Αιμίλιος Μεταξόπουλος

Ὁ Κονδύλης, οἱ Κρητικοί καί οἱ κριτικοί

* 

τοῦ ΤΕΤΟΥ ΣΟΥΡΔΟΥ

 ~.~

 «Δέν ὑπάρχουν ἰδέες. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι. Βεβαίως, ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους μερικοί ἰσχυρίζονται πώς ὑπάρχουν ἰδέες καί ὄχι ἄνθρωποι ἤ πώς δεσμευτικές ἰδέες, καθώς ὁ Λόγος, πρέπει νά ὑποκαταστήσουν τήν αὐθαιρεσία τοῦ ἀνθρώπου. Ἀλλά καί πάλι: μόνο ἄνθρωποι μποροῦν νά ἰσχυριστοῦν κάτι τέτοιο.»
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΝΔΥΛΗΣ

Βιάζομαι ἀμέσως νά πῶ, σχολιάζοντας τήν κονδυλική προμετωπίδα, πώς τίποτα δέν σηκώνεται ἀπό κάτω. Τέτοιο εἶναι τό βάρος τῆς ἀνθρωπολογικῆς σταθερᾶς τοῦ Κονδύλη.

Τά λίγα ἄρθρα[1] πού ἔχουν δημοσιευθεῖ στά ἑλληνικά γιά τό ἔργο τοῦ Κονδύλη  σπεύδουν νά ἐπισημάνουν μιά ἀντίφαση ἤ ἕνα λογικό παράδοξο: «Ἄν οἱ κοσμοεικόνες σχετικοποιοῦνται μέ τήν κατάδειξη τῶν ἱστορικῶν τους προσδιορισμῶν, τί σώζει τήν εἰκόνα τοῦ Κονδύλη ἀπό τή σχετικοποίηση»;[2] Ἐπίσης, οἱ τρεῖς ἀπό τούς τέσσερις ἀρθρογράφους τοῦ ἀφιερώματος τοῦ περιοδικοῦ Νέα Ἑστία[3] γιά τόν Κονδύλη δέν παραλείπουν νά ἀναφερθοῦν στό ἴδιο λογικό παράδοξο. Ὁ Ψυχοπαίδης στό ἐν λόγῳ ἀφιέρωμα, γιά εὐνόητους λόγους, ἐκδηλώνει ζωηρότερα ἀπό κάθε ἄλλον τήν ἐνόχλησή του· σχεδόν διαβλέπει κανείς, νοερῶς, τόν μορφασμό δυσαρέσκειας πού συσπᾶ τό πρόσωπό του. Ἀφοῦ ἀναθέσει τή σκέψη τοῦ Κονδύλη στά ἔργα τῶν Βέμπερ, Νίτσε, Σμίτ (μία μόνο φορά παραθέτει ἀπόσπασμα ἀπό τό ἔργο τοῦ Κονδύλη, γιά νά προσθέσει ἀμέσως ὅτι παραφράζει τόν Σμίτ), συγκεντρώνει κι αὐτός τήν προσοχή του στήν κατάδειξη ἑνός ἤδη ἀπό τήν ἀρχαιότητα γνωστοῦ παραδόξου:

«…μιᾶς θεωρίας πού παραιτεῖται ἡ ἴδια ἀπό οἱανδήποτε ἀξιακή ἐμπλοκή τοῦ βίου, ἐνῷ ταυτόχρονα δέχεται ὅτι ὁρισμένου εἴδους ἀξιακή ἐμπλοκή εἶναι ἀναγκαῖα γιά τή ρύθμιση τοῦ βίου».[4]

Καί ὁ Leo Strauss γράφει:

«Ὁ ἱστορικισμός ἰσχυρίζεται ὅτι ὅλες οἱ ἀνθρώπινες σκέψεις ἤ πίστεις εἶναι ἱστορικές, καί κατά συνέπεια ὅτι ἄξια μοῖρα τους εἶναι ὁ ἀφανισμός· ἀλλά ὁ ἴδιος ὁ ἱστορικισμός συνιστᾶ προϊόν τῆς ἀνθρώπινης σκέψης. Ὡς ἐκ τούτου, ὁ ἱστορικισμός δέν μπορεῖ νά ἔχει παρά προσωρινή ἐγκυρότητα, ἀλλιῶς δέν μπορεῖ νά εἶναι ἀπολύτως ἀληθής».[5]

Σέ ἐπιστημονική ἡμερίδα[6] ἀφιερωμένη στήν «κοινωνική ὀντολογία» τοῦ Κονδύλη, πού ὀργάνωσε τό Τμῆμα Φιλοσοφίας τοῦ Πανεπιστημίου Ἰωαννίνων, ὁ Βιρβιδάκης καί ὁ Φαράκλας (περισσότερα…)

Σημειώσεις για την κονδύλεια κοινωνική οντολογία και φιλοσοφική ανθρωπολογία

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

«Η σκέψη μου, όπως κάθε σκέψη, έχει μιαν πεμπτουσία, όμως αυτήν πρέπει να την αποστάξει ο ενδιαφερόμενος αναγνώστης μέσα από το σύνολο του έργου μου. Αλλιώς η οποιαδήποτε φόρμουλα όχι μόνον δεν θα κατανοηθεί, αλλά και σίγουρα θα παρανοηθεί». [1]
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΝΔΥΛΗΣ

*

1. Ο αξιολογικός μηδενισμός και ο μηδενισμός

Η  περιγραφική θεωρία της απόφασης και της ισχύος, η οποία εδράζεται στη διάκριση εχθρού-φίλου[2], αποτελεί μεθοδολογική αρχή για τον αξιολογικό μηδενισμό της επιστημονικής περιγραφής. Πρόκειται για το μεθοδολογικό αίτημα της αξιολογικής ουδετερότητας στα χνάρια του Weber. Ο Κονδύλης ονομάζει αυτό το αίτημα «αξιολογικό μηδενισμό».

Ο μηδενισμός στον οποίο αναφέρεται ο Κονδύλης δεν έχει απολύτως καμία σχέση με τον  μηδενισμό που  ως όρος,  εμφανίζεται ήδη στο πέρασμα από τον 18ο στον 19ο αι., στις διαμάχες που σημαδεύουν τη γέννηση του γερμανικού ιδεαλισμού. Αναδεικνύεται, ωστόσο, ως θέμα, με όλη την ορμή και σε όλο το εύρος του, μόνο στη σκέψη του 20ού αι. Ως έκφραση καλλιτεχνικών, λογοτεχνικών, φιλοσοφικών αναζητήσεων, ιδίως όσων αποβλέπουν να πειραματισθούν με τη δύναμη του αρνητικού και να βιώσουν τις συνέπειες του, έφερε στην επιφάνεια τη βαθιά δυσφορία που διασχίζει σαν ρωγμή την αυτογνωσία της εποχής μας.  Είναι κοινά αποδεκτή η άποψη ότι οι δύο πατέρες, θεμελιωτές και μεγάλοι θεωρητικοί του μηδενισμού υπήρξαν ο Ντοστογιέφσκι και ο Νίτσε. Από αυτούς έλκουν τις καταβολές το λογοτεχνικό και το γνησιότερα φιλοσοφικό, αντιστοίχως, ρεύμα του κινήματος. Ο όρος, μολοντούτο εγκαταστάθηκε στο επίκεντρο του δημοσίου ενδιαφέροντος από τον Τουργκένιεφ[3]. Ίσως όμως το σημείο εξάπλωσης της έννοιας του μηδενισμού είναι όταν περνάει από τη σφαίρα των ιδεών στην πραγματικότητα με τα γεγονότα που συντάραξαν τη Ρωσία από το 1958 έως το 1863 (την περίοδο δηλαδή πριν την απελευθέρωση των δουλοπαροίκων). Ο ρωσικός μηδενισμός χαρακτηρίζονταν από μια αλλόκοτη και ολοκληρωτική άρνηση της πραγματικότητας, ως προϋπόθεση κατάκτησης της ελευθερίας. Οι λογοτεχνικοί χαρακτήρες του Ντοστογιέφσκι (Σταυρόγκιν) και του Τουργκένιεφ (Μπαζάρωφ) συμβαδίζουν αρμονικά με τους πολιτικούς καθοδηγητές του ρωσικού μηδενιστικού κινήματος (Νικολάι Τσερνισέφκσι, Νικολάι Ντομπρολιούμπωφ, Ντιμίτρι Πιζάρεφ)[4].

Το πρώτο επομένως σημείο που θα πρέπει να κρατήσουμε είναι ότι ο αξιολογικός μηδενισμός για τον Κονδύλη «είναι γνωστικό εργαλείο, δεν είναι μήτε στάση ζωής, μήτε απελπισία για τη ματαιότητα του κόσμου τούτου.  Όμως ταυτόχρονα αναγνωρίζει το αυτονόητο: όλες οι ανθρώπινες υπάρξεις δεν είναι δυνατόν να διάγουν βίο πρακτικό χωρίς αξίες, δεδομένου ότι οποιαδήποτε πρακτική επιλογή ενέχει αξιακές προδιαγραφές»[5].

Ο Κονδύλης αναπτύσσει τη θέση του για το συγκεκριμένο ζήτημα στο IV Κεφάλαιο του Ισχύς και Απόφαση[6] που επιγράφεται «Αξιολογική Ελευθερία και Δέον». Αναφέρουμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα, αλλά συνιστούμε την προσεκτική μελέτη του συγκεκριμένου Κεφαλαίου για την σωστή κατανόηση των απόψεών του.

«Ώστε η αξιολογική ελεύθερη θεώρηση διόλου δεν παραγνωρίζει την ύπαρξη και την επίδραση ιδεών και αξιών υπό την έννοια των ειδικών υπαρξιακών λειτουργιών, όμως δεν μπορεί να πάρει το περιεχόμενο τους στην ονομαστική του αξία και τοις μετρητοίς […]. Οι αξίες ως λειτουργίες και οι αξίες ως περιεχόμενο είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα.[…] Μαχόμενες υπάρξεις που διαθέτουν «πνεύμα», δηλαδή ζουν κοινωνικά και παράγουν αξίες, οφείλουν να διασφαλίζουν με τον αγώνα τους την αυτοσυντήρησή τους όχι μόνο από φυσική, αλλά και από «πνευματική» άποψη […]. Αξιολογικά ελεύθερη μπορεί να είναι μόνο αν δεν πιστεύει στην αντικειμενικότητα των αξιών, αν δηλαδή τις κατανοεί ως συμπαρομαρτούντα και ως εργαλεία του αγώνα για την αυτοσυντήρηση, τις περισσότερες φορές απλώς και μόνο στο επίπεδο των ιδεών. Η συνεπής αξιολογική ελευθερία δεν μπορεί λοιπόν να περιοριστεί στην αποχή από τη διατύπωση αξιολογικών κρίσεων, έστω κι αν αυτή αποτελεί ουσιαστικό της γνώρισμα. Όμως, από την άλλη πλευρά, κανείς δεν έχει το δικαίωμα (κι ούτε καν είναι σε θέση) να απέχει από αξιολογικές κρίσεις, αν πιστεύει ότι πράγματι υπάρχει κάτι που αξίζει να το υπερασπιστεί, κάτι συνυφασμένο με το (τουλάχιστον έμπρακτα αποδεκτό) νόημα της ζωής» [7]. (περισσότερα…)