Το βάρος της Ιστορίας

*

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Κυριάκος Χαραλαμπίδης,
Η νύχτα των κήπων,
Ίκαρος, 2022

Στην ποίηση του Κυριάκου Χαραλαμπίδη καταλύτη αποτελεί, ως γνωστόν, το τραύμα της τουρκικής εισβολής αλλά και ευρύτερα των ιστορικών περιπετειών της Κύπρου, που πυροδότησε έναν πολύχυμο στοχασμό για την απώλεια και τον ακρωτηριασμό της εθνικής αυτοσυνειδησίας. Αυτό που στην παγκόσμια ιστορία είναι ένα περιφερειακό επεισόδιο, για την συνείδηση των Κυπρίων αποτελεί το κέντρο και αυτή την αντίφαση καλείται να υπερκεράσει η ποιητική πράξη που επαναφέρει ως εστιακό και αφετηριακό αυτό που η λησμοσύνη του χρόνου και η καλούμενη αδήριτη ιστορική αναγκαιότητα εξοστρακίζουν ως περιθωριακό. Επιχειρώντας να αναγάγει το γηγενές σε παγκόσμιο. Δίπλα στο στίγμα της τραυματισμένης κυπριακότητας πορεύεται μόνιμα και ο διάλογος με την ελληνικότητα και η αναμέτρηση με τις ιδρυτικές μυθολογικές και ιστορικές ταυτότητες που συνθέτουν το συλλογικό φαντασιακό της. Για όλα αυτά βέβαια έχουν γραφτεί πολλά και καλά, στην πολύχρονη διάρκεια της καταξιωμένης πορείας του Χαραλαμπίδη στην ποίηση.

Σε αυτό το μήκος κλίματος και ως συνέχεια της προγενέστερης δουλειάς του κινείται και η τελευταία συλλογή του. Ποιήματα που συνομιλούν με τον αρχαιοελληνικό μύθο, τη χριστιανική και λογοτεχνική παράδοση, την ελληνική και την κυπριακή ιστορία. Ιστορικά επεισόδια και πρόσωπα, μυθικές μορφές, παραλειπόμενα της επίσημης ιστορίας αποτελούν την πηγή της έμπνευσης και επανεγγράφονται στην ποίησή του ως θρυαλλίδες ενός στοχασμού που περιελίσσεται στην παλαιόθεν θεμελιωμένη θεματική του. Η Σαπφώ, η Αφροδίτη, ο Αμφιτρίωνας και η Αλκμήνη, ο Μινώταυρος, ο Κύπριος βασιλιάς Κινύρας, ο Σωκράτης, ο Χριστός, ο Μεγαλέξανδρος, η Παναγία, ο Κανάρης, ο Ευαγόρας και οι λοιποί πεσόντες του απελευθερωτικού αγώνα εναντίον των Άγγλων, οι αγνοούμενοι της εισβολής, οι πρόσφυγες και οι απόγονοί τους είναι κάποια από τα πρόσωπα ενός αφηγήματος που τα επεισόδιά του αποτελούν τις ψηφίδες ενός πολυστρωματικού υλικού που επιχειρεί να συνθέσει μια συνολική αφήγηση.

Αυτή η αφήγηση συμπεριληπτικά εγκολπώνει τους γενεσιουργούς μύθους και τα μυθοποιημένα ιστορικά είδωλα του ελληνισμού που λειτουργούν ως ένα κάτοπτρο του παρόντος, μια μεγάλη προβολή του παρελθόντος στο παρόν. Η μέθοδος της ιστορικής αναλογίας στοχεύει να απελευθερώσει τη σημαίνουσα λεπτομέρεια βάσει της οποίας επεμβαίνει κριτικά στο παρόν που πάσχει από τους μηχανισμούς της ίδιας πανάρχαιας βίας και τα αιώνια πολιτικά παίγνια εις βάρος λαών και ατόμων. Γι’ αυτό και η ποίησή του λειτουργεί μέσα σε ένα μεγάλο διακείμενο, σε ανοιχτό και διαρκή διάλογο με ένα –ιστορικό ή μυθικό, αδιάφορο– παρελθόν που στην ποίησή του μετατρέπεται σε ένα αδιάλειπτο ιστορικό γίγνεσθαι.

Για να χαρτογραφήσει αυτό το ευρύ θεματικό πεδίο η γλώσσα μετέρχεται ποικίλες αποχρώσεις του εκφραστικού φάσματος: τη ρυθμική χροιά της λόγιας παράδοσης, την κυπριακή ντοπιολαλιά, την εύφορη λαϊκή, εμποτισμένη στους απόηχους της παλιότερης λογοτεχνικής παράδοσης όπου φυσάει πού και πού ένα σολωμικό αεράκι, παλαμικά περάσματα, φόρμουλες της δημοτικής ποίησης, η ειρωνεία ή η λυρική έξαρση. Όλα αυτά συνθέτουν ένα πλούσιο γλωσσικό αμάλγαμα, ταυτοτικό της ποίησης του Χαραλαμπίδη, που η κοιτίδα του βρίσκεται σε όλες τις περιόδους της ελληνικής γλώσσας. Τα ευτυχή ποιήματα είναι αυτά που μας αφήνουν να ακούσουμε την αυθεντικότητα του λαϊκού λόγου στο στόμα των παθόντων της Ιστορίας και εκείνα που ισορροπούν με χειρουργική ακρίβεια στον κομψό ρυθμικό στίχο, στη μείξη ραφιναρισμένης λογιότητας και λαϊκής μουσικότητας. Όπως στο ακόλουθο ποίημα ποιητικής:

Οίον το γλυκύμαλον

Οἷον τὀ γλυκύμαλον ἐρεύθεται ἄκρῳ ἐπ’ ὔσδῳ
Σαπφώ

Αν η Σαπφώ έχει δίκαιο ν’ατενίζει
ψηλά στ’ ακροκλωνάρι το μήλο το γλυκύ,
πόσο δεν έχει, αλήθεια, κι ο ιχνευτής
ως μελετάει έν’ ἀστρο που πικραίνεται;
Τι μόνοι, αυτός κι εκείνη και τ’ αστέρι!

Σημειωτέον ότι το γλυκύμαλον
το σαπφικό, ψηλά εκεί δεν ήταν
σκαρφαλωμένο λόγω χρείας του στίχου.

Το μήλο το γλυκύ ξέμεινε εκεί
για λόγους ευγενείας: κανένας δεν μπορεί
να το αγγίξει – αγνό, παρθένο, ακήρατο.
Ποιος δηλαδή της ποίησης εραστής
θα τόλμαε ν’ αποκόψει το, να ρίξει το
ωσάν του Κρόνου τα αιδοία στο κύμα;

Αλλά το κυριότερο, ποιος είναι
πιο μόνος, πιο ανέγγιχτος απ’ τη Σαπφώ;

Υπάρχουν όμως και ποιήματα που αυτή η κατορθωμένη τεχνική λειτουργεί με μια κεκτημένη ταχύτητα και όπου μοιάζει σαν να πατά ταυτόχρονα περισσότερα από τα γλωσσικά πλήκτρα που είναι αναγκαία για να παράγει μουσική, έτσι που η συγχορδία γίνεται ηχηρή και η επιφάνεια του ποιήματος ένα έξεργο ανάγλυφο, εκεί που χρειάζονται πιο λείες χαράξεις, περισσότερα ημιτόνια και πιο λιτή μουσική. Σε αυτά τα ποιήματα, που είναι κυρίως πολύστιχα, μοιάζει να περισσεύουν τα λόγια, να υπερτερεί η αναλυτικότητα της αναπεπταμένης γλώσσας και η περιγραφική γλαφυρότητα. Εκεί ακούμε το νου να διανοείται αλλά η πληθωρική εξωτερικότητα του λόγου δεν κομίζει την ησυχία που χρειάζεται για να συναντηθεί ο στοχασμός του ποιητή με τη δεκτικότητα του αναγνώστη. Όπως στο ακόλουθο ποίημα:

Ήφαιστος, Αφροδίτη, Άρης

Παραφορά χειλιών, χεριών, χερσαίων ιμέρων,
και μεταμόσχευση της μάχιμης φωτιάς
που ξαναμμένη φούντωνε και κόρωνε.

Ο σιδεράς κράζει θεούς, κτήνη, πτηνά και σερπετά,
της φύσης όλα τα στοιχειά,
να παραβούν τη νύχτα, ν’ ατενίσουν,
στο σκότος μέσα, τη γυναίκα του
που ’ταν με τον Άρη ένα στριφτό
σκοινί μέχρι το κόκκαλο.
«Και ιδείτε»,
τους έκραζε, «του λιβαδιού το έρεβος,
το από κτίσεως κόσμου,
και των μεριών τα μέρη που διαβαίνουν
μεριάζοντας ολόσχιστους αετούς.
Και του στηθαίου το στέλεχος, μα και το μήκος
κύματος ξέφρενων μαλλιών
και ιδείτε
τις αποφύσεις των σταγόνων των και πώς
καπνίζουν επ’ ονόματι σαλιγκαριών
που το μαλάκιο κρύβουν στ’ όστρακό τους
κι αισχρών ερώτων καταρτίζουν ύλη…»

Τόσο πολύς στο δείκτη του οδυρμός, ξεχείλιζε
ακόμη και ως την άρρηκτη καρδιά του Άρη.
Ο λυσσασμένος, άμουσος και ανδρόφονος θεός,
σκύβει, τονε φιλεί και του λαλεί:
«Το χρώμα της ζωής είναι τυράγνια,
των κεκτημένων πόθων, ένα ρήγμα –
του όλου Εγώ το τεντωμένο ρήμα
και πένθος που θωρεί πάνω στο κύμα
κιθαριστές απατηλών ονείρων.
Ό,τι δεν μας ανήκει, μας ανήκει
σ’ άλλο πεδίο του πράγματος· ετούτο
μην το ξεχνάς και μη της προδοσίας
ματώσεις τη ματαίωση. Αποδέξου»
[…]

Πέρα από τα ποιήματα που παρέθεσα ως τώρα, τον τόνο στη συλλογή δίνουν τα ποιήματα που συνομιλούν, με τον έναν ή άλλο τρόπο, με την Ιστορία. Σε αυτά λειτουργεί ένα φρόνημα υψηλό που στοχάζεται τη μοίρα της φυλής, ένα φρόνημα εθνικό που δεν μπορεί να θεαθεί ξέχωρα από την ιστορική ιδιαιτερότητα της Κύπρου ως ενός τόπου ακραίου, μια νησίδα πληττόμενης ιθαγένειας που διαχρονικά ζητούσε την ταυτότητα της σε αναφορά με την ελληνικότητα και τη σχέση με τις πολιτικές του ελληνικού κράτους αλλά και των εκάστοτε εισβολέων.

Ιδιάζουσα και δύσκολα ίσως μεταδόσιμη στον μη Κύπριο αναγνώστη η αίσθηση της ξενότητας μέσα στην πατρίδα, η ασυνέχεια που επιβλήθηκε με τη διχοτόμηση, το ριζικά οικείο που γίνεται αλλότριο, ο εθνικός αλυτρωτισμός που αποβαίνει ψυχικός αλυτρωτισμός, αίτημα κάθαρσης. Για την Κύπρο, τα υλικά του συλλογικού ασυνείδητου είναι η βαριά Ιστορία και μόνο σε έναν τέτοιο τόπο μπορεί να ανθίσει τόσο μόνιμα μια ποίηση εθνικών αναφορών. Αυτό το βλέπουμε και σε νεότερους Κύπριους ποιητές και πεζογράφους όπως ο Παναγιώτης Νικολαΐδης και ο Κυριάκος Μαργαρίτης. Ένας τόπος ακρωτηριασμένος χρειάζεται να επικαλεστεί μια μυθική, μια μαγική διάρκεια που θα επουλώσει την ασυνέχεια και θα προτείνει τρόπους ανάγνωσης και συμφιλίωσης με το παρόν. Τέτοιες ταυτότητες χτίζονται αμυντικά και αυτή η άμυνα για να οικοδομήσει το σθένος της συχνά ανατρέχει στην ηρωική γενεαλογία της αρχικής κοιτίδας, για να ιδρύσει μια διαχρονία μυθική, σε ένα αποκαλυπτικό φως αυτογνωσίας. Στο «Φωνή από τα πέρα» διαβάζουμε:

[…]
Ποιος σκηνοθέτησε λοιπόν την Ιστορία
και τη σωστή απαγγέλλει κραυγή;
Ποιαν άγγιξε σκυτάλη βιωμάτων
και την πήρε αιώνες μακριά
πριν πέσει βράδυ στους Δελφούς και πριν
από του Προμηθέα τον αετό;

Τα ερείπια, καλοί μου, και τα μάτια σας!
Το «πριν» σημαίνει αυτό που θα ’ρθει εν τάχει
καλώντας απαρχής τον Γολιάθ,
τους Κύκλωπες, τη Σκύλλα και τη Χάρυβρη,
και τις Σειρήνες που με κρέας ωμό
θροφίζονται οι πανέμορφες (το παγιδεύει
καταπακτή θεσπέσιας μουσικής).
Αλλά το «πριν» καλεί και τον πολύτροπο,
δεμένον στης ψυχή του τον ιστό,
εκεί που αυτός τα πέρατα κομπώνει.
Φτάνει να δει, για να σωπάσει κρύβοντας
του κεραυνού τα μάτια στα σπλάχνα του βαθιά.

Για τούτο, ελληνοσήμαδε, αξίζει να δουλεύεις
το θάνατό σου επί της γης,
ξόμπλιαζε το χρυσό πουλί που κάνει αέρα
στο βασιλιά, την ώρα που κοιμάται
με την Κομμαγηνή αγκαλιά. Δεν περισσεύει
χρόνος για σένα, ούτε κενό – κι είναι σε πλήρη
μετάλλαξη ουρανοί, το δίκαιο της κλαγγής,
τα κρόταλα που μια θεά δάνεισε στους Κουρήτες.
[…]

Αυτή η ποίηση έχει παραγάγει θαυμαστά αποτελέσματα αλλά ενέχει και τους κινδύνους της. Ένα μνημειωμένο παρελθόν εγκιβωτισμένο σε μια γλώσσα που θέλει να αποδώσει, ενίοτε μαξιμαλιστικά, την καθολική εμπειρία της ιθαγένειας και να συνδιαλλαγεί με το παρόν πάθος κάποτε καταλήγει σε ένα τεχνητό σύμπαν. Μια γλώσσα άγαλμα που ανασαίνει βέβαια πολύχορδα ενίοτε στομώνει, ογκώνεται μέσα στο ανακάλημα του θαύματος, το κλείνει σε ένα σύμπαν κλειστό στη μεγαλόσχημή του επαγγελία και στο μεγαλόπνοό του όραμα. Μένει ανοιχτό το ερώτημα ποιον ήχο μπορεί να φέρει και ποια υλικά μπορεί να αξιοποιήσει στις μέρες μας μια ποίηση που στοχάζεται εθνικά και μιλά πανανθρώπινα.

*

 

*

 

*