*
«Φτερὰ κι ἀγκάθια»
γράφει ὁ
ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ
~.~
Ἦταν καλοκαίρι τοῦ 1946 σὲ ἕνα χωριὸ τοῦ Ξηρομέρου Ἀκαρνανίας. Ὅποιος ξέρει ἀπὸ Ξηρόμερο γνωρίζει ὅτι δὲν εἶναι μιὰ περιοχὴ παῖξε-γέλασε ἀκόμα καὶ σήμερα. Πρόκειται γιὰ ἕναν εὔφορο τόπο μοιχῶν, κλεφτῶν καὶ πορνῶν. Στὰ χρόνια ἐκεῖνα ὅμως τὰ πράγματα ἦταν ἀκόμα δυσκολότερα. Ὁ κόσμος ποὺ δὲν κατεῖχε γῆ καὶ ἰδιοκτησία ‒πέρα ἀπὸ ἕνα πετρόχτιστο δωμάτιο στὸ ὁποῖο κατοικοῦσε μιὰ διευρυμένη οἰκογένεια‒ δούλευε σέμπρικα τὰ χωράφια τῶν ἐχόντων, κρατῶντας ἕνα μικρὸ κλάσμα τῆς ἐτήσιας παραγωγῆς καὶ εὐελπιστῶντας σὲ κάποια ἐπωφελῆ κουμπαριὰ μὲ τοὺς προύχοντες ὥστε νὰ καταφέρνει νὰ τὰ βγάλει πέρα. Ἡ σχεδὸν καθολικὴ ἰδεολογικὴ —τάχα μου, τάχα μου— ἐπικράτηση τῆς Δεξιᾶς στὴν περιοχὴ δὲν ἄφηνε περιθώρια γιὰ ἀντεγκλήσεις τέτοιου τύπου, ἑπομένως ὁποιαδήποτε διαφορὰ προέκυπτε λυνόταν ἅμα τῇ ἐμφανίσει ἀπὸ τὴ Χωροφυλακή, ἡ ὁποία καιροφυλακτοῦσε γιὰ τὴν ἐμφάνιση ταραχοποιῶν στοιχείων ποὺ θὰ διατάρασσαν τὴ βολὴ τῶν ἀφεντικῶν τους, δηλαδὴ τῶν κτηματιῶν τῆς περιοχῆς.
Δύο ξαδέρφια, ἕνας Λευτέρης κι’ ἕνας Γιάννης, δὲν εἶχαν τίποτα πέρα ἀπὸ ἕνα σπίτι ἕκαστος, στὸ ὁποῖο φιλοξενοῦνταν περὶ τὰ δέκα ἄτομα τῆς ἑκάστης φαμίλιας. Φτωχοὶ καὶ ἄκληροι, δούλευαν ἀπὸ δῶ κι’ ἀπὸ κεῖ, ὡστόσο τὰ πενιχρά τους ἔσοδα ἀφενὸς δὲν ἦταν ἀρκετὰ γιὰ τὰ πρὸς τὸ ζῆν, ἀφετέρου καταναλώνονταν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον σὲ ἀλκοολοῦχα ποτὰ τοπικῆς παραγωγῆς. Μία ἢ ἄλλη, τὰ πράγματα δὲν πήγαιναν καλά.
Ἔτσι, ἀποφάσισαν ἕνα βράδυ νὰ πᾶνε νὰ κλέψουν ἕνα μοσχάρι ἀπὸ ἕναν πλούσιο τῆς περιοχῆς. Ἤξεραν ὅτι ἕνα τμῆμα τοῦ κοπαδιοῦ του ἔβοσκε κοντὰ στὸ χωριὸ Κομπωτη (ἄλλως: Πέρσεβος), κι’ ἔτσι μιὰ καὶ δυὸ ξεκίνησαν πρὸς τὰ κεῖ. Ἔπειτα ἀπὸ ὧρες πεζοπορίας ἔφεραν τὸ μοσχάρι μὲ ἄκρα μυστικότητα στὸ σπίτι τοῦ Λευτέρη καὶ τὸ ἔσφαξαν μέσα στὸν ἀχυρώνα, ἀφοῦ πρῶτα σκόρπισαν πριονίδι στὸ ἔδαφος γιὰ νὰ ἀπορροφήσει τὸ αἷμα τοῦ ζώου. Τὸ ἔγδαραν, τὸ τεμάχισαν καὶ τὸ μοίρασαν. Ὕστερα πῆγαν ὁ καθένας στὸ χωράφι ὅπου ὄφειλαν νὰ βρίσκονται ὡς σέμπροι γιὰ τὴ συγκομιδὴ τοῦ καπνοῦ ὡς νὰ μὴ συνέβη τίποτε.
~.~
«Ἕνα φάντασμα πλανιέται στὴ Δύση: τὸ φάντασμα τοῦ ἀντικομμουνισμοῦ. Ὅλες οἱ δυνάμεις τοῦ γερασμένου κόσμου ἑνώθηκαν σὲ μιὰ ἱερὴ συμμαχία γιὰ νὰ ὑπηρετήσουν αὐτὸ τὸ φάντασμα: ὁ πλανητάρχης καὶ ὁ καγκελάριος, ο Νετανιάχου κι ὁ Μακρόν, γαλλομαθεῖς πανεπιστημιακοὶ και γερμανόψυχοι πρώην ἀριστεροὶ δημοσιογράφοι…»
Κάπως ἔτσι θὰ μποροῦσε νὰ ξεκινᾶ τὸ σύγχρονο μανιφέστο τῆς Πρόθυμης Δύσης. Καὶ θἆταν πραγματικὰ βολικὸ ἂν τὸ σκεφτεῖ κανεὶς ἀπὸ μιὰν ἄποψη. Ὁ τυφλοπόντικας τῆς Ἱστορίας ἔχει πεθάνει ἀπὸ καιρὸ ἀπὸ τὰ φυτοφάρμακα καὶ ἡ ἀπειλὴ τοῦ ἰοῦ τῆς Mercosur ἀπειλεῖ μὲ ὀξεία μπανανίαση τὶς χῶρες τοῦ εὐρωπαϊκοῦ Νότου. Προφανῶς, ἡ αὐτορρυθμιζόμενη καὶ γι’ αὐτὸ ἀκαταδίωκτη κι’ ἀθώα ἐλεύθερη ἀγορὰ δὲν συμμετέχει καθόλου στὴν ἀνάνηψη τοῦ συμπαθοῦς θηλαστικοῦ, καθὼς δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ Ἱστορία καὶ ἄλλες τέτοιες ἐπισφαλεῖς συνθῆκες. Εἶναι ἀπὸ μόνη της τὸ τέλος της, ὅπως εὐαγγελιζόταν κι’ ὁ Φουκουγιάμα, συνεπῶς ὁ πρῶτος ἐχθρὸς πρὸς χαρὰ ὅλων τέθηκε ἐκτὸς μάχης.
~.~
Τὴν ἑπομένη ἡ Χωροφυλακὴ πληροφορήθηκε τὴν ἀπουσία τοῦ συμπαθοῦς τετραπόδου καὶ ξεκίνησε τὶς ἔρευνες στὸ χωριό. Στὴν ἐπαρχία οἱ καρδιὲς καὶ οἱ ἑστίες τῶν ἀνθρώπων εἶναι ἀνοιχτές· τὸ ἴδιο ἀκριβῶς συμβαίνει καὶ μὲ τὰ στόματά τους. Μοιραῖα, λοιπόν, δὲν ἄργησαν τὰ ὄργανα τῆς τάξης νὰ χτυπήσουν τὶς κατάλληλες πόρτες ‒ ἔστω προσχηματικά, μιᾶς καὶ ἡ ἔρευνα θὰ γινόταν οὕτως ἢ ἄλλως. Πρῶτα πέρασαν ἀπὸ τὸ σπίτι τοῦ Λευτέρη. Ἕνα μικρὸ κτίσμα, μονόχωρο, στὴν ἄκρη ἑνὸς μικροῦ κτήματος. Γιὰ ὀροφὴ εἶχε μιὰ ὑποτυπώδη πλίθινη κατασκευή, κι’ ἀπὸ πάνω τσίγκια γιὰ τὴ βροχή. Τὰ παράθυρα τὸ καλοκαίρι ἦταν ὀρθάνοιχτα, ἐνῶ τὸν χειμώνα ἔκλειναν μὲ νάυλον θερμοκηπίου. Εἰσερχόμενοι στὸν χῶρο οἱ χωροφύλακες βρῆκαν τὴν Εἰρήνη, γυναίκα τοῦ Λευτέρη, κι’ ἀφοῦ τὴν ἐκφόβισαν γιὰ τὰ καλὰ ἄρχισαν νὰ ἀναποδογυρίζουν τὴν ὑποτυπώδη ἐπίπλωση εἰς ἄγραν τῆς σφαγμένης —καθὼς ὅλα ἔμοιαζαν— μοσχίδος. Ἀδυνατῶντας νὰ βροῦν κάτι, ἔστρεψαν τὶς ἔρευνές τους στὸν ἀχυρώνα, τὸ κοτέτσι, τὰ θερμοκήπια καὶ τὴν ἀποθήκη γιὰ τὰ καπνά, ὅμως καὶ πάλι τὸ ἀποτέλεσμα δὲν ἦταν τὸ ἀναμενόμενο. Γαμωσταυρίζοντας καὶ ἀπειλῶντας ἔφυγαν ἀπὸ τὸ σπίτι, ἀφοῦ πρῶτα ἄφησαν ἕνα τελεσίγραφο γιὰ τὸν ἀπόντα ὕποπτο. Τὸ μοσχάρι θὰ βρισκόταν, ὁ κόσμος νὰ χαλάσει.
Ὅταν τὰ πηλίκια χάθηκαν στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου, ἡ Εἰρήνη ἐπέστρεψε στὰ οἰκιακά της. Τὸ τσουκάλι ἔβραζε πάνω στὴ σχάρα μὲ τὴ φωτιά, στὴν ἐσοχὴ ἐκείνη τοῦ τοίχου ποὺ χρησιμοποιοῦσαν γιὰ μαγείρεμα, μόνο ποὺ ἡ κύρια ἔξοδος τῆς καμινάδας ἦταν κλειστὴ μὲ τὴ δρύινη πόρτα τοῦ ξυλοφουρνου, ἀναγκάζοντας τὸν καπνὸ νὰ βγαίνει ἀπὸ τὴν ἐφεδρική. Τραβῶντας τὸ βαρὺ ξύλο ἀπὸ τὴν ὑποδοχὴ τῆς κύριας καμινάδας ἔβαλε τὸ κεφάλι της μέσα γιὰ νὰ βεβαιωθεῖ. Τὸ μισὸ μοσχάρι, δεμένο μὲ σκοινιὰ καὶ τυλιγμένο μὲ λινάτσα κρεμόταν μέσα στὴν καπνοδόχο ἀπὸ ἕνα καρφί. Τὸ κόλπο εἶχε γιὰ ἀκόμα μία φορὰ δουλέψει.
~.~
Εἶναι ἀπολύτως φυσιολογικό. Ἡ Ἱστορία κινεῖται ἀπὸ ἐξωτερικὲς συνθῆκες, εἴτε αὐτὲς εἶναι ὑλικὲς εἴτε συγκρουσιακές. Ἡ ἀπὸ κάποιους θεσμισμένη νομοτέλειά της δὲν δημιουργεῖται ἐκ τοῦ μηδενός, οὔτε ὅμως κι’ ἀπὸ τὴν ἁπλὴ κίνηση τῶν ἰδεῶν. Ὄχι ὅτι οἱ τελευταῖες δὲν ὑπάρχουν ‒ τουναντίον. Ὑπάρχουν καὶ μὲ τὸ παραπάνω, ὅμως εἶναι ἀντικείμενα τῆς ἀνθρώπινης δράσης, κι’ ὄχι προϋπάρξεις ποὺ ἴπτανται κάπου ἐκεῖ ἔξω. Εἶναι φυσιολογικό, λοιπόν. Ὅπως ἕνα ἁλυσοπρίονο, ἔτσι καὶ ἡ Ἱστορία, ὅταν φαγωθεῖ ἡ ἅλυσος ποὺ μεταβάλει τὴν κατάσταση τῶν πραγμάτων, βρίσκεται σὲ ἕνα τέλμα. Ἄλλοτε ὑπερθερμαίνεται ἕως αὐτοκαταστροφῆς, κι’ ἄλλοτε παράγει ἀφόρητο θόρυβο ἀλλὰ καὶ κίνδυνο γιὰ τὸν χειριστή. Στὸ μεσοδιάστημα αὐτὸ μεταξὺ τῶν παλαιῶν καὶ τῶν νέων ἐξωτερικῶν συνθηκῶν, οἱ ἀνυπόμονοι διαχειριστὲς τῆς ἐξουσίας ὀφείλουν εἴτε νὰ ἀλλάξουν ἁλυσοπρίονο εἴτε νὰ ἐπαναφέρουν τὴν πρόσφυση εἰσάγοντας νέα ὕλη μεταξὺ τῆς ἁλύσου καὶ τῆς κατάστασης τῶν πραγμάτων. Σὲ ἄλλες περιπτώσεις ἡ ὕλη αὐτὴ θὰ λεγόταν ἰδεολογία (μὲ τὴν ἐκφυλισμένη της ἔννοια), ὡστόσο ἐν προκειμένῳ θὰ τὸ ποῦμε ἁπλῶς ἐπιταχυντή. Καὶ πρὸς ἔκπληξη ὅλων, συνήθως ὁ ἐπιταχυντὴς αὐτὸς εἶναι ἕνα καζουιστικὸ modus operandi.
Ἰδίως σὲ περιπτώσεις συλλογικῶν μορφωμάτων, ὅπως λ.χ. τὰ κράτη, ὁ ἐπιταχυντὴς αὐτὸς τῆς ἱστορίας τρέπεται εὔκολα σὲ δημιουργὸ ἱστορίας· καὶ τρέπεται σὲ δημιουργὸ τῆς ἱστορίας, κυρίως ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει ἕνα ὑπόστρωμα ἱκανὸ γιὰ ἐκ νέου δημιουργία ἱστορίας. Ἔτσι, στὴν περίπτωση τῶν ΗΠΑ ὁ ἐπιταχυντὴς αὐτὸς εἶναι ὁ ἰμπεριαλισμός. Ἕνας ἰμπεριαλισμὸς ποὺ δὲν ἀφορᾶ τὴν ἐδαφικὴ κτήση per se, ἀλλὰ τὴν ἱστοριογόνο ἀφήγηση ποὺ ἐμπνέει τὸ ἐντελῶς κατασκευασμένο ἀνιστορικὸ “ἔθνος”, ἀφήνοντας ἀνοικτὸ τὸ πεδίο γιὰ τοὺς παραπάνω ἀναφερόμενους διαχειριστές, οἱ ὁποῖοι ὁρμώμενοι ἀπὸ μία ἀφήγηση ποὺ οἱ ἴδιοι ἔχουν φτιάξει, ἐμφανίζονται τιμητὲς αὐτῶν ποὺ θίγονται ἀπὸ τὶς ἐνέργειές τους. Ἡ κακὴ Μέση Ἀνατολή, οἱ ἀπείθαρχοι Ἀφρικανοὶ στρατιωτικοί, οἱ ἀπειλητικοὶ καὶ ἀνελεύθεροι Κινέζοι, οἱ δαιμονικοὶ Ρώσοι, τὸ Ἰσλάμ, οἱ πατριαρχικὲς (δηλ. μισογυνιστικὲς) κοινωνίες, ἐμφανίζονται ὡς ἀπειλὴ γιὰ τὰ κεκτημένα τοῦ συλλογικοῦ ἀμερικανικοῦ σώματος, ἀσχέτως τοῦ γεγονότος ὅτι ὁ μέσος Ἀμερικανὸς δὲν μπορεῖ κὰν νὰ βρεῖ ἔστω μὲ ἀπόκλιση 3.000 χλμ. τὴν Μπουρκίνα Φάσο στὸν χάρτη ‒ πολλῷ δὲ μᾶλλον νὰ ἐπηρεαστεῖ ἀπ’ αὐτὴ στὴν οὕτως ἢ ἄλλως οἰκονομικὰ φιλελεύθερη (δηλ. κοινωνικὰ ἀνελεύθερη) καθημερινότητά του. Ἀσφαλῶς, κάθε ἐπιταχυντὴς χρειάζεται μιὰν ἐπιβραδυντικὴ δύναμη. Στὶς ΗΠΑ ὁ ἐπιβραδυντὴς ἔρχεται ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ τοῦ Ἀτλαντικοῦ. Γίνεται τὸ δεκανίκι σὲ ἐπίπεδο μικρορητορικῆς, ὄχι ὅμως καὶ σηματωρὸς τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Τὰ χρόνια πέρασαν, τὰ σταφύλια ξίνισαν, τὰ κόλπα αὐτὰ ἀφέθηκαν στὴν ὑπηρεσία ἄλλων.
~.~
Ἑπόμενη στάση, τὸ σπίτι τοῦ Γιάννη στὴ βόρεια πλευρὰ τοῦ χωριοῦ. Λασπουριά, μικρὰ σπίτια, καὶ στὸ νοερὸ μέσον τῆς γειτονιᾶς ἕνας στάβλος γιὰ γουρούνια. Ἡ μπόχα ἀφόρητη καὶ οἱ συνθῆκες κάτι λιγότερο ἀπὸ ἀσφαλεῖς, ἀκόμα καὶ γιὰ ὅσους ὑπηρέτησαν στὸν στρατὸ κάνοντας τὰ ἀντίστοιχα ἐμβόλια. Τὸ ἀπόσπασμα προσέγγισε τὸ σπίτι του ἀπὸ μιὰ μικρὴ ὁριοθετημένη μὲ τσιμεντόλιθους πρασιὰ γιὰ νὰ μὴν λερώσουν τὰ παραχωρημένα ἀπὸ τὴν ὑπηρεσία παπούτσια τους. Σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν παράγκα τοῦ Λευτέρη, τὸ σπίτι αὐτὸ διέθετε καφασωτὰ παράθυρα καὶ κουρτίνες, ὄχι ὅμως καὶ πόρτα. Ἕνα σεντόνι λειτουργοῦσε ὡς τέτοια, πάνω στὸ ὁποῖο ἦταν καρφιτσωμένα τρία-τέσσερα ματάκια γιὰ τὴ βασκανία, σάμπως καὶ κανεὶς θὰ ζήλευε τὸ χαμόσπιτο ἢ τὴν οἰκογένεια τοῦ Γιάννη. Εἰσερχόμενοι στὸ μονόχωρο δωμάτιο ἀντίκρισαν τὴ γυναίκα του στὴ γωνία νὰ καπνίζει, ἐνῶ μὲ τὸ ἄλλο της χέρι κουνοῦσε ἕνα λίκνο. Ἔσβησε γρήγορα τὸ τσιγάρο σὲ μιὰ προσπάθεια νὰ κρύψει αὐτὴ τὴν ἀπαγορευμένη γιὰ τὶς γυναῖκες συνήθεια. Τὰ ὄργανα λίγη σημασία ἔδωσαν. Δίχως καμία πρότερη ἐνημέρωση ἄρχισαν νὰ ἀδειάζουν μπαοῦλα, νὰ σηκώνουν τὰ στρώματα ἀπὸ τὰ ντιβάνια, νὰ ἀδειάζουν ντουλάπια καὶ νὰ κοπανᾶνε τὸ ξύλινο πάτωμα γιὰ νὰ ἐντοπίσουν κάποια καταπακτὴ ἢ κρυψώνα. Φτύνοντας καὶ βρίζοντας, ἔκαναν νὰ φύγουν τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ νεώτερος προσέγγισε τὴν Ἀλεξάνδρα μὲ ἀπειλητικὲς διαθέσεις. Ἡ ἐλάχιστη ταραχή της τὴν πρόδωσε. Συνηθισμένη στὸ ξύλο ἀνέμενε στωικὰ τὸ χαστοῦκι τοῦ χωροφύλακα, ἐνῶ ὁ τελευταῖος παρατήρησε ὅτι δὲν ἔκανε κὰν μιὰ κίνηση γιὰ νὰ προφυλάξει τὸ μωρὸ μέσα στὸ λίκνο. Χαμογελῶντας μὲ δυὸ χρυσοὺς κυνόδοντες τράβηξε τὰ φασκιώματα. Τὰ γυαλιστερὰ μάτια τῆς μοσχαροκεφαλῆς τὸν κοιτοῦσαν κατάματα.
~.~
Στὸν εὐρωπαϊκὸ ἀντίποδα πολὺ συχνὰ ἡ Ἱστορία βρίσκεται σὲ τόσο αἱμάσσουσα κατάσταση, ἔχοντας παράλληλα τέτοιο ποικιλόμορφο γεγονοτικὸ φορτίο, ὅπου πάλι ἐπέρχεται τὸ προαναφερθὲν τέλμα. Ἐκεῖ, λοιπόν, ἡ ἡγεσία πρέπει νὰ ἐπινοήσει ἢ νὰ βρεῖ ὄχι ἕνα ἐπιταχυντὴ μὰ τὸ ἐντελῶς ἀντίθετό του ‒ ἕνα ἐπιβραδυντή. Καὶ ὀφείλει νὰ τὸ κάνει αὐτὸ διότι ἐδῶ ἡ πείρα εἶναι περισσότερο ἀργασμένη. Πολὺ γρήγορα τὰ πράγματα μποροῦν νὰ πάρουν μιὰ τροπὴ ἀπολύτως ἀνεπιθύμητη. Στὴν προκειμένη περίπτωση δὲν μιλᾶμε γιὰ ἕνα “ἔθνος”, ἀλλὰ γιὰ μιὰ συνείδηση πλειοτροπική· τὴν ἴδια στιγμὴ ποὺ ἑνώνεται, τὴν ἴδια ἐκείνη στιγμὴ διαχωρίζεται. Κανένα ὅραμα δὲν μπορεῖ νὰ ταϊστεῖ ἐπὶ μακρόν· ἡ ἴδια ἡ φαντασίωση τῆς εὐρωπαϊκῆς ὁλοκλήρωσης τὸ ἔχει ἀποδείξει. Ἡ ἑνότητα ἐν τῇ διαφορᾷ ἔμεινε ἕνα σοσιαλδημοκρατικὸ τέχνασμα, ἐνῶ οἱ χριστιανοδημοκράτες, οἱ νεοφιλελεύθεροι καὶ οἱ ἀκροκεντρώοι συντηρητικοὶ προσπάθησαν μάταια νὰ καλλιεργήσουν μιὰν ἀντι-ἀφήγηση. Οἱ κάποτε «λαθροεισβολεῖς» ἔγιναν «λαθρομετανάστες», κι’ αὐτοὶ μὲ τὴ σειρά τους ἔγιναν «πολιτισμικὸς ἐμπλουτισμός», δηλαδὴ ἕνας πολὺ εὐρωπαϊκὸς τρόπος γιὰ νὰ δηλώσει κανεὶς τὴ διεύρυνση τῆς ἐκλογικῆς του βάσης. Ὅταν τὸ σπίτι μπάζει νερά, λίγο ἐνδιαφέρουν τὰ κουνούπια.
Κάπως ἔτσι, ἑπομένως, ὁ ἐπιβραδυντὴς ἀποδείχθηκε ὅτι δὲν μπορεῖ νἆναι κάτι ἔξωθεν, μὰ κάτι οἴκοθεν. Ἕνας παρασιτικὸς ὀργανισμὸς ποὺ μέσα ἢ ἔξω ἀπὸ τὴν κάψα του παραμένει στὸ πίσω μέρος τοῦ μυαλοῦ τοῦ Εὐρωπαίου ἀξιωματούχου. Κι’ ἐνῶ ἡ θεσμολαγνεία τῶν «εὐρωπαϊκῶν κεκτημένων» δὲν ἐπιτρέπει οὔτε ἕναν καταφανῆ ἐπιταχυντικὸ ἰμπεριαλισμό, παρὰ μόνο στὸ ἅρμα καὶ μὲ τὶς εὐλογίες τῆς Λόκχηντ Μάρτιν καὶ τῆς Σμίθ & Γουέσον, ἄρα οὔτε ἕναν ἱστοριογόνο μηχανισμὸ ποὺ θὰ νανουρίσει τὴ μέση κατακερματισμένη εὐρωπαϊκὴ συνείδηση, προβαίνει στὴν ἐνεργοποίηση μιᾶς ἱστοριοκτόνου ἀντίδρασης, ἐπαναφέροντας στὸ προσκήνιο τὸ ὅπλο τοῦ ἀντικομμουνισμοῦ.
Φυσικά, τὸ ἀντανακλαστικὸ αὐτὸ ἄλλοτε ἐμφανίζεται κατάφωρα κι’ ἄλλοτε συγκαλυμμένα. Ἄλλοτε πίσω ἀπὸ κάθε ἀντίδραση κρύβονται ἀριστεροὶ καὶ δὴ κομμουνιστές, τουτέστιν ἄτομα ποὺ θέλουν νὰ ἐγκλωβίσουν τὴν Εὐρώπη στὴν πόλωση, νὰ ὑπηρετήσουν τὰ οὐτοπιστικά τους ὁράματα κ.ἄ.π., κι’ ἄλλοτε ἁπλῶς —εἰδικὰ στὸν χῶρο τῆς διανόησης— δηλώνεται ὡς ὑποστήριξη σὲ ὅσους ἀντιτάχθηκαν στὸν πάλαι ποτὲ σοβιετικὸ κομμουνισμό. Πίσω ἀπὸ κάθε γραμμὴ ἐπαίνου τοῦ Κούντερα, κάτω ἀπὸ κάθε κλάδο ἐλαίας στὸ Κιβώτιο τοῦ Ἀλεξάνδρου, μέσα σὲ κάθε κείμενο γιὰ τὸν Κέστλερ, κρύβεται ἕνας συγκαλυμμένος ἀντικομμουνισμὸς ποὺ ὡστόσο ἐμφανίζεται ὡς ἀναθεωρησιακὴ συμπάθεια καὶ μιὰ σιωπηλὴ ὑποστήριξη σὲ ὅλες τὶς ἀντιδραστικὲς πολιτικὲς τοῦ φιλελεύθερου κατεστημένου.
Στὴν πρώτη περίπτωση τὰ πράγματα εἶναι καθαρά: ὁ παλαιὸς διχαστικὸς λόγος ἐπανέρχεται στὸ προσκήνιο, προβάλλεται ἀπὸ τὰ ΜΜΕ καὶ λειτουργεῖ ἀποπροσανατολιστικὰ γιὰ τὴν κοινὴ γνώμη. Στὴ δεύτερη ὡστόσο περίπτωση ἡ κατάσταση περιπλέκεται: ὁ πρὼην ἀντι-ΝΑΤΟϊκὸς Ἀριστερός, συνεσταλμένος ὢν γιὰ τὴν ἐξέλιξή του, χρησιμοποιεῖ τὴν παλαιὰ ἔξωθεν καλὴ μαρτυρία του γιὰ νὰ φανεῖ ὡς ψύχραιμος πραγματιστής. Πίσω ἀπὸ αὐτὴ τὴ δορὰ κρύβεται ἕνας λυσσαλέος φιλισταῖος ποὺ ἀδυνατεῖ νὰ πεῖ ξεκάθαρα αὐτὸ ποὺ ἔχει κατὰ νοῦ: «Οἱ παλαιο- ἀλλὰ καὶ νεο-φιλελεύθεροι δὲν ἔχουν παρὰ νὰ κερδίσουν ἕρποντας τὶς ἁλυσίδες τους».
~.~
Λίγες μέρες ἀργότερα, ὁ Λευτέρης καὶ ὁ Γιάννης ἔφευγαν μὲ ἕνα Λὰντ Ρόβερ γιὰ τὸ Ἀγρίνιο. Ἀπὸ κεῖ θὰ ἐπιβιβάζονταν συνοδευόμενοι ἀπὸ ἔνστολους στὸ λεωφορεῖο τῆς γραμμῆς γιὰ Ἀθήνα, κι’ ἀπὸ ἐκεῖ στὴ Μακρόνησο. Οἱ φάκελοί τους θὰ ἔγραφαν: «Συλληφθέντες ἐπὶ συμμοριτισμῷ». Ἔπειτα ἀπὸ τὸ πρόχειρο δικαστήριο καὶ τὴν ἀδυναμία ἐπιβεβαίωσης τῆς συμμετοχῆς τους στὸ ἔνοπλο ἀντάρτικο, ἡ περιγραφὴ τῆς καταδίκης τους μετεβλήθη. «Καταδικασθέντες ἐπὶ κομμουνισμῷ».
*
*
*
