Ἐμίλ Σιοράν, Οἱ κίνδυνοι τῆς σοφίας

*

Ἐπιμέλεια στήλης-Μετάφραση
ΤΕΤΟΣ ΣΟΥΡΔΟΣ

Ὁ Ἐμίλ Σιοράν (ρουμανιστί Τσοράν) γεννήθηκε στίς 8 Ἀπριλίου τοῦ 1911 στό Ρασινάρι της Ρουμανίας. Ριζοχώρι των Καρπαθίων. Θά ἀναπολεῖ πάντοτε τίς παλιές καλές ἡμέρες πού ἔζησε ἐκεῖ. Ὁ πατέρας του, ὁ Ἐμιλιάν, ὀρθόδοξος ἱερέας. Ἡ μητέρα του, ἡ Ἐλβίρα, ἔκλινε πρός τήν ἀθεΐα. Τό 1922, ἕντεκα χρονῶν φοιτᾶ στό γερμανόφωνο Λύκειο τοῦ Σιμπίου, παρακείμενης πόλης. Περιφέρεται ἀσκόπως στά στενά σοκάκια. Πρῶτες κρίσεις ἀυπνίας. Πιθανῶς ἐκεῖ, στίς ροῦγες, «ἅρπαξε γιά πρώτη φορά τήν κακιά ἀρρώστια, τόν ἰό τῆς ἀλήθειας»… (Ἡ συνέχεια τοῦ εἰσαγωγικοῦ σημειώματος τῆς σειρᾶς, ἐδῶ).

 

Δέν θά μπορούσαμε, ἄν λογαριάσουμε τό βαθύτερο νόημα πού ἐμπεριέχουν οἱ φανερώσεις γιά μιά φυσιολογική συνείδηση, νά προσυπογράψουμε τή βεδαντική ρήση ὅτι «ἡ μή-διάκριση εἶναι ἡ φυσική κατάσταση τῆς ψυχῆς». Μέ τόν ὅρο «φυσική κατάσταση» ἐννοεῖται ἐδῶ μιά κατάσταση ἐγρήγορσης, ἡ ὁποία σέ καμιά περίπτωση ὅμως δέν εἶναι φυσική. Ὁ ζωντανός ἄνθρωπος ἀντιλαμβάνεται τήν ὕπαρξη παντοῦ ὁλόγυρα. Εὐθύς μόλις ἀφυπνισθεῖ, μόλις πάψει νά εἶναι φύση, πιάνει νά ἀνακαλύψει τό ψευδές στό φαινομενικό, τό φαινομενικό στό πραγματικό, καταλήγοντας νά ὑποπτεύεται ἀκόμα καί τήν ἴδια τήν ἰδέα τῆς πραγματικότητας. Ὅλες οἱ διακρίσεις ἐξαλείφονται, καί μαζί μέ αὐτές χάνεται ἡ ἔνταση καί τό δρᾶμα. Ἐξ ἀπόπτου ἰδωμένο, τό βασίλειο τῆς διαφορετικότητας καί τῆς πολυμορφίας χάνεται∙ σ’ ἕνα ὁρισμένο ἐπίπεδο τῆς γνώσης μονάχα τό μή-εἶναι διασώζεται ἀκόμα.

Ζοῦμε ἐρήμην τῆς γνώσεως. Ὅταν τελοῦμε ἐν γνώσει, δέν ἔχουμε καλή ἐφαρμογή μέ τίποτα γύρω μας. Ὅσο ἔχουμε ἄγρια μεσάνυχτα, οἱ φανερώσεις ἀκμάζουν καί ἀποπνέουν μιά αἴσθηση ἀτρωσίας, πού μᾶς ἐπιτρέπει νά τίς ἀγαπᾶμε καί νά τίς μισοῦμε, νά ἐρχόμαστε σέ ἐπαφή μαζί τους. Μποροῦμε ὅμως νά τά βάλουμε μέ τά φαντάσματα; Διότι σέ φαντάσματα αὐτές μεταπίπτουν, ὅταν διαλυθεῖ ἡ πλάνη ὅτι θά μποροῦσαν τάχατες νά ἀνέλθουν στήν τάξη τῶν οὐσιῶν. Ἡ γνώση, ἀλλιῶς ἡ ἀφύπνιση, δημιουργεῖ ἀνάμεσα σέ μᾶς καί σέ ἐκεῖνες τίς φανερώσεις ἕνα χάσμα πού, δυστυχῶς, δέν ἐξελίσσεται σέ σύγκρουση∙ ἄν ἐρχόμασταν σέ σύγκρουση, ὅλα θά ἔβαιναν καλύτερα∙ αὐτό ὅμως πού συμβαίνει εἶναι ἡ σίγαση ὅλων τῶν συγκρούσεων, ἡ ὀλέθρια κατάργηση τοῦ τραγικοῦ. Ὅλως ἀντιθέτως πρός τήν ἀποφθεγματική φράση της Βεδάντα, ἡ ψυχή δείχνει μιά ἔμφυτη ἔφεση πρός τήν πολλαπλότητα καί τή διαφοροποίηση: θάλλει ἐν μέσῳ εἰδώλων καί ὁμοιωμάτων, ἐνῶ πέφτει σέ μαρασμό ὅταν τά ξεσκεπάζει καί ξεκόβει ἀπό αὐτά. Ἀφυπνισμένη, στερεῖται τίς δυνάμεις της, δέν μπορεῖ νά ἀπελευθερώσει κανενός εἴδους δημιουργικότητα ἤ, ἔστω, νά συμβάλει σέ μιά παραγωγική προσπάθεια. Γιά ἕναν συγγραφέα τό κυνήγι τῆς χειραφέτησης, γιά τήν ὁποία δεχόμαστε ὅτι βρίσκεται στόν ἀντίποδα τῆς ἔμπνευσης, ἰσοδυναμεῖ μέ παραίτηση, ἄν ὄχι μέ αὐτοχειρία. Ἄν ἔχει βλέψεις στήν παραγωγή ἑνός ἔργου, ἄς ἀκολουθήσει τίς κακές καί τίς καλές ἕξεις του∙ ὁπωσδήποτε τίς κακές – χειραφετούμενος ἀπό αὐτές, οὐσιαστικά ἀποξενώνεται ἀπό τόν ἑαυτό του: οἱ κακοδαιμονίες του εἶναι οἱ εὐκαιρίες του. Ἕνας σίγουρος τρόπος γιά νά πᾶνε στράφι τά χαρίσματά του εἶναι νά ἵσταται ὑπεράνω ὅλων τῶν καταστάσεων, νά ὑπερακοντίζει τήν ἐπιτυχία καί τήν ἀποτυχία, τήν εὐχαρίστηση καί τόν πόνο, τή ζωή καί τόν θάνατο. Ἄν ἡ προσπάθεια νά τά ξεφορτωθεῖ ὅλα αὐτά ἔδινε καρπούς, θά ἀνακάλυπτε τότε, μιά ὡραία ἡμέρα, ὅτι βρίσκεται ἔξω ἀπό τόν κόσμο καί τόν ἑαυτό του, κι ὅτι, ἐνῶ θά μποροῦσε ἐνδεχομένως νά συλλάβει κάποιο σχέδιο, θά τόν ἔπιανε σίγουρα πανικός στήν ἰδέα καί μόνο τῆς ἐκτέλεσής του. Πρόκειται γιά ἕνα φαινόμενο γενικῆς ἰσχύος, δέν τό συναντᾶμε μόνο στούς συγγραφεῖς: Ὅποιος θέλει νά ἀφήσει τό στίγμα του ὀφείλει νά διαχωρίσει αὐστηρά τή ζωή ἀπό τόν θάνατο, νά δυναμώσει τήν ἔνταση στά ποικίλα ζεύγη ἀντιθέσεων, νά πολλαπλασιάσει καταχρηστικά τή μή ἀναγώγιμη διαφορά τους, νά πάει καί νά στρογγυλοκαθίσει μέσα στήν ἀντινομία, νά παραμείνει, κοντολογίς, στήν ἐπιφάνεια τῶν πραγμάτων. Τό νά παράγω, νά δημιουργῶ, σημαίνει ὅτι ἀρνοῦμαι στόν ἑαυτό μου τή διαύγεια, σημαίνει ὅτι ἔχω τό σθένος ἤ τήν καλή τύχη νά μήν ἀντιληφθῶ τό ψεῦδος πού ἐνυπάρχει στήν ποικιλομορφία, τόν ἀπατηλό χαρακτῆρα τῆς πολλαπλότητας. Ἕνα ἔργο εἶναι ἐφικτό μονάχα στόν βαθμό πού ἐθελοτυφλοῦμε ἀπέναντι στήν ἐμφάνεια τῶν πραγμάτων· μόλις πάψουμε νά τῆς ἀποδίδουμε μιά μεταφυσική διάσταση, τότε μεμιᾶς μένουμε χωρίς ἐφόδια. (περισσότερα…)

Ο προπομπός της υποχώρησης

*

«Ψηφίστε για να βάλετε τέλος στην Εποχή Τραμπ». Το εντιτόριαλ των Τάιμς της Νέας Υόρκης για τις μεθαυριανές προεδρικές εκλογές στην Αμερική δεν θα μπορούσε να διατυπωθεί πιο οξύμωρα. Εποχή Τραμπ; Μα εδώ και τέσσερα σχεδόν χρόνια κυβερνούν ο Μπάιντεν και η Χάρρις. Και επί οχτώ χρόνια πριν απ’ τον Τραμπ, κυβερνούσε τις ΗΠΑ ο Μπαράκ Ομπάμα. Όσο για τα τέσσερα χρόνια που έμεινε στην εξουσία ο ίδιος, και για τα άλλα τόσα αφότου την άφησε, βρισκόταν διαρκώς υπό απηνή διωγμό, μηντιακό, κοινοβουλευτικό, δικαστικό, φυσικό. Δύο απόπειρες καθαίρεσης, τέσσερις ποινικές διώξεις για καμιά εκατοστή αδικήματα που είναι δυνατόν να τον κλείσουν ισοβίως στη φυλακή, δύο αστικές προσφυγές που αν τελεσιδικήσουν θα τον φέρουν στα πρόθυρα της οικονομικής εξόντωσης, δύο απόπειρες δολοφονίας.

Ελάχιστα από αυτά που προσπάθησε να κάνει, ιδίως στην εξωτερική πολιτική, δεν υπονομεύθηκαν εκ των έσω από το κράτος που υποτίθεται ότι διηύθυνε, δεν διαστρεβλώθηκαν γελοιογραφικά από τα ΜΜΕ, δεν κατασυκοφαντήθηκαν ακόμη κι από αυτούς που αργότερα ερχόμενοι στην εξουσία τα μιμήθηκαν κυνικά. Γίνεται πότε την ιστορία να τη σφραγίζει ο αποσυνάγωγος, ο δακτυλοδεικτούμενος, ο κυνηγημένος;

Παρ’ όλα, βγάζει νόημα αυτός ο παράδοξος τίτλος. Είναι το νόημα της απόγνωσης. Είναι ένα συγχρόνως θρασύ και κατατρομαγμένο «φτάνει, επιτέλους!» από τις ιθύνουσες τάξεις της Δύσης, που η ανέλπιστη κατάρρευση της ΕΣΣΔ τους χάρισε για λίγα χρόνια την κοσμοκρατορία, και νόμισαν στα σοβαρά ότι από εδώ κι εμπρός τίποτε και κανείς δεν θα προβάλλει αντίσταση στα θέλω τους. Είναι μια κραυγή αυτός ο τίτλος, μια έκκληση από τους πρώην νικητές να τους επιστραφούν τα κέρδη που τα είχαν για αναπαλλοτρίωτα, να σταματήσει η ιστορία και να γυρίσει πίσω στο 1989, στο 1999, στο 2003. (περισσότερα…)

Κίνα, αυτή η άγνωστη;

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

Ο κινηματογράφος έχει το προνόμιο να μας εξοικειώνει με το «πραγματικό». Μέσα από τα αναπαραστατικά του μέσα μπορούμε να συναντηθούμε με την πραγματικότητα όπως τη συλλαμβάνουμε διά γυμνού οφθαλμού και να αναγνωρίσουμε στις εικόνες του το αντιληπτικό υλικό της καθημερινού βιώματος τόσο όσον αφορά στην οικεία μας κοινωνική κατάσταση όσο και στην αλλότρια και την πλέον απομακρυσμένη. Τότε χαιρόμαστε για το θαύμα εκείνο όπου η βιωματική μας εμπειρία ταυτίζεται με την κινηματογραφική έκφραση. Είναι ένα «θαύμα» που μας χαροποιεί μιας και βλέπουμε τη ζωή να εκβάλει στην τέχνη ή, αν θέλει κανείς, το αντίστροφο.

Ο κινηματογράφος βέβαια υπακούει στους δικούς του νόμους, αποτελεί ένα αυτόνομο επίπεδο· η δραματοποίηση με τις συμπυκνώσεις της και τις μεταθέσεις της, με τις υπερβολές, με τις αφαιρέσεις της αλλοιώνει συνήθως αυτό το αυθεντικό «πραγματικό», το υποβάλλει στη δική του σκοπιμότητα, όχι μόνο αισθητική. Παρά ταύτα, διατηρεί μια πραγματολογική αλήθεια, μας υποβάλλει ένα γνωστικό αντικείμενο από το οποίο κάτι έχουμε να μάθουμε.

Κι αυτό συμβαίνει, βέβαια, όταν η εν λόγω σκοπούμενη πραγματικότητα μας είναι απόμακρη, μας είναι ξένη. Ξένη ήταν, και εξακολουθεί να είναι, για παράδειγμα, η πραγματικότητα της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας. Πέρα από τις επιστρώσεις οριενταλιστικών ψευδαισθητικών φακών του παρελθόντος, πέρα από τις ιδεολογικές και πολιτικές επιχρίσεις τής εν λόγω πραγματικότητας, η Κίνα παραμένει μια άγνωστη. Ο κινηματογράφος της βέβαια, και όχι μόνο, έχει κάνει τελευταία γενναία εξωστρεφή ανοίγματα, το στίγμα της καθημερινής ζωής αυτής της χώρας, η θερμοκρασία του «νεορεαλισμού» της όμως παραμένουν ακόμη για μας πράγματα ανεύρετα, πράγματα που είτε θέλουμε να τα κρίνουμε ή να τα επαινέσουμε (;) θα πρέπει πρώτα να τα γνωρίσουμε πέρα από τους οποιουσδήποτε παραμορφωτικούς φακούς, αν κάτι τέτοιο είναι εφικτό. (περισσότερα…)

Ἡ «Νέα Βιέννη» τοῦ Χοῦγκο φὸν Χόφμαννσταλ

*

τοῦ ΣΥΜΕΩΝ ΓΡ. ΣΤΑΜΠΟΥΛΟΥ

Στὶς 16 Σεπτεμβρίου 2024 ἔφυγε ἀπὸ τὴ ζωὴ ὁ Günther Steffen Henrich, ἕνας ἀπὸ τοὺς σημαντικότερους νεοελληνιστὲς τοῦ ἀκαδημαϊκοῦ χώρου. Δημοσίευσε δεκάδες μονογραφίες καὶ δοκίμια ἑστιασμένα στὶς λεπτὲς ὑφάνσεις τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας ἀπὸ τὴν ἀλεξανδρινὴ ἐποχὴ μέχρι σήμερα. Δίδαξε στὰ πανεπιστήμια τοῦ Ἁμβούργου καὶ τῆς Λ(ε)ιψίας, ὅπου εἶχε τὴν ἕδρα στὸ τμῆμα Βυζαντινῶν καὶ Νεοελληνικῶν Σπουδῶν, μέχρι τὴ συνταξιοδότησή του, τὸ 2003. Ἔκτοτε, ἀπὸ τὸ Ἁμβοῦργο, μόνιμη ἕδρα του, συνέχισε νὰ μελετᾶ μεσαιωνικὰ καὶ νεώτερα κείμενα καὶ νὰ δημοσιεύει τὰ πορίσματά του, συχνὰ ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὴ σύζυγό του Κυριακὴ Χρυσομάλλη-Henrich, νεοελληνίστρια, ἐπίσης, καὶ μεταφράστρια, μεταξὺ ἄλλων, τῆς Κρίστα Βόλφ.

Ὁ γνωστὸς σὲ ὅλους μὲ τὸ ἐξελληνισμένο ὄνομα Στέφανος Χένριχ γεννήθηκε στὴν Βιέννη τὸ 1938 (βαφτίστηκε στὸν Ναὸ τοῦ Ἁγίου Στεφάνου, ὅθεν τὸ δεύτερο ὄνομά του). Πρὶν ἀπὸ λίγα χρόνια συναντηθήκαμε ἐκεῖ σὲ συνέδριο Νεοελληνιστῶν καί, μετὰ τὸ τέλος τῶν ἐργασιῶν, περπατήσαμε στὰ ἴχνη τὴς Παλαιᾶς καὶ Νέας Βιέννης, μὲ τὴν ἀρχιτεκτονικὴ ὄψη τοῦ 19ου αἰώνα, τοὺς τόπους συνάντησης καὶ τὰ ἱστορικὰ Καφέ, ὅσα σώζονται, τῶν Βιεννέζων καλλιτεχνῶν, τοῦ Χόφμαννσταλ, τοῦ Τσβάιχ, τοῦ Κράους, τοῦ Σνίτσλερ, τοῦ Κανέττι, τοῦ Ἄλτενμπεργκ…

Ἀφιερώνω τὸ δοκίμιο ποὺ ἀκολουθεῖ, στὴ μνήμη τοῦ σπουδαίου μελετητῆ τῶν Γραμμάτων μας καὶ ἀκριβοῦ μας φίλου: Στὸν Στέφανο ἀντὶ στεφάνου. – Σ.Σ.

///

Ἡ «Νέα Βιέννη» τοῦ Χοῦγκο φὸν Χόφμαννσταλ (1874-1929)
(ἢ ὁ Χόφμαννσταλ τῆς «Νέας Βιέννης») [1]

Τέλη τοῦ 19ου αἰώνα. Ἡ Παλαιὰ Βιέννη πεθαίνει∙ γιὰ τὴν ἀκρίβεια, μετὰ τὸ 1848 καὶ ἐπὶ μισὸν αἰώνα, ἀργοπεθαίνει μαζὶ μὲ τὸ αὐτοκρατορικὸ μεγαλεῖο τῆς αὐστροουγγρικῆς μοναρχίας. Ἀλληγορικά, καὶ συνεκδοχικά, μποροῦμε νὰ ἀκούσουμε τὸν ρόγχο της στὴ σκηνὴ τοῦ Burgtheater, ἱδρυμένου τὸ 1741 ἀπὸ τὴν Μαρία Θηρεσία ὡς «Αὐτοκρατορικοῦ Θεάτρου», «Hofburgtheater» (τὸ 1776 ὁ Ἰωσὴφ Β’ τὸ ὀνόμασε «Γερμανικὸ Ἐθνικὸ Θέατρο», «Teutsches Nationaltheater»). Ὑπῆρξε τὸ καμάρι τῆς πόλης καὶ ὁ σφυγμὸς τῆς καλλιτεχνικῆς ζωῆς. Οἱ ὀνομαστοὶ ἠθοποιοί του, σύμβολα μυθοποιημένα, ὑποκλίνονταν -ἐκτὸς σκηνῆς- μόνο μπροστὰ στὸν αὐτοκρατορικὸ θρόνο. Σήμερα κυκλοφοροῦν στὶς αὐτοβιογραφίες, τὴν ἀλληλογραφία καὶ τὸ ἔργο ὅλων τῶν λογίων τοῦ βιεννέζικου κύκλου (Τσβάιχ, Χόφμαννσταλ, Κανέττι, Λάιτνερ, Τσέλλερ, Σνίτσλερ, Σπέρμπερ, Χόμπσμπαουμ κ.ἄ.). Ἡ Σαρλόττε Βόλτερ (1834-1897), ἡ διασημότερη γερμανόφωνη ἠθοποιὸς στὸν 19ο αἰώνα, κηδεύτηκε, ὅπως εἶχε ζητήσει, μὲ τὸ ἔνδυμα τῆς Ἰφιγένειας.[2] Ἀπὸ παράδοση, τὸ ρεπερτόριο τοῦ θεάτρου περιελάμβανε ἔργα μὲ καλὸ τέλος (happy-end), καὶ ὅσα δὲν εἶχαν (Ἅμλετ, Ρωμαῖος καὶ Ἰουλιέττα), τὸ ἀποκτοῦσαν. Εἶναι τὸ γνωστὸ «Wiener Schluß», «βιεννέζικο φινάλε».

Νονὸς τῆς Νέας Βιέννης ποὺ εἶναι ἁπλῶς ἕνας κύκλος συγγραφέων, καὶ μάλιστα ἑτερόκλιτων, γίνεται τὸ 1890 ὁ Χέρμανν Μπάρ (1863-1934), λογοτέχνης καὶ κριτικός, μπολιασμένος στὸ Παρίσι μὲ τὰ νεωτερικὰ ρεύματα. Ὁ κύκλος φαίνεται σχετικὰ μικρός: Μπάρ, Σνίτσλερ, Ρίχαρντ Μπέερ-Χόφμανν, Πέτερ Ἄλτενμπεργκ, Τσβάιχ, Χόφμαννσταλ, Φέλιξ Ζάλτεν, Κὰρλ Κράους (ἀρχικά), ποὺ ὅμως πλαισιώνεται, σὲ ὁμόκεντρους κύκλους, μὲ χαλαρὴ ἐπικοινωνία, ἀπὸ πολλούς, σχεδὸν ξεχασμένους σήμερα: Raoul Auernheimer, Felix Dörmann, Leopold Andrian Werburg, Paul Wertheimer… Πολλὰ τὰ ὀνόματα, ὅπως πολλὰ εἶναι τὰ βιεννέζικα Καφέ, τὰ φυτώρια λογοτεχνῶν. Θὰ τὰ δοῦμε στὴ συνέχεια. Ἡ Νέα Βιέννη ἦταν οἱ νεαροί, φιλόδοξοι συγγραφεῖς της ποὺ ὀνειρεύονταν νὰ κατακτήσουν, μὲ τὸν ἕνα ἢ ἄλλο τρόπο, τὸ Μπούργκτεάτερ (ἢ ἁπλῶς Μπούργκ). Προσώρας, συνωθοῦνται στὰ τραπεζάκια τῶν Καφὲ γύρω ἀπὸ τὸ θέατρο. Ἂς τοὺς δοῦμε πιὸ κοντά: (περισσότερα…)

Το Hallowe’en και οι ρίζες του στον κέλτικο κόσμο

Jakob Schikaneder, All Soul’s Day, 1888

~.~

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

Το Hallowe’en ήρθε στα καθ’ ημάς, δυστυχώς, με τον τρόπο που έρχονται όλα από τις ΗΠΑ: εκφυλισμένο. Όμως το Hallowe’en (ή All Hallows’ Even, All Saints’ Eve: Παραμονή των Αγίων Πάντων στο δυτικό εορτολόγιο), είναι μια υπέροχη γιορτή που έχει βαθιές ρίζες στον κέλτικο χριστιανισμό καθώς είναι η πρώτη μέρα του Allhallowtide, τριήμερου το οποίο περιλαμβάνει την Αγρυπνία (31 Οκτωβρίου), τη γιορτή των Αγίων Πάντων (1 Νοεμβρίου) και τη γιορτή των προαπελθόντων την 2α Νοεμβρίου, ημέρα που επέχει τη θέση του δικού μας Ψυχοσάββατου.

Από αμνημονεύτων χρόνων, αυτό το τριήμερο είχε συνδεθεί με ιστορίες φαντασμάτων και ανεγερθέντων νεκρών. Καθιερώνοντας την Ημέρα των Αγίων Πάντων την 1η Νοεμβρίου, η Δυτική Εκκλησία θα υιοθετήσει μια αρχαία παγανιστική παράδοση μετατρέποντάς την από ημέρα που τιμώνταν οι νεκροί πρόγονοι της κοινότητας και φανερώνονταν οι θεοί του κάτω κόσμου, σε μέρα τιμής όλων των αγίων αλλά και μνημοσύνου για τις ψυχές που αναχώρησαν πρόσφατα ή διώκονται όπου γης.

Πώς γιόρταζαν όμως οι Κέλτες αυτή την ημέρα που την ονόμαζαν Samhain, Samain ή Samuhin (δηλαδή Συνάντηση) και σηματοδοτούσε την έναρξη του νέου ποιμενικού έτους; Τη νύχτα αυτή, πριν από την 1η Νοεμβρίου, λάμβανε χώρα μια από τις τέσσερις πιο σημαντικές γιορτές στον κελτικό κόσμο. Ήταν μια νύχτα μεγάλου κινδύνου, όπου οι άνθρωποι ήταν πνευματικά ευάλωτοι καθώς σημειώνονταν τελετουργίες μαντικής και μαγείας με στόχο την αποτροπή της κακής τύχης και την εξασφάλιση της βοήθειας του Άλλου κόσμου. Στην Ιρλανδία, ο Dagda (ο «σοφός και δίκαιος» θεός που φέρει επίσης το όνομα Eochu Ollatir Ruadrofessa) ενώνεται με τη θεά Morigu, βασίλισσα των φαντασμάτων και του κάτω κόσμου, τη θεά η οποία, πριν από τη μεγάλη μάχη στο Magh Tuireadh του έδωσε τις οδηγίες, ώστε επικεφαλής των Tuatha Dé Danann να επιβληθεί στη χώρα.

Κοινό έθιμο των Κελτών στην Ιρλανδία, τη Σκωτία και την Ουαλία ήταν να ανάβουν φωτιές στους λόφους για να κρατούν μακριά τις «νεράιδες» και τις «μάγισσες», που έχουν πάρει τη θέση των κακών πνευμάτων των ειδωλολατρικών χρόνων. Ο σκοπός των πυρκαγιών του Hallowe’en ήταν να «κάψουν τις μάγισσες». Στην περιοχή του Αμπερντήν, αγόρια χόρευαν γύρω από την φωτιά τραγουδώντας: Gie’s a peat t’burn the witches! Στη συνέχεια, οι στάχτες διασκορπίζονταν προσεκτικά σε όσο το δυνατόν ευρύτερη περιοχή. Στο Balmoral, την εποχή της βασίλισσας Βικτωρίας, μια μεγάλη φωτιά άναβε μπροστά από το κάστρο, ακριβώς έξω από την κύρια είσοδο και γκάιντες παρέλαυναν γύρω του, ενώ νεαροί κουβαλούσαν ως ομοίωμα το κεφάλι μιας «μάγισσας», της διάσημης Shandy Dann. Αυτή η «μάγισσα» στη συνέχεια καταδικαζόταν και καιγόταν υπό τις επευφημίες των παρευρισκομένων. Στο τέλος της τελετής, οι χωρικοί πήγαιναν για κυνήγι, μέσα στη νύχτα, κυνηγώντας τη μυθική μαύρη γουρούνα. (περισσότερα…)

Φούγκα του θανάτου

*

του ΗΛΙΑ ΑΛΕΒΙΖΟΥ

Λίγα ζητήματα έχουν τη δυνατότητα να αναδεικνύουν με τέτοια ευκρίνεια την γενικευμένη σύγχυση στην οποία οι δυτικές κοινωνίες βυθίζονται αργά αλλά σταθερά, σαν σε κινούμενη άμμο, όσο αυτό της δημογραφικής απίσχνανσής τους. Όποτε γίνεται λόγος για το «δημογραφικό πρόβλημα», το συντηρητικό στρατόπεδο αίφνης αναπτερώνεται, θεωρώντας ότι πρόκειται για ένα θέμα που του επιτρέπει να κερδίσει επιτέλους μερικούς εύκολους πόντους. Με το μνησίκακο μειδίαμα του δούλου, προσκομίζει τις σχετικές πτωτικές καμπύλες ως τεκμήρια του βαθμού εκφύλισης στον οποίο έχουν φτάσει οι δυτικές κοινωνίες. Υπαίτιοι για αυτήν την παρακμή δεν μπορεί, φυσικά, παρά να είναι η κυριαρχία της woke κουλτούρας, τα πολλά δικαιώματα, η διάλυση του θεσμού της οικογένειας (π.χ., μέσω της διεύρυνσής της ώστε να συμπεριλάβει και ομοφυλόφιλους) κ.ο.κ. Το συμπέρασμα σχετικά με το προτεινόμενο αντίδοτο συνάγεται σχεδόν αβίαστα: επιστροφή στις παραδοσιακές αξίες.

Πρόκειται για ένα στρατήγημα που επιτρέπει στους θιασώτες του νεοσυντηρητισμού και της νεοαντίδρασης να παίζουν με επιδεξιότητα, έστω εν αγνοία τους (εδώ ο R. Trivers σίγουρα θα είχε μερικά σχόλια να κάνει πάνω στους μηχανισμούς αυτοεξαπάτησης που εμπλέκονται), το παιχνίδι στο οποίο υποτίθεται ότι αντιτίθενται. Την ίδια στιγμή που μπορεί να ψωμίζονται ως πάροχοι υπηρεσιών ή ως παραγωγοί διαδικτυακού περιεχομένου και να καταναλώνουν σαν να μην υπάρχει αύριο μέσα σε μια ελεύθερη αγορά, όπως και οποιοσδήποτε από τους αντιπάλους τους, ευαγγελίζονται αξίες ενός τρόπου ζωής που έχει εκλείψει προ πολλού.

Υπό άλλες συνθήκες, θα επρόκειτο για θνησιγενείς ρητορείες. Εντός της ελεύθερης αγοράς (μεταξύ άλλων, και) ταυτοτήτων όμως, ακόμα και αυτή του νεοπαραδοσιακού μπορεί να βρει μία θέση, δίπλα σε αυτή του φιλελεύθερου και του queer. Ωστόσο, η νεοπαραδοσιακή ρητορική έχει αντίκρισμα και στο πιο πρακτικό επίπεδο της πολιτικής διαχείρισης των πληθυσμών. Λειτουργεί ως μία δεύτερη, συμπληρωματική πηγή τροφοδότησης της σεξουαλικής αντεπανάστασης που έχει θέσει σε κίνηση ο νεο-πουριτανισμός του προοδευτικού στρατοπέδου, δημιουργώντας έτσι μία «τανάλια» (για να παραμείνουμε στη στρατιωτική ορολογία) γύρω από τα μυαλά των δυτικών υπηκόων.

Για τους ζηλωτές της προόδου τώρα, το δημογραφικό αποτελεί την καλύτερη αφορμή για να επιδοθούν σε τακτικές που έχουν αφομοιώσει τόσο καλά τις τελευταίες δεκαετίες ώστε να τους έχουν γίνει δεύτερη φύση: στην εθελοτυφλία και στον στρουθοκαμηλισμό. Ακόμα και η παραμικρή αναφορά σε δημογραφικά δεδομένα αρκεί για να ανακινήσει μέσα τους τυφλά αμυντικά αντανακλαστικά. Όποιος αναφέρεται σε γεννήσεις και θανάτους κατατάσσεται αυτόματα στους ακροδεξιούς· άρα, όπως υπονοείται δίχως να λέγεται ρητά, στις παθολογικά ανίατες περιπτώσεις. (περισσότερα…)

Τα λίαν γενναία δοσίματα

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 10:24
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Πάνω από 1 δισ. δολλάρια συγκέντρωσε η Κάμαλα Χάρρις αυτούς τους τρεις μήνες της υποψηφιότητάς της, τα περισσότερα από τους κροίσους της αμερικανικής οικονομίας . Ο Ντόναλντ Τραμπ ακολουθεί καταϊδρωμένος, περίπου το ένα τρίτο είναι η δική του εσοδεία. Γενικά, η Χάρρις έχει τις ευλογίες των θεσμικών της Wall Street. Ούτε ένας Διευθύνων Σύμβουλος της λίστας Forbes-100 δεν υποστηρίζει τον υποψήφιο των Ρεπουμπλικανών, γράφει ο Νew Yorker. Σε αντιστάθμισμα, χάρις στον Μασκ, τον Τιλ και κάποιους άλλους, ο Τραμπ φλερτάρει όλο και πιο στενά την Big Tech.

Η τελική σούμα πάντως δεν αλλάζει, η Χάρρις έχει πολύ περισσότερα χρήματα στη διάθεσή της από τον αντίπαλό της. Από τότε που το Supreme Court στις αρχές της δεκαετίας του 2010 επέτρεψε τα «λίαν γενναία δοσίματα», που θα έλεγε κι ο Καβάφης, του μεγάλου κεφαλαίου προς την πολιτική, η εξάρτηση αυτής της τελευταίας από τους ολιγάρχες του πλούτου γίνεται όλο και μεγαλύτερη.

Απόδειξη; Σε όλες τις προεδρικές εκλογές των τελευταίων δεκαετιών, νικητής βγήκε εκείνος που είχε συγκεντρώσει το περισσότερο χρήμα. Με μία, αλλά σημαίνουσα, εξαίρεση. Την πολύφερνη Χίλλαρυ Κλίντον που το 2016 τα κατάφερε να ηττηθεί. Από τον Ντόναλντ Τραμπ.

///

«Επίδομα γέννας, 2.400 ευρώ. Επιδότηση για ένα ηλεκτρικό αυτοκίνητο, 9.000 ευρώ…. Τι σας λέει αυτό; Δεν σας σοκάρει;… Δηλαδή, καλύτερα Τesla παρά παιδί, αυτό μου λέτε τώρα;»

Αυτά ρώτησε η Όλγα Τρέμη τον Κωστή Χατζηδάκη τις προάλλες. Προσπάθησε κάτι να ψελλίσει ο εμφανέστατα τσαντισμένος υπουργός, αλλά εις μάτην. Μερικές φορές ένα ερώτημα αρκεί για να δεις, όπως στη λάμψη ενός φλας, όλο τον αναποδογυρισμένο μας κόσμο.

/// (περισσότερα…)

Ένας θαλερός ποιητής

*

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Τάσος Πορφύρης,
Σπαραγμένη μνήμη,
ύψιλον 2024

Ο αειθαλής Τάσος Πορφύρης με την δωδέκατη ποιητική του συλλογή προσφεύγει, για ακόμα μια φορά, στην ορεινή του μνήμη, εκεί ψηλά, στα οριακά Πωγωνοχώρια της πατρίδας του που έθρεψαν γόνιμα το έργο του για πάνω από εξήντα χρόνια. Εδώ επανέρχεται με μια θαλερή συνέχεια στο Πάπιγκο, τη Νεμέρτσκα, τους βουερούς χειμάρρους της Ηπείρου.

Πέτρινος και κλειστός, χειμαζόμενος από τον αψύ καιρό και την ιστορική κακουχία ο ηπειρώτικος τόπος έχει γονιμοποιήσει μια πολύ αξιόλογη ποίηση και πεζογραφία. Γκουρογιάννης, Γκανάς, Πορφύρης, Δημητρίου, Κυπαρίσσης, Κατσαλίδας, Μηλιώνης είναι μερικές από τις πολλές περιπτώσεις.

Περισσότερο από άλλους ρημαγμένους τόπους της Ελλάδας, η Ήπειρος αποτελεί τη μήτρα μιας βαθιάς ιθαγένειας, το ερειπωμένο κέντρο μιας ταυτότητας που αναμετράται με την ξενότητα του νεοελληνικού μεταπολεμικού βίου, όπως αυτή αποτυπώθηκε στην υδροκέφαλη μεγαλούπολη, την μετανάστευση και την καταστροφή του κοινοτισμού. Ο τόπος στην ποίηση του Πορφύρη βιώνεται ως τραύμα αλλά και ως ίαση. Πικρή και γλυκιά η επιστροφή της μνήμης στον τόπο, το χρόνο, τους ανθρώπους, αναμετρά τις απώλειες, αλλά την ίδια στιγμή τις επουλώνει ανασυστήνοντας τη μαγική γεωγραφία του παρελθόντος. Στην ποίηση του Πορφύρη συναντάς, με την απλή, την άνετη κουβέντα της περιγραφής, έναν κόσμο που δεν είναι παλιός, αλλά μόνιμος: τη μνημειακή ομορφιά της φύσης, τον καημό των εσαεί ξενιτεμένων και αυτών που τους περιμένουν, τα χαμένα χνάρια των νεκρών του πολέμου, των θυμάτων της προόδου που προχωρά σε νέες ερειπώσεις και προσπερνά την διαρκέστερη κάτω από τον ουρανό ανάγκη του ανθρώπου για ομορφιά και αλήθευση μέσα στη σχέση με τον άλλον: (περισσότερα…)

Αγχέμαχο κίτρινο

*

ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ ΜΕ ΛΟΓΟ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑ | 20.x.24
Κείμενα – Φωτογραφίες ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

*

ΑΓΧΕΜΑΧΟ ΚΙΤΡΙΝΟ

Ας χαθούμε μέσα σ’ αυτήν την ταραγμένη θάλασσα. Στην παρότρυνση του αγχέμαχου κίτρινου, που μας ωθεί στην ώσμωση και τη συνταύτιση και θέλει να σβηστεί μέσα τα μάτια μας. Υφιστάμενοι την αέναη πάλη της συγκίνησης, μέσα στην οποία συγκρούονται και συγχέονται το πάνω με το κάτω, το εμπρός με το πίσω, το πραγματικό με το φανταστικό, το παλιό με το νέο, διαπιστώνουμε πως όλα τα πράγματα έχουν το βάθος τους και όλα τα όντα τις ανεμπόδιστες και νομοτελειακές καταρρεύσεις τους. Κι εδώ, μέσα στην κυκλοτερή παλίρροια του κίτρινου, ας αναζητήσουμε την εσώτερη φεγγοβολή μας. Θα τη βρούμε. Και, όταν τη βρούμε, αυτή θα είναι που θα επικαλύπτει τα πάντα, που θα χρωματίζει κάθε εύρος μας και μάλιστα με ευθύβολα βλέμματα προς το άπειρο.

*

* (περισσότερα…)

Είναι ο συμβολισμός το αντίθετο του ρεαλισμού;

*

Δεν είναι λίγα τα εγχειρίδια για τη θεωρία των λογοτεχνικών ρευμάτων που, στην προσπάθειά τους να ταξινομήσουν, να μελετήσουν και τελικά να ερμηνεύσουν τη λογοτεχνία, υποκύπτουν στην παρακάτω απόλυτη αντιδιαστολή: ο συμβολισμός είναι το αντίθετο του ρεαλισμού. Στα περισσότερα λήμματα που αφορούν στον ρεαλισμό επαναλαμβάνεται (είτε άμεσα είτε έμμεσα) η λέξη πραγματικότητα. Σε κείνα που αναφέρονται στον Συμβολισμό η γλώσσα γίνεται πιο εγκρατής και τελικά συμβιβάζεται: υποκειμενικότητα, ιδεατός κόσμος κ.ά. Συγχωρήστε με αν κάνω λάθος, αλλά νομίζω ότι ο όρος που κρύβεται εδώ, αν λάβουμε υπόψη και την παραπάνω αντίθεση, αυτό που θέλει να ειπωθεί, αλλά μάλλον μεταμφιέζεται, είναι η μη πραγματικότητα. Και είναι πολύ λογικό, όταν η εποχή που διανύουμε μας έχει πείσει ότι πραγματικό είναι μονάχα ό,τι μπορεί να εξηγηθεί και ν’ αποδειχθεί, ό,τι έχει μια κατανοητή, χειροπιαστή αιτία και τελικά γίνεται αντικείμενο των αισθήσεων. Η αλήθεια του υποκειμένου, η αλήθεια του ανθρώπου, έχει μάλλον παραγκωνιστεί από την αλήθεια του εργαλείου, της τεχνολογίας. Άραγε το εργαλείο δεν είναι και ένα αισθητήριο όργανο;

Όμως, το θέμα μας είναι ο συμβολισμός και το κατά πόσο είναι ορθό να ισχυριζόμαστε ότι αποτελεί το αντίθετο του ρεαλισμού. Μια διαμάχη αληθειών… Ας ξεκινήσουμε από το παρελθόν αυτού του δυϊσμού, γιατί πραγματικά μετράει αιώνες. Πλάτωνας και Αριστοτέλης. Ποιος λέει την αλήθεια; Έχει ένας από τους δύο δίκιο; Κι ο άλλος; Μήπως τόσος πόνος τόση ζωή / πήγαν στην άβυσσο / για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη; Χιλιετίες μετά δύο είναι ουσιαστικά οι πυρήνες της ανθρώπινης σκέψης: πλατωνισμός και αριστοτελισμός. Κι αν και η αφαιρετικότητα εδώ θα γίνει πολύ γαλαντόμα (όχι, όμως, και απλοϊκή), νομίζω ότι δικαίως θα μπορούσε κανείς να δει το έργο του Πλάτωνα ως μακρινό πρόγονο του συμβολισμού (αν και μάλλον δε θα τον χαροποιούσαν και πολύ οι στίχοι ενός Μπωντλαίρ ή ενός Ρεμπώ…) και τον Αριστοτέλη ως πρόγονο του ρεαλισμού (που μάλλον θα ήταν λίγο περισσότερο περήφανος για τα παιδιά του). Πέρα, όμως, από τους αστεϊσμούς, νομίζω ότι κανείς δε θα διαφωνούσε με την άποψη ότι και οι δύο σχολές σκέψης πρόσφεραν τα μέγιστα στον πολιτισμό, γιατί αμφότερες είναι όψεις της αλήθειας· είναι πραγματικότητες ή καλύτερα οι δύο κύριες εκπτύξεις της μίας πραγματικότητας. (περισσότερα…)

Γιάννης Μπεράτης, Το πλατύ ποτάμι

*

Κοντεύαμε, φτάναμε πια στην κορφή. Είχαμε αραιώσει και προχωρούσαμε τώρα πιο σιγανά κι όλο σκυφτοί στα δυο. Μα μόλις το πρώτο μουλάρι ξεπρόβαλε, μισό σχεδόν, άρχισε εκείνο το κακό, που δεν ήξερες τι να κάνεις.

Ήταν τυχαίο ή μας είχανε αντιληφθεί; Πέσαμε όλοι μας αμέσως μπρούμυτα χάμω, χώνοντας το κεφάλι μας με την κάσκα όπου βρίσκαμε. Το ’να μουλάρι τρόμαξε, τινάχτηκε κι έριξε κάτω όλο το φορτίο του. Οι οβίδες συνεχώς σκάγανε μπροστά μας, πλάι μας, και μας γιομίζανε χώματα και πέτρες, που κουδουνίζανε σφυριχτά πάνω στο κράνος. Σουρθήκαμε με την κοιλιά λίγο πιο κάτω, ξεφορτώσαμε όπως-όπως τα μουλάρια για να μην πάρουν δρόμο και ξαναριχτήκαμε χάμω. Είχα κουβαριαστεί πίσω απ’ έναν διάφανο αγκαθωτό θάμνο, έτσι σαν για κάποια παρηγοριά. Το χειρότερο είναι που κανένας μας δεν ήξερε πού θα είναι το στοιχειώδικα λίγο πιο απυρόβλητο μέρος και δεν τολμούσαμε να κουνηθούμε από τη θέση μας, ξέροντας ταυτόχρονα πως ίσως είναι η χειρότερη που μπορούσαμε να διαλέξουμε. Σκάγανε εκεί στην κορφή, κι ύστερα πιο κάτω, κι όλα τα πράματα, όπου και να ’πεφτε, υψωνόντουσαν σαν ένας βίαιος μαυροκόκκινος αναποδογυρισμένος κώνος.

Ήμουν κάπως βέβαιος (όσο και μ’ όλη τη δύναμη της ελπίδας που προσπαθούσα να επιστρατέψω ν’ αντιστέκουμαι) πως αυτή τη φορά δεν υπάρχει σωτηρία. Κι ύστερα μ’ έπιανε μια νάρκη, μια τόσο παράξενη νάρκη, έτσι, μου φαίνεται, όπως όταν πρόκειται να πεθάνεις από ψύξη. Είχα κουβαριαστεί, είχα μαζέψει τα γόνατά μου κοντά στο πηγούνι μου και δεν ήθελα τίποτα, μα τίποτ’ άλλο, παρά να κοιμηθώ. Όχι, δε σκέφτεσαι τίποτα τη στιγμή του θανάτου, του επερχομένου θανάτου, παρά αυτόν τον ίδιο που όλο πλησιάζει· ούτε καμιά πικρία, ούτε καμιά νοσταλγία νιώθεις για τους άλλους που θα εγκαταλείψεις, έστω και τους πιο αγαπητούς· ούτε καν τους σκέφτεσαι καθόλου – κι είσαι κουβαριασμένος μόνο ΕΣΥ κι απέναντί σου ΕΚΕΙΝΟΣ, που κι αυτόν δεν τον σκέφτεσαι ίσως καθόλου με το μυαλό, αλλά τον νιώθεις μ’ όλο το δόλιο το κορμί σου που δε θέλει, που αρνιέται, πάση θυσία, να παραδοθεί. (περισσότερα…)

Η γλώσσα των αγγέλων

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Ἐὰν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ καὶ τῶν ἀγγέλων,
ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, γέγονα χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον.
Παύλου του Αποστόλου, Α΄ Προς Κορινθίους 13,1

Υπάρχει ένα μπαρ στην επαρχία μισοκρυμμένο ανάμεσα στα δέντρα, στο τέλος του λασπωμένου χωματόδρομου, μετά την απότομη στροφή, πλάι στο εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο. Φάντασμα της ομίχλης καταδικασμένο στην απομόνωση, με την υγρασία του κάμπου και την οσμή της κοπριάς κολλημένη στα τζάμια. Τις νύχτες τα χαμηλά φωτάκια του φαντάζουν πρόσωπα παιδιών αδικομαλωμένων. Οι πελάτες του μπαινοβγαίνουν σιωπηλοί και βιαστικοί, λες και φοβούνται πως φωσφορίζει ο πόθος τους στο μισοσκόταδο. Αμαρτωλό μπαράκι, που μυρίζει νοθευμένο πιοτό και φτηνό τσιγάρο. Μακρόστενο σαν προχειροφκιαγμένο φέρετρο, που ανοίγεις το καπάκι –την πόρτα ήθελα να πω– και βρίσκεσαι σ’ έναν κόσμο άλλο, ζυμωμένο από τις ιερότερες θεότητες του κόσμου αυτού: τις ψευδαισθήσεις σου.

Εκεί –οδηγημένος κάποτε απ’ την ερημιά– γνώρισα την Μαρία, μια δεκαεννιάχρονη Βουλγάρα με μάτια κάρβουνα που σ’ έκαναν στάχτη. Οι καταρράκτες των μαλλιών έπεφταν στους ώμους της, όπως πέφτει η νύχτα σε δυο λόφους χιονισμένους που λάμπουν απ’ το φεγγαρόφωτο.

Είχε εκπληκτική προφορά στα ελληνικά, λες και ζούσε στον τόπο μας δέκα χρόνια κι ας ήταν μόλις τέσσερα. Η ταχύτατη εκμάθηση γλωσσών παρουσιάζεται κατά κανόνα στους ευφυείς ανθρώπους. Τώρα πώς ένα ευφυές άτομο καταλήγει βλακωδώς να δουλεύει στην κόλαση της νύχτας, είναι εξίσου αξιοπερίεργο με το πώς ένα ευφυές άτομο καταλήγει βλακωδώς σ’ αυτήν την κόλαση ν’ αναζητάει τον παράδεισο. Η μόνη πειστική απάντηση που μπόρεσα να δώσω ήταν «για να την συναντήσω».

Έρωτας κεραυνοβόλος εκατέρωθεν. Στον μήνα πάνω παράτησε το μπαράκι. Νοικιάσαμε γκαρσονιέρα κοντά στο Φρύνι και ήμαστε συνέχεια μαζί. Εγώ μόλις είχα γυρίσει απ’ την Αθήνα. Στην αρχή άνεργος. Ύστερα έπιασα μια  χαμαλοδουλειά. Η Μαρία έκανε το κουμάντο της, τα περασμένα χρόνια, και με τις αποταμιεύσεις της μπορούσε να βγάλει λίγο καιρό μέχρι να βρει κάτι να κάνει. (περισσότερα…)