Month: Φεβρουαρίου 2024

Ξενάγηση στο ποιητικό εργαστήρι του Γιώργη Μανουσάκη

*

της ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗ

Τί θὰ μείνει στὸ σπίτι ἀπὸ μένα
ὅταν θά ’χω φύγει γι’ ἀντίπερα;
 
διερωτάται ο ποιητής στο ποίημά του «Κατάλοιπα ζωῆς».

Ο ίσκιος, η ματιά, τα όνειρα, οι επίμονοι φόβοι, η σιγανή φωνή δεν είναι τα μόνα και κυρίαρχα κατάλοιπά του στο σπίτι, όπως έγραφε. Μετά το θάνατό του, όταν χώθηκα στο αρχείο του για να το καταγράψω και να ταξινομήσω ό,τι είχε προκύψει από το γράψιμο που τον είχε απορροφήσει τόσα χρόνια, βρέθηκα μπροστά σ’ ένα πλήθος χειρόγραφων κειμένων, ποιητικών και μη, από τα οποία λίγα είχαν ενταχθεί στα βιβλία του

Έδωσα τότε μυστικά την υπόσχεση στον ποιητή και στους αναγνώστες τού έργου του ότι δεν θα αφήσω να επαληθευτεί ο φόβος του ότι «ο άνεμος του χρόνου θα σαρώσει» «τα συντρίμμια των στίχων» του, όπως είχε γράψει το 1976 στο ποίημα «[Ἂν φύτεψα…]», που ακούστηκε. Η ύπαρξη αυτών των καταλοίπων αποτελούσε και αποτελεί για μένα ἕνα βαρύ καθήκον με πολλαπλές διαστάσεις.

Ο Μανουσάκης ως δημιουργός που ζούσε και έγραφε στην επαρχία νόμιζε πως είχε ασθενική ποιητική φωνή με περιορισμένη απήχηση. Γι’ αυτό πότε πότε σκεφτόταν πως ήταν μάταιο να επιμένει να γράφει. Όμως το γράψιμο ήταν για κείνον το οξυγόνο που τον βοηθούσε να ζει, ήταν η ψυχική λύτρωση από την υπαρξιακή αγωνία, ήταν συγχρόνως και «μια δημόσια εξομολόγηση “εκ βαθέων”,[1] που γεφύρωνε το χάσμα μεταξύ του ίδιου και των άλλων. Ακόμη κι όταν η φθορά του σώματος είχε αρχίσει να απειλεί την ζωή του, το γράψιμο ήταν ο μοναδικός λόγος ὕπαρξης, όπως είχε πει στην τελευταία συνέντευξή του το Νοέμβρη του 2007, (περισσότερα…)

«Η υποκειμενική αλήθεια είναι πιο βαθιά από την αλήθεια του ορθού λόγου»

*

Η συνομιλία αυτή του ποιητή Γιώργη Μανουσάκη με τον φιλόλογο και συγγραφέα Σταύρο Γ. Καλαϊτζόγλου καταγράφηκε τον Μάρτιο του 2004. Μέρος της δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Χανιώτικα Νέα. Εδώ δημοσιεύεται για πρώτη φορά χωρίς περικοπές με αφορμή το συνέδριο που διοργανώνεται για τον Μανουσάκη στο Πνευματικό Κέντρο Χανίων το διήμερο 9 και 10 Φεβρουαρίου 2024. Θα ακολουθήσει αύριο το μελέτημα της Αγγελικής Καραθανάση «Ξενάγηση στο ποιητικό εργαστήρι του Γιώργη Μανουσάκη».

~.~ 

–Τι σημαίνει ποιητική έμπνευση για σας;

–Να έχεις την ικανότητα ν’ ακούς την ομιλία των ανθρώπων και των πραγμάτων. Όχι την καθημερινή φλυαρία τους αλλά τις μυστικές φωνές τους, αυτές που τις εκπέμπουν σε μιαν άλλη συχνότητα. Αν έχεις την ικανότητα και την κατάλληλη εξάσκηση να συλλαμβάνεις αυτά τα μηνύματα κι είσαι έτοιμος να τα δεχτείς τη στιγμή που διαχέονται στον αέρα, τότε βρίσκεσαι, εκείνη την ώρα, σε ποιητική έμπνευση.

–Ναι, αλλά σε ένα ποίημα πόσο ρόλο παίζει το ταλέντο και πόσο η «θεία χάριτι» γραφή;

–Το ταλέντο το δημιουργεί, σ’ ένα μεγάλο ποσοστό, η επίμονη κι επίμοχθη δουλειά, το σχίσιμο και το ξαναγράψιμο των ποιημάτων. Επόμενο είναι πως πρέπει να ’χουν προηγηθεί τα χρόνια μαθητείας, με ταπεινοσύνη και δεκτικότητα, στο έργο παλιότερων και νεότερων ποιητών. Δεν ξέρω αν επεμβαίνει η «θεία χάρις» στη δημιουργία του ταλέντου. Ίσως να παίζουν το ρόλο τους κάποια κληρονομημένα γονίδια (για να μεταχειριστούμε τους όρους της σύγχρονης επιστήμης). (περισσότερα…)

Ελένη

*

Με τη Λίζυ Λασσιθιωτάκη [1946-2024] «Ενοχλώντας το σύμπαν» [1990-1992]. Αποχαιρετισμός

Τόπος: «Brazilian». Χρόνος: Νοέμβριος 1989. Με το Νίκο Καρούζο. Πίνοντας καφέ συζητώντας και χαζεύοντας τη Βουκουρεστίου. Συλλαμβάνω μια αστραπή να με τυφλώνει έξω απ’ το τζάμι. Γυρίζω στο Ν.: «Ν., κοίταξε αυτή τη γυναίκα που περνάει! Είναι ασύλληπτη!» «Πράγματι, πολύ ωραία γυναίκα», μου κάνει ο Ν. αδιάφορα. Την αιχμαλωτίζω. Τόπος: «Μικρό μπαρ». Χρόνος: 17 Φεβρουαρίου 1990. Εισέρχομαι νύχτα. Ο Ν. κάθεται στο κεντρικό τραπέζι με μια μικρή παρέα αγνώστων. [Ήσουν με τη Σοφία.] Τη βλέπω: είναι εκεί, στην παρέα. Είναι αυτή. Ελάχιστες φορές έχω χάσει την ψυχραιμία μου σε συμβάντα του είδους θαύμα. Θα μπορούσα να δω τον Ιησού χωρίς πανικό ή ταραχή ή να πέσω στα γόνατα. Χαιρετάω το Ν., αλλά δεν υπάρχει χώρος να κάτσω και ακουμπάω στο μπαρ, σε απόσταση δύο μέτρων. Κοιταζόμαστε. Σε λίγο ο Ν. μού απευθύνεται: «Θ., να σου συστήσω τη φίλη μου τη Λίζυ που θέλει να σε γνωρίσει!». [Του είχες πει, όπως μου αποκάλυψες λίγο αργότερα, τι έξυπνο πρόσωπο, γνώρισέ μου τον – ζητάω συγνώμη από τους αναγνώστες.] Με συστήνει. Ο Ν. με τη Λ. έχουν γνωριστεί μόλις πριν από δύο ώρες αλλά μιλούν και επικοινωνούν σα να γνωρίζονται χρόνια. Ένας από τους άγνωστους σηκώνεται και μου λέει: «Καθίστε». Κάθομαι. Μπαίνω στ’ όνειρο. Δεν έχουν περάσει δέκα λεπτά και τους αφήνουμε, σηκωνόμαστε και καθόμαστε στο μπαρ οι δυο μας. Στις τέσσερις το πρωί η Λ. με προσκαλεί στο σπίτι της για ένα τελευταίο ποτό. Αναστασίου Τσόχα 18-20, 5ος όροφος. Σε τρεις ώρες ξημερώνει Σάββατο. Επιστρέφω στο σπίτι μου τη Δευτέρα το απόγευμα. Υπήρξαμε: Βασιλίσσης Σοφίας, Η ναυτία, Το Είναι και πέρα απ’ αυτό τίποτ’ άλλο», Player’s, «Εκολλήθη η ψυχή μου οπίσω σου» – Ψαλμός ΞΒ΄, το Βερολίνο που άφησα πίσω μου, ακυρώνοντας κάθε βδομάδα τα αεροπορικά εισιτήρια και ορίζοντας νέα ημερομηνία μέχρι που τέλος! Silk Cut, «Φλόκας», Δημητρίου Σούτσου, Hypnosedon, 6468658, Πλατεία Μαβίλη [ο ανδρικός πληθυσμός όλων των ηλικιών της πλατείας με μίσησε, πλην του Αλέξανδρου, του Λώρα και του Τζώρτζη, σταμάτησαν ξαφνικά να μου μιλούν, να με συναναστρέφονται – ένας με περίμενε μια νύχτα για να με χτυπήσει, δεν με πέτυχε], «Η αφήγηση είναι πάντα η άλλη πλευρά του βιώματος, αυτή απ’ την οποία απουσιάζει το βίωμα», Baltazar, Michel Serres, Κολωνάκι, Με τον Σαρτρ, Αίγινα, «Ζήλια, τη φώναξα ένα βράδυ», Η ιστορία της μουσικής, «Λώρας» [Δεν έγινα σαν τους αλκοολικούς του «Λώρα», όπως φοβόσουν και με ξόρκιζες χτυπώντας με στο στήθος – το διαπίστωσες άλλωστε μέσα στα χρόνια], Δάφνος, “Fazz”, [μια νύχτα μας έδωσαν βραβείο καλύτερου χορευτικού ζευγαριού, το βραβείο ήταν μια πολαρόιντ (την κράτησες) την ώρα που χορεύαμε, στο περιθώριο είχαν γράψει,: «Να είστε πάντα έτσι!», με θαυμαστικό (δεν περάσαμε ποτέ από face control είχαμε πάντα το τραπέζι μας), «Αυτό που θέλω να καταλάβεις, καλό μου αντικείμενο, είναι πως οτιδήποτε υπάρχει εκ-στατικά είναι αυτόματα καταδικασμένο να μην “υπάρχει”. Εδώ θα πρέπει, μ’ άλλα λόγια, ν’ αναζητήσουμε την ποίηση της ύπαρξης καθώς και την καταδίκη της. Πρόκειται για μια παρ-ουσία που δεν επαρκεί στον εαυτό της (αλλιώς θα ’ταν μια απλή υποκειμενική εποπτεία) ριγμένη πάντα έξω, στον κόσμο, σε διαρκή αναζήτηση μιας αδύνατης σύμπτωσης με τα πράγματα του κόσμου και τον εαυτό της, αφού η ταύτισή της μαζί τους θα σήμαινε, και στις δύο περιπτώσεις, τη μετατροπή της σε πράγμα (καθ’ εαυτό). Η ταυτότητά της επομένως ορίζεται απ’ την αδυνατότητά της να υπάρξει παρά ως δυαδικότητα, σε συνεχή μηδενοποίηση του ταυτόσημου προς χάριν της διαφοράς, αυτού δηλαδή που την αποσπά απ’ τη στείρα προσομοίωση με τον εαυτό της για να την εκτοξεύσει στο σύμπαν», Νοσταλγία, στις 28 Σεπτεμβρίου πεθαίνει ο Ν., το βράδυ μ’ έψαχνες, είχαμε μόλις γυρίσει από το Νάυπλιο με τον Τάσο, μου τηλεφώνησες στο μπαρ του Τζώρτζη, ήλθαμε στο σπίτι σου και ήπιαμε μέχρι το πρωί, Σέριφος, Τέσσερα Κουαρτέτα, πάντα ο Έλιοτ, ας τον γράψω στα ελληνικά, σου άρεσε να μου διαβάζεις Έλιοτ στ’ αγγλικά, Κύθνος, Η απόλαυση του κειμένου, «Μικρό μπαρ», “Hotel Brown”, Leo Ferre, Avec le temps, κοριτσάκι μου, Το είναι και το μηδέν, Κωστής Παπαγιώργης, «Τα μεγαλύτερα γεγονότα δεν είναι οι θορυβωδέστερες, μα οι σιωπηλότερες ώρες μας» – Nietszche, Chanel No 5, διέγερση έως εσχάτων, David Bowie, κανείς δεν ξέρει ότι κάνεις ένα πέρασμα ως κοριτσάκι στο Ζορμπά του Κακογιάννη, Κωστής Σαλιάρης-Δευτέρα Δημοτικού, Μαρίκα, Λεωφόρος Αλεξάνδρας, Ο ηλίθιος της οικογένειας, αυτόματος τηλεφωνητής («Θέλω να ξέρεις ότι είσαι πολύ, πολύ παρών στη ζωή μου»), αγάπη μου, κομμωτήριο «Άγγελος», Jameson, «Περδικιώτικα», Lacan, Gin&Tonic, Μάριος Μαρκίδης, λίθιο, «Καλογήρου», η τρέλα μας με τα παπούτσια, στριπτιζ, Ο υπαρξισμός είναι ένας ανθρωπισμός, “Zonar’s”, οδός Μαρωνείας, θυρωρός, αν μπορούσαν θα μας πετούσαν πέτρες οπουδήποτε, πλην του “GB Corner”, ο μπάρμαν μάς έβλεπε να φιλιόμαστε και έλεγε, «Αφού είστε φίλοι του Μάνου Χατζιδάκι…», έπαιρνες τα χείλη σου απ’ τα χείλη μου και πεταγόσουν, «Αυτός! Εγώ είμαι φίλη του Μίκη Θεοδωράκη!», Ο βαθμός μηδέν της γραφής, Francis Bacon, άμβλωση, “The Hill”, εξαδέλφη Σοφία, αδελφός Μανώλης, Η ιστορία της τρέλας, Τάσος Δενέγρης, “Decadence”, [Μακάρι να μπορούσα να σου πάρω τη μανία], Το τελευταίο ταγκό στο Παρίσι, Tanita Tikaram, Twist in my sobriety, ήσουν, είσαι και θα είσαι ο άξονάς μου, ο λάκκος μου, «πού σου θάνατε, τον κέντρον, πού ΄σου, άδη, το νίκος»; Adieu, mon amour. Βροχή βροχή βροχή φτύνω αίμα

ΘΑΝΟΣ ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΣ

*

*

Μιχαήλ Χωνιάτης, Τὸ χαμένο μεγαλεῖο τῆς Ἀθήνας

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

Ο Μιχαήλ Χωνιάτης, συγγραφέας και μητροπολίτης Αθηνών (1182-1204), αυτάδελφος του γνωστού ιστορικού Νικήτα, γεννήθηκε το 1138 στις Χώνες της Μικράς Ασίας, εξ ού και η επωνυμία τους άλλωστε, και ήταν μαθητής του Ευστάθιου Θεσσαλονίκης. Υπερασπίστηκε την Αθήνα κατά την πολιορκία της πόλης από τον Λέοντα Σγουρό και κατά την Λατινοκρατία κατέφυγε στην Κέα και αργότερα στη μονή Προδρόμου στη Βουδονίτσα της Λοκρίδας (κοντά στις Θερμοπύλες), όπου και εκμέτρησε το ζην γύρω στα 1222. Σθεναρός πολέμιος της αστικής αριστοκρατίας την επέκρινε για την αδιαφορία της προς την τύχη των επαρχιών. Όπως σημειώνει ο Καζντάν, ο Μιχαήλ ανήκε στους σπάνιους εκείνους συγγραφείς που ξέφυγαν από τις τυπικές συμβάσεις και μας παρέδωσε ζωντανές εικόνες και περιγραφές, αναπτύσσοντας μάλιστα τις παρομοιώσεις και τις μεταφορές του σε ολοκληρωμένες παραστατικές αφηγήσεις. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο ποίημα –ένα από τα ελάχιστα που συνέγραψε– που έχει αποδώσει ο Δημοσθένης Κούρτοβικ (τον οποίο θερμώς ευχαριστώ για την άδεια αναδημοσίευσης εδώ) και μιλά για το χαμένο παρελθόν της πόλης της Αθήνας. Της πόλης της οποίας ήταν μητροπολίτης, γνώριζε και θαύμαζε το ένδοξο παρελθόν της, και προσπάθησε με αυτή την ελεγεία να εκφράσει την αγάπη του για την χαμένη πια ομορφιά της, σαν ερωτευμένος που στερείται το ζωντανό πρόσωπο της αγαπημένης του και την αντικρίζει μόνο μέσα από τη μεσολάβηση μιας εικόνας. Του Μιχαήλ Χωνιάτη σώζονται και δυο τοιχογραφίες από τα μέσα του 13ου αιώνα από τα περίχωρα των Αθηνών (Καλύβια Αττικής και Πεντέλη), που φανερώνουν μάλιστα ότι θεωρούνταν άγιος ήδη σχεδόν αμέσως μετά τον θάνατό του.

~•~ (περισσότερα…)

Κότες, άνθρωποι, χοίροι: Για το Poor Things

*

του ΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΑΚΗ

Το Poor Things είναι μια ταινία σε σενάριο του Αυστραλού Τόνυ ΜακΝαμάρα, βασισμένη στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Άλασνταιρ Γκραίυ, το οποίο κυκλοφόρησε το 1992. Στην Ελλάδα προκάλεσε, και ακόμα προκαλεί, δεκάδες αποκρίσεις των κριτικών και του κοινού, προερχόμενες μάλιστα από κάθε ιδεολογική σκοπιά. Οπωσδήποτε, τούτη η μαζικότητα πυροδοτήθηκε κατά πολύ όχι από το ίδιο το περιεχόμενο της ταινίας, όσο από την ελληνική καταγωγή του σκηνοθέτη Γιώργου Λάνθιμου. Ωστόσο, οι ζωηρές, κι ενίοτε αφοριστικές, αντιδράσεις δεν θα έβρισκαν γόνιμο έδαφος να σταθούν αν και το ίδιο το περιεχόμενο της ταινίας δεν προσφερόταν για πολιτικές και κοσμοθεωρητικές αποφάνσεις, ενστάσεις και διερευνήσεις.

Κατά τη γνώμη μου, πρόκειται για ένα αριστοτεχνικό έργο το οποίο ξεχειλίζει από δημιουργική ευφορία, όπως σχολίασε ο Κώστας Κωστάκος στο ελculture. Από τις πρώτες κιόλας σκηνές, ο θεατής έχει να θαυμάσει κάτι το εικαστικά ξεχωριστό. Το CGI ουδέποτε προσπαθεί να ομοιάσει στην πραγματικότητα, αλλά να δημιουργήσει έναν μαγικό ψευδοβικτωριανό κόσμο γεμάτο steampunk αναφορές. Συνεργεί, δε, με το πλούσιο mise-en-scène και τις υπερευρυγώνιες λήψεις του σκηνοθέτη κι έτσι αναδύεται μια ατμόσφαιρα από την οποία διόλου δεν λείπει το art nouveau και το arts & crafts. Ωστόσο, το κύριο ενδιαφέρον του Poor Things βρίσκεται στην ίδια την ιστορία που πιάνει ν’ αφηγηθεί.

Κάθε αφήγηση παίρνει τη συχνά θολή πραγματικότητα και τη δομεί με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Κι αυτή είναι μια αλήθεια συνεχώς επανερχόμενη και, πιθανότατα, πανανθρώπινη. Ήδη ο Άμλετ του Σαίξπηρ αποφαίνεται πως σκοπός της τέχνης, «πάντοτε και τώρα, ήταν και είναι, να βαστάει ας πούμε τον καθρέφτη μπροστά στη φύση· να φτιάχνει την αγνότητα κατά το δικό της το σχήμα, τη ντροπή κατά τη δική της την εικόνα, και να δίνει την αληθινή ηλικία και τη σωματική διάπλαση της εποχής, τη μορφή και το αποτύπωμά της» (Πράξη 3, σκηνή 2). Πλάι στις σαιξπηρικές παρατηρήσεις, να προσθέσουμε και μια περισσότερο πρόσφατη. Το 1965, στη μελέτη του για τους πεζογράφους του 19ου αιώνα, ο Τζόζεφ Χίλλις Μίλλερ έγραφε ευσύνοπτα ότι «ένα έργο λογοτεχνίας είναι μια πράξη μέσω της οποίας ένας νους καταλαμβάνει τον χώρο, τον χρόνο, τη φύση ή άλλους νόες». Κι αν έτσι έχει το πράμα για τη λογοτεχνία, έτσι έχει και για το σινεμά. Δομώντας την πραγματικότητα, η τέχνη μεταβολίζει από τα πιο μεγάλα έως τα πιο μικρά, από τις εσχατιές του χώρου και του χρόνου έως τις μύχιες διεργασίες του νου. Το ίδιο ισχύει και για την ταινία του ΜακΝαμάρα και του Λάνθιμου. Μα, ας παρατηρήσουμε πρώτα πως, στη μεγάλη εικόνα, το Poor Things μάς δίνει μια σαφή χρονοτοπική δομή: σπίτι – ταξίδι – σπίτι. Ας πιάσουμε αυτό το νήμα. (περισσότερα…)

«Πατροθεσία» όπως τεκνοθεσία

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

Κάθε ταινία με πρωταγωνιστές παιδιά δεν είναι οπωσδήποτε και μια ταινία για την παιδική ηλικία. Τι σημαίνει άλλωστε παιδική ηλικία; Είναι ίδια ενός παιδιού στη Δυτική Ευρώπη και ενός παιδιού στην υποσαχάρια Αφρική; Η έννοια είναι μάλλον μια καταχρηστική γενίκευση που έχει πάρει κάποιες ακραίες διαστάσεις κατά τον τελευταίο αιώνα και είναι, βέβαια, κατασκεύασμα των ενηλίκων. Το βλέμμα τους πέφτει χαϊδευτικά πάνω στα παιδιά, προστατευτικά, τα ανάγει σε μιαν απόλυτη αξία, σε έναν «χρυσό αιώνα» της δικής τους ηλικιακής τροχιάς. Τα ίδια τα παιδιά εσωτερικεύουν αυτό το βλέμμα και διεκδικούν επιτακτικά πολλές φορές την «παιδικότητά» τους. Μια παιδικότητα που κολακεύει τον ναρκισσισμό των ενηλίκων, καθώς τα θωπεύουν, με όλες τις σημασίες του όρου, έχοντας έτσι την εγγύηση ότι δεν θα παλινδρομήσουν και δεν θα απολέσουν την, κοπιωδώς κεκτημένη, ωριμότητά τους. Υπάρχουν ίσως τόσες παιδικές ηλικίες όσες και παιδιά.

Με μιαν από αυτές τις παιδικές ηλικίες έρχεται αντιμέτωπη και η Σαρλότ Ρήγκαν στην ταινία της Το Αλάνι. Μια ηλικία άγρια καθότι η ηρωίδα έχει χάσει τη μητέρα της, ζει χωρίς τον πατέρα της, είναι μόνη στο σπίτι, διατρέχοντας συνεχώς τον κίνδυνο να τεθεί υπό την κηδεμονία της Κοινωνικής Πρόνοιας, και είναι μόλις δώδεκα χρόνων. Είναι άγρια διότι η ηρωίδα έχει υπερβεί ήδη το όριο της νομιμότητας, κλέβοντας κυρίως ποδήλατα, κι αυτό δίνεται από τη σκηνοθέτιδα και βιώνεται από την ηρωίδα σαν να είναι κάτι απλό και φυσικό, σαν μια δραστηριότητα που η ίδια καταλαβαίνει ότι διώκεται μεν από τον νόμο, αλλά που εντάσσεται σε ένα κανονικό ρυθμό ζωής και επιβίωσης στο ζωτικό της περιβάλλον. Αυτό δεν θα αλλάξει ακόμη κι όταν εμφανισθεί ο πατέρας της μικρής ηρωίδας, που ναι μεν θα διαπιστώσει ότι το ποδήλατο της κόρης του είναι κλεμμένο, αλλά δεν θα διστάσει να αποπειραθεί να κλέψει μαζί της κάποιο άλλο.

Η «παιδικότητα» της ηρωίδας, της Τζόρτζι, δεν οδεύει επομένως στην πεπατημένη. Όταν εμφανισθεί ο πατέρας της, μετά τον θάνατο της μητέρας της, η συμπεριφορά της δεν θα είναι καθόλου ενός παιδιού, που έστω έχει ένα κενό της πατρικής φιγούρας. Θα είναι σκληρή απέναντι σε έναν πατέρα, που, από τη μεριά του, δεν θα της χαριστεί εξίσου και δεν θα αντιμετωπίσει με συγκατάβαση την παιδική της απόρριψη. Αυτός θα μπει και θα εγκατασταθεί στο σπίτι σχεδόν εκβιαστικά, επισείοντας τον μπαμπούλα της Κοινωνικής Πρόνοιας. Καμιά οιδιπόδεια έλλειψη λοιπόν για το κορίτσι, αλλά μια ακύρωση του Οιδίποδα, που αντισταθμίζεται με την προσκόλληση σε μια φαλλική μητέρα. (περισσότερα…)

Τα ιδιωτικά πανεπιστήμια κερκόπορτα του γουοκισμού;

*

της ΙΩΑΝΝΑΣ ΤΣΙΒΑΚΟΥ

Η συζήτηση που αναπτύχθηκε γύρω από το νομοσχέδιο για τα ομόφυλα ζευγάρια έφερε και στην Ελλάδα έναν προβληματισμό, που έχει ήδη αναπτυχθεί στις δυτικοευρωπαϊκές χώρες, σχετικά με το κίνημα woke, ήτοι το κίνημα των «αφυπνισμένων». Πρόκειται για ιδεολογικό ρεύμα που βρήκε πρόσφορο έδαφος για να αναπτυχθεί στις ΗΠΑ και ιδίως στα τμήματα σπουδών φύλου ή φυλής, μετά την έκπτωση των δυτικο-ευρωπαϊκών  αξιών και την εκτίναξη του μηδενισμού.  Η αριστερή αμερικανική διανόηση, με επί κεφαλής το γυναικείο κίνημα, εξαρτημένη στο παρελθόν σε μεγάλο βαθμό από την αντίστοιχη ευρωπαϊκή, αφού αγκάλιασε και εν πολλοίς παραποίησε τον γαλλικό αποδομισμό και μεταδομισμό, βρήκε στις μέρες μας πρόσφορο έδαφος για να ανεξαρτητοποιηθεί από τον ευρωπαϊκό πολιτισμό, στρεφόμενη προς τα ατομικά δικαιώματα των μειοψηφιών.

Σήμερα, στις ΗΠΑ, το κίνημα του γουοκισμού το έχει προσεταιριστεί το Δημοκρατικό κόμμα ενώ το αντιμάχεται το Ρεπουμπλικανικό, με αποτέλεσμα το πρώτο να ανεμίζει τη σημαία της προόδου, μιλώντας για πολιτική ορθότητα και για υπεράσπιση των δικαιωμάτων όσων ατόμων έχουν επί αιώνες υποφέρει από την εξουσία του «λευκού άντρα», όπως αυτή έχει αποτυπωθεί σε κείμενα και έργα τέχνης που μας κληροδότησε ο αρχαίος ελληνικός και ρωμαϊκός πολιτισμός, η Αναγέννηση και ο Διαφωτισμός. Κάθε νόημα, κάθε έννοια, ακόμη και κάθε λέξη ή έργο τέχνης που ριζώνει σε αυτούς τους πολιτισμούς, γίνεται όχι μόνο σημείο αντιπαράθεσης, αλλά σημείο εκδίωξης και περιφρόνησης από τους υπερασπιστές του γουοκισμού. Ο «λευκός άντρας» είναι ο εχθρός και η αναφορά οποιουδήποτε διανοούμενου, καθηγητή ή καλλιτέχνη σε κάποιο μεγάλο στοχαστή που υπήρξε «λευκός άντρας» (π.χ., στον Αριστοτέλη, στον Κικέρωνα, στον Σαίξπηρ, στον Καντ, στον Δαρβίνο, και πάει λέγοντας), κινητοποιεί έντονες αντιδράσεις με κύριο σκοπό τη φίμωσή του.  Το κίνημα των «αφυπνισμένων» θέτει σε κάθε αντιφρονούντα το σημάδι του αποσυνάγωγου, όπως παλιά ο ναζισμός έθετε το άστρο του Δαυίδ στους Εβραίους.

Ο γουοκισμός δεν σταματά εδώ. Από κίνημα εναντίον των κοινωνικών διακρίσεων έγινε κίνημα εναντίον κάθε διαφοράς, και ιδίως των βιολογικών διαφορών. Δεν υπάρχει φύλο, δεν υπάρχουν βιολογικά φαινόμενα, δεν υπάρχει άρρεν και θήλυ, αφού όλα είναι πολιτισμικές κατασκευές. Υπό το πρόσχημα της καταργήσεως των διακρίσεων, έφθασε στην κατάργηση των διαφορών, ακόμη και των βιολογικών, εξ ου και η νομιμοποίηση της παρένθετης κύησης όχι μόνο για ιατρικούς λόγους.  Ο ολοκληρωτισμός του  λέγειν και πράττειν του γουοκισμού προσελκύει μέρος της νεολαίας της Δύσης, το οποίο, ελλείψει άλλων ιδανικών, σπεύδει να καταγγείλει με βιαιότητα κάθε πολιτισμική δημοκρατική κατάκτηση που θέσπισε την ελευθερία του δυτικού «λευκού άντρα» εις βάρος όσων απέκλιναν βιολογικά, ενώ αφήνει στο απυρόβλητο της κριτικής του τη διαφορά καπιταλιστή-εργαζομένου, εξ ου και ο εναγκαλισμός του γουοκισμού από τις μεγάλες εταιρείες του διαδικτύου. (περισσότερα…)

Ο εκστατικός λόγος του μύθου

*

της ΛΙΛΑΣ ΤΡΟΥΛΙΝΟΥ

Νίκος Ξένιος, Αλλοτεκοίτη:
Εκεί που χάθηκε η βλάστηση,
Κριτική, 2023

Διαβάζοντας τον τίτλο του νέου μυθιστορήματος του Νίκου Ξένιου Αλλοτεκοίτη, αισθάνεσαι αμέσως ένα είδος παραξενέματος, που επιτείνεται από την αίσθηση του δυσοίωνου που προκαλεί ο υπότιτλος Εκεί που χάθηκε η βλάστηση. Με μια πρώτη ματιά πρόκειται για μια δυστοπική ιστορία που αφορά το μέλλον και μας δείχνει την δυσάρεστη τροπή που θα πάρει μια ήδη υπάρχουσα ανυπόφορη κατάσταση, όμως καθώς το παρόν της αφήγησης τοποθετείται στο πολύ κοντινό 2050, με δύο αναδρομές στο παρελθόν, στο 2011 αλλά και στον 19ο αιώνα, παρόν και μέλλον αναμειγνύονται και η διαφορά τους σχεδόν καταργείται. Ιδιαίτερη σημασία έχει και το πού, ο τόπος, εκεί όπου έχει χαθεί η βλάστηση, που εύκολα μπορούμε να τον ταυτίσουμε με τον Θεσσαλικό Κάμπο, μία άλλοτε-κοίτη, που πριν ένα χρόνο με τις πλημμύρες ξανάγινε θάλασσα, κοίτη ποταμού ή λιμνοθάλασσας, όπως ήταν στα αρχαία χρόνια, με τα επιβλητικά Μετέωρα να ορθώνονται μέσα στην αχλύ της περήφανης μοναξιάς τους.

Στην ιστορία μας, στη θέση ενός ξεραμένου ποταμού χτίζεται μια πόλη, η Αλλοτεκοίτη, ενώ η κάποτε εύφορη, καλλιεργήσιμη κοιλάδα έχει καταντήσει άνυδρη έρημος, τα χωριά έχουν συρρικνωθεί και όσοι νοσταλγούν το πράσινο καταδιώκονται, και έχουν αποσυρθεί σε οικισμούς στα κορφοβούνια της Μάβρης, που δεν υπολείπονται σε αγριότητα από τα γνωστά μας Μετέωρα, ακολουθώντας, θα λέγαμε, την παράδοση των ανταρτών, που καταφεύγουν στις απάτητες βουνοκορφές, προσπαθώντας να σπείρουν τον σπόρο της εξέγερσης και στους υπόλοιπους. Στην εξουσία βρίσκεται το κόμμα «Νέοι Δρόμοι για τον Λαό», που επιβάλλει ένα απολυταρχικό καθεστώς που διαχειρίζεται με άθλιο τρόπο το περιβάλλον, καταστρέφοντας τη γη βιολογικά, χημικά και μορφολογικά, ένα αυταρχικό καθεστώς, όπου όλοι είναι υποταγμένοι στις τεχνοκρατικές και γραφειοκρατικές δομές του, με αποτέλεσμα τη στέρηση των πολιτικών ελευθεριών και αβάστακτες συνθήκες διαβίωσης. (περισσότερα…)

Τα δικαιώματα του χθες και του σήμερα

*

του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΥ

Ο χρόνος κυλά και το ρεύμα του παρασύρει τις παλιές σημασίες και μαζί με τα νέα συστήματα ιδεών αφήνει να αναδυθούν στην επιφάνεια καινούργιες. Τα «δικαιώματα του Θεού» έδωσαν τη θέση τους στα «ατομικά δικαιώματα του ανθρώπου», το ουσιοκρατικό «κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν» της Εκκλησίας των πιστών το διαδέχθηκε ο φυσιοκρατικός υπαρξισμός της μονάδας. Εντούτοις στην Ελλάδα τα προνεωτερικά δικαιώματα αρνήθηκαν να χαθούν στη λήθη της Ιστορίας για χάρη των νεωτερικών αντιπάλων τους. Η κραταιή παράδοση συνυπάρχει, άλλοτε με όρους δημιουργικής αλληλεπίδρασης και άλλοτε σε συνθήκες σφοδρής σύγκρουσης, μέσα στον νου των Νεοελλήνων. Πώς μπορούμε να μιλάμε για οποιοδήποτε φλέγον κοινωνικό ζήτημα όταν δεν λαμβάνουμε υπόψη ότι η σύγχρονη ελληνική σκέψη μοιάζει στην καλύτερη περίπτωση με χωνευτήρι, συνηθέστερα όμως με πεδίο μάχης;

Μα πρώτα από όλα ἡ τῶν ὀνομάτων ἐπίσκεψις: Ο Ψαλμός 118 στην Παλαιά Διαθήκη αποτυπώνει ποιητικά την αγωνιώδη προσπάθεια του πιστού να φανεί αντάξιος των δικαιωμάτων του Θεού (5: ὄφελον κατευθυνθείησαν αἱ ὁδοί μου τοῦ φυλάξασθαι τὰ δικαιώματά σου· 8: τὰ δικαιώματά σου φυλάξω· 12: δίδαξόν με τὰ δικαιώματά σου κλπ.). Η λέξη υποδηλώνει εδώ τις προσταγές του Θεού στον άνθρωπο, μιλάμε άρα για την υποχρέωση που έχει το δημιούργημα απέναντι στον Δημιουργό του. Ωστόσο, το γεγονός της Πτώσης περιπλέκει τα πράγματα και βρίσκει τελικά τον άνθρωπο σε έναν συνεχή αγώνα για να υπερβεί την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει στην παρούσα ζωή, με σκοπό την επάνοδο του στην πρότερη συνθήκη του, ως κοινωνού του θεϊκού σχεδίου. Τα δικαιώματα της νεωτερικότητας δεν είναι τέτοιου είδους· αυτά παρέχονται από τη φύση στον άνθρωπο από τη στιγμή της γέννησής του και τον συντροφεύουν καθ’ όλη τη διάρκεια της υλικής του ύπαρξης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο παρατηρούνται και άλλες σημασιολογικές μεταθέσεις καθώς περνάμε από το ένα σύστημα στο άλλο, και μάλιστα σε ακρογωνιαίες λέξεις. Επί παραδείγματι, η κεντρικότατη χριστιανική έννοια της φιλανθρωπίας, εγγενές χαρακτηριστικό του ίδιου του Χριστού και κατά συνέπεια οποιουδήποτε πιστού επιθυμεί να πολιτεύεται «χριστομίμητα», μετενσαρκώνεται στην αποϊεροποιημένη ανακούφιση του συνανθρώπου, ο οποίος, όπως και εμείς, έχει σε τούτη τη ζωή το δικαίωμα στην αξιοπρέπεια.

Στην ελληνική κοσμοθεωρία τα δικαιώματα κατέχουν φυσιολογικά κεντρική θέση. Το παράδοξο είναι ότι η ύλη που περιβάλλει το κέντρο δεν διακρίνεται από σταθερότητα· πρόκειται περισσότερο για μία εύπλαστη μάζα μέσα στην οποία συνυπάρχουν και συγκρούονται παραδοσιακά και νεωτερικά στοιχεία, προερχόμενα από διαφορετικά συστήματα θεώρησης πάνω στην ανθρώπινη ύπαρξη. Κάθε ένα από αυτά έχει τους θεωρητικούς του, καθώς και τους δημόσιους υποστηρικτές του. Η ιδιωτική σφαίρα διαφέρει – άλλοι προσχωρούν στις τάξεις ενός εκ των δύο, ενώ άλλοι δέχονται επιρροές εξ αμφοτέρων. Καλό είναι πάντως να έχουμε υπόψη μας ότι ακόμα και όσοι διατρανώνουν την άθεη προοδευτικότητά τους έχουν, έστω και εν αγνοία τους, τον σπόρο της προνεωτερικότητας μέσα τους. Αλήθεια, υπάρχει κάποιος ανάμεσά μας που σκάβοντας στα τρίσβαθα της συνείδησής του θα αρνιόταν τη δωρεάν ιατρική περίθαλψη στον συνάνθρωπό του; Και όμως, σε χώρες τις πεφωτισμένης Δύσης κατά τη διάρκεια της πανδημίας υπήρχαν φωνές που υποστήριζαν ότι οι αρνητές του ιού κόβιντ και οι αντιεμβολιαστές δεν θα έπρεπε να δικαιούνται νοσηλείας. Στα καθ’ ημάς, η χριστιανική φιλανθρωπία, απόρροια των δικαιωμάτων του Θεού, δεν αποδιώχνεται εύκολα από το συλλογικό υποσυνείδητο. (περισσότερα…)

Λορέντσο Βάλλα, Εγκώμιο Αγίου Θωμά Ακινάτη

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς οι Δομινικανοί εισήγαγαν την παράδοση να προσκαλούν εξέχουσες προσωπικότητες εκτός του τάγματος προκειμένου να απευθύνουν πανηγυρικούς για τον Άγιο Θωμά Ακινάτη κατά την 7η Μαρτίου, την ημέρα τίμησης και μνήμης του. Στη σχετική παράδοση των Δομινικανών της Ρώμης, η παλαιότερη ομιλία που διασώζεται είναι εκείνη του Λορέντσο Βάλλα, θεμελιωτή της νεότερης φιλολογίας και ιστορικής κριτικής, η οποία εκφωνήθηκε το 1457 στη Βασιλική της Santa Maria sopra Minerva. Ο λόγος του Βάλλα, βέβαια, είναι ο λιγότερο αντιπροσωπευτικός και έχει πολλάκις χαρακτηρισθεί «αντι-πανηγυρικός». Δεν είναι τυχαίο ότι, καθώς μαθαίνουμε από συγκαιρινές πηγές, έτυχε ιδιαιτέρως δυσμενούς υποδοχής. Λαμβάνοντας υπόψη την εκτεταμένη αναζωογόνηση του θωμισμού στις αρχές του 15ου αιώνα –με τον Ακινάτη να έχει καταστεί κεντρικό σημείο αναφοράς της δομινικανής αυτοσυνειδησίας και τη Summa να επισκιάζει ως εγχειρίδιο ακόμα και τις Sententiae του Πέτρου Λομβαρδού–, οι ακροατές ενός λόγου που όχι μόνον αμφισβητούσε τη διαιώνια και υπερχρονική αξία της θωμιστικής φιλοσοφίας αλλά, εμμέσως πλην σαφώς, την καταδείκνυε και ως παράδειγμα προς αποφυγή, πρέπει να ένιωσαν τουλάχιστον αμήχανα. Στο Εγκώμιο του Αγίου Θωμά Ακινάτη ο Βάλλα συνοψίζει αφενός τις ρηξικέλευθες αντιμεταφυσικές του θέσεις και αφετέρου τον βιβλικό ανθρωπισμό που θα επηρέαζε αποφασιστικά μεταγενέστερους συγγραφείς, και πιο χαρακτηριστικά τον Έρασμο.

Στο προοίμιο ο Βάλλα υπερασπίζεται την πρακτική της επίκλησης των θείων κατά την έναρξη μιας ομιλίας. Στη διήγηση παρουσιάζει ένα μακροσκελές σκεπτικό δυσπιστίας απέναντι στην τυπική διάκριση των αγίων σε «μάρτυρες» και «ομολογητές», εντός της οποίας οι δεύτεροι θεωρούνται γενικά υποδεέστεροι των πρώτων. Ο Θωμάς, εξηγεί ο Βάλλα, αν και συγκαταλέγεται στους «ομολογητές», είναι στην πραγματικότητα ανώτερος από πολλούς «μάρτυρες». Οδηγώντας δε το σκεπτικό στην υπερβολή, φθάνει να τον συγκαταριθμήσει μεταξύ των Χερουβείμ και των Σεραφείμ, προκειμένου ακριβώς να αναγνωρίσει, γρήγορα και έντεχνα, την ανάγκη να τον εγκωμιάσει με αυστηρή αίσθηση του μέτρου. Στη σχετικά σύντομη απόδειξη ο Θωμάς επαινείται τόσο για τις αρετές του όσο και για τα σημάδια θεϊκής εύνοιας που συνόδευσαν τη ζωή του.

Το πιο διάσημο μέρος της ομιλίας του Βάλλα είναι, δίχως αμφιβολία, ο έλεγχος. Εκεί ο Βάλλα, αφού μεμφθεί με λεπτότητα την υποτιθέμενη πανεπιστημοσύνη του Ακινάτη, στρέφεται εναντίον τόσο του αντικειμένου, όσο και της ορολογίας της σχολαστικής μεταφυσικής. Για το πρώτο παρατηρεί ότι η σύμφυρση της θεολογίας με την –εγγενώς– σαθρή φιλοσοφία καταφέρνει μόνον να επιτείνει την άγνοια και την περιπλοκή γύρω από ιερά ζητήματα. Ως προς το δεύτερο, υπενθυμίζει τον βεβιασμένο/απερίσκεπτο χαρακτήρα της μεταφοράς ελληνικών φιλοσοφικών όρων στα λατινικά καθώς και ότι οι Λατίνοι πατέρες της εκκλησίας, κατεξοχήν εκείνοι του 4ου και του 5ου αιώνα, ουδέποτε υιοθέτησαν τέτοια ορολογία. Εκφράζοντας, λοιπόν, την αποστροφή του απέναντι στην τεχνητή και αφύσικη γλώσσα της σχολαστικής και πιστός στην προάσπιση του πρωτείου της ρητορικής έναντι της φιλοσοφίας, προβάλλει ως ανώτατο πρότυπο θεολογικού λόγου και ύφους τον Παύλο. Στον επίλογο ο Βάλλα παρουσιάζει μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα αποτίμηση και αντιπαραβολή των διδασκάλων της εκκλησίας σε Δύση και Ανατολή, δίνοντας στον Θωμά μια θέση πλάι στον Ιωάννη Δαμασκηνό.

~.~

ΛΟΡΕΝΤΣΟ ΒΑΛΛΑ

Εγκώμιο Αγίου Θωμά Ακινάτη [1]

I 1 Στα αρχαία χρόνια, τόσο στους Έλληνες όσο και στους Λατίνους, όταν κάποιος επρόκειτο να αγορεύσει για ένα σπουδαίο θέμα ενώπιον δικαστών ή του πλήθους, είθιστο να ξεκινά με μια επίκληση των θείων[2]. 2 Νομίζω πως τούτο το τελετουργικό εισήχθη από τους λάτρεις του αληθινού θεού, όπως άλλωστε και οι θυσίες, οι απαρχές[3], οι ιεροτελεστίες και άλλες μορφές τίμησης των θείων. Έπειτα δε, τούτο το τελετουργικό, όπως και όλα τα υπόλοιπα, μεταφέρθηκε από την αληθινή θρησκεία στις ψεύτικες. Αναμφισβήτητα, από όλα τα πράγματα που κάνουν οι άνθρωποι τούτο ξεχωρίζει ως η τερατωδέστερη ανοσιότητα και αποτελεί, ενδεχομένως, τη ρίζα όλων των κακών: να αποτίνουν τη θρησκευτική λατρεία που οφείλεται στον αθάνατο θεό και μοναδικό δημιουργό, στους θνητούς και τα δημιουργήματα. 3 Τούτη η συνήθεια, αφού ευδοκίμησε για πολλούς αιώνες και στα δύο έθνη, άρχισε σταδιακά να χάνει τη δύναμή της και οι άνθρωποι, είτε επρόκειτο να υπερασπιστούν καλό σκοπό, είτε κακό, έπαψαν να επικαλούνται τα θεία. Όσοι υπερασπίζονταν κακό σκοπό έπαψαν να τα επικαλούνται είτε επειδή δεν πίστευαν ότι υπάρχουν θεοί, είτε επειδή τους έτρεμαν (αφού, οποιοσδήποτε απευθύνει μια ικεσία στους θεούς, την απευθύνει προκειμένου να διασφαλίσουν την αλήθεια και τη δικαιοσύνη, πράγματα που ο κακός αποστρέφεται). Όσοι από την άλλη υπερασπίζονταν έναν καλό σκοπό, αφενός ήθελαν να καλλιεργούν την εντύπωση πως αποδίδουν μεγαλύτερη βάση στη θεσμοσύνη τους έναντι της κηδεμονίας των θεών, αφετέρου θεωρούσαν πως θα φαίνονταν πιο ανδροπρεπείς και σπουδαίοι εάν δεν κατέφευγαν διαρκώς σε ικεσίες προς τους θεούς όπως κάνουν οι γυναίκες (καθώς θεωρείτο τότε γυναικίσιο, και όχι ανδροπρεπές, να επικαλείσαι τα θεία, για αυτό και ο Κάτων -στον Σαλούστιο- λέει: «η αρωγή των θεών δεν εξασφαλίζεται ούτε με υποσχέσεις, ούτε με γυναικίσια παρακάλια»[4]). (περισσότερα…)

-> Από πού να ξεκινήσω; #2 Γιάννης Ρίτσος

*

Νιώθουμε συχνά την επιθυμία να ασχοληθούμε σε βάθος με ποιητές, πεζογράφους, καλλιτεχνικά κινήματα και σχολές. Ωστόσο μας δυσκολεύει πολλές φορές ο όγκος τους, η διαφορά του ύφους τους ανά περιόδους και χρονικές φάσεις, καθώς και ο φόβος μιας εσφαλμένης πρώτης εντύπωσης που θα μας αποθαρρύνει. Στο πνεύμα αντίστοιχων εκλαϊκευτικών και βοηθητικών άρθρων για συγγραφείς, σκηνοθέτες, μουσικούς κ.ο.κ., που αφθονούν σε ιστότοπους του εξωτερικού, ο Θάνος Γιαννούδης επιδιώκει να σκιαγραφήσει έναν οδικό χάρτη ανάγνωσης του νεοελληνικού ποιητικού τοπίου. Έναν χάρτη σε καμία περίπτωση πατερναλιστικό, παρά περισσότερο βοηθητικό για τον νέο, καλοπροαίρετο και –κυρίως– απροκατάληπτο αναγνώστη.

~.~

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ
1909-1990

-> Από πού να ξεκινήσω;

Το συνηθέστερο και προσφιλέστερο κατώφλι για την εισαγωγή στον εκτενέστατο ποιητικό κόσμο του Γιάννη Ρίτσου είναι πιθανότατα ο ενιαίος τόμος της Τέταρτης Διάστασης. Στους –θεατρικά σκηνοθετημένους– μονολόγους της συλλογής, ο αναγνώστης θα έρθει σε επαφή με μια νέα οπτική πάνω σε πασίγνωστους αρχαίους μύθους, θα αισθανθεί τον έντονο υπαρξιακό πόνο του μοντέρνου και μεταπολεμικού ανθρώπου όπως αποτυπώνεται στους κατά βάση ηττημένους ήρωες που ο Ρίτσος πλάθει, ενώ θα βιώσει υπόγεια (κι ενίοτε κι εμφανέστερα) μια υπόγεια κοινωνική και πολιτική διάσταση που συνέχει τη συλλογή ως διαρκές σχόλιο, δίχως, ωστόσο, να γίνεται κυρίαρχη και πατερναλιστική έναντι της γενικότερης εικόνας. Είτε στις θεωρητικά αρχαιοπρεπέστερες εκφάνσεις της (Ορέστης) είτε στην εξέταση της παρακμής και του θρυμματισμού των ονείρων στη μοντέρνα πόλη και τον απομαγεμένο μεταπολεμικό κόσμο (Η σονάτα του σεληνόφωτος) είτε ακόμα και στο έμμεσο κάλεσμα για κοινωνικοπολιτική αφύπνιση (Όταν έρχεται ο ξένος), η συλλογή αποτελεί μια δυνατή εισαγωγή στη γραφή του Ρίτσου, τόσο με τα πολλαπλά προτερήματα όσο και με τα δεδομένα (κατά βάση, την πολυλογία ορισμένων τμημάτων) ελαττώματά του. (περισσότερα…)