ΝΠ | Αποχαιρετισμοί

Ελένη

*

Με τη Λίζυ Λασσιθιωτάκη [1946-2024] «Ενοχλώντας το σύμπαν» [1990-1992]. Αποχαιρετισμός

Τόπος: «Brazilian». Χρόνος: Νοέμβριος 1989. Με το Νίκο Καρούζο. Πίνοντας καφέ συζητώντας και χαζεύοντας τη Βουκουρεστίου. Συλλαμβάνω μια αστραπή να με τυφλώνει έξω απ’ το τζάμι. Γυρίζω στο Ν.: «Ν., κοίταξε αυτή τη γυναίκα που περνάει! Είναι ασύλληπτη!» «Πράγματι, πολύ ωραία γυναίκα», μου κάνει ο Ν. αδιάφορα. Την αιχμαλωτίζω. Τόπος: «Μικρό μπαρ». Χρόνος: 17 Φεβρουαρίου 1990. Εισέρχομαι νύχτα. Ο Ν. κάθεται στο κεντρικό τραπέζι με μια μικρή παρέα αγνώστων. [Ήσουν με τη Σοφία.] Τη βλέπω: είναι εκεί, στην παρέα. Είναι αυτή. Ελάχιστες φορές έχω χάσει την ψυχραιμία μου σε συμβάντα του είδους θαύμα. Θα μπορούσα να δω τον Ιησού χωρίς πανικό ή ταραχή ή να πέσω στα γόνατα. Χαιρετάω το Ν., αλλά δεν υπάρχει χώρος να κάτσω και ακουμπάω στο μπαρ, σε απόσταση δύο μέτρων. Κοιταζόμαστε. Σε λίγο ο Ν. μού απευθύνεται: «Θ., να σου συστήσω τη φίλη μου τη Λίζυ που θέλει να σε γνωρίσει!». [Του είχες πει, όπως μου αποκάλυψες λίγο αργότερα, τι έξυπνο πρόσωπο, γνώρισέ μου τον – ζητάω συγνώμη από τους αναγνώστες.] Με συστήνει. Ο Ν. με τη Λ. έχουν γνωριστεί μόλις πριν από δύο ώρες αλλά μιλούν και επικοινωνούν σα να γνωρίζονται χρόνια. Ένας από τους άγνωστους σηκώνεται και μου λέει: «Καθίστε». Κάθομαι. Μπαίνω στ’ όνειρο. Δεν έχουν περάσει δέκα λεπτά και τους αφήνουμε, σηκωνόμαστε και καθόμαστε στο μπαρ οι δυο μας. Στις τέσσερις το πρωί η Λ. με προσκαλεί στο σπίτι της για ένα τελευταίο ποτό. Αναστασίου Τσόχα 18-20, 5ος όροφος. Σε τρεις ώρες ξημερώνει Σάββατο. Επιστρέφω στο σπίτι μου τη Δευτέρα το απόγευμα. Υπήρξαμε: Βασιλίσσης Σοφίας, Η ναυτία, Το Είναι και πέρα απ’ αυτό τίποτ’ άλλο», Player’s, «Εκολλήθη η ψυχή μου οπίσω σου» – Ψαλμός ΞΒ΄, το Βερολίνο που άφησα πίσω μου, ακυρώνοντας κάθε βδομάδα τα αεροπορικά εισιτήρια και ορίζοντας νέα ημερομηνία μέχρι που τέλος! Silk Cut, «Φλόκας», Δημητρίου Σούτσου, Hypnosedon, 6468658, Πλατεία Μαβίλη [ο ανδρικός πληθυσμός όλων των ηλικιών της πλατείας με μίσησε, πλην του Αλέξανδρου, του Λώρα και του Τζώρτζη, σταμάτησαν ξαφνικά να μου μιλούν, να με συναναστρέφονται – ένας με περίμενε μια νύχτα για να με χτυπήσει, δεν με πέτυχε], «Η αφήγηση είναι πάντα η άλλη πλευρά του βιώματος, αυτή απ’ την οποία απουσιάζει το βίωμα», Baltazar, Michel Serres, Κολωνάκι, Με τον Σαρτρ, Αίγινα, «Ζήλια, τη φώναξα ένα βράδυ», Η ιστορία της μουσικής, «Λώρας» [Δεν έγινα σαν τους αλκοολικούς του «Λώρα», όπως φοβόσουν και με ξόρκιζες χτυπώντας με στο στήθος – το διαπίστωσες άλλωστε μέσα στα χρόνια], Δάφνος, “Fazz”, [μια νύχτα μας έδωσαν βραβείο καλύτερου χορευτικού ζευγαριού, το βραβείο ήταν μια πολαρόιντ (την κράτησες) την ώρα που χορεύαμε, στο περιθώριο είχαν γράψει,: «Να είστε πάντα έτσι!», με θαυμαστικό (δεν περάσαμε ποτέ από face control είχαμε πάντα το τραπέζι μας), «Αυτό που θέλω να καταλάβεις, καλό μου αντικείμενο, είναι πως οτιδήποτε υπάρχει εκ-στατικά είναι αυτόματα καταδικασμένο να μην “υπάρχει”. Εδώ θα πρέπει, μ’ άλλα λόγια, ν’ αναζητήσουμε την ποίηση της ύπαρξης καθώς και την καταδίκη της. Πρόκειται για μια παρ-ουσία που δεν επαρκεί στον εαυτό της (αλλιώς θα ’ταν μια απλή υποκειμενική εποπτεία) ριγμένη πάντα έξω, στον κόσμο, σε διαρκή αναζήτηση μιας αδύνατης σύμπτωσης με τα πράγματα του κόσμου και τον εαυτό της, αφού η ταύτισή της μαζί τους θα σήμαινε, και στις δύο περιπτώσεις, τη μετατροπή της σε πράγμα (καθ’ εαυτό). Η ταυτότητά της επομένως ορίζεται απ’ την αδυνατότητά της να υπάρξει παρά ως δυαδικότητα, σε συνεχή μηδενοποίηση του ταυτόσημου προς χάριν της διαφοράς, αυτού δηλαδή που την αποσπά απ’ τη στείρα προσομοίωση με τον εαυτό της για να την εκτοξεύσει στο σύμπαν», Νοσταλγία, στις 28 Σεπτεμβρίου πεθαίνει ο Ν., το βράδυ μ’ έψαχνες, είχαμε μόλις γυρίσει από το Νάυπλιο με τον Τάσο, μου τηλεφώνησες στο μπαρ του Τζώρτζη, ήλθαμε στο σπίτι σου και ήπιαμε μέχρι το πρωί, Σέριφος, Τέσσερα Κουαρτέτα, πάντα ο Έλιοτ, ας τον γράψω στα ελληνικά, σου άρεσε να μου διαβάζεις Έλιοτ στ’ αγγλικά, Κύθνος, Η απόλαυση του κειμένου, «Μικρό μπαρ», “Hotel Brown”, Leo Ferre, Avec le temps, κοριτσάκι μου, Το είναι και το μηδέν, Κωστής Παπαγιώργης, «Τα μεγαλύτερα γεγονότα δεν είναι οι θορυβωδέστερες, μα οι σιωπηλότερες ώρες μας» – Nietszche, Chanel No 5, διέγερση έως εσχάτων, David Bowie, κανείς δεν ξέρει ότι κάνεις ένα πέρασμα ως κοριτσάκι στο Ζορμπά του Κακογιάννη, Κωστής Σαλιάρης-Δευτέρα Δημοτικού, Μαρίκα, Λεωφόρος Αλεξάνδρας, Ο ηλίθιος της οικογένειας, αυτόματος τηλεφωνητής («Θέλω να ξέρεις ότι είσαι πολύ, πολύ παρών στη ζωή μου»), αγάπη μου, κομμωτήριο «Άγγελος», Jameson, «Περδικιώτικα», Lacan, Gin&Tonic, Μάριος Μαρκίδης, λίθιο, «Καλογήρου», η τρέλα μας με τα παπούτσια, στριπτιζ, Ο υπαρξισμός είναι ένας ανθρωπισμός, “Zonar’s”, οδός Μαρωνείας, θυρωρός, αν μπορούσαν θα μας πετούσαν πέτρες οπουδήποτε, πλην του “GB Corner”, ο μπάρμαν μάς έβλεπε να φιλιόμαστε και έλεγε, «Αφού είστε φίλοι του Μάνου Χατζιδάκι…», έπαιρνες τα χείλη σου απ’ τα χείλη μου και πεταγόσουν, «Αυτός! Εγώ είμαι φίλη του Μίκη Θεοδωράκη!», Ο βαθμός μηδέν της γραφής, Francis Bacon, άμβλωση, “The Hill”, εξαδέλφη Σοφία, αδελφός Μανώλης, Η ιστορία της τρέλας, Τάσος Δενέγρης, “Decadence”, [Μακάρι να μπορούσα να σου πάρω τη μανία], Το τελευταίο ταγκό στο Παρίσι, Tanita Tikaram, Twist in my sobriety, ήσουν, είσαι και θα είσαι ο άξονάς μου, ο λάκκος μου, «πού σου θάνατε, τον κέντρον, πού ΄σου, άδη, το νίκος»; Adieu, mon amour. Βροχή βροχή βροχή φτύνω αίμα

ΘΑΝΟΣ ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΣ

*

*

Ἀποχαιρετισμὸς στὸν ἄνθρωπο, ποιητὴ καὶ φίλο Νίκο Λεβέντη καὶ ὥριμο Καλωσόρισμα στὸ ἔργο του

*

του ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΤΙΛΗ

 (ἐπιμνημόσυνο τρίπτυχο)

I.

1976-1977. Ἦ­ταν κά­ποι­ο ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να τὰ ζε­στὰ Κα­λο­καί­ρια τῆς Με­τα­πο­λί­τευ­σης, ὅ­ταν τὰ δύ­ο ζευ­γά­ρια ἔ­βγαι­ναν μα­ζὶ γιὰ κά­ποι­ον και­ρὸ βρά­δυ Σαβ­βά­του – δι­ά­λειμ­μα δρο­σε­ρὸ μὲ φόν­το τὴν πυ­ρε­τώ­δη ἀ­με­ρι­μνη­σί­α τῆς Ἐ­πο­χῆς. Τὸ ἄ­κου­γα κα­θα­ρὰ σὰν τώ­ρα ἀ­πὸ τὴν Ἰ­ω­άν­να Ζερ­βοῦ, τὴν πα­ρά­φο­ρη Ὑ­πα­τί­α ἀ­πὸ τὸ φι­λο­σο­φι­κὸ πρω­το­ξύ­πνη­μα τῆς ἔμ­φυ­λης νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τας στὴ ρὶβ γκὼς τοῦ Ση­κουά­να: Ὑ­πάρ­χουν τρεῖς Ἕλ­λη­νες ἐ­κεῖ ποὺ ἡ ἐ­πι­στρο­φή τους στὴν Ἑλ­λά­δα θὰ ἀλ­λά­ξει τὸ το­πί­ο τῶν ἑλ­λη­νι­κῶν γραμ­μά­των! Κα­τά­πλη­κτος ἄ­κου­γα τρί­α ἐν­τε­λῶς ἄ­γνω­στά μου ὀ­νό­μα­τα συ­νο­μι­λή­κων: Κω­στῆς Πα­πα­γι­ώρ­γης, Ἀν­τώ­νης Ζέρ­βας, Νί­κος Λε­βέν­της! Πῶς!; Δὲν ἦ­ταν ἡ γε­νιὰ τοῦ ‘70, ὁ Γιά­ννης Κον­τός, ὁ Βα­σί­λης Στε­ριά­δης, ἡ Τζέ­νη Μα­στο­ρά­κη ποὺ ἔ­γρα­φαν τὶς φρέ­σκες λαμ­πρὲς ποι­η­τι­κὲς σε­λί­δες τῶν χρό­νων μας;…

Τὴν ἀ­πάν­τη­ση τὴν ἔ­δω­σε χρό­νια με­τὰ ὁ ποι­η­τὴς Δη­μή­τρης Ἀρ­μά­ος: «Δὲν θὰ εἶ­ναι ἡ μο­να­δι­κὴ ἐ­πο­χὴ ποὺ οἱ καρ­ποί της ὡ­ρί­μα­σαν στὸ ὑ­πέ­δα­φος.»

Ἡ ὑ­περ­κρα­τού­σα γε­νιὰ τοῦ ’70, αὐ­το­τε­λει­ώ­θη­κε θε­α­μα­τι­κῶς στὸ πα­λιμ­παι­δι­κὸ reunion της στὶς 19:30 τῆς Δευ­τέ­ρας τῆς 23ης Ὀ­κτω­βρί­ου 2017 στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο Ἀ­τλαν­τίς, στὸν ἀ­ριθ­μὸ 245 τῆς Λε­ω­φό­ρου Βου­λι­αγ­μέ­νης:

*

*

Οἱ νέ­οι θέ­λουν πάν­τα νὰ φθά­σουν νω­ρίς. Γέ­μι­σε γρή­γο­ρα ἡ Δι­ψα­σμέ­νη Με­τα­πο­λί­τευ­ση ἀ­πὸ νέ­ους φθα­σμέ­νους. Τὸ φθά­σι­μο κλη­ρο­δο­τή­θη­κε ὡς ὑ­ψη­λὴ αὐ­τα­ξί­α στὶς ἑ­πό­με­νες γε­νι­ές. Οἱ μη­χα­νὲς πα­ρα­γω­γῆς τους στὴν Ἑ­ται­ρεί­α Συγ­γρα­φέ­ων καὶ στὸν Κύ­κλο Ποι­η­τῶν δου­λεύ­ουν νυ­χθη­με­ρόν. Δὲν προ­λα­βαί­νεις νὰ ξε­φυλ­λί­σεις πιὰ τὰ (συ­νή­θως κα­τα­σκευ­α­σμέ­να) πει­στή­ρια… (Γιὰ τοὺς ἀ­πέ­ξω φρον­τί­ζει ἱ­πτά­με­νος ἕ­νας Ἵ­κα­ρος-Μπαμ­πα­σά­κης-στὸν-Κό­σμο-Του.) (περισσότερα…)

Ουίλλιαμ Σ. Μέργουιν, Βροχή Φωτός


*

Ὁλημέρα τ’ ἄστρα παρακολουθοῦν ἀπό πολύ παλιά
ἡ μητέρα μου εἶπε Φεύγω τώρα
ὅταν εἶσαι μόνος θά εἶσαι καλά
εἴτε τό γνωρίζεις εἴτε ὄχι θά γνωρίσεις
κοίταξε τό παλιό σπίτι στήν αὐγινή βροχή
ὅλα τά λουλούδια εἶναι μορφές νεροῦ
ὁ ἥλιος μέσα ἀπό ἕνα λευκό σύννεφο τίς θυμίζει
ἀγγίζει τίς συρραφές ἀνάμεσα σέ διάσπαρτα μπαλώματα πάνω στό λόφο
τά πλυμένα θαμπά χρώματα τῆς πέραν τοῦ θανάτου ζωῆς
πού ζοῦσαν ἐκεῖ πολύ πρίν ἀπό την γέννησή σου
δές πῶς ξυπνοῦν δίχως καμιά ἐρώτηση
ἀκόμα κι ἄν ὁλόκληρος ὁ κόσμος ἀναφλέγεται

The Shadow of Sirius, 2008

Γυρισμένο στά Ἑλληνικά ἀπό τήν Νατάσα Κεσμέτη, Ιανουάριος 2024.
Στήν Μνήμη τῆς ἀδελφῆς της Ἀγαθονίκης.

*

Ο Αργύρης Μπακιρτζής αποχαιρετά τον Γιώργο Γραμματικάκη

*

Το Σάββατο 29 Ιουλίου βρέθηκα στα Ανώγεια με το συγκρότημα Χειμερινοί Κολυμβητές, στο οποίο εκτελώ κατά κάποιον τρόπο χρέη εμψυχωτή, για μια συναυλία στα Υακίνθεια, τις πολιτιστικές εκδηλώσεις που διοργανώνει εδώ και 25 χρόνια ο παλιόφιλος Λουδοβίκος των Ανωγείων, στου οποίου την πρόσκληση ανταποκριθήκαμε μετά από πολλά, πολλά χρόνια, κυρίως λόγω της απόστασης και του κόστους της μετακίνησης της πολυπληθούς ομάδας μας. Όμως η κάθοδός μας στην Κρήτη αυτή τη φορά ήταν σημαδιακή και δεν πρόκειται να την ξεχάσουμε ποτέ. Κι αυτό γιατί η συναυλία μας  –στον χώρο που γίνονται οι εκδηλώσεις, αρκετά χιλιόμετρα πιο ψηλά απ’ το χωριό ανηφορίζοντας στον Ψηλορείτη– ακολούθησε την ομιλία του αλησμόνητου καθηγητή Γιώργου Γραμματικάκη με θέμα «Η νοσταλγία του φωτός». Τον είχα γνωρίσει ως ακροατή συναυλιών μας στην Αθήνα και τον είχα χαιρετήσει τότε χωρίς ωστόσο να τον συναναστραφώ. Στη βιβλιοθήκη μας υπάρχουν τα βιβλία του Η κόμη της Βερενίκης και Η αυτοβιογραφία του φωτός.

Η ομιλία του μας συγκλόνισε. (περισσότερα…)

Στέλιος Φαϊτάκης, 1976-2023

*

Παρώδησε την παραθρησκεία της επιστήμης, το ιερατείο με τις άσπρες μπλούζες και τα τυφλοσκόπια. Νοστάλγησε τον Ένδον Μύθο και το Ανεξιχνίαστο. Πέθανε χθες, στα 47 του.

*

Έργα χαρακτηριστικά του ζωγράφου

*

 

Μικρή παραλλαγή ρω

*

Η Quelle Bellina έρχεται δίπλα στον Διγενή

Έρχεσαι από μακριά. Τα μαλλιά σου καλπάζουν σ’ αέρα ανυποψίαστο, βιτσίζοντας νεφέλες, κεραυνούς που προβάλλουν στο διάβα σου. Δελφίνια σε συντροφεύουν που αγγίζονται απαλά, χάδια γλιστερά κάτω από την επιφάνεια των δικών σου νερών, στο Αιγαίο του δικού σου Ήλιου, καθώς περπατάς με ταχύτητα φωτός προς τα μέσα, με τα πόδια σου γυμνά, μια πτώση σου ολόκληρη και βαθιά στα νάματα, βουτιά σου ολοσώματη προς τον άνω βυθό, μοναχικό προσκύνημα στο κάβο της δικής σου κατάνυξης, πάλλεσαι αδάκρυτη εκεί που το μέσα στήθος σου βοά κι η έξω του θηλή πετρώνει,

Θαλασσόκρινο.

Έρχεσαι από πολύ μακριά. Το πρόσωπό σου φεγγίζει τόσο που να μας τυφλώνει, αποστρέφουμε πάλι τα βλέμματα σκυμμένοι με τα νώτα στο έδαφος, σαν πάντα. Δεν ξέρουμε ακόμα τη φωνή, δεν βλέπουμε την όψη σου, δεν νιώθουμε τη ζέστα της αγκάλης σου, δεν ξέρουμε την αφή σου στ’ ακροδάχτυλα. Στρέφουμε μόνο την κεφαλή, σαν από αιώνες αφυπνισμένοι, στο ξάφνιασμά σου των καιρών. Ένα θρόισμα από φύλλα. Καλάμια που αργοσαλεύουν στον άνεμο. Ύστερα τίποτα. (περισσότερα…)

Adam Zagajewski, Ποιητές φωτογραφημένοι

*

Ποιητές φωτογραφημένοι,
ἀλλά ποτέ ὅταν
πραγματικά βλέπουν,
ποιητές φωτογραφημένοι
μέ φόντο βιβλία,
ἀλλά ποτέ στό σκοτάδι,
ποτέ σέ σιωπή,
τή νύχτα, μέσα στήν ἀβεβαιότητα,
ὅταν διστάζουν,
ὅταν ἡ χαρά, σάν τόν φωσφόρο,
κολλάει στά σπίρτα.
Ποιητές χαμογελαστοί,
καλά ἐνημερωμένοι, γαλήνιοι,
Ποιητές φωτογραφημένοι
ὅταν δέν εἶναι ποιητές.
Μακάρι νά γνωρίζαμε
τί εἶναι ἡ μουσική.
Μακάρι νά καταλαβαίναμε.

Μετάφραση ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

Μνήμη Κωστῆ Γκιμοσούλη
θανόντος σήμερα 7.8.2023 – N.K.

*

 

Μάρτιν Βάλζερ (1927-2023)

*

«Ένας άνθρωπος που ήταν η Γερμανία η ίδια». «Μια μορφή του αιώνα». «Ο μεγάλος συγγραφέας των ταπεινών ανθρώπων». «Γραφομανής», «προβοκάτορας», «ταχυδακτυλουργός της γλώσσας», ο «έσχατος μεγάλος της μεταπολεμικής γερμανικής λογοτεχνίας». Με αυτά τα λόγια αποχαιρέτησαν τα ΜΜΕ της πατρίδας του τον Martin Walser, που πέθανε χθες σε ηλικία 96 ετών.

Πλάι στους συνομηλίκους του Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ και Γκύντερ Γκρας, ο Βάλζερ μεσουράνησε στα γερμανικά γράμματα για μισό και πλέον αιώνα. Περισσότερο από κάθε άλλον ομότεχνό του, στάθηκε ο χρονικογράφος της Γερμανίας του Μεταπολέμου. Οι εύθραυστοι ήρωες των βιβλίων του είναι τα άτομα μιας κοινωνίας ευημερούσας αλλά κατά κανένα τρόπο απελευθερωμένης. Θηρευτές της επιτυχίας μέσα σε ένα περιβάλλον ανελέητα ανταγωνιστικό, καλούνται στο τέλος να καταβάλουν το βαρύ προσωπικό τίμημα που συνεπάγεται η προσαρμογή τους σ’ αυτό.

Εξίσου αιχμηρός με τον πεζογράφο Βάλζερ, ήταν ανέκαθεν και ο διανοούμενος Βάλζερ. Οι τοποθετήσεις του πάνω στο γερμανικό παρελθόν και παρόν έδωσαν συχνά τροφή σε παθιασμένες δημόσιες έριδες, που ο απόηχός τους κρατάει ακόμη.

Ο Βάλζερ γεννήθηκε το 1927 στο Βάσσερμπουργκ, στις όχθες της λίμνης της Κωνσταντίας. Το πολυσχιδές έργο του (μυθιστορήματα, δράματα, δοκίμια) περιλαμβάνει πολλές δεκάδες βιβλία. Τιμήθηκε μεταξύ άλλων με το σημαντικότερο γερμανικό λογοτεχνικό έπαθλο, το Βραβείο Μπύχνερ (1981), και με το Βραβείο Ειρήνης της Ένωσης Γερμανών Βιβλιοπωλών (1998). Ήταν πολλές φορές υποψήφιος για to Βραβείο Νομπέλ.

Επισκέφθηκε αρκετές φορές την Ελλάδα, την οποία και παθιασμένα υπερασπίστηκε στη διάρκεια της οικονομικής κρίσης της προηγούμενης δεκαετίας, όταν τα γερμανικά ΜΜΕ πρωτοστατούσαν στις επιθέσεις εναντίον της. Ως μεταφραστής του, είχα την ευκαιρία να τον παρουσιάσω σε μια από αυτές, στο Ινστιτούτο Γκαίτε Αθηνών, τον Μάιο του 2009. Την παρακάτω συνέντευξη του την πήρα για λογαριασμό της Καθημερινής στο πρώτο του ταξίδι στη χώρα, τον Ιούλιο του 2001. Τον θυμάμαι στο λόμπυ του Σαιντ Τζωρτζ τη μια να παραμιλάει για τις Έξι νύχτες στην Ακρόπολη του Σεφέρη που διάβαζε τότε («Τι βιβλίο! Τι βιβλίο!») ή για τους μεγάλους ύμνους του Χαίλντερλιν, και την άλλη να μαίνεται για την υποκρισία κάποιων συμπατριωτών του διανοουμένων και την καταλεηλάτηση της Ανατολικής Γερμανίας από τα οικονομικά συμφέροντα.

Τελευταία φορά βρεθήκαμε το 2013. Τα χρόνια είχαν ήδη βαρύνει επάνω του, η φωνή του φορές φορές γλιστρούσε στον ψίθυρο, το ασημογάλανο βλέμμα του όμως φανέρωνε ακόμη όλη τη δύναμη και τη φλόγα του ανθρώπου.   —  ΚΚ

~.~

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ: Οι συγγραφείς είναι μελετητές της ανθρώπινης συμπεριφοράς, γράφετε κάπου. Αντικείμενό τους είναι οι ίδιοι.

ΜΑΡΤΙΝ ΒΑΛΖΕΡ: Έτσι είναι. Όμως αυτό δεν έχει να κάνει με αυτοβιογράφηση, πράγμα άλλωστε πολύ τετριμμένο. Το ό,τι κάτι συνέβη στην πραγματικότητα, δεν σημαίνει ότι μπορούμε να το περιλάβουμε έτσι αχώνευτο σ’ ένα βιβλίο. Η ίδια η πραγματικότητα, η ζωή είναι αφόρητα τετριμμένη. Πρέπει να την αφηγηθούμε πάλι και πάλι, ώσπου να γίνει υποφερτή.

Κ.Κ.: Είναι αυτό το κίνητρό σας όταν γράφετε;

Μ.Β.: Ταξιδεύοντας με το τραίνο, μου συνέβη πολλές φορές να κάνω την ίδια παρατήρηση. Έβλεπα ανθρώπους που μόλις έβρισκαν κάθισμα κι έπαιρναν ανάσα, άρχιζαν ν’ αφηγούνται τι τους συνέβη το ίδιο εκείνο πρωί, στη Φραγκφούρτη, το Βισμπάντεν, την Κολωνία. Και είναι αυτή η αφήγηση μια πρώτη δοκιμή, ας πούμε, για την επόμενη, παραλλαγμένη αφήγηση που θα κάνουν το βράδυ στο σπίτι τους. Και κάθε φορά, με κάθε νέα αφήγηση κάνουν αυτό που έζησαν όλο και πιο υποφερτό, όλο και πιο κατανοητό για τους ίδιους. Απ’ αυτή τη διαρκώς επαναλαμβανόμενη αφήγηση ξεκινούν τα πάντα. Ακόμη και ο Όμηρος δεν είναι παρά αυτή η διαρκής ανάπλαση του παρελθόντος μέσω της αφήγησης. Φυσικά ότι απ’ όλα αυτά μπορεί να ξεπηδήσει κάτι ωραίο, η τέχνη, είναι ένα άλλο μυστικό. Όμως η απλή αυτοβιογραφία δεν αρκεί. (περισσότερα…)

Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος (1945-2023) διαβάζει Κωστή Παπαγιώργη

*

Από την εκδήλωση μνήμης «Το ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ θυμάται τον ΚΩΣΤΗ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗ». Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος διαβάζει αποσπάσματα από το βιβλίο του Κωστή Παπαγιώργη Αλέξανδρος Αδαμαντίου Εμμανουήλ. Δευτέρα 23 Μαΐου 2016, ΡΟΜΑΝΤΣΟ, Ομόνοια.

*

*

23 Μαϊου 2016

ΤΟ ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ ΘΥΜΑΤΑΙ ΤΟΝ ΚΩΣΤΗ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗ

Φίλοι, συνοδοιπόροι και συνεργάτες του Κωστή ανθολογούν και διαβάζουν αποσπάσματα από το έργο του.

Συμμετείχαν: Γιάννης Αστερής ~ Σπύρος Γιανναράς ~ Πόπη Γκανά ~ Μιχάλης Γκανάς ~ Σωτήρης Γουνελάς ~ Σοφία Δρόσου ~ Ζυράννα Ζατέλη ~ Κατερίνα Ζαχαροπούλου ~ Δημήτρης Καράμπελας ~ Θανάσης Καστανιώτης ~ Μαρία Κελέση ~ Αντώνης Θεοχάρης Κιούκας ~ Θανάσης Κόρρας ~ Όλια Λαζαρίδου ~ Περικλής Λιανός ~ Άννα Λιδάκη ~ Ρίτα Λυτού ~ Μάρια Μπαχά ~ Έλλη Μπουμπουρή ~ Ξενοφών Μπρουντζάκης ~ Νίκος Ξυδάκης ~ Νίκος Παναγιωτόπουλος ~ Αλεξάνδρα Παντελάκη ~ Τάσης Παπαϊωάννου ~ Κωνσταντίνος Πουλής ~ Μαριαλένα Σπυροπούλου ~ Γιάννης Σταθόπουλος ~ Λεωνίδας Σταματελόπουλος ~ Γιώργος Σταματόπουλος ~ Κατερίνα Σχινά ~ Ζαχαρίας Σώκος ~ Μελίνα Τανάγρη ~ Πέτρος Τατσόπουλος ~ Δημήτρης Τομαράς ~ Τζούλια Τσιακίρη ~ Θανάσης Χατζόπουλος

Διοργάνωση: Νέο Πλανόδιον – Κωστής Κουτσουρέλης

Concept-Μοντάζ: Αντώνης Θεοχάρης Κιούκας

Βιντεσκόπηση: Αντώνης Θεοχάρης Κιούκας – Αναστασία Κιούκα

Φωτογραφίες: Αναστασία Κιούκα – Μπέσσυ Πολυκάρπου

Μουσική: Yann Tiersen – Porz Goret

*

 

*

Μνημόσυνο σε μαύρο μείζον για τον ποιητή Κ. Γ. Καρυωτάκη

ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ
Τρίπολη, 30 Οκτωβρίου 1896 – Πρέβεζα, 21 Ιουλίου 1928

~.~

του Δ. Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Στο παραλιακό καφενείο του Νιόνιου του Καλλίνικου ο «Ουράνιος Κήπος» το ρολόι έδειχνε 2 μ.μ.

«Καλώς τον κύριο Κώστα!» αναφώνησε ο καταστηματάρχης, βλέποντας τον νεαρό υπάλληλο της νομαρχίας που έμπαινε στο μαγαζί του.

Εκείνος αντιχαιρέτησε. Μα μην έχοντας διάθεση για κουβέντα, παρήγγειλε μια βυσσινάδα και βγήκε στο προαύλιο να καθίσει σ’ ένα απόμερο τραπεζάκι. Ο Καλλίνικος, ετοιμάζοντας την παραγγελία, σιγοκουβέντιαζε με τον Λισάτο – τον πορθμέα του τόπου εκείνου. Αυτός, σαν άλλος Χάροντας, πέρναγε απέναντι με την βάρκα του όσους πήγαιναν απ’ την Βρυσούλα στον Άγιο Σπυρίδωνα κι απ’ τον Άγιο Σπυρίδωνα στην Βρυσούλα.

Ο Λισάτος είχε κορμί τετράγωνο, γεροδεμένο κι ολόστητο, κεφάλι στρογγυλό και βαθιά κουρεμένο, στέρεη ματιά και ντόμπρα κουβέντα:

«Τι ’ναι τούτος, μωρέ Νιόνιο;» ρώτησε τον καφετζή, που εκείνη την ώρα έβαζε την βυσσινάδα στον δίσκο.

«Ο κύριος Κώστας;» είπε ο Καλλίνικος. «Εξαίρετος κύριος! Θα ’χει κάνα μήνα που ήρθε στην Πρέβεζα με το βαπόρι. Απ’ ό,τι λένε, δεν έχει πολλά-πολλά με κανέναν. Ο κουρέας, όμως, μου είπε προχτές πως είναι υπάλληλος της νομαρχίας. Κι ο Αναγνωστόπουλος – ξέρεις, αυτός με το οπλοπωλείο – άκουσε πως πριν έρθει εδώ είχε πάει για διακοπές στο Παρίσι… Ακούς, Λισάτο; Στο Παρίσι!»

Ο πορθμέας έξυσε με θαυμασμό την κεφάλα του.

«Στο Παρίσι, ε;» ψέλλισε. «Μα φαίνεται ο άνθρωπος, δεν φαίνεται; Κοίτα το κουστούμι του, φίνο πράμα! Γραβάτα, ψαθάκι, τι να λέμε τώρα… Πρωτευουσιάνος και γραμματιζούμενος, Νιόνιο! Θα κάτσει λίγο καιρό ’δω πέρα κι ύστερα θα τραβήξει μια μεταθεσούλα και τσουπ! στην Αθήνα πάλι. Αυτή είναι τύχη, ενώ εμάς θα μας φάνε οι ζέστες, οι υγρασίες κι οι πυρετοί!»

Ο Νιόνιος συμφώνησε, αναστενάζοντας βαθιά, και βγήκε στο προαύλιο για να σερβίρει τον πελάτη.

«Κύριε Καλλίνικε, μπορώ να έχω λίγο χαρτί κι ένα μολύβι;» είπε ο υπάλληλος της νομαρχίας, αφού ήπιε μια γουλιά απ’ την δροσερή βυσσινάδα που μόλις έφτασε.

«Άκου λέει, αμέσως κύριε Κώστα!» προθυμοποιήθηκε ο καφετζής.

Και πριν στρίψει να φύγει, ρώτησε διστακτικά:

«Θέλετε κάτι άλλο;»

«Αν σας βρίσκονται και τίποτα τσιγάρα…» είπε με κάποιο ύφος ενοχής ο νεαρός υπάλληλος.

*

Πέντε το απόγευμα. Κοντά στον Άγιο Σπυρίδωνα κόσμος αρκετός είναι μαζεμένος. Να, φτάνει τώρα κι η Χωροφυλακή. Φωτογραφίζουν τον νεκρό. Πάνω στο στήθος του, στο μέρος της καρδιάς, έχει έναν ματωμένο λεκέ – σαν παράσημο.

Ο Λισάτος παραμερίζει το πλήθος. Πλησιάζει το πτώμα δαγκώνοντας τα χείλη του.

«Ο κύριος Κώστας!» ψιθυρίζει έκπληκτος. «Τι του ήρθε του βλογημένου να σκοτωθεί! Κι ήτανε τόσο νέος, ο άμοιρος…»

Ένας χαμάλης φορτώνει το κουφάρι πάνω στο καρότσι του, λες κι είναι τσουβάλι. Ο κόσμος διαλύεται σιγά-σιγά. Φυσάει ελαφρά, κι οι ευκάλυπτοι γέρνουν τις κορφές τους σαν κεφάλια, λες και θέλουνε ν’ αφουγκραστούν τις κουβέντες των χωροφυλάκων.

«Το πιστόλι της αυτοκτονίας, το πήρες Καραγιώργη;»

«Μάλιστα, κύριε υπενωμοτάρχα!»

«Το σημείωμα που βρέθηκε στην τσέπη του αυτόχειρος ποιος το έχει;»

«Εγώ, κύριε υπενωμοτάρχα!» απαντάει ένας καχεκτικός δόκιμος χωροφύλακας.

«Για φέρτο ’δω, Λιάπη!»

«Αμέσως, κύριε υπενωμοτάρχα!» τσακίζεται να του το δώσει ο δόκιμος.

Ο κύριος υπενωμοτάρχης ακουμπά στον ευκάλυπτο και ξεδιπλώνει το χαρτί.

Συνοφρυωμένος διαβάζει, ακόμα μια φορά, το τελευταίο σημείωμα του Κωνσταντίνου Γεωργίου Καρυωτάκη: (περισσότερα…)

Δημήτρη Αρμάου Αναμνήσ(ε)ις : Δύο Τεκμήρια

*

Ὁ βιβλιάνθρωπος τοῦ τελευταίου θρανίου

Ἀπὸ τὴ μία τὰ κολλυβογράμματα, ἡ κάκιστη ὀρθογραφία, οἱ παρατονισμοί, οἱ συντακτικὲς ἀσυνέπειες καὶ οἱ νοηματικὲς ἀσυνέχειες. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, αὐτὸ τὸ κόκκινο μελάνι στὸν τίτλο καὶ στὸν εὐθὺ λόγο τοῦ πατέρα, μὲ ἐμφανῆ τὴν λαϊκὴ προφορικότητα. «Τὸ παιδὶ καὶ τὸ παιδί», «τὸ παιδοπουλόπουλον». Κάπου στὴ δεκαετία τοῦ ’60, κάπου στὸ Δημοτικό σχολεῖο, ὁ τὰ κοντὰ παντελόνια ἐνδυόμενος Δημήτρης γράφει γιὰ τὴν καθημερινὴ ζωὴ τοῦ πατέρα του, κεντράροντας (ἢ ὅπως θὰ ἔλεγε ἀργότερα «κεντρώνοντας», λὲς κι’ εἶναι ξεραμένη ἀμυγδαλιὰ) τὴ λέξη ποὺ γύριζε στὴν ἀπὸ κάτω ἀράδα τοῦ τίτλου (τὸ γερμανικὸ ποὺ λίγα ἢ πολλὰ χρόνια μετὰ θὰ μάθαινε ἀπὸ τοὺς πρωτομάστορες δασκάλους του).

Κι’ ἀγάπαγε (ποὺ λέμε στὸ Δημοτικὸ) κάποιαν Ἄντα (ἢ κάτι τέτοιο), ποὺ ἦταν καλὴ μαθήτρια, κι’ αὐτὸς σκράπας, ὅλο στὸ παιχνίδι ὁ νοῦς του, στὶς μπάλες καὶ τὰ τσέρκια, στὶς πορεῖες καὶ τὸ ξύλο τοῖς κείνων ρήμασι παιδείας πειθομένων. Κι’ ὀ δάσκαλος τοῦ εἶπε μιὰ μέρα: «Δημήτρη, ἀφοῦ τὰ παίρνεις τὰ ρημάδια, γιατί εἶσαι τεμπελάκος; Δὲν βλέπεις τὴ φίλη σου; Θὰ ἀποτύχεις στὶς ἐξετάσεις». Κι’ αὐτὸς ἔπιασε χαρτὶ καὶ μολύβι κι’ ἔμαθε τὰ γράμματα. Κι’ ἄφησε πίσω τὰ κολλυβογράμματα καὶ τὶς ἀνορθογραφίες, καὶ πέρασε πρῶτος στὶς ἐξετάσεις. Κι’ ἀργότερα βρέθηκε σ’ ἕνα βιβλιοπωλεῖο καὶ τοῦ χάρισε ὁ βιβλιοπώλης τὸν Σκαρίμπα, μιᾶς καὶ δὲν “τὰ εἶχε” γιὰ νὰ τὸν ἀγοράσει. Κι’ ἄλλα πολλὰ καὶ τί νὰ λέμε τώρα… Ἀπὸ Δημητράκης ἔγινε Δημήτρης, γιὰ τοὺς φίλους Μῆτσος, γιὰ τοὺς ἀναγνῶστες Δημήτρης Ἀρμάος. Κι’ ἀγάπησε τὰ βιβλία. (περισσότερα…)

Κορφολογώντας τις μεταφράσεις του Αλέξη Πάρνη από τη ρώσικη ποίηση

*

Προλόγισμα-Ανθολόγηση ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

Παρά κάτι μήνες εκατόχρονος, εκμέτρησε το ζην προχθές ο Αλέξης Πάρνης (συγγραφικό ψευδώνυμο του Σωτήρη Λεωνιδάκη, 24 Μαΐου 1924 – 10 Μαρτίου 2023). Ιστορικός μάρτυς μιας εποχής βαριάς, δύσκολης μα και κοσμοϊστορικής, έδωσε με τη στάση, τη ζωή και το συγγραφικό του έργο το ιδιαίτερο πολιτικό και κοινωνικό μαχητικό παρών ― και πλήρωσε και το τίμημα. Ένα χαρακτηριστικό περιστατικό της εκτίμησης και της ανιδιοτελούς φιλίας και γενναιοδωρίας προς το πρόσωπό του από τον Τούρκο ποιητή Ναζίμ Χικμέτ μεταφέρει ο Στέλιος Ελληνιάδης:

«Στη Μόσχα, ο Χικμέτ τον είχε φέρει σε επαφή με μία φίλη που μπορούσε να του παραχωρήσει ένα δωμάτιο στο μεγάλο της διαμέρισμα για να μένει σε καλές συνθήκες, κοντά στη σχολή του, χωρίς να πληρώνει ενοίκιο. Μόνο όταν ξαναβρέθηκε στη Μόσχα το 1989, έμαθε ο Πάρνης την αλήθεια: ο Χικμέτ πλήρωνε 200 ρούβλια ενοίκιο έχοντας συμφωνήσει με την οικοδέσποινα να το κρατήσει μυστικό από τον Πάρνη».

Από τις εξαιρετικές μεταφράσεις της ρώσικης ποίησης που μέχρι σήμερα μας επιδαψίλευσε (Ρωσικός Παρνασσός: Ανθολογία ρωσικής ποίησης, Καστανιώτης, Αθήνα 2016), κορφολογούμε το μικρό τούτο απάνθισμα.

Γαίαν έχοι ελαφράν!

~.~

ΜΙΧΑΗΛ ΓΙΟΥΡΕΒΙΤΣ ΛΕΡΜΟΝΤΟΦ

Βγήκα μόνος στου γκρεμού τα μονοπάτια,
μες στην πάχνη της νυχτιάς φέγγουν θολά…
Στο Θεό γυρίζει η έρημος τα μάτια,
άστρο μ’ άστρο κουβεντιάζει εκεί ψηλά.

Ουρανός θριαμβικός και μαγεμένος!
Στο γαλάζιο το βαθύ κοιμάται η γη…
Γιατί νιώθω τάχα τόσο πικραμένος;
Τι μου πήραν, τι προσμένω απ’ τη ζωή;

Δε ζητάω πια τίποτ’ από κείνη,
για το χτες δεν έχω λύπη και καημό.
Λευτεριά θέλω μονάχα και γαλήνη,
ύπνο μόνο λησμονιάς κι αναπαμό.

Όχι αυτόν μέσα σε τάφο παγωμένο…
Θα ’θελα ν’ αναπαυθώ παντοτινά,
όμως στη ζωή κοντά να μένω
με το στήθος ν’ ανασαίνει ζωντανά.

Για ν’ ακούω στο βαθύ μου καταφύγι
της αγάπης τη φωνή να τραγουδά,
κι από πάνω μου ολοπράσινη να σκύβει
μια βαθύσκια θαλερή βελανιδιά.

1841

~•~

ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΒΛΑΝΤΙΜΙΡΟΒΙΤΣ ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ

Χτύπησε τέσσερις.
Βαριές σαν βαριά.
«Του Θεού στο Θεό – τα Καίσαρος τω Καίσαρι».
Όμως ένας όπως εγώ
Σε ποια ν’ απαγκειάσει μεριά
μια κρυψώνα βρίσκοντας εύκαιρη;

Αν ήμουν μικρός
όσο κι ο Μεγάλος Ωκεανός,
στις μύτες θα στεκόμουν των κυμάτων,
θ’ άλλαζα χάδια στην παλίρροια με τη σελήνη.
Πού να βρω μια γυναίκα
στα μέτρα μου εδώ κάτω;
Δυστυχώς
στον ουρανό μας το μικρό δε θα χωρούσε εκείνη. (περισσότερα…)