Στήλες | Αλλοθροϊσμοί (από τον Βασίλη Πατσογιάννη)

Stéphane Mallarmé, «Στην πέτρα πάνω του Μπωντλαίρ…»

*

To Γλαυκό

( L’ azur )

H ήπια ειρωνεία του αιώνιου γλαυκού
ράθυμα όμορφη όπως τα άνθη πέφτει πάνω
σε ανάξιο ποιητή που βρίζει τον νωθρό του νου
περνώντας μέσα από μια άγονη έρημο Βασάνων.

Μάτια κλειστά, φυγάς, νιώθω ότι παρατηρεί
με μιαν ανήλεη της μεταμέλειας μανία,
την άδεια την ψυχή μου. Πού πάω; Ποια νύχτα ζοφερή
να ρίξω, ράκη, σε άσπλαχνη να ρίξω υπεροψία;

Σήκω, ομίχλη! Άπλωσε μονοτονία τεφρών,
κορδέλες στα ουράνια καταχνιάς να σύρεις
που θα πνίξει των φθινοπώρων το έλος το ωχρό,
μία μεγάλη σιωπηλή οροφή να ανεγείρεις!

Μάζεψε, εσύ από λίμνες αφού βγεις της λησμονιάς,
καθώς θα φτάνεις, άοκνα να βουλώσεις, φίλη Ανία,
τρύπες κυανές, με ισχνά καλάμια κι ύλη λασπουριάς,
μεγάλες, των πουλιών που έχει ανοίξει η κακία.

Aκόμη! Οι καμινάδες συνεχώς οι θλιβερές
ας καιν, και μία φυλακή καπνιάς που όλο σαλεύει
στη φρίκη μέσα ας σβήνει από τις μαύρες της ουρές
κίτρινο ήλιο που στον ορίζοντα τελεύει!

Σε σε προστρέχω, ω ύλη (περισσότερα…)

Charles Beaudelaire, «Θα ονειρευτώ ορίζοντες που κυανίζουν…»

*

Τοπίο

Αυθεντικά ειδύλλια θα ήθελα να πλάσω
και, σε όνειρο θαρρείς, με τα καμπαναριά κοντά μου,
ύμνους ιερούς καθώς ο αέρας φέρνει ώς τα αυτιά μου,
σαν αστρολόγος πλάι στον ουρανό να ξαποστάσω.
Τα χέρια στο πηγούνι μου, ψηλά από τη σοφίτα
θα δω το εργαστήριο όλο τραγούδι και φλυαρία,
καμπαναριά, φουγάρα, λες της πόλης τα ιστία,
και τους βαθιούς τους ουρανούς, αιώνιοι σαν να ήταν.

Είναι όμορφο, μες από τις ομίχλες να γεννιέται
το άστρο του γλαυκού, στο παραθύρι η λάμπα πλάι,
ποτάμι από κάρβουνο που στα ουράνια πάει,
και της σελήνης η αχνή σαγήνη να σκορπιέται.
Φθινόπωρα θα αντικρίσω, ανοίξεις, καλοκαίρια
κι όταν της χειμωνιάς χιόνια μονότονα απαντήσω,
παντού πόρτες, παράθυρα θα πρέπει να σφαλίσω
στη νύχτα τα παλάτια για να χτίσω τα αιθέρια.
Τότε θα ονειρευτώ ορίζοντες που κυανίζουν, (περισσότερα…)