει την επιρροή τους στο πεδίο προσδιορισμού και αναγνώρισης των ποιητικών αξιών.

Οι κατανομές τέτοιων σημαντικών και ασήμαντων εξουσιών, κριτική/ερμηνεία/αξιολόγηση/μετάφραση/εγγραφή, στηρίζονται στα προαναφερθέντα. Πρόκειται για ακατάπαυστη επιστροφή σε μια εφημερότητα όπου οι γνώσεις και η αντίληψη οι οποίες είναι απαραίτητες για την κατανόηση και τη δημιουργική σύλληψη της ποίησης, είναι σε τέτοιο βαθμό θεωρητικοποιημένες, κατεστημένες, που έχουν απωλέσει τη σχέση που αρχικώς είχαν με την τέχνη της ποίησης.

Παρατηρείται συχνά ασυμβατότητα μεταξύ των δημοσιοποιημένων εκτιμήσεων με τις οποίες προασπίζεται κανείς ένα ποιητικό ζήτημα και της μετάφρασης του ποιητικού έργου το οποίο αποτέλεσε αφορμή για την προάσπιση των όσων δημοσιοποιεί. Πολλές φορές η προάσπιση καθίσταται εύκολα έγκριτη ή αξιοπρόσεκτη καθώς ο εμπλεκόμενος δεν έχει παρά να παραθέσει τα αποτελέσματα των όσων έχει διαβλέψει. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η προάσπιση παροδηγεί τη μεταφραστική εργασία, ακόμη κι όταν αυτή δεν είναι ορθά επιτελεσμένη, στην κερδισμένη της «εγκριτότητα».

Σε ένα άλλο επίπεδο λειτουργίας και στάσης απέναντι σε κάθε κείμενο, η μετάφραση, ακριβώς επειδή επιτελείται, τρόπον τινά, ως εκ νέου ανάληψη του έργου από θέση μέλλοντος, συχνά δημιουργεί απαιτήσεις και δυσκολίες, οι οποίες της στερούν την άμεση αναγνώριση∙ όπως ακριβώς συμβαίνει και με την πρωτότυπη ποίηση.

Οι μετατροπές, οι τροποποιήσεις, των στοιχείων που συνθέτουν το πλαίσιο, το στερέωμα της τέχνης ενός ποιητή, εάν δεν αποβαίνουν καταστροφικές, οπωσδήποτε αποβαίνουν προβληματικές, αντιβαίνουσες. Τέτοια φαινόμενα οφείλουμε να τα διερευνούμε όντας αδιάφοροι προς την απήχηση που προκαλούν, διότι πάντοτε αυτού του είδους οι μετατροπές, οι τροποποιήσεις, (οι οποίες δεν είναι τυχαίο πως ταυτίζονται απόλυτα με παρωχημένες φιλολογικές ύλες) έχουν ιδιαίτερη απήχηση, καθώς η ποίηση ολοένα και περισσότερο προσφέρεται ως προϊόν συγκεκριμένων κοινωνικών, πολιτισμικών και ηθικοπλαστικών μικροσυνθηκών και όχι ως τέχνη, ως συνθήκη μιας εποπτικής επινόησης.

Αυτό το, προαναφερθέν, προϊόν, καθόλα γνήσιο απόσταγμα της λειτουργίας μιας παραποιημένης υποδειγματοποίησης, ταυτίζεται με το λεγόμενο «λυρικό υποκείμενο» ως θεωρητική αφετηρία δίχως κατάληξη και ως θεωρητική κατάληξη δίχως αφετηρία. Πρόκειται για αποκαλυπτικό λάθος το οποίο κρέμεται στα χείλη όσων δεν αναγνωρίζουν την ποίηση ως τέχνη.

Η σύγχυση είναι μνημειώδης καθώς το, λεγόμενο, λυρικό υποκείμενο προσδιορίζεται ως κοιτίδα αναφαίρετων ποιητικών χαρακτηριστικών και ιδιοτήτων, μολονότι πρόκειται για το άκρο αντίθετο του ποιητικού υποκειμένου: το λυρικό υποκείμενο χρησιμοποιεί γλώσσα μα το ποιητικό υποκείμενο δημιουργεί γλωσσικό κώδικα.

Υποστηρίζω εν ολίγοις πως, ευρύτερα, το περιεχόμενο της προσέγγισης δεν είναι πάντοτε επαρκές ή σχετικό με το περιεχόμενο της ποίησης και πως το περιεχόμενο μιας γόνιμης προσέγγισης ως επί το πλείστον επαληθεύει τη διαφορετικότητα της ποίησης και ως εκ τούτου την αδυνατότητα μίας εκ βάθρων περιεχομενικής εκπροσώπησής της. Η πραγματική προσέγγιση (είτε πρόκειται για κριτική, για μελέτη ή για μετάφραση) δεν εκπροσωπεί το περιεχόμενό της ποίησης μα το εκθέτει. (περισσότερα…)