*
του ΗΛΙΑ ΑΛΕΒΙΖΟΥ
Η εισαγωγή των παιδιών στην περιοχή των καθαυτό μαθηματικών γίνεται συνήθως (τουλάχιστον στην Ελλάδα) στο γυμνάσιο, όταν κι έρχονται για πρώτη φορά σε επαφή με την ευκλείδεια γεωμετρία. Λέμε «καθαυτό μαθηματικών» για να αναφερθούμε στον κλασσικό τρόπο παραγωγής μαθηματικών αληθειών, αυτόν που ξεκινάει από λίγα βασικά αξιώματα και με βάση αυστηρούς παραγωγικούς συλλογισμούς κατασκευάζει με αποδεικτικό τρόπο ολόκληρο εκείνο το σύμπαν των επιπλέον θεωρημάτων – όπως το γνωστό πυθαγόρειο θεώρημα. Το βασικό σύγγραμα του Ευκλείδη, τα Στοιχεία του, θεωρούνται ακόμα και σήμερα, παρά τις προόδους των μαθηματικών, ως ένα εμβληματικό κείμενο. Δικαίως. Ο λόγος του θαυμασμού δεν έγκειται τόσο στα συμπεράσματα και θεωρήματα που περιέχει όσο κυρίως στο επίτευγμα του Ευκλείδη να εντάξει ένα μέχρι τότε «σκόρπιο» σώμα γνώσης εντός ενός περιεκτικού και εσωτερικά συνεπούς συστήματος. Ήταν ακριβώς η συνεπής εφαρμογή της μεθόδου των παραγωγικών συλλογισμών που χάρισε στα Στοιχεία τη φήμη τους. Σήμερα, εξοικειωμένοι καθώς είμαστε με τα μαθηματικά, είναι δύσκολο να εκτιμήσουμε τη σημασία και τη βαρύτητα αυτής της ευκλείδειας επίνοιας. Τηρουμένων των αναλογιών, η μετάβαση προς τον ευκλείδειο τρόπο σκέψης είναι σαν τη μετάβαση από μια πολυθεϊστική σε μια μονοθεϊστική θρησκεία.
Αυτό λοιπόν είναι το πρότυπο για την παραγωγή στέρεας και βέβαιης γνώσης. Και πάνω σε αυτό συνεχίζεται η εκπαίδευση των παιδιών, όχι μόνο στα μαθηματικά, αλλά επί της ουσίας και στα υπόλοιπα επιστημονικά πεδία, πάντα με την απαραίτητη προσθήκη των πειραμάτων (αν και στην Ελλάδα τα πειράματα στο σχολείο συνήθως είναι πολυτέλεια). Ξεκινώντας από μαθηματικά αξιώματα, φυσικούς νόμους και βιολογικές αρχές, παράγονται τα θεωρήματα, τα φυσικά φαινόμενα και η ποικιλομορφία της ζωής. Όσοι τυχόν έχουν κάνει τη θητεία τους σε κάποια πανεπιστημιακή σχολή θετικής κατεύθυνσης, θα θυμούνται ασφαλώς ότι το ίδιο μοτίβο ακολουθείται απαράλλαχτο και στα πανεπιστημιακά συγγράμματα. Το αποτέλεσμα: ένας «μορφωμένος» επιστήμονας, βγαίνει από μια σχολή ως «χρήσιμο και παραγωγικό μέλος αυτής της κοινωνίας» νομίζοντας ότι ξέρει πώς παράγονται οι επιστημονικές αλήθειες. Βάζει κανείς κάτω τα δεδομένα, χρησιμοποιεί τον τάδε νόμο, εφαρμόζει το δείνα θεώρημα και προκύπτει το αποτέλεσμα. Μετρημένα κουκιά. Δεν σπαταλήθηκαν ανούσια τόσα χρόνια στα θρανία.
Στην πραγματικότητα, αυτή η αντίληψη για την παραγωγή της επιστημονικής γνώσης δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια ιδεολογική κατασκευή. Το πρότυπο της ευκλείδειας γεωμετρίας είναι εκπαιδευτικά χρήσιμο ακριβώς επειδή είναι πρότυπο, δηλαδή ένα ιδεώδες για το πώς θα έπρεπε να παράγεται η γνώση κι όχι γιατί περιγράφει το πώς πράγματι παράγεται. Η χρησιμότητα του έγκειται όχι τόσο στην αποδεικτική του αξία, αλλά περισσότερο στις δυνατότητες που παρέχει για οργάνωση της γνώσης – και η γνώση θέλει τον ταιηλορισμό της! Εν πάση περιπτώσει, στις σύγχρονες «κοινωνίες της γνώσης», όπως αρέσκονται να αυτοαποκαλούνται, η πλειοψηφία των υπηκόων δεν έχει την παραμικρή ιδέα για το πώς παράγεται στην πράξη η επιστημονική γνώση, ακόμα κι αν έχουν εκπαιδευτεί ως επιστήμονες. Με μοναδική εξαίρεση όσους εμπλέκονται άμεσα στη μηχανή που λέγεται παραγωγή έρευνας.
Η διαδικασία που ακολουθείται για την παραγωγή καινούριας γνώσης είναι πολύ πιο δαιδαλώδης από το απλοϊκό σχήμα που θέλει τους επιστήμονες – ιδιοφυΐες να καταπιάνονται με ένα πρόβλημα, έχοντας ως κίνητρο τη χαρά της γνώσης και δουλεύοντας με βάση αυστηρές αποδεικτικές μεθόδους των οποίων η βεβαιότητα και στερεότητα είναι προφανής και σε όλους τους υπόλοιπους επιστήμονες. Ακολουθώντας μια οιονεί «ανθρωπολογική» προσέγγιση για τη μελέτη της «φυλής» των τεχνοεπιστημόνων, μερικά ερωτήματα που θα μπορούσαν να τεθούν είναι τα εξής: Τι ακριβώς κάνουν οι επιστήμονες; Τι είναι αυτό που παράγουν σε πιο χειροπιαστό επίπεδο; Ποιο είναι το βασικό τους κίνητρο; Κι ακόμα πιο συγκεκριμένα, τι είναι αυτό που κάνει το βιογραφικό ενός επιστήμονα να θεωρείται βαρύ;
Ξεκινώντας από αυτό το τελευταίο, η απάντηση έχει δύο σκέλη. Πρώτον, είναι κρίσιμο για το βιογραφικό ενός επιστήμονα καριέρας να μπορεί να δείξει ότι έχει την ικανότητα να φέρνει χρήματα στο πανεπιστήμιο/ερευνητικό κέντρο/ινστιτούτο που εργάζεται (ή που πρόκειται να εργαστεί). Ο τρόπος που γίνεται αυτό είναι μέσω της παράθεσης στο βιογραφικό όλων των ερευνητικών προγραμμάτων στα οποία ήταν υπεύθυνος, μαζί με τον προϋπολογισμό του καθενός και το τελικό άθροισμά τους. Αν ο τάδε επιστήμονας ήταν υπεύθυνος για τέσσερα προγράμματα, προϋπολογισμού δύο εκατομμυρίων έκαστο, τότε μπορεί να ισχυρίζεται ότι έχει εξασφαλίσει και διαχειριστεί οκτώ εκατομμύρια σε χρηματοδοτήσεις. Ποια είναι όμως η πηγή αυτών των χρημάτων και πώς καταλήγουν στα χέρια των ερευνητών; Ένα σχετικά μικρό ποσοστό των ερευνητικών κονδυλίων προέρχεται από επενδύσεις ιδιωτικών εταιρειών, τα οποία και κατευθύνονται κατά κύριο λόγο προς την εφαρμοσμένη έρευνα. Η περίπτωση αυτή βέβαια αφορά σε εταιρείες που διαθέτουν το απαραίτητο μέγεθος ώστε να έχουν την «πολυτέλεια» για εσωτερικά τμήματα έρευνας και ανάπτυξης. Ωστόσο, το κράτος εξακολουθεί να έχει τον πρώτο ρόλο στη χρηματοδότηση της έρευνας, ειδικά της βασικής. Η διαδικασία είναι λίγο – πολύ κοινή σε όλες τις (δυτικές) χώρες, μοιάζοντας με ένα συνεχή αγώνα δρόμου. Οι κατά τόπους κρατικοί χρηματοδοτικοί οργανισμοί διαθέτουν έναν προϋπολογισμό, τα χρήματα του οποίου μπορούν να διανείμουν σε συγκεκριμένους τομείς έρευνας εντός ενός χρονικού διαστήματος. Η διανομή γίνεται μέσω διαφόρων επιτροπών που αποφασίζουν πόσα χρήματα αξίζει κάθε πεδίο έρευνας. Τα χρήματα που αντιστοιχούν σε κάθε τομέα δεν ανατίθενται απευθείας στους επιστήμονες της σχετικής ειδίκευσης, υπό τη μορφή κάποιου οιονεί μισθού. Αντιθέτως, ανοίγουν διαγωνισμοί (σχεδόν όπως στα δημόσια έργα) που απευθύνονται προς όλους τους ενδιαφερόμενους επιστήμονες. Αν αυτοί θέλουν να εξασφαλίσουν κάποιο μέρος από τα χρήματα που πρόκειται να διοχετευτούν στον τομέα τους, πρέπει να συμμετάσχουν στους σχετικούς διαγωνισμούς, καταθέτοντας προτάσεις προς την υπηρεσία που είναι υπεύθυνη για τη διεξαγωγή τους. Αυτή τελικά αποφασίζει ποιες από τις κατατεθειμένες προτάσεις είναι αρκούντως πειστικές ώστε να χρηματοδοτηθούν.
Όπως καταλαβαίνει κανείς ακόμα και από μία τέτοια πρόχειρη περιγραφή της διαδικασίας χρηματοδότησης της έρευνας, η ελευθερία των επιστημόνων όσον αφορά στην επιλογή του πεδίου ενασχόλησης τους, είναι εξαιρετικά περιορισμένη. Αν θέλουν να επιβιώσουν, οφείλουν να συμμορφώνονται προς τας υποδείξεις των (χρηματοδοτικών) αρχών. Σήμερα είναι της μόδας στην Ευρώπη (και στη γραφειοκρατική νομενκλατούρα της) η «πράσινη μετάβαση» (για λόγους περισσότερο γεωπολιτικούς και λιγότερο οικολογικούς), αύριο μπορεί να είναι οι κβαντικοί υπολογιστές. Αναλόγως πρέπει να κινείται και το ερευνητικό προσωπικό της. Ως συνέπεια των παραπάνω, οίκοθεν νοείται ότι αυτό που λέγεται «περιεχόμενο της έρευνας» μικρή σχέση έχει με κάποια πηγαία κοινωνική ανάγκη ή την ανυστερόβουλη διανοητική περιέργεια κάποιων ιδιόμορφων μυαλών. Οικονομικοί, πολιτικοί και γεωπολιτικοί παράγοντες καθορίζουν σε ασφυκτικό βαθμό το τι αξίζει να τύχει επιστημονικής μελέτης.
Το δεύτερο στοιχείο που κάνει βαρύ το βιογραφικό ενός επιστήμονα είναι η ύπαρξη μιας μακράς λίστας καλών δημοσιεύσεων. Οι δημοσιεύσεις αποτελούν το κατ’ εξοχήν νόμισμα μέσω του οποίου κρίνεται το κύρος ενός επιστήμονα στον χώρο του. Αυτό που επιθυμεί διακαώς κάθε ερευνητής είναι να έχει πολλές δημοσιεύσεις, σε καλά περιοδικά ή συνέδρια (π.χ., τα γνωστά περιοδικά Nature και Science θεωρούνται κορυφαία και σχεδόν απρόσιτα για τη μεγάλη μάζα των επιστημόνων), με πολλές αναφορές από άλλους επιστήμονες. Οι αναφορές είναι οι παραπομπές που κάνουν οι συνάδελφοι ενός ερευνητή από τα δικά τους άρθρα προς αυτά που έχει συγγράψει αυτός. Υποτίθεται ότι ένας μεγάλος αριθμός αναφορών προς μια δημοσίευση είναι ενδεικτικός του πόσο επιδραστική θέση αυτή κατέχει. Δεν θα ήταν υπερβολικό αν χαρακτήριζε κανείς τα επιστημονικά εργαστήρια ως μικρά εργοστάσια παραγωγής δημοσιεύσεων στο κυνήγι για όσο το δυνατόν περισσότερες παραπομπές. Φυσικά, αυτά τα επιστημονικά άρθρα είναι που περιέχουν την όποια υποτιθέμενα καινούρια γνώση.
Όμως πώς κρίνεται η αλήθεια αυτής της γνώσης; Δεν υφίσταται κανένας αντικειμενικός τρόπος αξιολόγησής της· κανένας αυτόματος μηχανισμός, κανένας αλγόριθμός δεν σαρώνει τα άρθρα για να εντοπίσει ατέλειες στις πειραματικές διαδικασίες ή συλλογιστικά κενά. Και οι όποιες αποδείξεις, ακόμα κι αν έχουν μια αυστηρή μαθηματική δομή, δεν είναι καθόλου τόσο προφανείς όσο το πυθαγόρειο θεώρημα. Η περιπέτεια ενός άρθρου ξεκινάει από τη στιγμή που οι επιστήμονες ενός εργαστηρίου αποφασίζουν να συγκεντρώσουν τα αποτελέσματα της δουλειάς τους και να τους δώσουν γραπτή μορφή. Δύο αρχικές παρατηρήσεις εδώ. Πρώτον, το ότι ένα όνομα βρίσκεται στη λίστα των συγγραφέων ενός άρθρου δεν σημαίνει πολλά και για την πραγματική συμμετοχή του. Υπάρχουν επιστήμονες που μπορεί να εμφανίζουν ακόμα και 50 δημοσιεύσεις εντός ενός έτους, δηλαδή σχεδόν ένα άρθρο ανά βδομάδα. Είναι προφανές ότι όχι μόνο δεν θα μπορούσαν να έχουν συμμετοχή στη συγγραφή όλων των άρθρων, αλλά κάποια εξ αυτών ενδέχεται να μην τα έχουν διαβάσει καν. Η προσθήκη του ονόματός τους έχει περισσότερο τη λογική της αναγνώρισης της συμμετοχής τους στο κομμάτι της διαχείρισης της επιστημονικής ομάδας που διεξήγαγε την έρευνα. Δεύτερον, για να βγει ένα άρθρο, δεν είναι καθόλου απαραίτητο να περιλαμβάνει καινούρια γνώση! Ακριβώς λόγω της πίεσης για πολλές δημοσιεύσεις, έχει γίνει ενδημικό φαινόμενο η λεγόμενη «σαλαμοποίηση» των άρθρων, δηλαδή η κατάτμησή τους σε πολλά επιμέρους άρθρα, με μικρές, ως κι επουσιώδεις διαφορές απλώς στη φρασεολογία, έτσι ώστε να δίνεται η εικόνα ότι ένα εργαστήριο παράγει πολλές δημοσιεύσεις ανά έτος.
Αφού, εν πάση περιπτώσει, γραφτεί το άρθρο, το επόμενο βήμα είναι η κατάθεσή του σε κάποιο από τα πάμπολλα επιστημονικά περιοδικά και συνέδρια. Όμως ένα άρθρο δεν δημοσιεύεται απλώς και μόνο επειδή κατατέθηκε. Τα περισσότερα περιοδικά/συνέδρια, εκτός από αυτά της τελευταίας στάθμης, επιλέγουν να δημοσιεύσουν μόνο ένα ποσοστό των άρθρων που λαμβάνουν, με το ποσοστό αυτό να τείνει να είναι τόσο μικρότερο όσο πιο δημοφιλές είναι το περιοδικό (ενδεικτικά, το ποσοστό αυτό για το Nature βρίσκεται κάτω από το 10%). Για να εξασφαλιστεί μία κάποια αντικειμενικότητα στην επιλογή των προς δημοσίευση άρθρων, η καθιερωμένη πρακτική που ακολουθείται είναι η λεγόμενη διαδικασία ομότιμης κρίσης (peer-review process). Στην πράξη αυτό σημαίνει το εξής: από τη στιγμή που οι συντάκτες ενός περιοδικού λάβουν ένα καινούριο υποψήφιο προς δημοσίευση άρθρο, το αποστέλλουν σε άλλους, παρόμοιας ειδίκευσης, επιστήμονες (συνήθως σε δύο ως πέντε), που αναλαμβάνουν τον ρόλο του κριτή. Δουλειά αυτών των κριτών είναι να διαβάσουν το άρθρο και να κρίνουν κατά πόσον το περιεχόμενό του έχει κάτι καινοτόμο να πει, αν είναι σωστά γραμμένο και κατανοητό και φυσικά αν είναι ορθό από τεχνική κι επιστημονική άποψη. Ως ιδανική θεωρείται αυτή η διαδικασία όταν είναι «διπλής ανωνυμίας» (double-blind), δηλαδή όταν ούτε οι συγγραφείς του άρθρου γνωρίζουν τα ονόματα των κριτών ούτε οι κριτές αυτά των συγγραφέων. Στο τέλος, οι κριτές στέλνουν πίσω στους συντάκτες τα πορίσματά τους κι αυτοί, ανάλογα με το πόσο θετικές είναι οι κρίσεις, αποφασίζουν περί της δημοσίευσης ή μη του άρθρου [1].
Αυτή η διαδικασία δεν εξασφαλίζει, βέβαια, καμμία (αφηρημένη) αντικειμενικότητα. Ιδανικά, θα έπρεπε ο κάθε κριτής να έχει την καλή διάθεση, αλλά και τις απαραίτητες γνώσεις, ώστε να αφοσιωθεί στο άρθρο που έχει μπροστά του, να το διαβάσει γραμμή προς γραμμή και να αναπαραγάγει και ο ίδιος τα όποια συμπεράσματα. Μόνο που σχεδόν ποτέ δεν πληρούνται όλες αυτές οι προϋποθέσεις και κανένα περιοδικό δεν τολμάει να ζητήσει αποδείξεις από τους κριτές ότι όντως ακολούθησαν ευσυνείδητα αυτή την πορεία. Πρώτον, η καλή διάθεση δεν θα έπρεπε να θεωρείται δεδομένη σε ένα τόσο ανταγωνιστικό περιβάλλον. Ακόμα κι όταν οι συγγραφείς είναι άγνωστοι στον κριτή, αν το άρθρο περιέχει κάτι που θεωρείται ανταγωνιστικό ή υποτιμητικό προς τη δουλειά του κριτή, τότε το πόρισμα του μπορεί να είναι καταδικαστικό με μερικά συνοπτικά σχόλια. Επίσης, δεν είναι πάντοτε τόσο δύσκολο σε έναν κριτή να ανακαλύψει ποιοι είναι οι συγγραφείς, από τη στιγμή που ο βαθμός εξειδίκευσης έχει φτάσει σε τέτοιο σημείο ώστε ενδέχεται όλοι οι εμπλεκόμενοι επιστήμονες σε έναν κλάδο να γνωρίζονται μεταξύ τους. Γεγονός που επιτρέπει και την αντίστροφη συμπεριφορά, δηλαδή την ευνοϊκή μεταχείριση ενός άρθρου, αν ο κριτής διάκειται ευμενώς προς τους συγγραφείς.
Ο υπερβολικός βαθμός εξειδίκευσης έχει κι ένα επιπλέον αποτέλεσμα. Έχει γίνει πλέον δύσκολο να βρεθούν εκείνοι οι κατάλληλοι κριτές, με το απαραίτητο γνωστικό υπόβαθρο αλλά και εύρος ώστε να μπορούν να αξιολογήσουν τόσο την τεχνική αρτιότητα του άρθρου όσο και το βαθμό στον οποίο παρουσιάζει κάτι καινοτόμο. Αν αυτό συνδυαστεί με τη μαζική υπερ-προσφορά υποψηφίων άρθρων και την πίεση του χρόνου, τότε γίνεται κατανοητό γιατί το «διάβασμα γραμμή προς γραμμή» είναι απλά όνειρο θερινής νυκτός. Μια αυστηρή μεθοδολογία κρίσης θα απαιτούσε κανονικά εβδομάδες ενασχόλησης εκ μέρους ενός κριτή για ένα και μόνο άρθρο. Όταν αυτός έχει μια ολόκληρη στοίβα από άρθρα για να διαβάσει και να κρίνει – και συνήθως οι επιστήμονες θέλουν να είναι κριτές σε περιοδικά και συνέδρια γιατί μια τέτοια θέση ανεβάζει το κύρος τους – τότε ο συνήθης τρόπος για να αντεπεξέλθει σε έναν τέτοιο φόρτο εργασίας είναι το κοινώς λεγόμενο πασάλειμμα. Η ανάγνωση δύσκολων μαθηματικών αποδείξεων, που απαιτούν χρόνο κι αφοσίωση, παραπέμπεται στις ελληνικές καλένδες.
Κι αν το άρθρο αποδειχτεί σε βάθος χρόνου ότι είχε σοβαρά λάθη; Για τον κριτή, τίποτα δεν διακυβεύεται, εφόσον το όνομά του δεν συνδέεται ποτέ δημόσια με ένα άρθρο. Μια τέτοια κατάσταση όμως μπορεί κάλλιστα να λειτουργεί προς όφελος και των συγγραφέων, οι οποίοι, όντας και οι ίδιοι συνήθως κριτές σε άλλα περιοδικά, γνωρίζουν τι συμβαίνει και εύκολα το εκμεταλλεύονται. Γεμίζοντας το άρθρο με περίεργη, συχνά ad hoc, ορολογία, τρομακτικά σύμβολα και πυκνή γλώσσα, που θα αποτρέψει κάθε καλοπροαίρετο κριτή να επιχειρήσει μια εις βάθος κατανόηση. Κάτι που δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ο κριτής θα απορρίψει το άρθρο ως ακατανόητο, αντίδραση που στη θεωρία είναι καθ’ όλα θεμιτή. Όμως ο εγωισμός του κριτή κι ενδεχομένως οι περιορισμένες του γνώσεις μπορεί να μην του επιτρέπουν είτε να αποδεχτεί ότι δεν κατανοεί το άρθρο, αν όντως πρόκειται για σοβαρή ερευνητική δουλειά, είτε να έχει την αυτοπεποίθηση ώστε να το απορρίψει ως ασυνάρτητο – πρόκειται για μια πρακτική που είναι αρκετά συνήθης ώστε έχει αποκτήσει ειδική ονομασία: απόδειξη δι’ εκφοβισμού (proof by intimidation). Κατόπιν τούτων, φυσικά δεν θα περίμενε κανείς ότι ο όποιος κριτής θα αφιέρωνε όντως χρόνο ώστε να αναπαραγάγει τα συμπεράσματά του άρθρου. Για την ακρίβεια, σε ορισμένους επιστημονικούς κλάδους, η κατάσταση έχει φτάσει σε τέτοιο σημείο εκφυλισμού ώστε μετέπειτα απόπειρες να αναπαραχθούν αποτελέσματα δημοσιευμένων άρθρων αποδεικνύονται συστηματικά άκαρπες.
Ακόμα όμως και στην περίπτωση ενός ιδανικού κριτή, υπάρχει πάντα ένας ανθρώπινος, πολύ ανθρώπινος παράγοντας. Τα όποια μαθηματικά αποδεικνύουν τις όποιες αλήθειες ενός επιστημονικού άρθρου σπανίως έχουν την απλή και προφανή μορφή που διδασκόμαστε στα σχολεία και στις σχολές. Το να εντοπιστεί ένα λάθος σε μια απόδειξη μπορεί να απαιτεί εξαιρετικά επίπονη εργασία κι ένα πολύ διεισδυτικό μάτι. Κι αν ακόμα και μια μαθηματική απόδειξη συναντάει τέτοιες δυσκολίες στην αξιολόγησή του καθαρά τεχνικού περιεχομένου της, η αξιολόγηση της όποιας εν τέλει χρησιμότητάς της ή και της ομορφιάς της είναι κάτι που απλώς δεν μπορεί να κριθεί με τεχνικά αντικειμενικό τρόπο.
Οδηγούν όλες οι παραπάνω παρατηρήσεις αναγκαστικά σε έναν απόλυτο σχετικισμό όπου όλες οι κρίσεις θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται ως ισοσθενείς, εφόσον καμμία βεβαιότητα εγκυρότητας δεν μπορεί να υπάρξει; Όχι απαραίτητα. Υπενθυμίζουν, παρ’ όλα αυτά, ότι η παραγωγή της επιστημονικής γνώσης δεν λαμβάνει χώρα εν κενώ, όπως ίσως φαντασιώνουν αρκετοί από τους εμπλεκόμενους επιστήμονες. Η επιστημονική γνώση αποτελεί και αυτή κοινωνικό προϊόν. Παράγεται από υποκείμενα που έχουν τη δική τους ιδιαίτερη θέση εντός μίας κοινωνίας, με τις δικές του αξίες ή ακόμα και συμφέροντα. Η «εγκυρότητα» της όποιας νέας γνώσης, επομένως, κρίνεται σε πολλαπλά επίπεδα, πέραν του αυστηρά λογικο-εμπειρικού. Και για να γυρίσουμε στο θέμα της εκπαίδευσης με το οποίο ξεκινήσαμε. Δεν είναι μεμπτό να εκπαιδεύονται οι μαθητές και οι φοιτητές σε κάποιο ιδεώδες για τη γνώση. Όταν όμως επί χρόνια εκπαιδεύονται κατ’ αυτόν τον τρόπο, χωρίς ποτέ να έχουν συναίσθηση της πιο πεζής πραγματικότητας, τότε δεν πρόκειται για εκπαίδευση σε ένα ιδεώδες, αλλά σε μια ιδεολογία. Και οι πιο «βέβαιες» επιστημονικές γνώσεις χρειάζονται τον προσηλυτισμό τους, απ’ ό,τι φαίνεται.
~.~
1 Πρόκειται για μία πρακτική που δεν υπήρξε ανέκαθεν κομμάτι της επιστημονικής έρευνας. Υπάρχει και ένα σχετικό ανέκδοτο με πρωταγωνιστή τον Αϊνστάιν. Κάποτε κατέθεσε ένα άρθρο του σε ένα περιοδικό, ο αρχισυντάκτης του οποίου αποφάσισε να το περάσει από διαδικασία κρίσης, αποστέλλοντάς το σε εξωτερικούς κριτές. Όταν ο Αϊνστάιν το πληροφορήθηκε αυτό, εξεμάνη, καθώς θεώρησε απαράδεκτο να βλέπουν τρίτα μάτια την εργασία του, χωρίς την άδειά του. Έκτοτε, δεν κατέθεσε ξανά άλλο άρθρο στο συγκεκριμένο περιοδικό.
~.~
Βλ. ακόμη στο ΝΠ
-
Ξάνθος Μαϊντάς: Φυσική, η επιστήμη που αρνείται τον εαυτό της
-
Ι. Ιωαννίδης, Ξ. Μαϊντάς, Κ. Μελάς: Η επιστήμη σήμερα
-
Κώστας Μελάς: Η παραγωγή του οικονομικού ειδέναι
-
Άγγελος Χρυσόγελος: Πανδημία, εμβόλια, επιστήμη – Το νέο ρήγμα
-
Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ: Μια επιστήμη εντελώς μυστήρια
-
Ιωάννα Τσιβάκου, «Η κοινωνιολογία έχει αλωθεί από τη λειτουργική οπτική»
~.~
*
*
*
