Για τον Καποδίστρια και πάλι

*

της ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ ΔΕΛΗΓΙΩΡΓΗ

~.~

Η ταινία του Γιάννη Σμαραγδή (ακόμη δεν κατάφερα να τη δω) ανακίνησε και πάλι το ζήτημα των πεπραγμένων μιας μεγάλης πολιτικής φυσιογνωμίας των αρχών του 19ου αιώνα, του Ιωάννη Καποδίστρια, που η δολοφονία του σημάδεψε τραγικά την πολιτική και κοινωνική εξέλιξη του νεοσύστατου τότε ακόμη ελληνικού κράτους.

Αν οι Έλληνες τον 20ό  και τον 21ο αι., και ανάμεσα τους πρωτίστως οι διανοούμενοι, προσέτρεχαν στις σχετικές μαρτυρίες, μελέτες και έρευνες προκειμένου να αναζητήσουν και οι ίδιοι την ιστορική αλήθεια των πεπραγμένων εκείνων των λίγων πολιτικών που έμειναν στην σύγχρονη ιστορία μας, θα προσέφεραν υπηρεσίες στα πολιτικά κόμματα με τα οποία συντάσσονται. Γιατί τα πολιτικά μας κόμματα, ερήμην των πολιτών τους οποίους καλούνται να εκπροσωπήσουν στο Κοινοβούλιο, αδυνατούν να καθοδηγήσουν με τρόπο θετικό στην αντικειμενικότητά του την ευρύτερη κοινή γνώμη. Κι αν η αξιακή αποτίμηση στη βάση της ιστορικής αλήθειας γινόταν πάγια μέθοδός μας, η χώρα ίσως σήμερα δεν θα αντιμετώπιζε τόσα σοβαρά εσωτερικά όσο και εξωτερικά προβλήματα.

Σε σειρά σχετικών εκδόσεων, ο Λουκάς Αξελός με επιμέλεια και δική του εισαγωγή, προέταξε την έκδοση ενός κειμένου του σπουδαίου συνταγματολόγου Αλέξανδρου Σβώλου με τίτλο Η συνταγματική Ιστορία της Ελλάδος (Ιανουάριος 1972). Το πρώτο που τονίζει ο Σβώλος είναι το ότι η συνταγματική ιστορία της Ελλάδος μπορεί να είναι πλήρης μόνον εάν τοποθετηθεί στην εν γένει πολιτική ιστορία της χώρας και μόνον εάν βρει την έρεισή της στην ακριβή απεικόνιση της κοινωνικής εξέλιξής της, αφού η κοινωνική εξέλιξη είναι αυτή κατά βάση που προσδιορίζει το πολίτευμά της.

Ο Σβώλος μετά το Σύνταγμα της Επιδαύρου (Οκτώβριος 1821) και την αναθεώρησή του στο Άστρος (Μάρτιος 1823) θεωρεί εξαιρετικά προωθημένο το σύνταγμα της Τροιζήνας ( Μάιος 1827) που ψηφίσθηκε, λίγο μετά την ομόφωνη εκλογή του Καποδίστρια ως Κυβερνήτη της Ελλάδος με επταετή εξουσία, για τον λόγο ότι το Σύνταγμα της Τροιζήνας εντυπωσιάζει με την διακήρυξή του ότι «η κυριαρχία ενυπάρχει στο Έθνος· ώστε πάσα εξουσία πηγάζει εξ αυτού και υπάρχει υπέρ αυτού». Ο Καποδίστριας, λίγο μετά την ανάληψη των καθηκόντων του Κυβερνήτη (Ιανουάριος 1828), στο Σχέδιο στο οποίο ανήσυχες οι Μεγάλες Δυνάμεις τού ζητούν να ορίσει τα φυσικά όρια της ελληνικής επικράτειας, εντάσσει σ’ αυτά τις αλύτρωτες ακόμη τότε Θεσσαλία, Ήπειρο, Μακεδονία, και Θράκη, δηλώνοντας ότι η απελευθέρωσή τους είναι αναγκαίος όρος για την μακροβιότητα του νεοσύστατου κράτους (βλ. Αλ. Δεληγιώργη, Σύγχρονα κάτοπτρα της Ελληνικότητας, Αρμός, 2021, σ. 46).

Υπ’ αυτές τις συνθήκες, με σθένος δηλώνει ότι ο απελευθερωτικός αγώνας του ’21 δεν έληξε, και επικαλούμενος «την παρούσα κρίσιμη θέση του Έθνους», αναστέλλει το Σύνταγμα, «μέχρις ότου η τύχη της Ελλάδος αποφασισθεί οριστικώς», πράγμα που για τις Μεγάλες δυνάμεις που λογάριαζαν την μικρή, τότε, Ελλάδα προτεκτοράτο τους, είχε ήδη αποφασισθεί. Δυσαρεστημένοι Άγγλοι, Γάλλοι, Αυστριακοί με το Σχέδιο του, ασκούν ολοένα και μεγαλύτερη πίεση στον Καποδίστρια που πηγαίνει ο ίδιος προσωπικά για τη σύναψη δανείου στον Βρετανό μονάρχη, ο οποίος τον αφήνει μετά από πολύωρη αναμονή στο χωλ να επιστρέψει άπρακτος στο Ναύπλιο. Στο μεταξύ, προεστοί, μπέηδες και οι Υδραίοι καραβοκύρηδες του ζητούν τα χρήματα που έδωσαν για τον αγώνα, με τον Μιαούλη οργισμένο να καίει την πρώτη ναυαρχίδα που απέκτησε το νεοσύστατο κράτος, ενώ ο λαός, που εξαθλιωμένος και πεινασμένος (τα χωράφια μένουν ακαλλιέργητα στη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα) ζει σε σπηλιές και καλύβια, είναι μαζί του και το 1828 και το 1829, χαρίζοντάς του έναν εκλογικό θρίαμβο, και στηρίζοντάς τον στην Δ΄ Εθνοσυνέλευση του Άργους.

Αλλά η δυσαρέσκεια προεστών και καραβοκυραίων δεν λέει να κοπάσει. Με την εξέγερση το 1830, στη Γαλλία εντάθηκε το μένος εναντίον του Καποδίστρια κι αυτού ακόμη του Κοραή, ο οποίος αντίθετος με την πρόωρη, κατά την κρίση του, κήρυξη της ελληνικής επανάστασης, αξίωνε επιτακτικά πριν από την λήξη της και πριν την απελευθέρωση και των άλλων περιοχών της φυσικής ελληνικής επικράτειας, την δημιουργία φιλελεύθερου πολιτειακού καθεστώτος. Πολίτευμα που οι δημοκράτες Γάλλοι δεν κατόρθωσαν, επί δεκαετίες, να αποκτήσουν, ενώ οι δημοκρατικοί Έλληνες κατόρθωσαν, πριν από αυτούς, να αποκτήσουν στα 1863 συνταγματική μοναρχία.

Στην πολυσέλιδη δοκιμιακή μελέτη του Σύγχρονα προβλήματα του ελληνισμού (Δεκέμβριος 1919) που αφιέρωσε ο Γεώργιος Σκληρός στη σχέση του λαού με τον Καποδίστρια, δεν παρέβλεψε τη θετική στάση του για την Φιλική Εταιρεία και τον Διαφωτισμό που τον ενέπνεε καθώς και την άδολη φιλοπατρία του Κυβερνήτη, ο οποίος σημειωτέον εκτός των άλλων μέτρων και αποφάσεων για την επιβίωση του λαού ύστερα από πολυετή απελευθερωτικό πόλεμο, είχε διορίσει διευθυντή του ιδρύματος για τα ορφανά του αγώνα τον Γρηγόριο Κωνσταντά, έναν από τους πιο άξιους εκπροσώπους του νεοελληνικού Διαφωτισμού, εκδότη ελληνικών κειμένων στη Βιέννη, στη Χάλη, στην Βενετία, στην Πάδοβα, συγγραφέα από κοινού με τον Δανιήλ Φιλιππίδη της περίφημης Νεωτερικής Γεωγραφίας, έφορο της Παιδείας από το 1824, ο οποίος με την ενθρόνιση του Όθωνος και την κάθετη εναντίωση των Βαυαρών αντιβασιλέων στις ιδέες του Διαφωτισμού παύθηκε αμέσως από την θέση του, για να διδάξει αμισθί στον τόπο του, τις Μηλιές του Πηλίου της υπόδουλης τότε ακόμη Θεσσαλίας, και να πεθάνει εκεί.

Για τον Σκληρό, μια από τις αιτίες που οδήγησαν στην δολοφονία του Καποδίστρια από τον γιο του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, Γεώργιο, με συνεργό του τον αδελφό του, Κωνσταντίνο, οι οποίοι κατέφυγαν αμέσως μετά στην γαλλική πρεσβεία, αιτία ουσιαστική και όχι ασήμαντη ήταν το ανακάτεμα της αρχαιοελληνικής παιδείας με τις αριστοκρατικές και χριστιανικές παραδόσεις του Βυζαντίου και τις σύγχρονες αστικές ιδέες που ώθησαν τους αγωνιστές της επανάστασης στον αγώνα για την απελευθέρωση της τουρκοκρατούμενης Ελλάδας. Η αριστοκρατική-πατριαρχική και θρησκευτική ιδεολογία με ενθουσιώδεις αναφορές στην ελληνιστική και στη βυζαντινή περίοδο, από τη μια, και η αστικο-πατριωτική, με ενθουσιώδεις αναφορές στο αρχαιοελληνικό μεγαλείο, από την άλλη, δυσαρέστησαν τους Άγγλους τους Γάλλους, τον Μέττερνιχ κι αυτόν ακόμη τον Ρώσο τσάρο Αλέξανδρο. Και έφτασαν έτσι να δημιουργήσουν οξύτατες αντιθέσεις, οι οποίες για τη δήθεν λύση τους, κατ’ εμέ, απαίτησαν την «ιερή» βία της θυσίας ενός εξιλαστηρίου θύματος. Αυτό έμελλε να είναι ο Καποδίστριας εξαιτίας της εθνοκεντρικής του πολιτικής για την στερέωση του νεοσύστατου ελληνικού κράτους χωρίς την ανεπιθύμητη για τους Έλληνες αγωνιστές και αποφασισμένη έξωθεν λύση της μοναρχίας.

Αυτή η άκριτη και ανίερη δολοφονία είχε τραγικές συνέπειες για την χώρα, στην οποία το βαυαρικό καθεστώς παρά τις θυσίες του εθνικοαπελευθερωτικού της αγώνα επέβαλε μια δεύτερη, μετά την οθωμανική, απόλυτη δεσποτεία. Γι’ αυτό και στην ανάλυσή του ο Σκληρός αγνοώντας τους Αντικαποδιστριακούς διαλόγους του 1830-31 του Κοραή (εκδόθηκαν το 1964, με επιμέλεια του Γ. Βαλέτα) καταλήγει να αποδώσει το πολιτικό αδιέξοδο της ελληνικής κοινωνίας του 19ου αι. στα λάθη και στις αδυναμίες του ίδιου του λαού που τον οδήγησαν σε «μια επανάσταση εναντίον του εαυτού τους». (Βλ. Σύγχρονα προβλήματα του ελληνισμού, σ. 190).

Φυσικά, ο Σκληρός στην εκτεταμένη αναφορά του στον Καποδίστρια είχε κατά νου την χαώδη κατάσταση εθνικού διχασμού και πόλωσης που πρόλαβε και διαμορφώθηκε στην Ελλάδα λίγα μόλις χρόνια μετά τους νικηφόρους Βαλκανικούς πολέμους, όπως κάθε φορά που η χώρα βυθίζεται σε πολιτικό αδιέξοδο. Η ίδια αυτή πόλωση μας απειλεί και στις μέρες μας. Και η ίδια  καταδικάζει στη λήθη και τις δικές του αναλύσεις για το κοινωνικό μας ζήτημα καθώς με την ιδεολογική σύγχυση που προκαλεί  ανακυκλώνει τον μέσα και τον έξω σκοταδισμό στην παιδεία και στην πολιτική.

*

*

*