ΝΠ | Αφηγήματα

Δίχως χάρτη

*

Ο Χάρτης ήταν ένα από τα γατάκια που κατοικοέδρευαν στην αυλή. Πέντε τον αριθμό, σε κανένα δεν έδωσε όνομα εκτός απ’ αυτό. Όλα ίδια με τη μάνα τους. Στο σκοτάδι, όταν θηλάζανε, νόμιζε πως ήταν κάποιο ξεκούρδιστο μουσικό όργανο, μαύρο με άσπρα πλήκτρα – γιατί μαυρόασπρα ήταν όλα. Ένα μόνο ξεχώριζε, με απλωμένο τόσο ακανόνιστα το μαύρο χρώμα σε όλο το μουτράκι του, που έμοιαζε με ζωντανή αποτύπωση του χάρτη ενός άγνωστου προς το παρόν πλανήτη. Η χρωματική συμμετρία, που κατά κανόνα χαίρει εκτίμησης από τους ανθρώπους, όταν διαλέγουν κατοικίδιο, απουσίαζε παντελώς. Κανείς δεν μπορούσε να πει για τον Χάρτη: «Τι χαριτωμένο! Σαν να φοράει λευκά καλτσάκια». Ή: «Για δες τι φτιάχνει η φύση! Μια ολόλευκη καρδιά στο στήθος του!» Και σαν να μην έφτανε η χαοτική αταξία στην οποία παρέπεμπαν τα σχέδιά του, κανένας γνωστός τουλάχιστον τόπος δεν αποτυπωνόταν στη μορφή του, όσο κι αν τον παρατηρούσε.

Δεν γνώριζε αν, ακριβώς εξαιτίας αυτής της κραυγαλέας ασυμμετρίας των χρωματικών του μοτίβων, τον προίκισε άθελά της με χαρακτήρα, μόνο και μόνο εκ του γεγονότος ότι αυτόν ονομάτισε, ενώ οι αδελφές του –κατά σύμπτωση ήταν το μόνο αρσενικό– ήταν απλώς «τα γατάκια». Το σίγουρο είναι πως όλο για αυτόν μιλούσε: ο Χάρτης άνοιξε τα μάτια του, ο Χάρτης πήδηξε από το καλάθι, ο Χάρτης χώθηκε κρυφά στο σπίτι και κρύφτηκε. Πάντα ο Χάρτης. Πολύ σπάνια πρόσεχε τα μικρά κατορθώματα των αδελφών του, παρότι εξίσου χαριτωμένες με αυτόν. Οι οποίες, όλως παραδόξως, όσο λιγότερη προσοχή τους έδινε, τόσο πιο γρήγορα εξημερώνονταν. Ούτε έτρεχαν να κρυφτούν μόλις την έβλεπαν, ούτε αρνούνταν τυχόν χάδια. Ο Χάρτης αντίθετα, παρά την πολλαπλάσια προσπάθειά της, παρέμενε αγρίμι.

Ίσως αυτό να τον προφύλαξε από την άτυχη συνάντηση με τον σκύλο του σπιτιού. Αυτός, μολονότι εξοικειωμένος με τη γάτα της, ήταν περιορισμένος καλού-κακού, για να μη βλάψει τα άγνωστά του γατάκια της. Παρόλα αυτά δύο από τα πιο φιλικά, τον πλησίασαν χωρίς κανένα ένστικτο επιβίωσης. Δεν μπορούσε αλλιώς να εξηγήσει πώς έκαναν την αποκοτιά να πλησιάσουν από μόνα τους τον ορκισμένο εχθρό του είδους τους. Έμειναν τρία. Έπρεπε πάση θυσία να τους βρει νέο σπίτι, πράγμα σχεδόν ακατόρθωτο με τόσα αδέσποτα γατιά που κυκλοφορούν στους δρόμους. Ένας ήταν ο τρόπος, σκέφτηκε: το ίνσταγκραμ της φοιτήτριας κόρης της. (περισσότερα…)

Ο άγγελος των βροχών

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Κατά την θητεία μου στο Πολεμικό Ναυτικό, είχα την Τιμή να υπηρετήσω υπό τας διαταγάς ενός αληθινού ευπατρίδη, του πλωτάρχη Δημήτρη Ντούλια. Αξιωματικός βαθιά καλλιεργημένος. Φιλόπατρις, με την ευγενέστερη αντίληψη περί ιδεωδών και ελληνισμού. Καταγίνονταν μάλιστα και με την φιλολογία.

Έπεσε στην αντίληψή του μια συλλογή διηγημάτων μου και με φώναξε στο γραφείο του. Από τότε γίναμε σχεδόν φίλοι. Όποτε βρισκόμαστε, ξεκίναγε με το στερεότυπο: «Τι καινούργιο έχεις να μου διηγηθείς;» Κι εγώ ξεσκόνιζα την μνήμη μου και του αράδιαζα παραμύθια, ιστορίες και θρύλους του νησιού μου. Έβαζα και λίγο αλατοπίπερο και περίμενα την εντύπωση που του έκαναν.

Εκείνος άναβε την πίπα του, μισόκλεινε τα μάτια και ταξίδευε ανάμεσα στους καπνούς, λες και διάβαινε με το καράβι του μέσ’ απ’ την ομίχλη. Πού και πού διέκοπτε την αφήγηση για να κάνει μια παρατήρηση, όπως θα έδειχνε έναν ύφαλο στον υποπλοίαρχο. Ενίοτε θαύμαζε με το στόμα ορθάνοιχτο, καθώς θα ’κανε σε μια πετυχημένη βολή του κανονιού ή βλέποντας, κατά την πλοήγηση, στον νυχτερινό ουρανό τον Πολικό Αστέρα, που από οποιοδήποτε σημείο κι αν τον παρατηρήσεις δείχνει πάντοτε τον πραγματικό Βορρά.

Όπως κάθε φορά, έτσι κι αυτή, αφού με κάλεσε στο γραφείο του εκείνη την μέρα και μ’ έβαλε να καθίσω στην δερμάτινη πολυθρόνα απέναντί του,  κερνώντας με τσάι του βουνού και κουλουράκια γλυκάνισου, με ρώτησε: (περισσότερα…)

1947: Η ίδρυση του κράτους του Ισραήλ στη λογοτεχνία

*

Πώς αποτυπώθηκε στην εβραϊκή και την παλαιστινιακή λογοτεχνία η ίδρυση του κράτους του Ισραήλ το 1947, μετά την απόφαση 181 της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών, και οι απαρχές της μετέπειτα σύγκρουσης; Ο Ηλίας Μαλεβίτης ανθολογεί αποσπάσματα δύο μυθιστοριογράφων: του Εβραίου Αμός Οζ και του Παλαιστίνιου Ελίας Χουρί.

~.~

Τα μεσάνυχτα, λίγο πριν τελειώσει η ψηφοφορία, ξύπνησα […] Σαν μέσα σε ένα εφιαλτικό όνειρο στέκονταν στριμωγμένες, σιωπηλές και ακίνητες, κάτω από το φως των φαναριών του δρόμου, στην αυλή μας, και στις γειτονικές αυλές, στα πεζοδρόμια, στο δρόμο, άπειρες στητές σκιές, σαν μια πελώρια συγκέντρωση από ασάλευτα φαντάσματα μέσα σε εκείνο το χλομό φως, πάνω σε όλα τα μπαλκόνια, εκατοντάδες άνδρες και γυναίκες και ούτε το παραμικρό θρόισμα, γείτονες και γνωστοί και ξένοι, άλλοι με τις πιτζάμες, άλλοι με σακάκια και γραβάτες, εδώ και εκεί μερικοί άνδρες με ρεπούμπλικες ή κασκέτα. Γυναίκες με ακάλυπτα κεφάλια και άλλες με ρόμπες και κεφαλομάντιλα, στους ώμους πολλών ήταν καβάλα κοιμισμένα παιδιά, που πάλι, κάπου στο βάθος του πλήθους μια γριά καθισμένη σε ένα σκαμνάκι ή ένας υπερήλικος που τον είχαν κουβαλήσει έξω στο δρόμο με την καρέκλα του. Όλη αυτή η κοσμοσυρροή λες και είχε πετρώσει εκεί, μέσα στην τρομακτική νυχτερινή σιωπή, σαν να μην ήταν αληθινοί άνθρωποι, αλλά εκατοντάδες σκούρες σιλουέτες ζωγραφισμένες πάνω στον καμβά του σκοταδιού που τρεμόσβηνε. Σαν να είχαν όλοι πεθάνει όρθιοι. Ούτε λαλιά ούτε βήχας μια πατημασιά. Κουνούπι δεν βούιζε εκεί. Μόνο η βαθιά και τραχιά φωνή του Αμερικανού εκφωνητή που ξεσπούσε από το ραδιόφωνο στη διαπασών και τραντάζει το νυχτερινό αέρα, ίσως να ήταν η φωνή του Οσβάλντο Αράνια από τη Βραζιλία, του προέδρου της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ. Το ένα μετά το άλλο, διάβαζε τα ονόματα των τελευταίων κρατών στη λίστα, σύμφωνα με την αγγλική αλφάβητο, κι αμέσως επανερχόταν και βροντοφώναζε στο μικρόφωνο τις απαντήσεις των εκπροσώπων τους. Γιουνάιτεντ Κίνγκντομ: άμπστενς. Γιούνιον οφ Σόβιετ Σοσιαλίστ Ρεπάμπλικς: γιες. Γιουνάιτεντ Στέιτς: γιες. Ουρουγουάη: ναι. Βενετσουέλα: ναι. Υεμένη: όχι. Γιουγκοσλαβία: απέχει.

Ύστερα η φωνή κόπηκε μεμιάς. Και ξαφνικά μια σιωπή από άλλους κόσμους κατέβηκε και πάγωσε όλο το θέαμα, μια σιωπή τρομαχτική, καταστροφική, μια σιωπή άπειρων ανθρώπων με κομμένη την ανάσα, που σαν αυτή δεν άκουσα ποτέ στη ζωή μου, ούτε πριν από εκείνη τη νύχτα ούτε μετά. (περισσότερα…)

Δημήτρης Ε. Σολδάτος, Βιάννος

*

Το Ολοκαύτωμα (ή Σφαγή) της Βιάννου αναφέρεται στις μαζικές εκτελέσεις κατοίκων και καταστροφές πάνω από 20 χωριών στις περιοχές της Βιάννου και της Ιεράπετρας στο νησί της Κρήτης από Γερμανούς Ναζί κατά την διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Η διαταγή που δόθηκε ήταν η εξής: «Καταστρέψατε την επαρχία Βιάννου. Εκτελέσατε πάραυτα, χωρίς διαδικασία, τους άρρενες που είναι πάνω από 16 ετών καθώς και όλους όσοι συλλαμβάνονται στην ύπαιθρο, ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας». Την Τρίτη 14 Σεπτεμβρίου 1943, ημέρα του Τιμίου Σταυρού, έβαλαν φωτιά στον Πεύκο και την Σύμη. Ταυτόχρονα επιδόθηκαν σε μαζικές εκτελέσεις, λεηλασίες, βανδαλισμούς και κατεδαφίσεις στα υπόλοιπα χωριά: Κεφαλοβρύσι, Κάτω Σύμη, Αμιράς, Πεύκος, Βαχός, Άγιος Βασίλειος, Άνω Βιάννος, Συκολόγος, Κρεββατάς, Καλάμι, Λουτράκι της Βιάννου, Μύρτος, Γδόχια, Ρίζα, Μουρνιές, Μύθοι, Μάλλες, Χριστός και Παρσάς – Μεταξοχώρι. Οι εκτελέσεις, που πραγματοποιήθηκαν από μονάδες της Βέρμαχτ, είχαν ως αποτέλεσμα να χάσουν την ζωή τους καταγεγραμμένα 461 άτομα, μεταξύ αυτών έγκυες και ανάπηροι, ενώ υποστηρίζεται ότι ο συνολικός αριθμός των νεκρών ξεπερνά τους 500. Οι εκτελέσεις διατάχτηκαν από τον στρατηγό Φρίντριχ-Βίλχελμ Μύλλερ, που έμεινε γνωστός και ως ο Σφαγέας της Κρήτης, σαν αντίποινα για δράσεις της Κρητικής Αντίστασης. Το Ολοκαύτωμα της Βιάννου θεωρείται το δεύτερο μεγαλύτερο της Ελλάδας μετά από αυτό των Καλαβρύτων.

Wikipedia

~.~

Κρυμμένος πίσ’ απ’ τους θάμνους, είδε τους Γερμανούς στρατιώτες να εισβάλουν  στο αγρόκτημα του Αργουλίδα. Κρατούσαν τα πολυβόλα στα χέρια και βάδιζαν αργά προς την μικρή αγροικία. Ο επικεφαλής έκανε νόημα στους δύο προπορευόμενους. Εκείνοι κλώτσησαν με τις βαριές αρβύλες τους την ξύλινη πόρτα και τα πολυβόλα γάζωσαν το σκοτεινό άνοιγμα. Κιχ δεν ακούστηκε από μέσα. Μπήκαν στο σπιτάκι κι άρχισαν να ψάχνουν. Σε μια γωνιά βρήκαν τις βούργες – τα σακίδια με τα τρόφιμα – και μια Αγγλική Μέθοδο.

«Προορίζονταν για τους αντάρτες!» βρυχήθηκε ο αξιωματικός. Και διέταξε: «Κάντε το κτήμα φύλλο και φτερό!»

Σε λίγο έφεραν μπροστά του τρία παιδιά, δύο κορίτσια κι ένα αγόρι.

«Τα βρήκαμε κρυμμένα, κύριε λοχαγέ!» έδωσε αναφορά ένας ψηλός λοχίας με γυαλιά.

Ο λοχαγός πλησίασε:

«Μην φοβάστε, δεν θα σας κάνω κακό, όπως βλέπετε μιλώ την γλώσσα σας, αγαπώ την Ελλάδα!» Και στρεφόμενος προς τον οδηγό του τζιπ είπε: «Φέρε σοκολάτες για τους μικρούς μας φίλους!»

Εκείνος εκτέλεσε την διαταγή στο λεπτό. Τα παιδιά δεν κουνήθηκαν απ’ την θέση τους.

«Δεν σας αρέσουν οι σοκολάτες;» ρώτησε ο Γερμανός.

Ο λοχίας του ψιθύρισε κάτι στ’ αυτί κι εκείνος διέταξε και πάλι:

«Φαγητό, φέρτε αμέσως φαγητό! Πρώτα να φάνε και μετά οι σοκολάτες. Δεν βλέπετε τα ποδαράκια τους, που είναι σαν καλάμια από την πείνα;»

Κονσέρβες με κρέας και φρέσκο ψωμί αφέθηκαν στα πόδια των παιδιών. Εκείνα ακούνητα. (περισσότερα…)

Πεταλίδα

*

Ίσως αναζητούσε την εμπειρία. Ίσως πάλι να θέλησε να δοκιμάσει την τόλμη της. Έτσι βρέθηκε να κάθεται στον μικρό αλλά με κοφτερές μύτες βράχο στα δέκα μέτρα από την ακτή. Πρώτες μέρες του Σεπτέμβρη. Γλυκιές και η θάλασσα βάλσαμο. Ο βράχος στη μονοτονία του. Οι παρέες εφήβων που συναγωνίζονταν στα μακροβούτια από την κορυφή του ασκούνταν τώρα στις αυλές των ιδρυμάτων εκπαίδευσης. Έτσι ξαφνιάστηκε όταν ένιωσε να τον πολιορκούν τρία σώματα γυναικών.

Οι φωνές τους σήκωσαν κυματάκια που μου έφεραν ανατριχίλα.  Τα σώματα κρατούσαν απόσταση ενός μέτρου από μένα. Έκαναν τον γύρο μου δυο τρεις φορές, άλλοτε πλησιάζοντας περισσότερο άλλοτε όχι. Παρατηρούσαν τα έμβρυα μύδια και τις πεταλίδες που ήταν κολλημένα στο σώμα μου. Έβγαλαν κραυγές ενθουσιασμού όταν μία από τις τρεις είδε ένα καβουράκι που ξαφνιασμένο βρήκε καταφύγιο στην πρώτη κόχη μου. Συνέχισαν να κωπηλατούν με τα χέρια τους και να με γυροφέρνουν. Οι δυο βαρέθηκαν και με απλωτές απομακρύνθηκαν. Με ξάφνιασε το άγγιγμα της τρίτης. Τα δάχτυλά της χώθηκαν στις μικρές οπές μου που ήταν ακριβώς στο μέγεθός τους. Έδειχνε αποφασισμένη και αυτή την πρόθεσή της τη βεβαίωσε το πέλμα του ενός ποδιού της που με δύναμη πίεσε το σώμα μου. Ακολούθησε και το άλλο και τα δάχτυλα των χεριών μετατοπίστηκαν στις πιο πάνω κοφτερές μου οπές. Χωρίς κλυδωνισμούς σήκωσε το σώμα της σωστό ιστίο πάνω μου. Ζύγιασε το ύψος, το βάθος μα περισσότερο την τόλμη της. Εγώ άφωνος περίμενα την εξέλιξη με βεβαιότητα αναβολής ενός πηδήματος. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου ζήτημα να έζησα πάνω από δέκα μακροβούτια εφήβων γυναικών. Ήταν αλήθεια διαφορετικά από αυτά των αγοριών. Να όπως ας πούμε διαφέρει το μακροβούτι του Ποσειδώνα από αυτό μιας γοργόνας που η ουρά της σε πνίγει αλλά και σε νεκρανασταίνει.

Περίμενα με κομμένη την ανάσα. Τα μύδια και κάθε είδους πεταλίδα σφίχτηκαν εντελώς πάνω μου. Τα καβουράκια εξαφανισμένα. Μόνο εκείνο το ξέμπαρκο χταποδάκι ξεμύτισε από την κρυψώνα του για να δει το μακροβούτι.

Τότε το είδαν οι άλλες δυο και «χταπόδι! Χταπόδι!” λες και μπροστά τους φάνηκε ο Άγιος Πέτρος! Κι αμέσως βουβάθηκαν. Ήταν η στιγμή που την είδαν όρθια πάνω μου. Το βλέμμα τους αδηφάγο. Θα βουτήξει; Όχι;

Το σώμα της δίπλωσε. θύμισε σπασμό που το έκοψε στα δυο. Τα γόνατα λύγισαν τα χέρια έψαχναν αγγίγματα ήπια να κρατηθούν. Αναζητούσε κατάλληλο σημείο να καθίσει, να στερεωθεί. Κι όταν το βρήκε τα πόδια της δοκίμαζαν θέσεις ασφαλείς ώστε σιγά να γλιστρήσει στο νερό χωρίς τραυματισμούς. Λίγο πριν αφεθεί στο νερό και με εγκαταλείψει, την ώρα που δύο χιλιόμετρα μακριά στον παρακείμενο οικισμό οι δείκτες του ρολογιού της εκκλησίας φιλιόντουσαν στο στόμα για τέταρτη φορά μετά τις δώδεκα το μεσημέρι, οι ολόλευκοι διάπλατα ανοιγμένοι στον ήλιο  μηροί της σχημάτισαν την ομορφότερη πεταλίδα που με είχε ποτέ κατοικήσει.

ΤΑΣΟΥΛΑ ΤΣΙΛΙΜΕΝΗ

*

Οι αρραβωνιασμένοι

*

της ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗ

Στo παρακάτω απόσπασμα του υπό έκδοση βιβλίου μου Η Ελισάβετ της Κρήτης. Από ταπεινό κορίτσι μοχλός πολιτικών εξελίξεων παρακολουθούμε ένα προσωπικό γεγονός της Ελισάβετ, καθόλου αποκομμένο από τα πολιτικά και εθνικά θέματα ούτε από τη Γενική Διοίκηση της Κρήτης.

~.~

Πολύ μεγάλη χαρά ένιωσε η Ελισάβετ, όταν είδε τον Χριστόφορο να της χτυπά την πόρτα λίγο πριν από εκείνο το ζεστό μεσημέρι της τελευταίας ημέρας του Οκτωβρίου του 1858. Δεν ήταν μικρότερη και η δική του. Αυθόρμητα την αγκάλιασε και τη φίλησε στη δεξιά παρειά. Έκπληξη και ευχαρίστηση ένιωσε η Ελισάβετ, αλλά δεν την έδειξε· «ένας θερμός φιλικός ασπασμός είναι», σκέφτηκε, μη δίνοντας άλλη ερμηνεία στον νεανικό ενθουσιασμό του. Είχε εξάλλου να την δει πολύ καιρό.

—Δεν σε περίμενα, νόμιζα πως μας ελησμόνησες, του είπε με δυσδιάκριτο παράπονο.

—Να λησμονήσω εσένα, Ελισάβετ; Είναι δυνατόν; Ήλθα για σένα κυρίως…

—Κυρίως; Τι εννοείς, έχομε κάποια αποστολή;

—Ακριβώς· μόνο που αυτή τη φορά έχω αναθέσει την αποστολή στον εαυτό μου.

—Εξακολουθώ να μην καταλαβαίνω, Χριστόφορε.

—Άκουσε με προσοχή ό,τι θα πω. Έχω έλθει με τον πατέρα μου, για να σε ζητήσω σε γάμο από τη μητέρα και τον αδελφό σου. Δεν σε έχει δει ποτέ, αλλά του έχω μιλήσει για σένα τόσο, που σε έχει μάθει καλά.

—Νομίζεις πως οι συνθήκες είναι κατάλληλες για γάμο;

—Η γνήσια αγάπη θάλλει κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, Ελισάβετ.

—Φοβούμαι μήπως ο πατέρας σου δεν εγκρίνει τη μεγάλη διαφορά της ηλικίας μας.

—Ο πατέρας μου με εμπιστεύεται, δεν θα φέρει καμιά αντίρρηση, της είπε και την αγκάλιασε με θέρμη.

* * *

Μετά τον αρραβώνα, ο Χριστόφορος παρέμεινε στα Χανιά αρκετό καιρό, υποσχόμενος ότι θα πηγαινοέρχεται με το ατμόπλοιο από το Ηράκλειο, μέχρι να γίνει ο γάμος· ακόμη δεν είχε προσδιοριστεί η ημερομηνία του.

Στο διάστημα αυτό ήθελε να γνωρισθούν καλύτερα, να μιλήσουν περισσότερο για την προηγούμενη ζωή τους, για τις λύπες, τις χαρές, τις εμπειρίες τους· να γίνει η ζωή τού ενός κομμάτι της ζωής τού άλλου· πριν ενωθούν «εἰς σάρκα μίαν», να  νιώσουν πως έχουν ενωθεί «εἰς ψυχὴν μίαν»· κι αυτό απαιτεί χρόνο και προϋπόθεση της σαρκικής ένωσης.

Η Ελισάβετ εξιστορούσε στον Χριστόφορο για μέρες όλη την περασμένη ζωή της και με λεπτομέρειες· ακόμη και τον έρωτά της με τον Πέτρο Μωραΐτη τού ομολόγησε, δεν ήθελε να έχει μυστικές πτυχές η σχέση τους. (περισσότερα…)

Ενύπνιο μήπως;


*

Ενύπνιο μήπως;

Από το παράθυρο αγνάντευα μια συστάδα δέντρων. Φόντο γενικά πράσινο με μια κιτρινάδα χορταριών στη μέση. Στρωμένα χορτάρια κάτω, πατημένα. Ακινησία. Κάτι σαν η ακινησία του πρωινού. Θα ήταν περίπου 7. Ο ήλιος, άφαντος ακόμη, πρέπει να κρυβόταν κάπου πίσω από το σπίτι. Εξοχή. Ύπαιθρος. Βουνό. Πέρα η θάλασσα. Απλωσιά. Όλα ακίνητα. Γιατί μιλούν διαρκώς για κίνηση;

*

Ήμουν μισοξύπνιος πριν κάμποση ώρα και δεν ήξερα αν βλέπω όνειρο ή συμβαίνει κάτι άλλο παράξενο. Κάτι σαν εισβολή, μέσα στον ύπνο ή στο μισοξύπνιο, μιας σειράς εικόνων, μιας συρροής όπου υπήρχαν και μερικές με χρώμα. Ωστόσο, δέσποζε κυρίως μια μορφή. Ένας προχωρημένης ηλικίας άνθρωπος, γύρω στα ογδόντα, που εκινείτο συνέχεια σ’ ένα χώρο σαν κατάστημα ή αίθουσα εκθεμάτων, όπου όμως δεν υπήρχαν πίνακες αλλά διάφορα αντικείμενα: ρούχα, βιβλία, περιοδικά ίσως και κάποια άλλα που δεν κατάλαβα.

Ο άνθρωπος ήταν μετρίου αναστήματος είχε ένα κάπως μυτερό γένι, ή μάλλον γένια αραιά αλλά όχι γενάκι, φορούσε γυαλιά και διατηρούσε κάμποσα μαλλιά. Σε κοιτούσε μέσα από τα γυαλιά του σα να σε έψαχνε, να γύρευε να βρει έως που φτάνει το μυαλό σου και οι αισθήσεις σου, τι «πιάνεις».

Στάθηκα μπροστά σε ρούχα. Τα είχε κάπως στοιβαγμένα σε μια γωνιά, αλλά και σαν εικαστικά αντικείμενα. Έδειξα ένα χρωματιστό. Το ξεδίπλωσε κι ήταν μια φόρμα ριγωτή για νέο κορίτσι. Στο πλάι φορέματα μακριά, άλλης εποχής. Ρώτησα: «Αυτά;». Αποκρίθηκε: «Είναι ακριβά».

Μετακινήθηκα. Προχώρησα προς έναν πάγκο, όπως αυτούς στα καφέ-μπαρ, και πάνω εκεί υπήρχαν λευκώματα, βιβλία, περιοδικά. Άρχισα να κοιτάζω ένα που σχετιζόταν με την «Μικρή μας πόλη». Χατζιδάκις. Αυτό το κατάλαβε και σαν να συγκατένευσε ότι αξίζει τον κόπο, ψιθυρίζοντας ότι «δεν υπάρχουν σήμερα τέτοια». Καθώς το ξεφύλλιζα πήρε το μάτι μου ένα κείμενο με την υπογραφή του ζωγράφου Παρθένη.

Πήρα ύστερα στα χέρια μου δύο μικρά βιβλία με χοντρά σκούρα εξώφυλλα, στενόμακρα και τα κοιτούσα. Μού άρεσε η έκδοση. Σκέφτηκα να τα αγοράσω. Τον άκουσα να λέει τον αριθμό 10. Υπέθεσα πως είναι η τιμή τους. «Θα τα πάρω», είπα.
Αυτός τότε άρχισε να ετοιμάζει αποδείξεις αλλά το έκανε κατά τέτοιο τρόπο που ήταν σαν να επρόκειτο να γράψει κανένα ποίημα ή διήγημα. Κάποια στιγμή είπε: «πενήντα τρία ευρώ».

Δεν κατάλαβα. «Μα τί λέτε;» είπα. «Προηγουμένως είπατε δέκα». «Όχι. Αυτό ήταν για τις σελίδες», αποκρίθηκε. «Δεν είμαστε καλά. Αυτά τα δυο βιβλιαράκια κάνουν 53 ευρώ;», φώναξα. «Δεν μπορώ να τα πάρω, με συγχωρείτε, αλλά πρόκειται για απάτη».

Με κοιτούσε ατάραχος. Είχε πάψει τις ετοιμασίες για ποίημα ή διήγημα –τις αποδείξεις– και περίμενε ακίνητος.

Τελικά μήπως όλοι εξαπατούμε; Μήπως μας έχει χτυπήσει κάτι σαν αρρώστια όπου εδώ δεν ανακατεύονται γιατροί, δεν είναι όπως στον κορωνοϊό, αλλά κάτι βαθύτερο, πιο ύπουλο και σκοτεινό. Να ξεγελάσεις τον άλλο. Να θεωρείς ότι είσαι πιο έξυπνος, πιο καπάτσος, πιο ικανός. Να τον κάνεις να πιστέψει ότι όλα είναι κανονικά. Ότι κι αυτός κάπως έτσι είναι αλλά σε άλλο επίπεδο εργασίας ή απασχόλησης. Να μοιραστείς μαζί του την αρρώστια της απατεωνιάς.

Δεν ξέρω πως έφυγα από εκεί. Εξακολουθώ να βλέπω μπροστά μου αυτόν τον ηλικιωμένο άνθρωπο με τα γένια, τα γυαλιά, τα μαλλιά –τι φορούσε δεν θυμάμαι– και τον τρόπο που κοιτούσε. Μοναδικός. (περισσότερα…)

Κάρμεν Λαφορέτ, Η Ροζαμούντα

*

Επιτέλους ξημέρωνε. Το βαγόνι της τρίτης θέσης μύριζε κούραση, καπνό και μπότες φαντάρου. Έβγαινε τώρα απ’ τη νύχτα σαν από μεγάλο τούνελ και κανείς μπορούσε να δει τους κουλουριασμένους ανθρώπους, άνδρες και γυναίκες, να κοιμούνται στα σκληρά καθίσματά τους. Ήταν ένα άβολο βαγόνι της γραμμής, με το διάδρομο φίσκα καλάθια και βαλίτσες. Από τα παράθυρα φαίνονταν ο κάμπος και η ασημένια γραμμή της θάλασσας.

Η Ροζαμούντα ξύπνησε. Είχε ακόμα μια ευχάριστη ψευδαίσθηση βλέποντας το φως μέσα απ’ τα μισόκλειστα ματοκλάδια της. Ύστερα διαπίστωσε ότι το κεφάλι της είχε κρεμαστεί πάνω στην πλάτη του καθίσματος και ότι το στόμα της, που είχε αφήσει ανοιχτό, είχε ξεραθεί. Τακτοποιήθηκε ορθώνοντας το σώμα της. Την πονούσε ο λαιμός – ο μακρύς μαραμένος λαιμός της. Έριξε μια ματιά γύρω της και ένιωσε ανακούφιση βλέποντας ότι οι συνταξιδιώτες της κοιμούνταν. Ένιωσε την ανάγκη να τεντώσει τα μουδιασμένα πόδια της – το τρένο αγκομαχούσε, σφύριζε. Βγήκε πολύ προσεκτικά, για να μην ξυπνήσει, για να μην ενοχλήσει, «με βήματα νεράιδας» –σκέφτηκε– μέχρι την αποβάθρα.

Η ημέρα ήταν λαμπρή. Το πρωινό κρύο μόλις που ήταν αισθητό. Ανάμεσα απ’ τις πορτοκαλιές φαινόταν η θάλασσα. Αυτή απέμεινε υπνωτισμένη απ’ το βαθύ πράσινο των δέντρων, από τον διαυγή ορίζοντα.

—Οι ζηλευτές, οι ζηλευτές πορτοκαλιές…Οι ζηλευτές φοινικιές…Η υπέροχη θάλασσα…

—Τι λέτε;

Πλάι της ήταν ένα φανταράκος. Ένα χλομός φανταράκος. Έδειχνε καλλιεργημένος. Έμοιαζε στο γιο της. Σε έναν γιο της που είχε πεθάνει. Όχι σε αυτόν που ζούσε‧ σε αυτόν που ζούσε, όχι, επ’ ουδενί. (περισσότερα…)

Δημήτρης Ε. Σολδάτος, Η Φαρμακόπετρα

*

Ναός Αγίου Ιωάννη, Μεγανήσι Λευκάδας. Φωτογραφία Νίκος Καββαδάς

~.~

Κατακαλόκαιρο. Καταμεσήμερο. Όλο λέπι αστραφτερό, μες στον Μεγανησιώτικο ήλιο, η θάλασσα αναγαλλιάζει σαν γοργόνα. Το Σπαρτοχώρι πλαγιάζει γαλήνια στην αγκαλιά του λόφου, όπως ένα μωρό στον κόρφο της μάνας του. Πέρα στο στεφάνι του γερο-Φώτη, πάνω απ’ την σπηλιά του Κύκλωπα και κάτω απ’ το σπίτι του Μαυροκέφαλου – που ήρθε απ’ το Άλατρο και παντρεύτηκε την Κρεμμύδαινα – γουργούριζαν τ’ αγριοπερίστερα και κουκούβιζαν αναπαμένα τα γλαροπούλια.

Ξάφνου, σαν πυροβολισμοί στον αέρα, φωνές ακούστηκαν στην εμπατή του χωριού:

«Φίδι! Φίδι! Το δάγκασε φίδι…»

«Γούι, τρομάρα του, το έρμο!»

Δυο άντρες μετέφεραν στα χέρια ένα παιδί, όχι μεγαλύτερο από δώδεκα χρόνων. Ξοπίσω σμήνος γυναικών ολόλυζε και μαλλιοτραβιόνταν. Αυτό σχεδόν αναίσθητο, με τα μάτια ανάστροφα, με το ζερβί παραλυμένο, και τα δάχτυλα να τρεμουλιάζουν σαν πλατανόφυλλο, έβγαζε βόγκο λες και ξεψύχαγε.

«Στου δασκάλου, γρήγορα στου δασκάλου, να του βάλει απάνου την Φαρμακόπετρα!» είπε κάποιος.

«Ναι, ναι, την Φαρμοκόπετρα, την Φαρμακόπετρα…» αναφώνησαν κι οι υπόλοιποι.

Σε λίγο ακούμπαγαν το παιδί στο πεζουλάκι της αυλής του δασκάλου.

Εκείνος πετάχτηκε έξω αναστατωμένος απ’ τις φωνές.

«Φέρτε το μέσα!» είπε επιτακτικά, ενώ κιόλας οι ψυχραιμότεροι σύσταιναν στον κόσμο να διαλυθεί, μιας και το παιδί βρίσκονταν πλέον σε καλά χέρια.

Εκείνο ριγούσε λες και κρύωνε. Άφηνε σιγανό στεναγμό, καθώς η μάνα του έβρεχε το μαντήλι της με νερό και το απέθετε στο μετωπάκι του, που ψήνονταν απ’ τον πυρετό.

Ο δάσκαλος βγήκε βιαστικά από το δωμάτιο μα ξαναφάνηκε σχεδόν αμέσως, βαστώντας μια καφέ δερμάτινη τσάντα κι ένα βελούδινο βαθυκόκκινο σακουλάκι. Έβγαλε από κει μια πετρούλα – σχεδόν σαν αμύγδαλο, σε σχήμα καρδούλας, καλυμμένη μ’ ασημόχρυσο προστατευτικό πλέγμα απ’ την πίσω μεριά – και την ακούμπησε πλάι του. Κατόπιν εξέτασε το πόδι του παιδιού. Φαινόνταν ευκρινώς η δαγκωματιά της οχιάς: δυο ερυθρόμαυρες τρυπίτσες σε μπλάβο δέρμα. Καθάρισε την πληγή με βαμβάκι και οινόπνευμα και την χάραξε ελαφρώς με ξυράφι αντίσταυρα. Ύστερα, κρατώντας την πέτρα στα τρία του δάχτυλα, έκαμε τον σταυρό του και την απέθεσε στην πληγή.

Πέρασε κάμποση ώρα…

Το μεγάλο ρολόι του τοίχου έσερνε τους δείχτες του λαχανιασμένο. Τα τζιτζίκια στον κήπο είχαν βουβαθεί. Νεκρική σιγή στο δωμάτιο. Και μύγα να πετούσε, θα τρόμαζες.

Ξάφνου, η πέτρα, που είχε βυζάξει στην πληγή, κύλησε από μόνη της κι έπεσε στο σεντόνι. Ο δάσκαλος την έριξε σ’ ένα ποτήρι νερό και μια πρασινίλα έκχυσε από μέσα της: ξέρασε το δηλητήριο. Ο πυρετός χαμήλωσε, το μετωπάκι του μικρού δροσέρεψε, και το μελανιασμένο μέλος, πρησμένο και σκληρό σαν κούτσουρο, αρχίνησε να μαλακώνει.

Σε λίγο το παιδί σηκώθηκε. Έφυγε αλαφροπατώντας απ’ το σπίτι, ενώ με δυσκολία ξεκόλλησαν την μάνα του απ’ τα πόδια του δασκάλου, όπου μ’ ευγνωμοσύνη, η δύστυχη, προσέπεσε.

Αμέτρητους είχε σώσει η Φαρμοκόπετρα, το Φυλαχτό ή Αγιόπετρα όπως την έλεγαν οι κατέχοντες. Κατέφθαναν συχνά-πυκνά απ’ τον Κάλαμο και τον Καστό καΐκια, την Περατιά, τον Αστακό και την Ζαβέρδα πέρα, να γιατρευτούν από φιδοδαγκώματα. Κι όλοι γινόντανε καλά. Κι ευγνωμονούσανε τον δάσκαλο για την θαυματουργή του πέτρα, που πήρε προίκα, όπως λεν – μαζί με στρέμματα αρκετά στο Μεγανήσι – από τον πεθερό του τον Μπόζα, όταν παντρεύτηκε την γυναίκα του την Ανέτα την Πορσάνα, την Σκλαβενίταινα απ’ την μεριά της μάνας της, την Πολίταινα απ’ την μεριά του πατέρα της, το έτος 1889.

Τα χρόνια πέρασαν γοργά…

Ο δάσκαλος και η Ανέτα έσπειραν παιδιά, στον αριθμό δέκα, να χάνεις τον λογαριασμό: Γιώργος, Γεράσιμος, Δημήτρης, Στάθης, Θωμάς, Θανάσης, Μαρία, Μαυρέτα, Πανδώρα και Κατερίνα.

Καθένα απ’ τα σερνικά τέκνα δικαιούνταν να κρατάει την Φαρμοκόπετρα για έναν χρόνο. Κατόπιν την έδινε στον άλλον αδερφό. Όταν συμπληρώνονταν τα χρόνια, γύριζε πάλι στον πρώτο.

Οι άντρες, όμως, έλειπαν στα μπάρκα – πρώτα βυζαίνουνε την θάλασσα κι ύστερα την μάνα τους οι Μεγανησιώτες. Έτσι, η Φαρμακόπετρα πηγαινοέρχονταν από χέρι σε χέρι απ’ τις γυναίκες τους. (περισσότερα…)

Τάνια Μαλιάρτσουκ, Την πατρίδα στον ώμο

*

Μετάφραση ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Γνώρισα κάποτε έναν Τυνήσιο, ο οποίος ξεκινούσε κάθε πρότασή του με τη φράση «Σε μας στην Τυνησία είναι έτσι». Όταν του είπα ότι είμαι συγγραφέας, ο Φουρτ –έτσι λεγόταν– με κοίταξε με απερίγραπτη λύπηση, λες και ήμουν κολοβό κουνέλι. «Σε μας στην Τυνησία είναι έτσι», έσπευσε να ανακοινώσει, «οι έξυπνοι σπουδάζουν μαθηματικά και φυσική, οι λιγότερο έξυπνοι οικονομικά, και οι εντελώς βλάκες, μην όντας ικανοί για τίποτα, ασχολιούνται με τη λογοτεχνία. Έτσι για να ξέρεις, εγώ είμαι μαθηματικός». Πάντα, όταν μιλούσε, στόλιζε το λόγο του με ανάλογες σοφίες.

«Σε μας στην Τυνησία είναι έτσι», συνήθιζε να λέει ο Φουρτ: «Ο μηχανικός κατασκευάζει το αεροπλάνο, ο οικονομολόγος υπολογίζει την αξία του και ο συγγραφέας το κοιτάζει κι αναφωνεί ‘αχ, τι ωραίο!’. Γιατί, ποια είναι η δουλειά σας, εσάς των συγγραφέων;! Ας πάρουμε, για παράδειγμα, το μυθιστόρημα. Ούτε μία λέξη δεν αληθεύει εκεί μέσα, όλα αποκυήματα της φαντασίας. Ψεύδεστε ασύστολα και για τα πάντα!»

Τον Φουρτ τον γνώρισα στα μαθήματα γερμανικών στη Βιέννη. Λατρεύω τα μαθήματα γερμανικών γιατί εκεί μπορεί να παρατηρήσει κανείς καλύτερα την ποικιλία και τη διαφορετικότητα της υφηλίου. Εκεί η υφήλιος συναντιέται έτσι, όπως είναι, συγκρούεται και απομακρύνεται άρον-άρον ανυπόμονη, ξεροκέφαλη, πολύξερη, προκατειλημμένη, αντιλέγει τα ίδια της τα λεγόμενα, τσακώνεται και περιφρονεί, εκεί η υφήλιος δεν αποδέχεται τον εαυτό της. Ο Φουρτ ονειρευόταν για παράδειγμα πως δεν θα υπήρχε ο κόσμος, παρά μονάχα μια μεγάλη, πολύχρωμη Τυνησία, και πως η Τυνησία θα βρισκόταν παντού, θα κάλυπτε τα πάντα. Ο Φουρτ κουβαλούσε, με άλλα λόγια, την πατρίδα του στον ώμο, τη μετέφερε διασχίζοντας τη Μεσόγειο, την έκανε φύλακα-άγγελο κι ασπίδα ενάντια σε κάθε φόβο που του επεφύλασσε το Άγνωστο. Έτσι ένιωθε πιο ήρεμος, έτσι έβρισκε παρηγοριά.

«Σε μας στην Τυνησία είναι έτσι», έλεγε πραγματικά με κάθε ευκαιρία, πράγμα που μου την έδινε γερά στα νεύρα. Ώσπου ξεκίνησα κι εγώ μ’ αυτό. (περισσότερα…)

Η κιβωτός του Πρωτεσίλαου

*

Η ΚΙΒΩΤΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΕΣΙΛΑΟΥ

Ο Πρωτεσίλαος έφτιαχνε ένα καράβι από αρμυρίκια και έβαζε μέσα τις ιστορίες που σκαρφάλωναν σαν σκιές πάνω στους τοίχους τα βράδια, το καθρέφτισμα από τα μεγάλα μάτια του στο ποτάμι και ένα κάστρο κόκκινο στη λάμψη από τις φλόγες. Μέσα στην κιβωτό του όσα θα φτιάχνανε τα αντάξια μελλούμενα, τον έρωτα και το κλέος από το κούρσος της Τροίας.

Και όταν η κιβωτός του έφτασε στην Τροία, με μια δρασκελιά ο Πρωτεσίλαος κατέβηκε στον Άδη. Η κιβωτός του τη νύχτα ψάχνει ένα λιμάνι θεσσαλικό και ακόμη δεν το βρήκε. Αυτή είναι η μοίρα κάθε κιβωτού με τα αντάξια μελλούμενα.

Μην ψάχνεις την αιτία στον Πρωτεσίλαο.

«οὐ γὰρ ἐγὼ τούτων αἴτιος, ἀλλ᾽ ἡ Μοῖρα καὶ τὸ ἐξ ἀρχῆς οὕτως ἐπικεκλῶσθαι». Λουκιανού, Νεκρικοί διάλογοι.

~.~

ΤΟ ΦΥΛΛΟ ΤΗΣ ΣΥΜΠΟΝΙΑΣ

Είναι το τρίτο βράδυ που δεν έχει ύπνο η Φαίδρα. Κάθεται κάτω από τη βελανιδιά και πλέκει τα χέρια της σφιχτά . Μες στον νου της είναι μια θάλασσα που ανεβαίνει πάνω σε νησιά και τα καταπίνει και όμως, δε χορταίνει.

Από τη βελανιδιά πέφτει ένα φύλλο στη θάλασσα. Έχει μέσα του κάτι φλέβες με συλλαβές που σμίγουν απελπισμένα και φτιάχνουν το «ε» και το «ρω».

Το φύλλο βγαίνει σε μια στεριά στον βορρά. Σε μια αυλή η Σόνια τινάζει από το φόρεμά της τη σκόνη της πλήξης. Κάθεται σε μια καρέκλα ίσα ίσα στην άκρη. Ένοχη που ξαποσταίνει. Με φταίξιμο του έρωτα και αυτή. Μέσα στον νου της ένα δάσος τρέχει κοντανασαίνοντας.

Το φύλλο της βελανιδιάς ορμά εμπρός και τρέμουνε οι φλέβες του. Πετάγονται τα «ε», τα «ρω», τα » ή επί τας». Δεν είναι άλλο από τον έρωτα ή το θάνατο. Και αν ο πρώτος σε αρνηθεί, τότε ο άλλος σε συμπονά. Το φύλλο είναι μια τρυφερή σπονδή στον Ιππόλυτο και στον Αστρόφ. Δεν τους ρωτά. Την ξέρει την απάντηση. Να μπορούσε μόνο να κόψει τις φλέβες με τα γράμματα και να  επιστρέψει ένα νανούρισμα στον κόσμο. Στη θάλασσα της Φαίδρας. Στο δάσος της Σόνιας.

~.~

 ΑΝΤΙΧΘΩΝ *
(Η Αντι-Γη)

ἐπειδὴ τέλειον ἡ δεκὰς εἶναι δοκεῖ καὶ πᾶσαν περιειληφέναι τὴν τῶν ἀριθμῶν φύσιν, καὶ τὰ φερόμενα κατὰ τὸν οὐρανὸν δέκα μὲν εἶναί φασιν, ὄντων δὲ ἐννέα μόνον τῶν φανερῶν διὰ τοῦτο δεκάτην τὴν ἀντίχθονα ποιοῦσιν.
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Μετά τα φυσικά

Στον Αντίχθονα ξημέρωσε. Θητεία φωτός. Μαζεύονται στα σπίτια οι άνθρωποι και κοιμούνται βαθιά με ανοιχτά παράθυρα να βηματίζει το φεγγάρι στα όνειρα. Ούτε που συλλαμβάνει ο νους τους ότι είναι σε έναν κόσμο ανάποδο, με ανεστραμμένη τάξη. Στη γη νύχτα του ήλιου.

Τι χρειαζόμαστε έναν κόσμο αντίστροφο; Γιατί να μη μας φτάνει η γη κι επιθυμούμε και το αντίθετό της; Ίσως γιατί έτσι επανορθώνεται η έλλειψη. Αποκαθίσταται η αρμονία. Τι θα ήταν ο κόσμος χωρίς το αντίθετό του; Και ας μην γνωρίζεις τι είναι ποιο. Ούτε αν ζεις στον κόσμο ή στο αντίθετό του.

* Ο πυθαγόρειος φιλόσοφος Φιλόλαος υποστήριξε την άποψη ότι υπάρχει ένας πλανήτης στον αντίποδα της γης, μη ορατός από τη γη.

ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΛΤΣΑ

*

 

Μάρτιν Βάλζερ, Η υπεράσπιση της παιδικής ηλικίας

MARTIN WALSER, 1927-2023

*

Μη μου αποσπάς το παιδί απ’ τα διαβάσματά του, είπε στη γυναίκα του ο Γκούσταφ Ντορν στον Σταθμό της Νόυστατ. Θα ήταν παράξενο αν μετά απ’ αυτό έμεναν μαζί ώσπου νά ’ρθει το τραίνο του Άλφρεντ· ήταν ήδη πολύ χολωμένοι. Για τον Άλφρεντ ήταν ασφαλώς μια ικανοποίηση που ο πατέρας του είχε έρθει ώς τον σταθμό για να τον κατευοδώσει. Είχαν περάσει κιόλας τρία χρόνια από τότε που ο πατέρας είχε εγκαταλείψει το σπίτι της οδού Αμ Μπάουερνμπους και είχε βολευτεί στο ιατρείο του, στην αντίπερα όχθη του Έλβα, στη Σίλλερπλατς. Στο μεταξύ είχε βάλει μπροστά τη διαδικασία του διαζυγίου, στο οποίο η μητέρα εξακολουθούσε να μη συναινεί. Ο Άλφρεντ δεν έπρεπε ν’ αφήσει ούτε τον ένα, ούτε τον άλλο να προσέξουν ότι η παρουσία του πατέρα τον χαροποιούσε. Ίσως μάλιστα να στενοχωριόταν κάπως που ήταν αναγκασμένος να του φέρεται όπως του φερόταν η μητέρα. Γιατί εκείνη πρόσεχε αμέσως και την παραμικρή παρασπονδία, κι αυτό την έκανε να υποφέρει αβάσταχτα. Αλλά και η ίδια θα πρέπει να ένιωσε κάποια ικανοποίηση που ο άντρας της, ο οποίος τώρα συζούσε με μια συνάδελφό του, είκοσι χρόνια νεότερη, είχε έρθει τελικά να αποχαιρετήσει τον γιο. Όμως η ικανοποίηση παρέμενε τέτοια, μόνο όσο μάνα και γιος έδιναν στον άντρα να καταλαβαίνει ότι απ’ αυτούς δεν είχε τίποτα άλλο να περιμένει παρά περιφρόνηση. Αν ο γιος δειχνόταν συγκινημένος, αν μάλιστα έπεφτε στην πατρική αγκαλιά, ο πατέρας ίσως να το περνούσε αυτό για επιτυχία, και επιτυχία του πατέρα σήμαινε αποτυχία της μητέρας, και ο Άλφρεντ όφειλε να προστατεύσει τη μητέρα του από κάτι τέτοιο. Έτσι περιορίστηκε σ’ έναν μορφασμό των φρυδιών κι άφησε τη θερμή χειραψία του πατέρα δίχως ανταπόδοση. Η μητέρα θα το πρόσεχε αν είχε ανταποδώσει την εγκαρδιότητα της πατρικής χειραψίας. Ο Άλφρεντ δεν ήθελε να γελάσει τη μητέρα του ούτε στο παραμικρό. Ήθελε να είναι ένα μαζί της. Ιδίως μπροστά στον πατέρα. Ο Άλφρεντ αναλογίστηκε ίσως τα λόγια της. Στο τέλος τίποτα δεν μου ξεφεύγει εμένα. Λόγια τόσο αλησμόνητα σαν κι εκείνο το: μη μου αποσπάς το παιδί απ’ τα διαβάσματά του. Ο Άλφρεντ εκείνη τη στιγμή ήταν πράγματι πιστός στη μητέρα του, κι όχι μόνο επειδή ανησυχούσε μην αποκαλυφθεί. Όσα τον χώριζαν από τον πατέρα ήταν ευκρινέστερα απ’ όσα τους συνέδεαν. Ήταν το ίδιο λεπτός και ψηλός μ’ εκείνον, αν τον έβλεπες μάλιστα από μπροστά είχε το στενό του πρόσωπο, τα προφίλ τους ωστόσο ήταν μεταξύ τους ξένα. Η μητέρα συνήθιζε να λέει κάθε φορά που του χαϊδολογούσε ή του διόρθωνε τα μαλλιά: ΕΚΕΙΝΟΣ υποφέρει που δεν έχει ένα τέτοιο κεφάλι. ΕΚΕΙΝΟΣ: έτσι αποκαλούσε ανέκαθεν τον πατέρα. Για τον Άλφρεντ ήταν αρκετό να θυμηθεί το πρωτοχρονιάτικο γράμμα του πατέρα για να νιώσει την πραγματική απόσταση που τους χώριζε. Το είχε πάρει μαζί του στο Βερολίνο απ’ τη Δρέσδη. Αισθανόταν την ανάγκη να το διαβάζει διαρκώς για να νιώθει διαρκώς να φουντώνει μέσα του ο αντίλογος σ’ όλα όσα ο πατέρας τού έγραφε: υπεύθυνος για την αποτυχία του Άλφρεντ στις πτυχιακές εξετάσεις, υπεύθυνος για τη νέα αποτυχία του στις επαναληπτικές εξετάσεις ήταν ο Άλφρεντ και μόνο ο Άλφρεντ, επειδή δεν έλαβε υπόψη του τις προειδοποιήσεις του πατέρα. Η μαλθακότητά σου θα σου στοιχίζει πάντοτε την επιτυχία. Η πατρική προφητεία πρέπει να φάνηκε στον Άλφρεντ αναιδής. Ο χαρακτηρισμός του Άλφρεντ γι’ αυτήν ήταν θράσος. Το να παραπαίρνει κάποιος αέρα, αυτό ο Άλφρεντ το ονόμαζε θράσος. Ο κ. Πατέρας γνώριζε για ποιον λόγο ο Άλφρεντ απορρίφθηκε στη Λειψία δύο φορές. Αστικό Δίκαιο: καλώς. Ποινικό Δίκαιο: καλώς. Κοινωνικές επιστήμες: ανεπαρκώς. Θέμα: Ο οικονομικός σχεδιασμός στη Γερμανική Λαϊκή Δημοκρατία. Η κριτική της εξεταστικής επιτροπής: ο Άλφρεντ Ντορν δεν έλαβε υπόψη του τον ηγετικό ρόλο του κράτους στον οικονομικό σχεδιασμό, ως εκ τούτου: απορρίπτεται. Ο πατέρας γνώριζε καλά τα γεγονότα, ακόμη κι αν δεν τον βασάνιζαν τόσο συχνά όσο το γιο. Ο Γκούσταφ Ντορν είχε προσχωρήσει το 1945 στο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα και όταν το 1946 οι Σοσιαλδημοκράτες εξαναγκάστηκαν να συγχωνευθούν με τους Κομμουνιστές στο Ενιαίο Σοσιαλιστικό Κόμμα, δεν ανήκε σ’ εκείνους που αποχώρησαν διαμαρτυρόμενοι. Απέναντι στην οικογένεια αιτιολόγησε τη στάση του λέγοντας ότι τα φρονήματά του ήταν ανέκαθεν σοσιαλιστικά. Κοινωνικά εννοείς, είχε πει ο Άλφρεντ. Κάθε φορά που ο πατέρας κατηγορούσε τον Άλφρεντ για μαλθακότητα, ο Άλφρεντ σκεφτόταν ότι ο Φρειδερίκος, ο αργότερα Μέγας, είχε κι αυτός στα νιάτα του έναν αγροίκο πατέρα που τον αποκαλούσε θηλυπρεπή. Ο Άλφρεντ δεν είχε κλείσει τους λογαριασμούς του μ’ εκείνο το πρωτοχρονιάτικο γράμμα. Αντί να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων, ο πατέρας καταφεύγει στο πιο βλακώδες απ’ όλα τα τερτίπια των γονιών, αυτό του μάντη κακών. Ο Άλφρεντ ένιωθε αδύναμος απέναντι στις προφητείες. Οι προφητείες τον παρέλυαν. Το να του προφητεύεις κάτι ήταν γι’ αυτόν σαν να το κακομελετάς. Αυτό όφειλε να το γνωρίζει ένας πατέρας. Έπρεπε να μάθει να αμύνεται ενάντια στις πατρικές προφητείες.

Ο πατέρας δεν ήξερε ίσως ότι ο Άλφρεντ και η μητέρα τον συνόδευσαν με το βλέμμα τους ωσότου χάθηκε. Ο Γκούσταφ Ντορν φορούσε κείνο το χειμωνιάτικο πανωφόρι που στην οικογένεια το έλεγαν παλτό και ενέπνεε τον σεβασμό με τον φαρδύ γούνινο γιακά του. Επειδή ήταν νωρίς το πρωί, ο Γκούσταφ Ντόρν θα πέρασε μάλλον με το παμπάλαιο Στάγερ του από την Αυγούστεια Γέφυρα που στο σπίτι των Ντορν δεν την αποκάλεσαν ποτέ Γέφυρα Δημητρώφ. ο πατέρας προσπάθησε βέβαια να επιβάλλει το Δημητρώφ, αλλά δεν το κατόρθωσε ούτε στον ίδιο του τον εαυτό. Ο πατέρας πήγαινε στο ιατρείο του. Το ότι δεν πήγαινε τώρα στην είκοσι χρόνια νεότερη Γιούντιτ Τσεμλίνσκι, που μπορεί και να μην είχε σηκωθεί ακόμη απ’ το κρεβάτι, ίσως νά ’ταν μια χειρονομία εξιλέωσης προς μητέρα και γιο. Ύστερα ήρθε η ώρα του αποχαιρετισμού. Κι αφού έγινε κι αυτό κατά πως τους άρμοζε, η Μάρθα Ντορν πήρε να κλαίει. Απ’ τη μάνα της, το γένος Χέρμπεργκ, είχε κληρονομήσει μια φράση που υπογράμμιζε την έφεσή της προς το κλάμα, και που αργότερα ο Άλφρεντ τη σημείωσε επανειλημμένα: εμείς οι Χέρμπεργκ τα παραέχουμε εύκολα τα δάκρυα. Ο Άλφρεντ την πήρε φυσικά στην αγκαλιά του, δίνοντας όμως την ίδια στιγμή έναν εύθυμο ή και ευτράπελο τόνο στην αναντίρρητα βαρειά κοινή τους οδύνη. Τέτοιος ήταν ο τρόπος του. (περισσότερα…)