Φίλιππος Ιωάννου, Τέσσερα αρχαιοπρεπή επιγράμματα για την Επανάσταση του 1821

Φίλιππος Ιωάννου (1800-1880)

*

Μετάφραση Κωνσταντίνος Χρυσόγελος

~.~

Στον πατριάρχη Γρηγόριο

Ο δέσποτας Γρηγόριος, άλλος καλός ποιμένας,
τον εαυτό του πρόσφερε για χάρη των αμνών του.
Ναι, τα θηρία τον έφαγαν, μα το πιστό κοπάδι
από τα νύχια ξέφυγε των μανιασμένων λύκων.

~.~

Στους αρχιερείς της Ιεράς Συνόδου
που φονεύτηκαν από τους Οθωμανούς

Σύνεδροι του Γρηγόριου, κοινή είχατε φροντίδα
για το κοπάδι των πιστών· κοινός χαμός σας βρήκε.
Αφήστε τον Παράδεισο, για σήμερα μονάχα,
κι ελάτε να γιορτάσουμε την πάνδημη γιορτή μας.

~.~

Στον Παλαιών Πατρών Γερμανό

Ο Αντώνιος ξεσήκωσε τα πλήθη των Ρωμαίων
του Καίσαρα σαν έδειξε το ματωμένο ρούχο.
Κι ο Γερμανός υψώνοντας το λάβαρο στη Λαύρα
οδήγησε στον θρίαμβο, φωτίζοντας σαν φάρος.

~.~

Στον Ρήγα Φεραίο, τον πρωτομάρτυρα
της ελευθερίας του ελληνικού έθνους

Αν ταξιδέψεις κάποτε μακριά από την Ελλάδα,
στης Παννονίας τα βουνά, στου Δούναβη τις όχθες,
γείρε στο χώμα· τη φωνή θ’ ακούσεις του Φεραίου,
–σ’ αυτό το μέρος θάφτηκε– τέτοια να ξεστομίζει:
«Ντραπείτε· χέρια Χριστιανών, εμένα τον αθώο,
τα βάσανα πασχίζοντας να διώξω της πατρίδας,
στους Τούρκους με παρέδωσαν, τους άτεγκτους τυράννους,
κι αυτοί έσφαξαν το σώμα μου κι εδώ το παραχώσαν.
Μα το άσμα του ξεσηκωμού δεν έσβησε μαζί μου·
τους Έλληνες εμψύχωσε για να ριχτούν στη μάχη,
που αρματωμένοι χύθηκαν στου Πέλοπα τη χώρα
και την πατρίδα τράβηξαν απ’ τη στυγνή δουλεία».

*
Τα πρωτότυπα

(από: Φιλολογικὰ πάρεργα,
Ἀθήνησιν 1874, σσ. 597-8 & 653-4)

Εἰς τὸν πατριάρχην Γρηγόριον

Ποιμένα Γρηγόριος μιμησάμενος Πατριάρχης
τὸν καλόν, ψυχὴν θῆχ’ ὑπὲρ ὧν ὀΐων·
καί ῥ’ αὐτὸς μὲν ἕλωρ θηρῶν γένετ’· ἀλλὰ τὸ Χριστοῦ
πῶϋ λύκων ὠμῶν ῥύσθη ὑπὲξ ὀνύχων.

~.~

Εἰς τοὺς συνοδικοὺς ἀρχιερεῖς
τοὺς φονευθέντας ὑπὸ τῶν Ὀθωμανῶν

Γρηγορίου σύνεδροι Πατριάρχου, οὓς ὁμὸς ἔσχε
ζῆλος ὑπὲρ ποίμνης καὶ ὁμὸς εἷλε μόρος,
σήμερον οὐρανόθεν καταβάντες τοῦτο σὺν ἡμῖν
πάνδημον τελέοιτ’ ἦμαρ ἐλευθερίης.

~.~

Εἰς Γερμανὸν τῶν Πατρῶν ἀρχιεπίσκοπον, ἕτερον

Καίσαρος εἷμα πάροιθ’ Ἀντώνιος αἱμοφόρυκτον
Ῥωμαίοις δείξας ἐξορόθυνε φρένας.
Πατρῶν δ’ ἀρχιερεὺς ἐν Ἀχαιοῖς σταυρὸν ἀείρας
Γερμανὸς αἰγλήεντ’ ἐς μέγαν ὦρσ’ ἄεθλον.

~.~

Εἰς Ῥήγιον τὸν Φεραῖον πρωτομάρτυρα
τῆς τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους ἐλευθερίας

Εἰ σύγ’ ἀφ’ Ἑλλάδος ἐνθάδ’ ὁδίτης εὐρυρέεθρον
τῆλ’ ἥκεις Ἴστρον Παννονίης πρὸς ὅροις,
τυτθὸν ἐπισχὼν νέρθε Φεραίου κέκλυθι φωνὴν
Ῥηγίου, οὗ τ’ ὀστᾶ τῇδε κέκευθε κόνις·
Χριστιανῶν χεῖρές μ’, ὢ αἴσχεος, οὐκ ἀδικεῦντα,
ἀλλὰ λύσιν δεινῶν πατρίδι μηδόμενον,
Ὀθμανοῖς παρέδωκαν ἀμειλίκτοισι τυράννοις,
οἳ πέφνον μ’ ἰδὲ σῶμ’ ἔνθ’ ὑπὸ γῆν ἔβαλον.
Ἀλλ’ ἐμὴ ἐγρέμαχος σὺν ἐμοὶ οὐκ ὤλετ’ ἀοιδή,
ἐν φρεσὶ δ’ Ἑλλήνων θούριον ὦρσε μένος·
οἳ κατ’ ἀχαιΐδα γαῖαν ἀρήϊα τεύχε’ ἑλόντες
εἴρυσαν ἐκ στυγερῆς πατρίδα δουλοσύνης.

*

*

*