*
«Φτερὰ κι ἀγκάθια»
γράφει ὁ
ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ
~.~
Εἴμαστε στὸν 2ο αἰ. μ.Χ. καὶ ὁ Λουκιανὸς περπατᾶ στὸ χεῖλος τοῦ γκρεμοῦ, ἀκροβατῶντας ἀνάμεσα στὴν ἀλήθεια καὶ τὸ ψέμα. Ἐκεῖ ὅπου, ὅπως εὔγλωττα γράφει στὴν Ἀληθινὴ Ἱστορία, ἀποφασίζει νὰ κάνει ὅ,τι οἱ προγενέστεροι καὶ σύγχρονοί του συγγραφεῖς, μόνο ποὺ αὐτὸς τολμᾶ τὸ βῆμα περαιτέρω: θὰ γράψει «γιὰ πράγματα ποὺ δὲν εἶδε, δὲν ἔπαθε, δὲν τὰ ἄκουσε ἀπὸ ἄλλους· γιὰ πράγματα ποὺ δὲν ὑπάρχουν καὶ δὲν μποροῦν νὰ ὑπάρξουν», παροτρύνοντας τοὺς ἀναγνῶστες του «νὰ μὴν τὰ πιστεύουν καθόλου». Ἔτσι, σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς ὁμοτέχνους του ἀλλὰ καὶ τοὺς φιλοσόφους, ἐπιλέγει νὰ πεῖ ψέματα παραδεχόμενος ἐκ προοιμίου τὴν πρόθεσή του αὐτή, ὁδηγῶντας τὴ δημιουργούμενη αὐτὴ συγγραφικὴ συνθήκη στὸ τέλμα της. Ἐφόσον παραδέχεται τὸ ψέμα, τελικὰ λέει ἀλήθεια. Ἀκριβῶς σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο βρισκόμαστε.
«Μετα-ἀλήθεια», «διασπορὰ ψευδῶν εἰδήσεων», «psy-ops», «fake news», «θεωρίες συνωμοσίας», «κυνήγι μαγισσών», «δολοφονίες χαρακτήρων», «προσομοίωση». Λέξεις καὶ ἔννοιες ποὺ μονοπωλοῦν τὴν καθημερινότητα, ἐπίδικα ζητήματα ποὺ ἀπαιτοῦν λύσεις, νομοθεσίες ποὺ περιορίζουν τὴν πληροφορία ἢ/καὶ τὴν ἑρμηνεία της, κινήματα πρὸς τὴ μία ἢ τὴν ἄλλη κατεύθυνση. Ὅλα τὰ παραπάνω μοιάζουν νὰ δημιουργοῦν ἕνα σαθρὸ ἔδαφος πάνω στὸ ὁποῖο ὁ κοινωνικὸς βίος παλινδρομεῖ μεταξὺ τοῦ κατακερματισμοῦ τῶν καταστατικῶν ἀφηγημάτων καὶ τὴν ὑποχώρηση τῶν μαζικῶν ροῶν σκέψης, δίνοντας θέση στὶς ἐπιμέρους μονώσεις, στὶς προσωπικὲς σταυροφορίες, στὴν ἐσωστρεφῆ ἐξωστρέφεια μιᾶς νέας γενιᾶς ποὺ στρατεύεται στοὺς ὑποκειμενικούς της σκοπούς, ἀδιαφορῶντας γιὰ τὴν εὐρεία συλλογικότητα.
Ὁ πόλεμος στὴ Μέση Ἀνατολὴ μοιάζει μὲ μιὰ χολλυγουντιανὴ παραγωγὴ μὲ χιλιάδες ἀναλώσιμους κομπάρσους. Οἱ τηλεοπτικοὶ δέκτες καὶ οἱ ὀθόνες τῶν ὑπολογιστῶν ἢ τῶν κινητῶν καταθέτουν σὲ τίτλους εἰδήσεων μιὰ πραγματικότητα ποὺ μοιάζει νὰ διαδραματίζεται σὲ ἄλλον πλανήτη, ἄλλον γαλαξία, σὲ ἄλλην ἐποχή, μὲ ἀκίνδυνες μεσομακροπρόθεσμες συνέπειες. Ἡ στατιστικοποίηση τῶν θυμάτων ἔρχεται νὰ ἀντικαταστήσει τὴν καθημερινὴ ἀναγγελία κρουσμάτων καὶ νεκρῶν τῆς πανδημίας. Ἡ παρουσίαση τῶν ὁπλικῶν συστημάτων μοιάζει μὲ μετα-μεταμοντέρνα μπιενάλε θανάτου. Τὰ πολιτικὰ ἀνακοινωθέντα θυμίζουν ἑνότητα σχολίων ἀθλητικοῦ ραδιοφώνου μετὰ ἀπὸ ντέρμπι ποὺ κρίθηκε μὲ πέτσινο πέναλτυ. Ὅλα, ἐν πάσῃ περιπτώσει, γίνονται κοινὸ κτῆμα φυσικοποιῶντας μιὰν ἐξαχρείωση ποὺ ἐμφανίζεται ὡς κανονικότητα. Ὅλα εἶναι τόσο ἀληθινὰ ποὺ τελικὰ μοιάζουν ψεύτικα ‒ καὶ μοιάζουν τόσο ψεύτικα ποὺ τελικὰ διὰ τῆς ἀναμετάδοσής τους γίνονται τόσο πολὺ ἀληθινά, ὥστε τελικὰ νὰ μοιάζουν αὐτονόητα, κατὰ φύσιν.
Κι αὐτὴ ἡ διαδικασία φυσικοποίησής τους εἶναι ἐξόφθαλμα μιθριδατική· ἕνα προτσὲς ἀφομοίωσης καὶ ἐθισμοῦ ποὺ μὲ μικροδόσεις φτάνει νὰ δημιουργεῖ μιὰν ἀδρανοποιητικὴ ἀνοχή, ἱκανὴ νὰ παραλύσει ἀκόμα καὶ τοὺς πιὸ ὑποψιασμένους. Ἡ κεντρικὰ ἐπιχορηγούμενη ἀλήθεια ἔρχεται νὰ ἀναισθητοποιήσει τὴν ἀντίθετη ἄποψη. Τὸ περιοδικὰ διογκούμενο ἀφήγημα τῆς κτήσης τῆς ἀλήθειας καταπίνει τὶς κίβδηλες ἀλήθειες τῶν «ἐχθρῶν τῆς τάξης». Οἱ κυβερνήσεις κηρύττουν τὸν ἀνένδοτο ἀγώνα ἀπέναντι στὴν παραπληροφόρηση, δηλ. στὴν ἀντιπληροφόρηση, τὴ μόνη διαθέσιμη ὁδὸ πρὸς μιὰ σχετικὴ γνώση τῶν πραγμάτων. Εὔλογα, ὁ ἀνένδοτος αὐτὸς ἀγώνας δίδεται ἀκριβῶς ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ μόνο νὰ χάσουν ἔχουν ἀπὸ τὴν ἀντιπληροφόρηση ‒ δίδεται ἀπὸ τοὺς κατ’ ἐξοχὴν φορεῖς τῆς ἐλέῳ Θεοῦ παραπληροφόρησης.
Ὁ λαὸς ἐγκλωβίζεται σὲ ἕναν κυκεώνα ρύθμισης. Ὁ ἀπόλυτος προγραμματισμὸς τῆς ζωῆς (ἐλεγχόμενη πληροφορία, κατευθυνόμενη διασκέδαση, κακέκτυπη ψυχαγωγία, μισθωτὴ ἐργασία, ἐξοντωτικὴ φορολογία, ἐπιβεβλημένη στράτευση κ.λπ.) δημιουργεῖ ἕναν στρατὸ ἀπὸ ζόμπι ποὺ γιὰ νὰ ἐξασφαλίσουν τὴν ἐπιβίωσή τους στὴν ἐμπόλεμη ζώνη τῆς καθημερινότητας ἀνταλλάζουν τὸν χρόνο, τὴν ἐλευθερία καὶ τὴ σωματική τους ρώμη μὲ τὰ ἐλάχιστα δυνατὰ μέσα γιὰ τὴ συντήρησή τους. Καὶ κάπως ἔτσι ἐπιτυγχάνεται ἡ ἀναπαραγωγὴ ἑνὸς λιγόζωου, λιπόψυχου, παραιτημένου ὄχλου ἐπαιτῶν ποὺ θυσιάζουν τὰ ἀνθρώπινά τους δικαιώματα στὸν βωμὸ ἑνὸς ἀκόμα προκαθορισμένου εἰκοσιτετραώρου.
Ὁ πνευματικὸς κόσμος ἐγκλωβίζεται σὲ ἕναν ἀνεκτόνωτο αὐνανισμό. Ἐστὲτ ἀπὸ τὴ φύση του, βρίσκει καταφύγιο στὰ σύμβολα, στὴ συνδήλωση· κάπου-κάπου ἀποφεύγει καὶ νὰ κοιτάξει τὴν πραγματικότητα φοβούμενος ὅτι θὰ δεῖ τὸ παραμορφωμένο του εἴδωλο καὶ τὸν χαμένο του σκοπό. Σὲ μιὰν ἐποχὴ ποὺ ὁ ρεαλισμὸς εἶναι πιὸ ἐπιτακτικὸς ἀπὸ ποτέ, ἐπιλέγει τὴν αἰθεροβάμονα ἀντίληψη τῆς ἀθανασίας. Παράγει διανόηση καὶ αἰσθητικὰ ἀντικείμενα μὲ προσδοκία αἰωνιότητας! Ποιός; Αὐτὸς ποὺ δὲν ἔζησε ποτέ· ἕνας νεκρὸς σὲ ἕνα σῶμα ποὺ ἐπιτελεῖ τὶς βασικές του λειτουργίες γιὰ νὰ καταφέρνει νὰ χτυπάει τὴν αὐτοδικαιωτική του κάρτα στὴν πιὸ ζημιογόνα ἑταιρεία τοῦ κόσμου. Ποιός; Αὐτὸς ποὺ πίσω ἀπὸ τὶς αἰσθαντικὲς ἀπαγγελίες καὶ τὰ καταγγελτικὰ κείμενα ἀδιαφορεῖ γιὰ τὴν ἐνδεχόμενη ρουκέτα ποὺ θὰ μετατρέψει τὴν οἰκοδομή του σὲ στάχτη. Ποιός; Αὐτὸς ποὺ ἐνῶ ὁ κόσμος καίγεται ἀναρωτιέται πόσα ἀντίτυπα πούλησε, ποιός τοῦ πάτησε «Like» στὰ ΜΚΔ καὶ ποιά συντεχνία τὸν ἀπέκλεισε ἀπὸ κάποιο ἀδιάφορο φρηκσόου. Ποιός; Αὐτός!
~.~
Τί ξέρει ἡ φύση ποὺ δὲν ξέρουμε ἐμεῖς; Οἱ μουριὲς στὸν δρόμο ἑτοιμάζουν τοὺς καρπούς τους. Τὸ συνεργεῖο τοῦ Δήμου κλάδεψε τὰ χαμηλά τους κλαριά. Κόσμος πάει κι’ ἔρχεται στὶς δουλειές του, στὸ σοῦπερ-μάρκετ, στὰ γήπεδα καὶ στὰ θεάματα. Τὰ παιδιά, μακάρια στὴν ἄγνοιά τους, παίζουν, τσακώνονται, γελᾶνε. Ἕνα ζευγάρι στὴν πολυκατοικία προσπαθεῖ νὰ τεκνοποιήσει. Τὰ μαχητικὰ διασχίζουν τὸν ἀττικὸ οὐρανὸ κάνοντας δοκιμαστικὲς πτήσεις γιὰ τὸν ἑορτασμὸ τῆς 25ης Μαρτίου. Πάλι μοιραστήκαν τὰ κοινόχρηστα. Ὅλα, τελοσπάντων, μοιάζουν νὰ κυλᾶνε ἀνεπηρέαστα. Ὅμως ἡ ἀτμόσφαιρα μυρίζει θανατίλα. Τὸ ἐπαπειλούμενο τέλος σκεπάζει κάθε προσδοκία ἄνοιξης. Μικρὲς ἢ μεγάλες ἀλήθειες, μικρὰ ἢ μεγάλα ψέματα, τίποτα ἀπ’ αὐτὰ δὲν ἐμποδίζει τὸν κότσυφα νὰ τραγουδάει στὶς 04:00 μὲ ὅλη του τὴ δύναμη στὴν ἀπέναντι γέρικη λεύκα.
Τί ξέρουμε έμεῖς ποὺ δὲν τὸ ξέρει ἡ φύση; Ὁ δίποδος καρκίνος τοῦ πλανήτη βρίσκεται σὲ ὀργασμὸ μετάστασης, κι’ ὅμως τὸ πρωὶ πετᾶμε τὰ σκουπίδια στὸν κάδο, ἀνάβουμε τσιγάρο καὶ βγαίνουμε στὸν Κηφισό. Σὰν νὰ μὴν συμβαίνει ἀπολύτως τίποτα, σὰν νὰ μὴν πρόκειται νὰ γίνει κάτι, κανονίζουμε τὶς καλοκαιρινές μας διακοπὲς καὶ κάνουμε σχέδια γιὰ τὸ μέλλον. Μιὰ ἡλικιωμένη στὸ διπλανὸ φαρμακεῖο ρωτᾶ μιὰ πιτσιρίκα τί θέλει νὰ γίνει ὅταν μεγαλώσει. Ἡ μικρὴ ἀπαντᾶ ὅτι θέλει νὰ γίνει ὁδηγὸς ταξί, κι’ αὐτό μοῦ προκαλεῖ ἀβάσταχτη θλίψη ‒ ὄχι γιὰ τὴν ἐπιλογὴ τοῦ ἐπαγγέλματος, ἀλλὰ γιὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἀπαντᾶ σὰν νὰ μὴν συμβαίνει τίποτα.
Ρεαλισμός, ρεαλισμός, ρεαλισμός. Τόσος πολὺς ρεαλισμὸς ποὺ νὰ μοιάζει τελικὰ μὲ ψέμα.
*
*
