*
Σαν σήμερα, 12 Μαρτίου 1938, γεννήθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου ο Μάνος Ελευθερίου.
~.~
*
Σαν σήμερα, 12 Μαρτίου 1938, γεννήθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου ο Μάνος Ελευθερίου.
~.~
*
Επιλογές από τη συλλογή της Αντωνίας Γουναροπούλου,
Εσύ που νομίζω, Εκδόσεις 25°36´36˝S | 134°21´17˝Ε
που κυκλοφόρησε τον Ιούλιο του 2025.
Η Αντωνία Γουναροπούλου γεννήθηκε το 1977 στην Αθήνα. Σπούδασε φιλολογία και φιλοσοφία και εργάζεται ως επιμελήτρια κειμένων και μεταφράστρια. Προηγούμενα έργα της: Το Άστρο του Βορρά (ποιήματα), Αθήνα: Πανδώρα 2010, Το Άστρο του Τίποτε (ποιήματα), Αθήνα: Οροπέδιο 2013, Κυνηγοί και λύκοι (διηγήματα), Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη 2017 και Οδός Μακεδονομάχων (διηγήματα), Θεσσαλονίκη: Petites-Maisons 2022.
///
Ήταν μακριά το ποτάμι,
κι η γέφυρα να σε νιώθει.
Στις φωτιές των κλοσάρ
πέθαινε το νερό
μέσα στο ξύλο,
χωρίς ατμό πέθαινε το νερό
και το ποτάμι ήταν ακόμη
μακριά και
κυλούσε.
Η νύχτα είχε πιει
τους ίσκιους των μίσχων,
γυμνή αντιφέγγιζε
στο σκοτάδι η πέτρα –
κείμενο γραμμένο, ξαναγραμμένο
πενήντα χρόνια,
κι απόψε αργά να ξεθωριάζει,
να σβήνει.
Η γέφυρα δε νιώθει πια.
Το ποτάμι κυλάει
μαζί σου.
*
Ξύλινη κούνια βαρκούλα στην αυλή
δεμένη με σκοινί σε δάχτυλα μικρά και στραγγισμένα.
Μη σταματάς γριά, κούνα το παιδί.
Πλοίο σιδερένιο μες στο σπίτι το κρεβάτι
κατευόδιο ψαλμοί, ψιθυρισμοί και προσευχές.
Εσύ γριά μη σταματάς, κούνα το παιδί.
Κούνα το παιδί, ήρθε στην αυλή ξύλινο σύννεφο.
Κούνα το παιδί, το πλοίο ξανάγινε κρεβάτι.
Στο σπίτι φυσούν πάλι ψαλμοί.
Μη σταματάς παιδί, στράγγιξαν μικρά τα δάχτυλά σου,
κούνα το παιδί. (περισσότερα…)
*
«Όταν καθιερωμένοι θεσμοί και παμπάλαια έθιμα παραμερίζονται στο άψε-σβήσε, όταν τα ιερά δεσμά της θρησκείας και της ηθικής καταρρακώνονται αιφνίδια, όταν ακόμα και οι λέξεις αλλάζουν τη σημασία τους – τότε γίνεται ηλίου φαεινότερον ότι όλα αυτά είναι τεχνητές κατασκευές και θεσμίσεις, όχι γεννήματα της Φύσης. Πίσω από το σκισμένο προσωπείο των θεσμίσεων προβάλλει τώρα το αληθινό πρόσωπο της Φύσης: είναι το πρόσωπο των Αθηναίων όταν ζητούν από τους Μηλίους να υποταγούν. Δεν το ζητούν με τη συνείδησή τους βεβαρυμμένη, δεν πιστεύουν ότι έτσι παραβιάζουν τη θεία τάξη, γιατί η θεία ή φυσική τάξη, ο εσώτερος νόμος του Όντος είναι ακριβώς ο νόμος του ισχυρότερου. Μόνο οι αδύνατοι αντλούν από τη θεία ή φυσική τάξη μιαν ηθική – όμως η ηθική, ως επιχείρημα και ως όπλο, δεν μπορεί να είναι ισχυρότερη από όσους υποχρεώνονται να καταφύγουν σ’ αυτήν. Η πίστη στην υπερίσχυση των ηθικών κανόνων γεννά απλώς φρούδες ελπίδες, ωθεί σε απελπισμένες και αυτοκαταστροφικές ενέργειες. Η πράξη θα όφειλε να προσανατολίζεται στους κανόνες της φρόνησης, οι οποίοι πάλι πρέπει να υπηρετούν τη φυσική επιταγή της αυτοσυντήρησης. Βεβαίως, η αυτοσυντήρηση έχει διαφορετικό νόημα για τον ισχυρό, ο οποίος μπορεί να διατηρήσει την ισχύ του μονάχα διευρύνοντας την συνεχώς, και για τον αδύνατο, ο οποίος σώζεται ανταποκρινόμενος στις επιθυμίες του ισχυρότερου».
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΝΔΥΛΗΣ
*
*
*
*
*
///
//
ΠΕΡΠΑΤΩΝΤΑΣ ΑΡΓΑ ΣΤΗΝ ΠΡΟΚΥΜΑΙΑ
Κοιτάζω γύρω μου τους πεθαμένους
Ταριχευμένοι πάνε πάνω κάτω
Στιγμή δεν παύουν όντα κουρντισμένα
Σ’ ένα λιμάνι μισοβουλιαγμένο
Ντεκόρ για ειδύλλια και στο βάθος φάρος
Απέναντι το φρούριο επηρμένη
Σημαία στις επάλξεις αναμνήσεις
Dulce et decorum κάποτε ίτε παίδες
Τώρα προορισμός για αποδράσεις
Γδυτά Σαββατοκύριακα πακέτα
Αμμόλουτρων στον ήλιο all inclusive
Τα ρομποτάκια στην γραμμή σερβίρουν
Το άλλο πρόθυμο ρομπότ εσένα
Στις πιο βαθιές τ’ ονείρου σου ξαπλώστρες
Αύρα θαλάσσης εγκιβωτισμένη
Στα έγχρωμα παγάκια ενός κοκτέηλ
Όπως στης Γροιλανδίας τους παγετώνες
Η τέφρα των αρχαίων ηφαιστείων
Όπου κοιτάζω γύρω το ίδιο θέαμα
Νεκροί ηλιοκαμένοι σε όρθια στάση
Γελούν φωτογραφίζονται ψωνίζουν
Μιλούν χιλιάδες γλώσσες ούτε μία
Δεν βγάζει νόημα καμμία λέξη
Με νόημα όλοι τρώνε πτώματα άλλα
HOMO SAPIENS SAPIENS το πλέον
Γνωστό πτωματοφάγο έμβιο είδος
Με τέχνη κατακρεουργεί κι αλέθει
Με γνώση διαμοιράζει τη βορά του
Προτού σε σελοφάν την συσκευάσει
Έτοιμη προς ανάλωση και βρώση
Πτώμα που πτώμα δεν θυμίζει ζύμη
Ρόδινη μαλακή από πλαστελίνη
Μόνο αραιά και πού μια στάλα αίμα
Γλιστρά απ’ το φελιζόλ και σε λεκιάζει
Σαν κόκκινη λησμονημένη τύψη
Το μόνο ζων που τρώει είναι τα στρείδια
Που τα ναρκώνει πρώτα με λεμόνι
Όπως ναρκώνει τον εγκέφαλό του
Με ζάναξ ή λεξοτανίλ τις νύχτες
Θήρα γεωργία πτωματοφαγία
Τα τρία στάδια της Ιστορίας
Το τέταρτο δεν θα καθυστερήσει
Ο κανιβαλισμός
///
*
*
*
*
ΟΔΥΣΣΕΑΣ
Όταν περνάμε απ’ τις Σειρήνες
να μη με δέσετε στο κατάρτι.
Πώς να με ξελογιάσει το τραγούδι
που δεν τραγουδήθηκε για μένα;///
ΕΠΑΙΤΕΙΑ
Έμεινε άπλυτος πολλές εβδομάδες
κουρέλιασε τα ρούχα του
άφησε καιρό τις κάλτσες του
στις φωλιές των τρωκτικών.
Δε βγήκε έξω να ζητιανέψει
ήθελε, όμως, έστω για μια φορά
να νιώσουν γι’ αυτόν οι άνθρωποι
ό,τι είχε μέσα του για κείνους.///
*
Ο τόμος περιλαμβάνει Προλογικά σημειώματα του Ξάνθου Μαϊντά, προέδρου του Ιδρύματος, και των επιμελητών της έκδοσης. Ως προς την άγνωστη σε μας πεζογραφία του Μύλλερ φιλοξενούνται στον τόμο τρία εκτενή αποσπάσματα από το επιστολικό του έργο Ρώμη, Ρωμαίοι και Ρωμαίες: συλλογή οικείων επιστολών από τη Ρώμη και το Αλμπάνο (Rom, Römer und Römerinnen: eine Sammlung vertrauter Briefe aus Rom und Albano mit einigen späteren Zusätzen und Belegen, 1820). Από το πλούσιο ποιητικό του έργο παρουσιάζονται τα Στιχάκια Καραμέλας (Devisen zu Bonbons,1823), κύκλος που μεταφράζεται πρώτη φορά στα ελληνικά, και μάλιστα στο σύνολό του∙ ανθολογία από τους τρεις κύκλους ποιημάτων του, στη μορφή των λήντερ (Lieder), ασμάτων ή τραγουδιών, εμπνευσμένων από την επανάσταση του 1821: Τραγούδια των Ελλήνων (Lieder der Griechen, 1821), Νέα τραγούδια των Ελλήνων (Neue Lieder der Griechen, 1823), Νεώτερα τραγούδια των Ελλήνων (Neueste Lieder der Griechen, 1824). Έπεται επιλογή ποιημάτων από τον κύκλο Η ωραία Μυλωνού (Die schöne Müllerin, 1821). Ο τόμος κλείνει με εννέα ποιήματα από τον πιο γνωστό ίσως κύκλο του ποιητή Το χειμωνιάτικο ταξίδι (Die Winterreise, 1824). Τον τόμο συνοδεύει Παράρτημα με το μακροσκελές ποίημα «Μπάιρον» («Byron»), έναν επικήδειο ύμνο, γραμμένον για τον θάνατο του Λόρδου Βύρωνα στις 19 Απριλίου 1824.*
ΟΤΑΝ ΕΥΡΕΘΗ Ο ΠΝΙΓΜΕΝΟΣ, ἀκριβῶς κάτω ἀπὸ τὸν βράχον τοῦ Κοιμητηρίου, ἀνάμεσα εἰς τὴν Μεγάλην Ἄμμον κ᾿ εἰς τὸν Ταρσανάν, ὀλίγον ἀκόμη ἤθελε νὰ βασιλέψῃ ὁ ἥλιος, ἢ μᾶλλον νὰ κρυφθῇ ὀπίσω ἀπὸ τὸ γεῖτον βουνὸν ἀντικρύ. Τότε αἱ ἀρχαὶ τοῦ τόπου ―ὁ Εἰρηνοδίκης τοῦ πάλαι ποτὲ εἰρηνοδικείου, κι ὁ Νωματάρχης ὁ ἀστυνομεύων― ἀπεφάνθησαν ὅτι ἔπρεπε νὰ μείνῃ ὁλονυχτὶς ἄταφος, ἐπειδὴ ἦτο ἀνάγκη νὰ τὸν σχίσουν οἱ γιατροί, διὰ νὰ βεβαιωθῇ ἂν ἦτον πνιγμένος ἢ δὲν ἦτον.
Κ᾿ ἦτον καλῆς ψυχῆς ἄνθρωπος, ὁ συχωρεμένος ὁ Κώστας τοῦ Σταματάκη. Φαίνεται, εἶχε τάξει εἰς τὴν Παναγίαν τὴν Κ᾿νιστριώτισσαν, νὰ τὸν ἀξιώσῃ νὰ ταφῇ εἰς τὸ χῶμα τῆς μικρᾶς νήσου του ―ἐκεῖ ἐπάνω εἰς τὸν θαλασσόπληκτον βράχον, ὅπου τὰ κύματα φαίνονται νὰ τραγουδοῦν μυστηριῶδες νανούρισμα εἰς τοὺς νεκρούς― κ᾿ ἡ Παναγία ἡ Κ᾿νιστριώτισσα τοῦ παρεχώρησε τὸ ταπεινὸν αἴτημα, ἀφοῦ ἀπὸ τὴν στιγμὴν ποὺ ἔπλευσε ναυαγὸς εἰς τὸ κῦμα, καὶ ἀπέδωκε τὴν ἁπλοϊκὴν ψυχήν του πελαγωμένος εἰς τὴν πάλην μὲ τὸν Χάρον τὸν θαλάσσιον, δὲν ἔπαυσε ν᾿ ἀντικρύζῃ τὸν ἔρημον ναΐσκον της πέραν, εἰς τὸ δυτικὸν πλάγι τοῦ χαριτωμένου νησιοῦ. Ἐκεῖ λοιπὸν ἀγνάντευε, κ᾿ ἐκεῖ ἦτον προσκολλημένος ὁ πόθος του, μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς του. Κ᾿ ἐκεῖ ἄσπριζεν ἀκόμη τὸ παλαιὸν ἔρημον μοναστηράκι, προκῦπτον μέσα ἀπὸ βαθεῖαν χλόην ἀνάμεσα εἰς τὰς πίτυς καὶ τὰς καστανέας, ὀλίγον ὑψηλότερα ἀπὸ τὴν ὡραίαν θαλασσίαν ἀγκάλην τοῦ Ἀσέληνου, ὅπου ἐβασίλευε γλυκὰ σιγὰ ὁ ἥλιος, ὡς νὰ ἔκρυπτεν ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον τὰ χρυσᾶ καὶ στίλβοντα στολίδια του μέσα εἰς τὸν θησαυρόν του.
Κι ὅταν ἡ μικρὰ καμπάνα ἐκάλει τοὺς ἀγροίκους βοσκοὺς τοῦ βουνοῦ εἰς τὴν προσευχήν ―οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπήγαιναν, ἀλλ᾿ ἴσως νὰ ἔκαναν μακρόθεν ἕνα σταυρόν, ἂν ἤξευραν ἀκόμη νὰ κάμουν τὸν σταυρόν τους― κ᾿ ἐδιάβαζεν ὁ πάτερ Ἐφραὶμ ὁ πνευματικὸς τὸν Ἑσπερινόν, μαζὶ μὲ τὸν Μιχαίαν τὸν ὑποτακτικόν του, κατέβαινε τὰ σκαλοπάτια ὁ γέρων ἕως τὴν βρύσιν, διὰ ν᾿ ἀπολαύσῃ καὶ ἅπαξ ἀκόμη τὴν γλυκεῖαν μελαγχολίαν τῆς μοναξιᾶς μέσα εἰς τὴν περιοχὴν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν αὐτὸς εἶχεν ὀνομάσει «γωνίαν τοῦ Παραδείσου». Καὶ τῆς βρύσης τὸ μάρμαρον, τὸν κρουνὸν καὶ τὴν λεκάνην, τὰ εἶχε φάγει τὸ νερόν. Καὶ μόλις ἠμποροῦσε νὰ διαβάσῃ τις, μισοσβησμένους, τοὺς ἰαμβικοὺς στίχους, τοὺς ὁποίους εἶχε γράψει ποτὲ ἐπὶ τοῦ μετώπου τῆς πηγῆς, ὁ διάσημος ἀσκητής, ὁ ἀββᾶς Διονύσιος: «Χεῖρας, πρόσωπα καὶ πόδας νίπτων ἁβρῶς, ὁμοῦ δὲ καὶ διαυγὲς νῦν ὕδωρ πίνων, τῆς καλλιρρείθρου τῆσδε τῆς κρήνης, ξένε, ψυχῆς τότε μνήσθητι Διονυσίου». (περισσότερα…)
Μικρὴ ἐπιλογὴ ἀπὸ τὸν τόμο «Ὁ ἀλήτης τοῦ οὐρανοῦ», Ὁ ποιητὴς Νικηφόρος Βρεττάκος (1912-1991), Εἰσαγωγὴ-Ἀνθολόγηση Σωτήρης Γουνελᾶς, Ἵδρυμα Τάκης Σινόπουλος, 2024, μὲ ἀφορμὴ τὴν παρουσίαση τῆς ἔκδοσης στὶς ἐφετινὲς Νύχτες τοῦ Ἰουλίου, άπόψε Τετάρτη 17.7.2024 καὶ ὥρα 21:00 στὸ Θέατρο Κυδωνία τῶν Χανίων.
Τὸ σκάφος τοῦτο, ποὺ σοφὸ τιμόνι
τὸ πέρασε ἀπὸ χίλιες καταιγίδες,
ποὺ ἄστραψε στὰ νερὰ τῶν ἀνοιγμένων
ἀβύσσων τ’ οὐρανοῦ· τὸ σκάφος τοῦτο,
ποὺ ἀμφέβαλλαν γιὰ τὴν καταγωγή του
τῶν θαλασσῶν οἱ ὁρίζοντες, ποὺ κλάψαν
μπρὸς στὸν ἡρωϊσμό του τὰ στοιχεῖα
καὶ ποὺ σ’ αἰωνιότητες καθρέφτισε
τὴ μεθυσμένη πλώρη του, μεσίστια
κατέβασε τὴ σημαία του· κι οἱ ναῦτες,
ἄγρυπνοι, θλιβεροί, καταισχυμένοι
μὲ ματωμένα πρόσωπα προσεύχονται…
Μέσ ’ ἀπὸ τὸ αἰώνιο δάσος, πρὶν ἀκόμα
στὸ φῶς ὀρθὰ νὰ δέσουν τὰ πλευρά του,
τῆς θάλασσας γρικοῦσε τὸ τραγούδι
ποὺ στοῦ κενοῦ τὴν ἄχνη βυθιζόταν
καὶ πέρ’ ἀπ’ τὰ γλαυκὰ τοῦ κόσμου σπλάχνα,
πάνω ἀπ’ τὴ γῆ, ξανάφερνε τὸν ἥλιο.
Χοχλάζανε τὰ κόκκινα νερά της
κι ὡς χάραζ ’ ὁ ἥλιος κι ἔμπαινε στὸν κόσμο,
ἔσπαζε ἡ νύχτα πάνω ἀπ’ τὴν ‘ Ιθάκη
σ ’ ἑκατομμύρια κρούσταλλα, ποὺ ἁπλώναν
σπιθίζοντας, κι ὡς ἔλιωναν, γρικοῦσε
τοὺς ἀνοιχτοὺς ὁρίζοντες νὰ βουΐζουν
μιὰ γαλανὴ βοή· κι ὅλο τὸ δάσος,
γιορταστικὰ σαλεύοντας ὣς πέρα,
τραβιόταν ἀπ’ τὶς ρίζες κι οἱ κορφές του
μὲς στὰ γαλάζια ἐκύλααν δαχτυλίδια… (περισσότερα…)
ΕΞΙ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ ΠΟΤΑΡΗ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΣΑΡΚΟΧΩΡΑΦΑ, ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2024~.~
ΓΡΑΦΩ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
Γράφω ποιήματα για τρυφερά πουλιά,
στα ζωηρά μιλώ του αγρού κρινάκια.
Φιλώ τα σκουληκάκια στην αγριομηλιά,
στο κρύο φίδι πλέκω ζιπουνάκια.
Κι είμαι η χαρά στης πεταλούδας το φτερό,
στης αλεπούς το μάτι η φλογίτσα.
Κράτα με, Θέ μου, του χελιδονιού ιερό,
λειώσε με ζάχαρη σε αηδονιού γλωσσίτσα.
Κάνε με πάχνη, εσάρπα του χιονιού,
ζέστα παχνιού στον ύπνο του αρνιού.
Απλώνω στο μαχαίρι τον λαιμό μου:
αν τρέξει αθώο αίμα, να ’ν’ δικό μου. (περισσότερα…)
*
ΣΤΑΓΟΝΑ
Μονάχα η θάλασσα του διάβρωνε τη θλίψη·
στο τραύμα το αίμα τού το ξέραινε τ’ αλάτι.
Ξάπλωνε το κορμί του στη νερένια πλάτη·
ήξερε· κείνη δεν θα τον εγκαταλείψει…Παιδί ερωτεύτηκε το βότσαλο, το φύκι
την αχιβάδα που ανοιγόκλεινε τα χείλη·
το λάγνο κάλεσμα στο ξύπνημα του Απρίλη:
«Δώς’ μου τα μάτια σου να πλύνω από τη φρίκη…»Εκεί τ’ ακούμπαγε τα μαύρα μυστικά του
κι αυτή τον βάφτιζε πάλι άνθρωπο· και πάλι·
και τού ’παιρνε μέχρι τον φόβο του θανάτου!‘Ώσπου μία μέρα, μια μορφή στην υγρή αγκάλη·
ήταν του Αλέξανδρου του βασιλιά η γοργόνα!
Τα χέρια του άπλωσε και γίνηκε σταγόνα…~.~
*
Ελευθερία, ποιός άραγε γνωρίζει
την όψη-σου απο πρίν; Και πού δέ σ’ είδα!
Πότε κρατάς το κλόμπ που φοβερίζειτα Κίτρινα Γιλέκα, πότε ασπίδα
και προστατεύεις τ’ αγριεμένα πλήθη
στους δρόμους του Κιέβου. Η προσωπίδατου απείθαρχου σου πάει, του αρχαίου Σκύθη,
κι η λουλουδάτη ανεμελιά του χίπη,
ρεκλάμα γελαστή που ακόμα πείθει.Δέν άφησες τερτίπι για τερτίπι
που να μήν ξέρεις, Λευτεριά, καλούπι
που να μήν έχεις μπεί. Γιά πές, τί λείπει;– Του αξύριστου πυγμαίου το σουλούπι.
21 Μαΐου 2022. Στην εσθονική πόλη Τόρβα, η Λεττονή γλύπτρια Αγκνέζε Ρουτζίτε-Κιρίλοβα πλάθει ενα αντίγραφο του Αγάλματος της Ελευθερίας απο άμμο. Το πρόσωπο της Ελευθερίας φέρει τα χαρακτηριστικά του προέδρου Βολοντίμιρ Ζελένσκι.
~.~ (περισσότερα…)