Month: Ιουλίου 2023

Κώστας Κουτσουρέλης, Έλεγοι από τη Ρεματιά

*

ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Οι ελέφαντες τούς αγαπούν τους ευκαλύπτους.
Αφού πρώτα συλλέξουν με την προβοσκίδα τους
από τα χαμηλά κλαδιά τα φύλλα,
ύστερα μ’ όλο τους το βάρος
πέφτουν επάνω στον κορμό
και αποτρών το δέντρο αφού το ρίξουν καταγής.

Όταν δεν μείνει άλλο όρθιο γύρω
η αγέλη πλέον τραβάει αλλού,
προς νέους ευκαλύπτους.
Η μνήμη ωστόσο (ελέφαντα…)
χαρτογραφεί τον τόπο.
Σε καμιά εικοσαριά χρόνια
όταν από τους σκόρπιους σπόρους
το άλσος θα έχει εκ νέου φυτρώσει,
η αγέλη θα επιστρέψει
και το μοτέρ της αποψίλωσης θα ξαναπάρει εμπρός.

Ζω πάει να πει σκοτώνω διαρκώς.
Όλοι σκοτώνουν για να ζήσουν,
τσαλαπατούν, ξηλώνουν, κατακρεουργούν
χορτάρια, θάμνους, δάση ολόκληρα,
ζώα εκτροφής, θηράματα, κοπάδια,
κήπος χωρίς ζιζάνια δεν υπάρχει,
το δέντρο με τις ρίζες του πνίγει τα διπλανά του,
ακόμη κι ο συλλέκτης των καρπών
την Eποχή του Λίθου
ήταν προ πάντων κυνηγός,
η αμιγής φρουτοφαγία είναι αδύνατη,
άσε που κάθε σύκο ή μούσμουλο
είν’ από μόνο του ολόκληρο οικοσύστημα
– προνύμφες, έντομα, μικροοργανισμοί,
κάθε μπουκιά ολοκαύτωμα στα οξέα του στομάχου.
Όσο για τον βεγκανισμό, τι απάτη!
Του αρότρου πάντοτε έπεται η σφαγή,
κάθε ξεχέρσωμα είναι και μια γενοκτονία,
οι καλλιέργειες μετριούνται σ’ εκατόμβες –
«Για ν’ ανοιχτεί ένας λάκκος, πόσα κρίνα
γύρω ξεριζωτά και πατημένα…» (Παλαμάς)

Οι άνθρωποι ωστόσο είν’ ευσυγκίνητοι
κι είναι κι οκνοί κι υποκριτές και τόσα ακόμη,
μιλούν για τη ζωή όπως τους βολεύει,
όταν τους πάνε όλα δεξιά
την επαινούν σαν έκπαγλο ιδανικό,
κι όταν ζορίζονται της κάνουν κριτική,
ότι επιδέχεται τάχα βελτίωση
κι αυτή καθυστερεί άνευ λόγου,
την καταριούνται ή την υμνολογούν,
την ιστορούν σε ξόανα ή βιβλία σοφά,
μα δεν τολμούν καν να προφέρουν τ’ όνομά της.

18.6.2023

(περισσότερα…)

Νύχτες του Ιουλίου 2023 | Το θέατρο σε κίνδυνο

*

Κυριακή 16 Ιουλίου | Συζήτηση

Το θέατρο σε κίνδυνο

Ο Δημήτρης Δημητριάδης προσκεκλημένος του Μιχάλη Βιρβιδάκη στον Αίθριο Χώρο του θεάτρου Κυδωνία, την Κυριακή 16 Ιουλίου στις 9.00 μμ, συζητά μαζί του με θέμα «Το θέατρο σε κίνδυνο».

Τα τελευταία χρόνια, ιδίως τα πιο πρόσφατα, η τέχνη τού θεάτρου υφίσταται, εκ των έσω, μία παρέμβαση που παραβαίνει κατάφωρα τη γενεσιουργό διάσταση της τέχνης αυτής. Το θέατρο, ως ποιητικό γεγονός με πρώτο και αναντικατάστατο υλικό του την γλώσσα, έχει περάσει σε μία αντιμετώπισή του η οποία θέτει σε κατώτερη μοίρα το κείμενο και σε προεξάρχουσα θέση την σκηνοθεσία του. Χωρίς να συντρέχει κανένας λόγος καλλιτεχνικής ανάγκης, ο σκηνοθέτης έχει αυτοαναγορευθεί σε μοναδικό εξουσιαστή της θεατρικής πράξης, με αποτέλεσμα να έχει υποκαταστήσει τον δραματουργό, και ο ίδιος, με πρόσχημα το οξύμωρο «σκηνοθετική δραματουργία», να επιλέγει τα έργα άλλων με αποκλειστικό στόχο να τα κάνει να πουν όχι εκείνο που λένε τα ίδια αλλά εκείνο που θέλει να πει ο ίδιος.

Αυτή η ολοκληρωτική διαδικασία εκτρέπει το θέατρο από την ταυτότητά του και το μετατρέπει σε κάτι που όχι μόνο δεν τού αποφέρει ποιητικά και σκηνικά κέρδη αλλά και το θέτει σε κίνδυνο. Ο κίνδυνος για το θέατρο, εάν συνεχιστεί αυτή η αλλοίωσή του, δεν αποκλείεται να αποβεί θανάσιμος.

Θέατρο Κυδωνία Χανίων, Υψηλαντών 12, 21:00

*

*

Έζρα Πάουντ, Λονδίνο 1920 – Αθήνα 1965

*

ΕΖΡΑ ΠΑΟΥΝΤ, ΔΥΟ ΣΤΑΘΜΟΙ: ΛΟΝΔΙΝΟ 1920 – ΑΘΗΝΑ 1965

Με αναγνώσεις ποιημάτων από την εμβληματική συλλογή “Hugh Selwyn Mauberley” (1920) αλλά και με μια παραστατική διήγηση που περιελάμβανε πολλές λεπτομέρειες από την αινιγματική επίσκεψή του στην Αθήνα το 1965, το θέατρο Κυδωνία και οι εκδηλώσεις ΝΥΧΤΕΣ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΟΥ 2023 τίμησαν χθες βράδυ 12/7 την ξεχωριστή περίπτωση του τοτεμικού για τα ευρωπαϊκά γράμματα ποιητή του μεσοπολέμου Έζρα Πάουντ (1885-1972).

Ο Κώστας Κουτσουρέλης, μεταφραστής της πρώτης αυτής ποιητικής συλλογής (περιοδικό Νέο Πλανόδιον, τεύχος 7), μίλησε για την άκρως ιδιόρρυθμη προσωπικότητα του Πάουντ και την τεράστια επιρροή της στην αγγλόφωνη λογοτεχνία (και όχι μόνον) από την εποχή του μεσοπολέμου μέχρι και τις μέρες μας, για τη σχέση του με τον Τ.Σ. Έλιοτ και την “Έρημη Χώρα”, χωρίς να παραλείψει να αναφερθεί εκτενώς στην φιλική στάση του προς τις φασιστικές ιδέες και το ολοκληρωτικό καθεστώς Μουσολίνι την δεκαετία του ’30.

Ο Ηλίας Μαλεβίτης, αμέσως μετά, με γλαφυρό λόγο, μας μετέφερε στην δεκαετία του ‘60 ακολουθώντας κατά πόδας τον υπέργηρο και καταπονημένο ποιητή στο περίεργο ταξίδι του στην Αθήνα. Μας μίλησε για τις συναντήσεις του Έζρα Πάουντ με τον Γιώργο Σεφέρη και τον Ζήσιμο Λορεντζάτο, για την επίσκεψη στους Δελφούς, και προσπαθώντας να λύσει το μυστήριο του κινήτρου του ταξιδιού στην Ελλάδα, μέσα από τα λιγοστά στοιχεία που διασώθηκαν, με τον ίδιο τον ποιητή να μην έχει σχεδόν ανοίξει το στόμα του να μιλήσει, καθώς τις ημέρες εκείνες υπέβαλε τον εαυτό του στη δοκιμασία της αλαλίας για θεραπευτικούς λόγους, κατέληξε στο συμπέρασμα, πως μάλλον το διαυγές νερό της Κασταλίας Πηγής στους Δελφούς και οι ιαματικές ή άλλες ιδιότητές του, (ιδιότητες που ευδοκιμούν τα μάλα στην φαντασία ενός μυστικιστή ποιητή, λάτρη της αρχαίας ελληνικής γραμματείας) ήταν αυτές που οδήγησαν τον κουρασμένο από τα χρόνια προσκυνητή στην χώρα μας. Περισσότερα λέει στη μελέτη του στο θέμα αυτό που δημοσιεύεται επίσης στο Νέο Πλανόδιον που κυκλοφορεί (τχ. 7), και στην ολοκληρωμένη της μορφή προβλέπεται να εκδοθεί αργότερα σε βιβλίο.

Ποιήματα από τη συλλογή Hugh Selwyn Mauberley διάβασε ο καλός ηθοποιός Αιμίλιος Καλογερής και ο Μιχάλης Βιρβιδάκης.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΒΙΡΒΙΔΑΚΗΣ

*

*

*

Νύχτες του Ιουλίου 2023 – Θεατρική Πρεμιέρα: «Ιφιγένεια στο Σπλοτ»

*

Παρασκευή 14 Ιουλίου | Θεατρική πρεμιέρα

«Ιφιγένεια στο Σπλοτ»
του Γκάρι Όουεν

Έργο εμπνευσμένο από τον αρχαίο ελληνικό μύθο, όπου η Ιφιγένεια θυσιάζεται για να σώσει τους άλλους, στην εκδοχή του Γκάρι Όουεν η Έφη (έτσι λέγεται η ηρωίδα σήμερα) φαίνεται αρχικά πολύ διαφορετική από την μυθική ευριπίδεια εκδοχή. Επιθετικά οργισμένη, τύφλα στο μεθύσι, μια ζωντανή πρόκληση που περιφέρεται από πεζοδρόμιο σε πεζοδρόμιο και από μπαρ σε μπαρ, ενσαρκώνει ίσως την χειρότερη εικόνα παρακμής που μπορεί κανείς να συναντήσει στην σύγχρονη κοινωνία.

Το κοινό σίγουρα θα μισήσει την Έφη… Τουλάχιστον στην αρχή του έργου. Γιατί κάπου εκεί αρχίζει η μαγεία του θεάτρου που αρπάζει τον θεατή απ’ τη μύτη και τον οδηγεί σε ένα ταξίδι αποκάλυψης των μηχανισμών ενός απάνθρωπου κοινωνικού συστήματος. Ενός συστήματος που ενώ προορίζεται να υποστηρίξει τις κοινωνικά ευάλωτες ομάδες, εντούτοις ισοπεδώνει αυτούς ακριβώς που το έχουν περισσότερο ανάγκη, τους στερεί την ελευθερία και εξοντώνει την ύπαρξή τους.

Η «Ιφιγένεια στο Σπλοτ» είναι ένα ρηξικέλευθο κείμενο που λέει τα πράγματα με το όνομά τους και καταφέρνει να αποτυπώσει με συμπάθεια το ανθρώπινο πρόσωπο της ηρωίδας την οποία τελικά ανυψώνει ηθικά μέσα από την αποδοχή της θυσίας θεμελιωδών δικαιωμάτων της για χάρη του κοινωνικού συνόλου, όπως ακριβώς και η αρχαία πρόγονός της.

Μετάφραση: Κωνσταντίνα Αγαθοκλέους
Σκηνοθεσία και αισθητική της παράστασης: Μιχάλης Βιρβιδάκης
Ενδυματολογική προσέγγιση: Αιμίλιος Καλογερής
Φώτα και ήχοι παράστασης: Ευγενία Αναστασοπούλου
Στον ρόλο της Ιφιγένειας η ηθοποιός Ντία Κοσκινά

Γενική είσοδος: 14 ευρώ. Φοιτητικό εισιτήριο: 10 ευρώ.

*

*

«Μουνούχους και καθάρματα βγάζουμε να μας κυβερνούν»

*

Πρόγευση από την αποψινή «Νύχτα του Ιουλίου» και την εκδήλωσή μας για τον Έζρα Παάουντ στο Θέατρο Κυδωνία (Υψηλαντών 12, Χανιά, στις 9.00 μ.μ.). Με αφετηρία τους το πρόσφατο έβδομο τεύχος του ΝΠ το αφιερωμένο στον Αμερικανό ποιητή, απ’ όπου και το απόσπασμα, συζητούν ο Ηλίας Μαλεβίτης και ο Κώστας Κουτσουρέλης. Κείμενα του Πάουντ ερμηνεύουν ηθοποιοί του θεάτρου.

~ . ~

Καταπώς ο Σαρλώ στην περίφημη ταινία του, ο Έζρα Πάουντ στο Hugh Selwyn Mauberley μυκτηρίζει τους “μοντέρνους καιρούς”. Βρισκόμαστε στα 1920, επαύριο του Μεγάλου Πολέμου, και το κατηγορητήριο του ποιητή περιλαμβάνει περίπου τα πάντα: το χρησιμοθηρικό πνεύμα της εποχής, την αγοραία της κουλτούρα, την πολιτική υποκρισία που οδήγησε την Ευρώπη στην πρωτοφανή αλληλοσφαγή.

Μυριάδες πέσαν, χάθηκαν,
κι άριστοι ανάμεσά τους,
για έναν γεροξεκούτη σκύλο ξεδοντιάρη,
για έναν κουρελή πολιτισμό

Ας ανεμίζει σημαία του την ισονομία και την ψήφο, ας καμαρώνει για την ελευθεροστομία και την ελευθεροτυπία του, αυτός ο πολιτισμός απαξιώνει ό,τι το άξιο και βεβηλώνει ό,τι το ιερό.

Του Φαύνου την σαρκώδη ορμή,
του Αγίου τ’ όραμα; Όχι εμείς!
Όστια τον Τύπο λάβαμε·
την ψήφο αντί περιτομής.

Άπαντες ίσοι, νομικώς,
χωρίς Πεισίστρατο οπωσούν,
μουνούχους και καθάρματα
βγάζουμε να μας κυβερνούν.

Ευτελίζει όχι μόνο την ιδέα της πατρίδας, αλλά την ίδια την έννοια της θυσίας:

κάποιοι έπεσαν, pro patria,
non «dulce» non «et decor»…
πορεύτηκαν στην κόλαση χωσμένοι ώσμε τα μάτια
τα παραμύθια, στην αρχή, χάβοντας των γερόντων,
γύρισαν στην πατρίδα, γύρισαν σ’ ένα ψέμα,
γύρισαν στις απάτες τις πολλές,
γύρισαν στα παμπάλαια ψεύδη, στις νέες ντροπές·
στους προαιώνιους κοιλαράδες τοκογλύφους,
στους παπατζήδες των δημόσιων θώκων.

Ο κόσμος που περιγράφει ο Πάουντ είναι αυτός της πτώσης, ο ξεπεσμός στα μάτια του είναι ασυγκράτητος. Δείκτης του συγκριτικός, η ελληνική αρχαιότητα. Απέναντί της το παρόν μόνο πόζες παρακμιακές έχει να αντιτάξει.

Τέιον ροδόχρουν κλπ., το ένδυμα ασορτί
τη μουσελίνα εκτόπισε της Κω,
πλέον μια πιανόλα “αναπληροί”
τη βάρβιτο που είχε η Σαπφώ.

Αλλά και η κληροδοσία του χριστιανικού Μεσαίωνα συμπαρασύρεται στη φθορά.

Μετά τη Σαμοθράκη φθίνει ώς και
των Χριστιανών η ομορφιά·
το ΚΑΛΛΟΣ το κρεμάσαμε
στην κρεαταγορά.

Στις εμποροκρατούμενες λεωφόρους των σύγχρονων πόλεων, οι τέχνες, ιδίως εκείνη που ύμνησε η ποιήτρια της Λέσβου, δεν έχουν θέση:

έξω από κείνη την πολύβουη αρτηρία
των εσωβράκων οι πωλήσεις
έχουν καιρό πια τώρα υποσκελίσει
τα ρόδα από την Πιερία.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

*

 

   

*

 

 

Παναγιώτης Κονδύλης, [Ιστορικού εγκώμιον]

*

Σήμερα συμπληρώνονται ακριβώς 25 χρόνια από την 11η Ιουλίου 1998, την ημέρα του θανάτου του Παναγιώτη Κονδύλη. Το άρθρο αυτό είναι το τελευταίο ελληνικό κείμενό του που είδε το φως της δημοσιότητας όσο εκείνος ήταν ακόμη εν ζωή. Δημοσιεύθηκε στό Βήμα της 19ης Απριλίου 1998 στο αφιέρωμα της εφημερίδας στον ιστορικό Φίλιππο Ηλιού υπό τον γενικό επίτιτλο «Το ελληνικό βιβλίο τον 19ο αιώνα». Στο μέτρο που φωτίζει τον τρόπο με τον οποίο ο συγγραφέας έβλεπε το έργο και την αποστολή του ιστορικού, το εγκώμιό του αυτό προς τον επιφανή συνάδελφο είναι συνάμα και ένα κείμενο βαθύτατα προσωπικό, όπου ο εγκωμιαστής μιλώντας για τα επιτεύγματα του εγκωμιαζόμενου εκθέτει συνάμα και την εντελώς προσωπική ερευνητική του και ηθική του αυτοκατανόηση. Αξιοσημείωτες, δυστυχώς και άκρως επίκαιρες, είναι τέλος οι δυσοίωνες διαπιστώσεις του Κονδύλη για το παρόν και το μέλλον της ελληνικής εθνικής παιδείας και γενικά του ελληνικού έθνους. – ΚΚ

~.~

Παρατηρώντας τα συμβαίνοντα στον ελληνικό χώρο τις τελευταίες δεκαετίες αισθάνεται κανείς συχνά την ανάγκη να αναφωνήσει, μαζί με τον Γιουβενάλη: Είναι δύσκολο να μη γράψεις σάτιρα. Ακριβώς γι’ αυτό η χαρά γίνεται διπλή και πολλαπλή όταν μια εξαιρετική επίδοση σε υποχρεώνει να ξεχάσεις τη σάτιρα και να ανασύρεις από τη μακρά αχρησία τις εμφατικότερες λέξεις του ελληνικού λεξιλογίου για να συνθέσεις ένα εγκώμιο. Η εξαιρετική αυτή επίδοση οφείλεται στην ανεξάντλητη πολυμάθεια, στον άψογο ερευνητικό εξοπλισμό αλλά και στην πολύχρονη προσωπική αυταπάρνηση του Φίλιππου Ηλιού (όσοι του παραστάθηκαν αναφέρονται από τον ίδιον· όσοι δεν του παραστάθηκαν, μολονότι είχαν την οικονομική, τη θεσμική ή την πολιτική δυνατότητα να το κάμουν, θα πρέπει να ντρέπονται). Τιτλοφορείται «Ελληνική Βιβλιογραφία του 19ου αιώνα» και ο πρώτος τόμος της, που περιλαμβάνει όσα βιβλία και φυλλάδια κυκλοφόρησαν από το 1801 ως το 1818, κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του 1997. Ήδη η επιβλητική εμφάνιση και η τυπογραφική τελειότητα του τόμου αυτού, η οποία δεν τέρπει απλώς τον καλαίσθητο αλλά και ικανοποιεί την απαίτηση του ειδικού για όλο και λεπτότερους εμπράγματους διαφορισμούς, δείχνουν ότι εδώ έχουμε μπροστά μας ένα εγχείρημα σχεδιασμένο έτσι ώστε να αποτελέσει ένα κτήμα εσαεί, ένα ορόσημο στην ιστορία των εθνικών μας γραμμάτων. Ίσως τέτοιες αξιώσεις να προκαλούσαν δυσπιστία αν προβάλλονταν από κάποιον άλλον. Αλλά όταν τις προβάλλει ο Φίλιππος Ηλιού, τότε τα πράγματα αλλάζουν ριζικά.

Στο τωρινό μνημειώδες έργο του εκβάλλει ένας μόχθος πολλών δεκαετιών, όχι ο μόχθος του στεγνού φιλολόγου, αλλά εκείνος του ιστορικού, ο οποίος αγκαλιάζει με την πλατιά εποπτεία του μιαν εποχή διαστρωματωμένη κατά τις ποικίλες εμφανίσεις της, όντας έτσι σε θέση να χρησιμοποιήσει για τους συνθετικούς σκοπούς του τα εργαλεία και τα πορίσματα κλάδων συγγενών αλλά στενότερων. Σχετικά λίγοι, ακόμη και μεταξύ των παροικούντων τη Σιών της ελληνικής ιστορικής επιστήμης, έχουν πλήρη εικόνα της συνολικής προσφοράς του Φιλίππου Ηλιού όχι μόνο στην έρευνα του νεοελληνικού 18ου-19ου αι. αλλά και σε μια σειρά γενικότερα προβλήματα της νεοελληνικής κοινωνίας και ιδεολογίας. Γιατί η προσφορά αυτή έχει κατακερματισθεί σε ένα πλήθος δημοσιευμάτων σκορπισμένων σε ισάριθμα σχεδόν έντυπα, χωρίς ποτέ να συγκεντρωθεί σε μερικούς τόμους, ταξινομημένη κατά θέματα. Τούτος ο καταμερισμός δεν ήταν μοιραίο αποτέλεσμα της έλλειψης μιας μακράς συνθετικής πνοής. Αντίθετα, προέκυπτε από μιαν αυστηρή επιστημονική συνείδηση η οποία επέτασσε να αποτελεί το κάθε δημοσίευμα μια νέα συμβολή στις γνώσεις μας, όχι αναμάσημα πραγμάτων ήδη ειπωμένων ούτε συρραφή τέτοιων αναμασημάτων υπό την μορφή ψευδοσυνθέσεων. Αφήνοντάς τα αυτά να τα κάμουν άλλοι, ο Φίλιππος Ηλιού έφερε στο φως άγνωστα υλικά και λανθάνουσες συνυφάνσεις προσώπων και πραγμάτων, διευκρίνισε πτυχές και έσυρε κρίσιμες γραμμές ­ από τα συχωροχάρτια στην εποχή της Τουρκοκρατίας ίσαμε τον κοραϊσμό και τις ιδεολογικές χρήσεις του και από εκεί πάλι ίσαμε τα καθέκαστα της ελληνικής μαρξιστικής κοινωνιολογίας στον αιώνα μας. (περισσότερα…)

«Η μοναδική λέξη που ξεστόμισε ο Πάουντ»

*

Γεύση μικρή από την εν προόδω έρευνα του Ηλία Μαλεβίτη για την επίσκεψη του Πάουντ στην Ελλάδα το 1965, το εκτενές πρώτο μέρος της οποίας δημοσιεύθηκε στο ΝΠ7 που μόλις κυκλοφορήθηκε, στο πλαίσιο του Αφιερώματος στον Αμερικανό ποιητή. Ο συγγραφέας και ο Κώστας Κουτσουρέλης συζητούν για τον Πάουντ μεθαύριο βράδυ στις 9.00, στις εφετινές Νύχτες του Ιουλίου που φιλοξενούνται όπως πάντα στο Θέατρο Κυδωνία των Χανίων, Υψηλαντών 12.

*

«Στα 1933, ο Σεφέρης ήταν κάπως σοφότερος…
“Μη ρίχνετε την καρδιά σας στα σκυλιά.||
Μη ρίχνετε την καρδιά σας στα σκυλιά”.
Μόνο πως αγαπούσε τα σκυλιά.
Ενώ ο Pound που δεν τ’ αγαπούσε,
“ὡραῖα τωόντι πρόκοψε”».
Γ. Π. Σαββίδης, «Μια περιδιάβαση», Για τον Σεφέρη

Σε μια από τις παιγνιώδεις συζητήσεις που κάναμε για τον Σεφέρη, μου είχε πει ο φίλος Ηλίας Λάγιος πως, όταν είχε έρθει στην Αθήνα ο Έζρα Πάουντ, και δεν έβγαζε μιλιά, δεν άνοιξε το στόμα του παρά μονάχα μια φορά, για να διορθώσει ένα υποτιθέμενο λάθος του Σεφέρη σχετικά με το όνομα της ράτσας ενός σκύλου. Συγκράτησα αυτή την ανεκδοτολογική κουβέντα, δεν ρώτησα όμως από πού την είχε ακούσει.

Έτσι κι αλλιώς η σιωπή η απροσπέλαστη που είχε θεληματικά επιβάλλει αυτός ο άνθρωπος στον εαυτό του με είχε κι εμένα σαγηνέψει. Εκείνη την περίοδο πάνω-κάτω (Αύγουστος του ’87), διάβασα και το δοκίμιο του Λορεντζάτου για τον Πάουντ που μόλις είχε κυκλοφορήσει. Αργότερα βέβαια βρήκα και το άρθρο του Σαββίδη για εκείνη τη συνάντηση (Νοέμβριος του ’72), η δε πρόσφατη έκδοση και του τελευταίου τόμου (Μέρες Η΄) των ημερολογιακών καταγραφών του Σεφέρη συμπλήρωσε το πλήρες φάσμα των ελληνικών πηγών για εκείνη τη συνάντηση. Εκεί λοιπόν μαθαίνουμε πως ο Σεφέρης πήγε ο ίδιος στο ξενοδοχείο όπου διέμενε Ο Πάουντ με την Ρατζ, την Παρασκευή 5 Νοέμβρη, και τους μετέφερε στο σπίτι του στην οδό Άγρας για πρόγευμα. Διαβάζουμε:

«Πρόγευμα με τον Ezra Pound και την Olga Rudge, εδώ. Του τηλεφώνησα την περασμένη Τετάρτη πρωί· πήγα και τους πήρα από το ξενοδοχείο Πλάκα όπου μένουν κατά τη 1½. Φύγαν κατά τις τέσσερις. Όμορφη λιόλουστη μέρα.

Στο ξενοδοχείο κατέβηκε με τα πόδια από το πάτωμά του. Πρώτη φορά που τον αντίκριζα από κοντά· τον αγκάλιασα· πολύ θερμός. Αλλά συμβαίνει τούτο το εκπληκτικό· δε λέει λέξη. Όχι πως δε θέλει να μιλήσει, απεναντίας πολύ συχνά βλέπεις την προσπάθεια να ζωγραφίζεται στο συγκλονιστικά εκφραστικό πρόσωπό του. Αλλά είναι σα να πέφτει απάνω του ένα δίχτυ που τον σταματά. Ωστόσο η O. R. μου λέει ότι μιλά πολύ εύκολα από χειρόγραφο, δημόσια. Η ίδια μου λέει ότι σήμερα ήταν από τις πιο σιωπηλές μέρες του και ότι του συμβαίνει αυτό, όταν είναι πολύ συγκινημένος.

Είναι ευκίνητος ανέβηκε τη σκάλα του σπιτιού μου με πολλή ευκολία. Αύριο πάνε στους Δελφούς και όταν φύγαν από το σπίτι θέλησαν να πάνε στη biennale της γλυπτικής στο Φιλόπαππο. Τον πήγαν οι Σαββίδη. Πάτησε τα ογδόντα του […] Αυτή η άναρθρη συνομιλία ήταν από τα συγκινητικά πράγματα που έζησα. Ενώ δεν είπε σχεδόν τίποτε, έφυγε αφήνοντας ένα κενό. «Sibylwise» (Personae, «Scriptor Ignotus»)».

Και συνεχίζει ο Σεφέρης, στην τελευταία του καταγραφή για την αναχώρηση του ζεύγους Πάουντ-Ρατζ, την Πέμπτη, 11 Νοέμβρη:

«Ευτυχώς όλες αυτές τις μέρες που πέρασαν κρατήσαμε κάποιαν επαφή μαζί τους, με το τηλέφωνο ή δια του Ζήσιμου. Όταν γύρισαν την Παρασκευή από την έκθεση της γλυπτικής του Φιλοπάππου ― έπεσε στο κρεβάτι με 38½ πυρετό. Ο Ζήσιμος που έτυχε εκεί φρόντισε να τους βρει γιατρό».

Πριν ξεκινήσει το ζεύγος των φιλοξενουμένων να πάρει τον δρόμο για την έκθεση στου Φιλοπάππου, ο Σεφέρης –πιθανότατα παρακινημένος και από την αναμενόμενη επίσκεψή τους στους Δελφούς– πρόσφερε στον Πάουντ ενθύμιο δώρο ένα βιβλίο του στα αγγλικά: το κείμενό του για τους Δελφούς, που είχε πρόσφατα κυκλοφορήσει, με την ακόλουθη αφιέρωση: «For Ezra Pound with my devotion George Seferis. Athens 5.10.65».

[Μόλις και μετά βίας συγκρατώ ένα ειρωνικό χαμόγελο εδώ, καθώς ο δαίμων της ανακρίβειας και της παραπλάνησης παραποιεί πάλι περιπαιχτικά τις αφηγήσεις για ετούτο το ταξίδι].

Ο Σεφέρης, ως γνωστόν, πέρα από τις συγκεκριμένες ημερολογιακές καταγραφές, αποτύπωσε και φωτογραφικά εκείνη τη συνάντηση (για την ακρίβεια η Μάρω στέκεται πίσω από τον φακό), με τον ίδιο πλάι στον Έζρα Πάουντ στην αυλή του σπιτιού της οδού Άγρας. Ιδιαίτερα εύγλωττες φωτογραφικές στιγμές –στιγμές ίσως μόνον– αλλά τόσο ενδεικτικές της «άναρθρης συνομιλίας» την οποία μνημονεύει ο Σεφέρης, που αξίζουν ένα σύντομο σχολιασμό. Στην μια ο οικοδεσπότης όρθιος κρατώντας μια διακριτική απόσταση πίσω από τον καθιστό Πάουντ, με μια έκφραση διερωτητικής έγνοιας και φροντίδας για τη φιλοξενία και τους φιλοξενούμενους· ο Πάουντ γυρτός προς τα εμπρός, σαν κουλουριασμένος στον εαυτό του, με το βλέμμα στυλωμένο χαμηλά. Στην άλλη φωτογραφία, ο Πάουντ ορθός κι ευθυτενής, με το μάλλον αμήχανο βλέμμα του σταθερά καρφωμένο στον φακό, αλλά με τα χέρια στις τσέπες και τον Σεφέρη, περιχαρή και χαλαρωμένο, σταθερά όμως στηριγμένο στα πόδια του, να τον στηρίζει με τον ώμο του και το διακριτικό –σχεδόν αόρατο– δεξί του χέρι περασμένο στο αριστερό χέρι του Πάουντ. Ευθυτενής, ‘ευκίνητος’ μα κι εύθραυστος συνάμα δείχνει ο γερο-Έζρα πλάι στον στιβαρό Σεφέρη. Μόνο σημείο δύναμης ακατάβλητης η καίουσα φλόγα της επίμονης ματιάς του. (περισσότερα…)

Γιάννης Υφαντής, Δύο ποιήματα

*

ΕΠΟΨ

Σ’ είπαμε τσαλαπετεινό, σ’ είπαμε έποψ, όμως τίποτε.
Σ’ είπαμ’ αγριοκόκκορα, μα πάλι
όντας του Θέρους, έφυγες, να ’σαι παντού μαζί του.

Αχ να ’μενες και να ’σουνα στολίδι της αυλής μας,
να ’σουν ο άγριος βασιλιάς, έμβλημα της φυλής μας.

~.~

ΑΣΠΡΟΓΕΡΑΚΑΤΑ ΛΕΥΚΑΔΟΣ, ΙΟΥΛΙΟΣ, 2023:

(«Ερμηνεύοντας για πολλοστή φορά τον εαυτό μου είτε το αγαπημένο χαρτί της Τράπουλας του Ταρώ* που ονομάζεται «Ο Τρελός»)

Είμαι αυτός που περπατεί μη ξέροντας για πού γοητευμένος από τ’ άστρα.
Μια πεταλούδα διαρκώς με συντροφεύει πότε μπρος πετώντας πότε πίσω, δεξιά κι αριστερά.
Μες στο σακούλι που κρεμάω στο ραβδί το περασμένο από τον ώμο
δεν έχω πλέον τίποτε αφού
τα σύκα, το θυμάρι μου, τα σκόρδα, το ψωμί **
που είχε μέσα μού τ’ αρπάξανε ληστές.
(Δεν ξέραν πως μ’ απάλασσαν κι απ’ το στερνό μου βάρος).

Οι άνθρωποι μου φέρθηκαν σαν άνθρωποι. Στις δόξες μου
αναμερίζαν προσκυνώντας με παντού για να περάσω. Στις μη δόξες μου
έστελναν τα σκυλιά τους να τραβήξουνε το ρούχο μου
για να φανεί ο κώλος μου και οι έρμοι να γελάσουν.

Κι έφτασα εντέλει στο ποτάμι αυτό του Γαλαξία
όπου οι έξυπνοι άνθρωποι αδυνατούν να φτάσουν.

Ντυμένος μπήκα μέσα του και διάβηκαꞏ
γυμνός και ολοκάθαρος βγήκα στην άλλη όχθη.
Κι άγνωστος πια σε μένανε προς τ’ άγνωστο τραβάω.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ

__________________

* Για τα χαρτιά της Τράπουλας του Ταρώ μιλώ στο βιβλίο μου Αθανάτου Μνήμης Σημεία, 4η έκδοση, Οδός Πανός, 2023.
**Είναι οι τροφές που περιείχε η πήρα (το σακούλι) των αγαπημένων μου Κυνικών.

*

Τετάρτη, 12 Ιουλίου | Αφιέρωμα Έζρα Πάουντ: Δύο σταθμοί (Λονδίνο 1920 – Αθήνα 1965)

*

Τετάρτη, 12 Ιουλίου | Αφιέρωμα

Έζρα Πάουντ: Δύο σταθμοί
(Λονδίνο 1920 – Αθήνα 1965)

Πρωτοστάτης του ιμαζισμού και του μοντερνιστικού κινήματος, ιδιοφυής κριτικός, νοσταλγός των μεγάλων αρχαίων πολιτισμών, συνοδοιπόρος του Έλιοτ, γραμματέας του Γέητς, δριμύς κατήγορος του καπιταλισμού, οπαδός του Μουσσολίνι, επινοητής μιας πρωτόγνωρης ποιητικής γλώσσας, δημιουργός των περιβόητων «Κάντος», ο Αμερικανός ποιητής Έζρα Πάουντ (1885-1972) στάθηκε εξαρχής, και παραμένει ώς σήμερα, μορφή σαγηνευτική και αμφιλεγόμενη.

Με αφορμή το αφιέρωμα του περιοδικού Νέο Πλανόδιον στο έργο του (τχ. 7), ο μεταφραστής Κώστας Κουτσουρέλης και ο μελετητής και βιογράφος του Πάουντ Ηλίας Μαλεβίτης παρουσιάζουν δυο σταθμούς της πορείας του, τη σύνθεση «Χιου Σέλγουιν Μώμπερλυ», που ο ποιητής δημοσίευσε στο Λονδίνο το 1920, και το περίφημο ταξίδι του στην Ελλάδα το 1965 και τις συναντήσεις του με σημαδιακές μορφές των ελληνικών γραμμάτων όπως ο Γιώργος Σεφέρης και ο Ζήσιμος Λορεντζάτος. Ποιήματα και κείμενα του Πάουντ θα ερμηνεύσουν ηθοποιοί του Θεάτρου Κυδωνία.

*

Θεώνη Κοτίνη, «Από ψηλά» και άλλα ποιήματα

*

Από ψηλά

Κάτω η θάλασσα
θηλάζει
βρέφη κυμάτων,
μόλις έναρθρα
μικρές στην άπνοια συλλαβές,
εγκάρδια όλη.

Και ρίχνεσαι
σε μια αρχαία συμμαχία
βουτώντας
άφωνο στήθος στο νερό
βαθύ κορμί ρωτώντας

Τι να ’ναι αυτό το βάπτισμα,
ετούτος ο καθρέφτης τι βαστά;

~·~

Λέξεις

Αγραπιδιές στο λόγγο
γκορτσιές και θεριστάπιδα
γλυκές καμπάνες κίτρινου
βαθύλαλες στη γεύση.

Μια χούφτα λέξεις η παιδική σου ηλικία
ένα ιδίωμα εύοσμο που εκρήγνυται
όταν ανοίγεις τα παράθυρα
σ’ εκείνο το παλιό σου σπίτι και ακούς
βραχνό το γέλιο του πατέρα
με τη μαγκούρα φτάνοντας στο θρόισμα του δάσους
σεβάσμιες ελιές να τον πηγαίνουν
σ’ αυγούλα αρχαγγελική
με νοτισμένο πέρα το χορτάρι ν’ αναπνέει
βρεγμένο βέλασμα αμνού,
ξεκούρδιστο της μνήμης κουδουνάκι.

~·~ (περισσότερα…)

Γιοχάννες Κέπλερ, Όνειρο, ή Σεληνιακή Αστρονομία

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Ήδη από τα φοιτητικά του χρόνια ο Κέπλερ (1571-1630), θαυμαστής του Κοπέρνικου, γοητευόταν ζωηρά από μια πρωτότυπη απορία: πώς, άραγε, θα αντιλαμβανόταν τα ουράνια φαινόμενα ένας παρατηρητής εγκατεστημένος στη Σελήνη; Το ερώτημα αυτό παρείχε το ερέθισμα για τη συγγραφή, αρκετά χρόνια αργότερα, ενός σύντομου έργου κοσμικής φαντασίας με τίτλο «Όνειρο ή Σεληνιακή Αστρονομία». Το κείμενο συντάχθηκε περί το 1609, με τον Κέπλερ να επιστρέφει σε αυτό και να το επεξεργάζεται εντατικά από το 1622 έως το 1630, συμπληρώνοντας την αφήγηση με 223 επεξηγηματικές σημειώσεις -τετραπλάσιες σε έκταση από την ίδια τη νουβέλα. Τμήμα του έργου εκδόθηκε πριν τον θάνατο του Κέπλερ, όμως την πρώτη ολοκληρωμένη εκδοση επιμελήθηκε το 1634 ο γιος του, Λούντβιχ.

Το έργο αφηγείται ένα οδοιπορικό στη Σελήνη. Η πρωτοτυπία του, όμως, δεν έγκειται σε αυτό, αφού η κοσμική φαντασία αποτελεί γραμματειακό είδος δημοφιλές ήδη από την αρχαιότητα (ο ίδιος ο Κέπλερ αναγνωρίζει την οφειλή του στον Πλούταρχο και τον Λουκιανό), ενώ είχε σημειώσει νέα άνθηση κατά την Αναγέννηση. Αυτό που κάνει το «Όνειρο» να ξεχωρίζει στη σχετική γραμματειακή παράδοση, πέρα από το βαρύ όνομα του συγγραφέα του, είναι ότι αποτελεί το πρώτο έργο στο οποίο η φαντασία γίνεται πραγματικά «επιστημονική», αλληγορώντας μάλιστα μοναδικά τη μετάβαση από την άγνοια στην επιστημονική γνώση.

Ο Κέπλερ αξιοποιεί την τεχνική της διήγησης που ενσωματώνει επάλληλες διηγήσεις. Σε κοσμολογικά συγκείμενα η τεχνική απαντά ήδη στον –αγαπημένο του Κέπλερ– Τίμαιο και αξιοποιείται κατά κόρον στη μακραίωνη ιστορία της γραμματείας της κοσμικής φαντασίας. Η υιοθέτηση της σύμβασης αυτής αποσκοπεί, επιπροσθέτως, στο να παράσχει κάποια κάλυψη στον Κέπλερ, έναν αληθινό μάρτυρα της επιστήμης. Η αφήγηση ξεκινά από τον ίδιο, περνώντας σύντομα στη φωνή του φανταστικού Ισλανδού συγγραφέα Δουρακότου. Με τη μεσολάβηση της μάγισσας Φιολξίλδης, μητέρας του Δουρακότου, η αφήγηση περνά στην τραχιά φωνή ενός «δαιμονίου» από τη Λεβανία (Σελήνη). Το δαιμόνιο αυτό το επικαλείται κανείς εκφωνώντας 21 γράμματα, με τον Κέπλερ να επεξηγεί στη σχετική σημείωση ότι τόσα είναι τα γράμματα που απαρτίζουν τη φράση «Κοπερνίκεια Αστρονομία» (Astronomia Copernicana). Ως δαιμόνιο πια, ο Κέπλερ χαρίζει μια συναρπαστική περιγραφή του ίδιου του ταξιδιού προς τη Σελήνη και, κυρίως, των ουρανίων φαινομένων και σωμάτων –πάνω από όλα της Γης– όπως τα αντιλαμβάνονται οι κάτοικοι των δύο ημισφαιρίων του δορυφόρου μας. Καταλήγει με μια αναπαράσταση της γεωγραφίας της Σελήνης και των αξιοπερίεργων πλασμάτων που ζουν εκεί. Η απελευθερωτική αφήγηση διακόπτεται όταν ο Κέπλερ ξυπνά, απότομα, από το σεληνιακό του αστρονομικό όνειρο.

~.~

ΓΙΟΧΑΝΝΕΣ ΚΕΠΛΕΡ

Όνειρο,
ή Σεληνιακή Αστρονομία 
[1]

Το 1608, ενόσω μαινόταν η διαμάχη μεταξύ των δύο αδελφών –του αυτοκράτορα Ροδόλφου και του Αρχιδούκα Ματθία[2]– ο λαός αναζητούσε προηγούμενα για όσα συνέβαιναν στην ιστορία της Βοημίας. Παρακινημένος από την περιρρέουσα φιλοπεριέργεια, επιδόθηκα και εγώ στη μελέτη των θρύλων της Βοημίας. Τότε έτυχε να διαβάσω για τη μυθική Λιβούσα[3], την ξακουστή για τη μαγική της τέχνη. Συνέβη, λοιπόν, το εξής. Μια νύχτα, λίγο αφότου είχα περιεργαστεί τη Σελήνη και τους αστέρες, πλάγιασα στον καναπέ μου και βυθίστηκα σε ύπνο πυκνό. Ονειρεύτηκα ότι είχα αγοράσει από το παζάρι ένα βιβλίο για να διαβάσω. Και το βιβλίο περιείχε την παρακάτω αφήγηση:

«Το όνομά μου είναι Δουρακότος και πατρίδα μου είναι η Ισλανδία, την οποία οι αρχαίοι αποκαλούσαν Θούλη[4]. Μητέρα μου ήταν η Φιολξίλδη, της οποίας ο πρόσφατος θάνατος μου χάρισε πια τη δυνατότητα να γράψω, πράγμα που ήθελα να κάνω εδώ και καιρό[5]. Γιατί όσο ζούσε, η μητέρα μου φρόντιζε με κάθε τρόπο να με αποτρέψει. Επαναλάμβανε ότι είναι πολλοί οι μοχθηροί που επιβουλεύονται τις τέχνες και οι οποίοι, εξαιτίας της άγνοιάς τους, χλευάζουν αυτό που δεν μπορεί να συλλάβει το φτωχό τους μυαλό και θεσπίζουν εναντίον του νόμους επιβλαβείς για το ανθρώπινο γένος. Σύμφωνα με αυτούς τους νόμους, πολλοί είναι οι άνθρωποι που θα έπρεπε να έχουν καταδικαστεί και καταβαραθρωθεί στην άβυσσο της Χέκλας[6]. Πώς έλεγαν τον πατέρα μου η Φιολξίλδη δεν μου αποκάλυψε ποτέ. Μου ανέφερε μόνον ότι ήταν ένας ψαράς που είχε πεθάνει σε ηλικία εκατόν πενήντα ετών, όταν εγώ ήμουν μόλις τριών, και πως ήταν παντρεμένοι για εβδομήντα περίπου χρόνια.

Όταν ήμουν ακόμα πολύ μικρός η μητέρα μου, κρατώντας με από το χέρι ή βαστάζοντάς με στους ώμους της, με πήγαινε συχνά στα χαμηλά των ραχών της Χέκλας, ιδίως κοντά στη γιορτή του Αγίου Ιωάννη[7], όταν ο Ήλιος, ορατός όλο το εικοσιτετράωρο, δεν αφήνει κανέναν χώρο στη νύχτα. Μάζευε πολλά βοτάνια και στη συνέχεια τα μαγείρευε με απόλυτη ιεροτελεστία στο σπίτι. Έφτιαχνε σακιά από δέρμα κατσίκας και όταν αυτά γέμιζαν τα πήγαινε στο γειτονικό λιμάνι για να τα πουλήσει στους καπετάνιους των πλοίων. Έτσι εξασφάλιζε τα προς το ζην. Από περιέργεια έσκισα μια φορά ένα από τα σακιά. Η μητέρα μου, που δεν γνώριζε τι είχα κάνει, το είχε μόλις πουλήσει σε έναν καπετάνιο όταν ξαφνικά το σακί έσκασε και έπεσαν κατάχαμα βοτάνια αλλά και λινά πουγκιά, τα οποία ήταν ποικιλμένα με διάφορα σύμβολα κεντημένα με μεράκι. Αχρηστεύοντας αυτό το σακί της στέρησα ένα μικρό εισόδημα. Τότε η μητέρα μου, λυσσασμένη από οργή, μου ανακοίνωσε ότι θα προσφέρει εμένα στον καπετάνιο αντί για το σακί προκειμένου να κρατήσει τα χρήματα. Την επόμενη κιόλας μέρα το πλοίο σάλπαρε απροσδόκητα από το λιμάνι με ούριο άνεμο και έβαλε πλώρη για τα νησιά της Νορβηγίας. Μετά από κάποιες μέρες φύσηξε βοριάς που έσπρωξε το πλοίο ανάμεσα στη Νορβηγία και την Αγγλία[8]. Ο καπετάνιος διέπλευσε το κανάλι και τράβηξε για τη Δανία καθώς είχε να παραδώσει επιστολές ενός επισκόπου της Ισλανδίας στον Τύχο Μπράχε, τον Δανό, που ζούσε στο νησί Χβεν[9]. Εγώ, δεκατετράχρονο αγόρι ακόμα, αρρώστησα βαριά από τα τραμπαλίσματα του πλοίου και την ασυνήθιστη ζέστη που προκαλεί εκεί ο αέρας. Όταν άραξε το πλοίο, ο καπετάνιος μου εμπιστεύτηκε τις επιστολές και με άφησε στο σπίτι ενός ψαρά του νησιού, σαλπάροντας ξανά με την υπόσχεση να επιστρέψει.

Όταν του παρέδωσα τις επιστολές, ο Μπράχε άρχισε, εμφανώς ευδιάθετος, να μου κάνει πολλές ερωτήσεις. Δεν τις πολυκαταλάβαινα αφού δεν γνώριζα τη γλώσσα, εκτός από ελάχιστες λέξεις. Εκείνος όμως παρήγγειλε στους πολυάριθμους μαθητές του να μου αφιερώσουν αφειδώς χρόνο για να συζητούν μαζί μου. Χάρις στη γενναιοδωρία του Μπράχε, και με εξάσκηση λίγων μόλις εβδομάδων, άρχισα να μιλάω δανέζικα κάπως ανεκτά. Αισθανόμουν έτοιμος και πρόθυμος να απαντώ, τουλάχιστον όσο πρόθυμοι ήταν και εκείνοι να μου απευθύνουν ερωτήσεις. Είχα την ευκαιρία να θαυμάσω πολλά πράγματα που μου ήταν παντελώς άγνωστα. Και, με τη σειρά μου, διηγιόμουν ιστορίες από την πατρίδα μου που προκαλούσαν τον δικό τους θαυμασμό. (περισσότερα…)

Ράινχαρτ Κοσέλλεκ, Παναγιώτης Κονδύλης

*

Η ομιλία αυτή του Reinhart Koselleck (1923-2005), ομότιμου καθηγητή της θεωρίας της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Μπήλεφελντ και κορυφαίου εκπρόσωπου της μεταπολεμικής γερμανόφωνης ιστοριογραφίας, εκφωνήθηκε στις 20 Νοεμβρίου 2000 στο Ινστιτούτο Γκαίτε Αθηνών. Ο Κονδύλης υπήρξε μαθητής του Κοσέλλεκ την δεκαετία του 1970 και συνεργάστηκε μαζί του στο πολύτομο συλλογικό έργο: Geschichtliche Grundbegriffe. Historisches Lexicon zur politisch-sozialen Sprache in Deutschland.

~ . ~

ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΠΟΛΥ για την πρόσκληση και τα φιλικά λόγια με τα οποία προλογίσατε αυτή την εκδήλωση, που η αφορμή της είναι δυστυχώς θλιβερή. Αν γνώριζα τόσο καλά ελληνικά, όσο ο Κονδύλης γερμανικά, θα μου ήταν πολύ ευκολότερο να μιλήσω εδώ απόψε. Γιατί ο αναγνωρισμός του άλλου περνά φυσικά και από τη γλωσσομάθεια, και οφείλω να ομολογήσω ότι η σχολική μου εκπαίδευση, μολονότι περιελάμβανε τα αρχαία ελληνικά, δεν φρόντισε να με εξοικειώσει και με τα νέα. Πρέπει λοιπόν να ομολογήσω ότι αγνοώ τη γλώσσα σας και να ζητήσω συγγνώμη που σας μιλώ στα γερμανικά, ελπίζοντας ότι η μετάφραση θα είναι κατανοητή. Αν όχι, παρακαλώ να με διακόψετε, γιατί δεν θα ‘θελα να μιλώ στον βρόντο.

Ο Παναγιώτης Κονδύλης έζησε πενήντα πέντε χρόνια, από το 1943 ώς το 1998. Μια ζωή έντονη, αρκούντως μακρά για να δωρίσει σε όλους εμάς ένα έργο ικανό να μας τρέφει πνευματικά για πολύ, είτε η στάση μας είναι κριτική είτε επιδοκιμαστική απέναντί του, και ασφαλώς πρόσφορο για να παρακινεί και να γονιμοποιεί τη σκέψη μας. Αλλά η ζωή αυτή υπήρξε επίσης πολύ σύντομη αφού δεν στάθηκε αρκετή για να ολοκληρώσει ο Κονδύλης το έργο του. Η τρίτομη Κοινωνική Οντολογία που σχεδίαζε διακόπηκε μετά τον πρώτο τόμο, γεγονός που προκάλεσε σε όλους μας βαθύτατη λύπη. Χάσαμε έναν άνθρωπο που για πολλούς υπήρξε φίλος και αναντικατάστατος. Και επιπλέον μαζί του απωλέσαμε έναν ερευνητή στην ακμή της δημιουργικής του εργασίας, τα πορίσματα της οποίας, ημιτελή όπως έμειναν, όσο και να ωθούν την σκέψη μας, δεν έχουμε τη δυνατότητα να αναγνώσουμε την τελική τους διαμόρφωση. Έτσι δεν μου μένει παρά να ιχνογραφήσω το περίγραμμα ενός τεράστιου έργου, δίχως όμως την αξίωση να αποπερατώσω τον ημιτελή του κορμό.

Ποιος ξέρει ποιες κριτικές επισημάνσεις ή ποιες σαρκαστικές παρατηρήσεις θα αφιέρωνε ο Κονδύλης στο ιχνογράφημα αυτό, αν ήταν σε θέση να το πράξει. Τον βλέπω ακόμη εμπρός μου, με εκείνο το ηδονιστικό του χιούμορ, το θρεμμένο από τον χαρούμενο αυθορμητισμό, στοιχείο του Διαφωτισμού που τόσο εύρισκε της αρεσκείας του. Δεν μπορώ πια να μετρήσω τις φορές που συναντηθήκαμε στην παλιά πόλη της Χαϊδελβέργης, όμως θυμάμαι ακόμα πώς ήταν. Βρισκόμασταν με φίλες και φίλους σε οινοπωλεία ή καφενεία, δοκιμάζοντας πικάντικα εδέσματα ή εύθυμο κρασί, προκειμένου να ταιριάξουμε μετά το πέρας της καθημερινής δουλειάς τα ερωτήματα της καθημερινότητας μ’ εκείνα του κόσμου και της πολιτικής του. Οι κρίσεις του Κονδύλη ξεχώριζαν για την νηφαλιότητα και την αφυπνιστική τους επενέργεια, για τη διαύγεια των επιχειρημάτων και την τεκμηρίωσή τους, για την αδέκαστη στάση του υποστηρικτή τους που δεν δίσταζε να παίρνει ανοιχτά θέση δίχως να επηρεάζεται από τα σκαμπανεβάσματα της επικαιρότητας ή τις υπερβολές του συρμού. Έτσι οι ομοτράπεζοί του γίνονταν κοινωνοί της οξυδέρκειας και της διάνοιάς του, πράγματα που άλλωστε ανήκαν στον κοσμοπολίτικο τρόπο ζωής εξίσου με το φαγητό και το ποτό. Όμως καθένας από μας γνώριζε τι αυστηρή εργασιακή πειθαρχία είχε επιβάλλει ανέκαθεν στον εαυτό του ο Κονδύλης – μόνο που αυτή η πνευματική δραστηριότητά του τρεφόταν από τη χαρά της ζωής και των αισθήσεων. Σηκωνόταν πάντα νωρίς το πρωί για να φτιάξει στον καθαρό αέρα το ημερήσιο πρόγραμμα που με δική του πρωτοβουλία υπαγόρευε στον εαυτό του. Και πάντοτε έγραφε με το χέρι, δίχως γραφομηχανή ή υπολογιστή, γεμίζοντας σημείωμα το σημείωμα ή φύλο το φύλλο μ’ εκείνον τον τόσο ξεχωριστό γραφικό χαρακτήρα που όλοι αναγνωρίζαμε αμέσως μόλις παίρναμε στα χέρια μας τα κείμενά του. Η γραφή ήταν κατά κάποιον τρόπο γι’ αυτόν μια σωματική πράξη. Συγχωρήστε μου αυτές τις προσωπικές αναμνήσεις που μοιάζει να μην έχουν σχέση με τα ειωθότα της επιστημονικής επιχειρηματολογίας. Αλλά θα ήθελα να δείξω τούτο τουλάχιστον, ότι ο Κονδύλης δεν συνήγαγε ή παρήγαγε την βασική ανθρωπολογική του θέση ότι ο άνθρωπος αποτελεί ένα αξεχώριστο μόρφωμα βιολογικών, ψυχολογικών και διανοητικών εξαρτήσεων απλώς και μόνο διά της θεωρίας, αλλά ότι σ’ αυτήν συνοψίζονται οι εντελώς προσωπικές του εμπειρίες. Η γνωσιοκοινωνιολογικά ερεθιστική θέση του ότι οι ταυτότητες μπορούν και μεταβάλλονται ή ότι είναι δυνατόν να αντικατασταθούν βαθμηδόν, ενώ αντίθετα η πραγματική ύπαρξη ενός ανθρώπου διατηρείται, αυτή η βιωματική και εμπειρική θέση του εδράζεται σε ένα εντελώς προσωπικό επίτευγμα, στο γεγονός δηλαδή ότι ο ίδιος ούτε εγκατέλειψε ούτε μετέβαλλε πόσο μάλλον πρόδωσε ποτέ τη ύπαρξή του. Η ύπαρξή του, μιλώντας προσωπικά, στη βιολογική, ψυχολογική και πνευματική της πλέξη, ήταν πάντοτε συνειδητή, συνέπιπτε και ταυτιζόταν πάντοτε με τον εαυτό της. Τις εξωτερικές παραποιήσεις, πιέσεις ή αλλαγές ταυτότητας, όπως έχουν γίνει περίπου μόνιμο φαινόμενο στη γερμανική ιστορία, ο Κονδύλης κατόρθωσε πάντοτε να τις κρατήσει μακριά του. Η ύπαρξή του, αν μπορούμε να μιλήσουμε έτσι, δεν απείχε πολύ από την υπαρξιακή φιλοσοφία της δεκαετίας του ’50. Παρέμεινε, πολύ προτού εκείνος αρχίσει να διαμορφώνει την επιστημονική του προσωπικότητα, στον περίγυρο του Heidegger, του Plessner, του Jaspers ή του Sartre: η ύπαρξη αυτή ήταν πάντοτε σε αρμονία με τον εαυτό της. Η βιοπορία του, μ’ όλους τους βιολογικούς και σωματικούς παράγοντες που την καθόριζαν, ήταν κοινωνικά δραστική και ψυχικά ισορροπημένη, προ πάντων όμως υπέκειτο στον διαρκή έλεγχο του πνεύματος και της διάνοιάς του· αυτή η βιοπορία στάθηκε το εντελώς προσωπικό του έργο που άνοιξε το δρόμο στην ιστορική και κοινωνικοφιλοσοφική κοσμοθεωρία του. Υπάρχουν ασφαλώς λίγοι στοχαστές του λεγόμενου παρελθόντος αιώνα μας που απέκρουσαν όλες τις ιδεολογικές αξιώσεις και προκλήσεις του συρμού και της πρόσκαιρης επικαιρότητας με τόση συνέπεια όπως ο Παναγιώτης Κονδύλης. Η προσωπική του ύπαρξη ήταν ή ίδια του η ταυτότητα, για να χρησιμοποιήσω δυο όρους που μας επιτρέπουν να συλλάβουμε τη μοναδικότητά του. (περισσότερα…)