Η Ανάσταση του Φαίδωνα

*

Λεύκες και βραχυχίτωνες, στις δυο πλευρές του δρόμου,
Στρατιές – ως στον ορίζοντα – στα ανοιχτά του κόσμου
Ιερουργούν καθώς φυσά γεμάτος φύση αέρας:

Θείες κινήσεις
Μέσα σου, πάλι, δείχνουν
Το απέραντο.

Όλοι βαδίζουν κατά ’κει που στέκει ο ήλιος:
Τα σώματα αμυδρότερα πλησιάζοντας το φως.
Όμως τα μάτια επιμένουνε στις γαίες,
Στους λίθους, στα αμείλικτα μέταλλα.
Και στην αμφίστομη ευμένεια της ημιζωής:
Δυσπρόσια, σμαράγδια, λανθάνια, χαλκοί,
Πυρακτωμένα χρώματα της ματαιότητας
Που αλυχτάει ζητιανεύοντας σαν σκύλος
Που από την πείνα τρώει τα κόκαλά του.

Σώματα δυσδιάκριτα σαν έρχεται το φως,
Μάτια που ούτε φαντάζονται πως είναι ουρανός.
Μονάχα όσα παιδιά απέμειναν κοιτάζουν
Ατάραχα τα ύψη του Βυθού:

Απόψε οι κύκνοι χτίζουν τις φωλιές
Με ματωμένα σάβανα του Ιησού.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΡΕΜΝΙΩΤΗΣ

*

**