Επιστημονικός συνεργάτης από την περσική (φαρσί)
ΜΠΑΜΠΑΚ ΛΟΓΚΜΑΝΙ
~.~
«Αν δεν καταφέρεις να απελευθερωθείς από τον εαυτό σου και να αποδεσμευτείς από τους περιοριστικούς εαυτούς των υπολοίπων, δε θα καταφέρεις τίποτε.»
«Το να συνηθίζει κανείς σε παράλογες έξεις της ζωής και να υποτάσσεται σε περιορισμούς, φραγμούς και τείχη είναι ενάντια στη φύση.»
Η Φορούγκ Φαρροχζάντ (فروغ فرخزاد, Forugh Farrokhzad), η αποκαλούμενη και ως “η επαναστάτισσα ποιήτρια του Ιράν”, είναι μία από τις σπουδαιότερες ποιητικές φωνές της σύγχρονης ιρανικής λογοτεχνίας. Προσωπικότητα αμφιλεγόμενη, τύχη που συνοδεύει συχνά τα σπουδαία μυαλά και τους ανθρώπους που καινοτομούν, ειδικά στο χώρο του πολιτισμού, με το παράδειγμά της η Φαρροχζάντ ενέπνευσε κι εξακολουθεί να εμπνέει μετά θάνατον γενιές και γενιές γυναικών του Ιράν, στον αγώνα τους για ένα καλύτερο μέλλον.
Γεννημένη το 1934 σε μια εύπορη, πολύτεκνη και πολύ αυστηρή οικογένεια, η Φορούγκ Φαρροχζάντ παλεύει από μικρή για την εύνοια του –στρατιωτικού στο επάγγελμα– πατέρα της. Πνεύμα ατίθασο, αγοροκόριτσο σωστό, παραβγαίνει με τα αγόρια της οικογένειας και της γειτονιάς στις αταξίες, προκειμένου να κερδίσει την προσοχή, πράγμα που επιτυγχάνει μεν, όχι όμως με το επιθυμητό αποτέλεσμα. Όταν την τιμωρούν, βρίσκει καταφύγιο στα βιβλία και την ποίηση, μεταξύ άλλων, του Χάφεζ και του Ρούμι, πάντως δεν πτοείται. Έχει βάλει στόχο να αποδείξει ότι τα κορίτσια είναι ικανά για όσα κάνουν τα αγόρια, ή και καλύτερα.
Δεκαέξι ετών, παντρεύεται τον εγγονό μιας θείας της, ονόματι Παρβίζ Σαπούρ, δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερό της. Μέσα σε ένα έτος, αποκτούν το γιο τους, Καμυάρ, τον οποίο εκείνη φωνάζει χαϊδευτικά Καμί. Ο έγγαμος βίος τής προσφέρει ελευθερία, αφού τώρα, ως νυμφευμένη και άρα ‘τακτοποιημένη’ γυναίκα, μπορεί να βάψει τα μάτια της με μαύρο μολύβι, να φορέσει κοντές φούστες και να χρησιμοποιήσει κατακόκκινο κραγιόν, όπως και κάνει[1]. Φευ, αυτά δεν είναι, παρά πράγματα μικρά που απλώς χρυσώνουν το κλουβί της. Σύντομα νιώθει δέσμια, όπως γράφει και στο ομώνυμο ποίημά της (που περιλαμβάνεται στο παρόν αφιέρωμα), να ασφυκτιά μέσα στο γάμο της και σε κοινωνικούς ρόλους παραδοσιακούς και προκαθορισμένους. Αργότερα, θα παραδεχτεί και θα αποδώσει σε αυτόν τον εσπευσμένο γάμο σε τόσο μικρή ηλικία το γεγονός ότι δεν εξελίχθηκε περαιτέρω προσωπικά, πράγμα που επεδίωξε μανιωδώς από τα εικοσιεφτά της και μετά[2].
Με την παρακίνηση και τη στήριξη του συζύγου της, η Φαρροχζάντ αρχίζει να δημοσιεύει δειλά-δειλά τα ποιήματά της σε λογοτεχνικά περιοδικά, επισκεπτόμενη συχνά την Τεχεράνη εις αναζήτηση εκδότη για την έκδοσή τους. Οι λογοτεχνικοί κύκλοι της πρωτεύουσας παραμένουν ‘κλειστοί’ και την αντιμετωπίζουν ως “ποιήτρια”, όρο που χρησιμοποιούν υποτιμητικά και περιπαιχτικά, εν αντιθέσει με τον τίτλο του “ποιητή”. Καθώς η ποίηση της Φαρροχζάντ είναι έντονα αυτοβιογραφική και προκλητική, περισσότερο ενδιαφέρονται για το κουτσομπολιό και την ταυτοποίηση των προσώπων, παρά για τις λογοτεχνικές αρετές της, διαχέοντας φήμες για εξωσυζυγικές σχέσεις και περιπέτειες της δημιουργού.