*
Ι.
. Το αερίζουμε συχνά
το άδειο λυπημένο σπίτι
με τα δεκαεπτά κουφώματα στον άνεμο
χάνει ένα προς ένα
τα τζάμια του στηθαίου
ξεφτίζει ο σοβάς ραγισματιές
πρόσωπο πρώην
τώρα στέκει σιωπηλό
βρίσκω κομμάτια του στο δρόμο
κρύσταλλα γέλια παλιάς πρωτοχρονιάς
στην παραλία του Μπάτη
ένα κλάμα ένας θυμός
αδέσποτα αλυχτούν τις νύχτες
τα κλωτσούν απρόσεκτοι διαβάτες
Κάθε που περνώ
βροντάνε τα πορτόφυλλα του έκτου
γέρνει απάνω μου ένας ίσκιος
μου αρπάζει το ψαθάκι του ήλιου
το σκίζει με τα δόντια
Tα βράδια ακούω
το κλάμα του απ’ τον Φλοίσβο να παφλάζει
φουσκώνουν οι σοβάδες
τρίζουν πατώματα ανισόπεδα
όρθια ξεσπαθώνουνε σανίδια
ατέλειωτος βαστά γερά
ο πόλεμος στον έκτο
στον πέμπτο ακούνε βήματα συρτά τα βράδια
ξαφνιάζονται τρομάζουν
και μόνο τα κακορίζικα πουλιά
βολεύτηκαν για τα καλά στην δυτική βεράντα
στήσαν φωλιές δίχως τα ξουτ της μάνας
μάταια σπόρια σπέρνοντας
πα’ στα στιλπνά πλακάκια
Κι είναι φορές που στο ψιλόβροχο
σηκώνεται ένα χαμένο χάδι της
μια κίνηση μισή που θέλει κάπου ν’ ακουμπήσει
διασχίζει φυλλοτρέμοντας την λεωφόρο
θερμό κι αμήχανο με φτάνει
και είναι πάντα βράδυ
αργά τη νύχτα
Κι όμως
Το αερίζουμε συχνά
ανοιγοκλείνουμε συρτάρια και πορτόφυλλα
σ’ ένα σολφέζ αδέξιο θανάτου
Μιλάμε δυνατά τού κάνουμε παρέα
ύστερα σωπαίνουμε μήπως απαντήσει
φεύγουμε πάντα ντροπιασμένοι
κόκκινα μάγουλα μάτια χαμηλωμένα
κεντρίζει μέσα παιδική
μιας ανεπάρκειας ανεξίτηλης
αναίτια τύψη
ριζωμένη
ΙΙ.
. Οι κάποτε Υποψήφιες
Κάθε απόγευμα βάζουν τα καλά τους
βγαίνουν στο δρόμο για το πάρκο
καροτσάκια σπρώχνουν αδειανά
βαθιά προχωρούν στη σιωπή
στα ίδια κάθονται παγκάκια
την αργή κοιτούν περιστροφή του μύλου
τις κούνιες να λικνίζονται στον άνεμο
τις τραμπάλες στη γραμμή του ορίζοντα
να παλεύουνε για λίγο φως
βορινός άνεμος σαρώνει τις νύχτες
θάμνους δέντρα κούνιες στασίδια
ανασαίνει το πάρκο
τις νέες να χωρέσει απουσίες
Με τον νοτιά αλλάζει πορεία η πομπή
κατρακυλούν τα λίκνα τ’ αδειανά
κατά τον νότο
ξωπίσω τους λαχανιάζουν οι γυναίκες
βαστώντας τα φουστάνια τους πανιά φουσκωμένα
με τα καλά τους πλημμυρίζουν τις λεωφόρους
κυνηγούν τα πολύχρωμα μπαλόνια
που αναλήπτονται στο κενό
σε κάθε τετράγωνο
μια ολόκληρη χάνουνε γενιά
Κάποτε αργά τη νύχτα
μπαίνουν αθόρυβα στην πόλη
κυκλώνουν τα ερειπωμένα μαιευτήρια
Τις ακούω τώρα που πλησιάζουν
κάτω απ’ το σπίτι της
ΗΡΩ ΝΙΚΟΠΟΥΛΟΥ
*
*
*
