Ezra Pound, Χιου Σέλγουην Μώμπερλυ (3/3)

ez3

~.~

ΕZRA POUND

ΧΙΟΥ ΣΕΛΓΟΥΗΝ ΜΩΜΠΕΡΛΥ

Βίος και συναναστροφές

 

logo

 

Προλεγόμενα Μετάφραση Σημειώσεις
ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 100 ακριβώς ετών από την πρώτη έκδοση του Hugh Selwyn Mauberley στο Λονδίνο («Τhis edition of 200 copies is the third book of the Ovid Press: was printed by John Rodker and completed April 23rd, 1920»), το ηλεκτρονικό Νέο Πλανόδιον παρουσιάζει τo κορυφαίο έργο του Ezra Pound και του πρώιμου αγγλοαμερικανικού μοντερνισμού σε νέα, πλήρη και σχολιασμένη μετάφραση του Κώστα Κουτσουρέλη.

Το πρώτο μέρος του αφιερώματος περιλαμβάνει τα προλεγόμενα του μεταφραστή· το δεύτερο μέρος περιέχει το πρώτο και εκτενέστερο τμήμα της σύνθεσης· τέλος, το παρόν τρίτο μέρος περιέχει το δεύτερο και καταληκτικό τμήμα του Μώμπερλυ καθώς επίσης υπομνηματισμό του έργου.

Απόσπασμα της μετάφρασης προδημοσιεύθηκε στο τελευταίο χαρτώο τεύχος μας τον Δεκέμβριο που μας πέρασε (ΝΠ4, χειμώνας 2019-2020, σ. 3-10). Οι εικόνες από την πρώτη έκδοση του 1920 που κοσμούν την παρούσα δημοσίευση προέρχονται από τον ιστότοπο της Wikisource. Τα πρωτογράμματά της είναι έργο του χαράκτη E. Wadsworth. Τα ιχνογραφικά πορτραίτα είναι του Wyndham Lewis.

 

Hugh_Selwyn_Mauberley_initial_F

 

Μέρος Δεύτερο

ΜΩΜΠΕΡΛΥ  ( 1920 )

 

Vacuos exercet in aera morsus

 

1

Ι.

Απ’ το «eau-forte
par Jacquemart»
στης Μεσσαλίνας το στητό
στράφηκε το κεφάλι:

«Αληθινή του Πηνελόπη
ο Φλωμπέρ», κι έχει
εργαλείo εκείνος
του χαράκτη

τη στιβαρότητα,
ποτέ δεν μειδιά εντελώς
η τέχνη του, μια τέχνη
σε κατατομή·

άχρωμος
Πιερ Φραντσέσκα
και Πιζανέλλο που εμπρός
στους Αχαιούς πολύ υστερεί.

2ΙΙ.

       Qu’est  ce  qu’ils  savent  de  l’amour,   et  qu’est  ce
qu’ils  peuvent  comprendre?
       S’ils ne comprennent pas la poesie, s’ils ne sentent
pas la musique,  qu’est ce qu’ils peuvent comprendre
de cette passion en comparaison avec laquelle la rose 
est grossiere et le parfum des violettes un tonnerre?
                                                                                       CAID ALI
~.~

Διάβολος μες στις νότες, χρόνια τρία,
κατέβαζε αμβροσία,
όλα περνούν, η ΑΝΑΓΚΗ μένει,
παρήλθε τέλος και αυτή του η Αρκαδία.

Στη φαντασμαγορία της κινήθηκε,
στους γαλαξίες της μέσα,
ΑΓΑΛΜΑ ΝΥΚΤΟΣ

*    *    *    *    *    *

Έρμαιο, έρμαιο… μες στη βιάση
καιρό ζητούσε για ν’ απαλλαγεί από…
από το σάστισμά του· στον σκοπό να φτάσει,
την ορχιδέα εκείνη που ’χε μόλις βρει…

να εξασφαλίσει ήθελε βεβαίως…
(μέσα σε άνθη αέρινα)… καιρό για αλλαγή –
μα έρμαιο έμεινε έως
την παραμέρισή του την οριστική·

ανήμπορος στον ζόφο εμπρός που ερχόταν
να ξεχωρίσει από την ήρα ΤΟ ΑΓΑΘΟΝ,
μέχρι που ανακάλυψε το κόσκινό του…
τον σεισμογράφο τον προσωπικό:

2b–δοθέντος ότι «πάθος του θεμελιώδες»
ήταν τη σχέση ν’ αποδώσει
των βλεφαρίδων και των ζυγωματικών
και με τις λέξεις να τη φανερώσει·

σειρές πολλές να εκθέσει
παράξενα κεφάλια σε μετάλλια–

χαύνος πορεύτηκε στον κόσμο αποξαρχής,
με μάτια διάπλατα ανοιχτά, αναίσθητα όμως,
μέχρι του Μποτιτσέλι τ’ άνθη ο δρόμος
ήταν πολύς·

ωστόσο τη χρονιά την υστεραία
που διεγνώσθη η τύφλα του αναδρομικά,
ήρθε στο φως ο μέγας ίμερός του (η ορχιδέα)
κι οι προσταγές του Έρωτα.

*    *    *    *    *    *

Στόμα που τον αγέρα χάβει,
σκύλοι βουβοί απολιθωμένοι,
της μεταμόρφωσής τους σκλάβοι,
αυτός ο επίλογος του μένει.

3«ΑΠΑΙΤΟΥΣΑΝ ΟΙ ΚΑΙΡΟΙ»

βλ. Μέρος Πρώτο, Ποίημα ΙΙ.

Σ’ εκείνον ειδικά απ’ όλους
άνοιξε η πόρτα τέτοιας ευκαιρίας,
μα ήταν αργόστροφος καθώς στο γκέμι
τα ερυθρόρρυγχα φαριά της Κυθερείας.

Οι πορσελάνες που άστραφταν
δεν του άλλαξαν τον νου,
οι τέχνες πως δεν μέτραγαν
το ’βλεπε δα παντού.

Έτσι όταν έπεφτε η ματιά του
στα χρώματά τους μπρος
λεπταίσθητα όπως ήταν ως
στρώσεις τέλειου σμάλτου

δεν τα συσχέτιζε ευθύς
με πρόσωπα και τα καθέκαστά τους,
μόνο ο καιρός γινόταν πιο γλυκύς
που υπήρχε η ομορφιά τους.

Νήσος κοράλλινη, λεοντόχρους παραλία
απ’ τη ρεμβώδη πορσελάνη περισπούν:
σφόδρα τού ενοχλούν
την εικονοποιία.

Καλοκαιριά μες σ’ αστραπές νεονιτσεϊκές
έρρεπε προς τις διαβαθμίσεις,
αιθεροβάτης πάσχιζε ν’ αντισταθεί
στις τωρινές τις εκτραχύνσεις,

ήδη οι εκκλήσεις του για δεκτικότητα
στο περιθώριο τον σπρώχναν βαθμηδόν,
παρότι ένεκα των συνθηκών
θα ’πρεπε ίσως να ιδωθούν με ανεκτικότητα.

3bΕμπρός στον μόνιμο χαμό
το σύμπαν τότε το ορατό
τα νεύρα του τ’ αδύνατα
τά ’ντυσε με μια αρματωσιά,

μ’ ένα ακτινοβόλημα μινωικό,
από καταβολές αμβρόσιες ορισμένως,
που στων πιθανοτήτων το αποκαρδιωτικό
το δόγμα εμπρός τον προίκισε με σθένος,

και του επιζείν η επιθυμία
που από τις έριδες είχε εξουθενωθεί
έγινε πια απαθείν, ολύμπια αταραξία
και στάση εκλεκτική.

Το ωχρό χρυσάφι, βλέπε προηγουμένως,
οι φοινικιές οι απρόβλεπτες
του καλλιτέχνη φυσικά κατέπνιξαν το σφρίγος
και θαμπωμένος τώρα πια και λίγος
έμεινε κύματα ν’ ακούει φασματικά.

Ανίκανος μια φράση να σκαρώσει,
καν να διορθώσει, τ’ «άριστα απ’ την παράδοση» να σώσει,
να στρώσει το ύφος του, τον λόγο να πυκνώσει,
στο υψηλόν ν’ αρθεί ή να επικεντρωθεί.

Κοντολογίς, στην κλάψα απλώς ριγμένος,
βουβός στην έχθρα εμπρός του κόσμου,
χαμένος στον κατακλυσμό, πνιγμένος
στο ανούσιο εκείνο μάννα
που σβήνει όλα τα σούσουρα
και τα ωσαννά τα πιο προσωπικά.
Του κόσμου του κουτού η εσχάτη χλεύη·

η αγνόηση των αυταποκαλούμενων «φιρμάτων»
τον έβγαλε, το ήξερε καλά, οριστικά
έξω απ’ τον κόσμο των γραμμάτων.

4IV.

Μολούκες διάσπαρτες,
εδώ οι μέρες όλα τ’ αγνοούν,
τ’ αποψινά ξεχνιούνται τ’ άλλο μεσημέρι·
κάλμα η θάλασσα
αρυτίδωτη από τον σιμούν·

οι φυλλωσιές πυκνές,
κάτω απ’ των ήλιων τη φωτιά η γαλήνη,
αλίπεδα ξανθά
που με κοβάλτιο ξεπλένει η λησμοσύνη·

ή μέσ’ από την πάχνη της αυγής
το ρόδινο και το σταχτί
των φοινικόπτερων,
του μόνου δικαστή·

θραυσματική η συνείδηση,
σκόρπιες κηλίδες
σε μια σειρά
διαλείψεις·

μονόξυλα του Ειρηνικού,
ταξίδια προς απρόοπτες ακτές:
τι γράφει δες
σ’ εκείνο το κουπί:

«Ήμουν,
και δεν υπάρχω πια·
εδώ το κύμα ξέβρασε
έναν ηδονιστή».

5ΜΕΤΑΛΛΙΟΝ

Ένας Λουίνι σε φαρφουρί!
Γκρινιάζει βλάσφημα το πιάνο
καθώς η ουρά του εκκρίνει
νότες ψηλές σοπράνο.

Απ’ την ωχρόχρυση εσθήτα
η κεφαλή λαμπρή προβαίνει
σαν απ’ τις πρώτες τις σελίδες
του Ρενάκ η Αναδυομένη.

Οι μελιρόδινες μπούκλες πλεγμένες
γύρω απ’ το πρόσωπο τ’ οβάλ, με χάρη
λες τέχνης μινωίτικης πλασμένες
από αμάλαγο χαλκό ή κεχριμπάρι·

το οβάλ περίγραμμα απαλά
στου σμάλτου ασπροβολά τ’ ατλάζια,
καθώς στου ημίσεος βατ το φως
τα μάτια γίνονται τοπάζια.

 

120px-Hugh_Selwyn_Mauberley_initial_T

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

kolophon

Τα εκατό αυτά χρόνια ο Χιου Σέλγουην Μώμπερλυ έχει αναλυθεί από κριτικούς και φιλολόγους εξαντλητικά. Ωστόσο, κάμποσα σημεία του ποιήματος παραμένουν ώς σήμερα αμφιλεγόμενα. Στο μέτρο που κάθε μετάφραση είναι συνάμα και πράξη ερμηνευτική, θέλοντας και μη δηλαδή παίρνει θέση, δεν θα τα συζητήσω εδώ ειδικότερα. Τα λίγα σχόλια που ακολουθούν φωτίζουν κατά κύριο λόγο πραγματολογικά το κείμενο, βασίζονται δε ως επί το πλείστον σ’ εκείνα του Κ. Κ. Ruthven: A Guide To Ezra Pound’s Personae, πρώτη έκδοση 1969, ο οποίος με τη σειρά του ανακεφαλαιώνει και συμπληρώνει την παλαιότερη έρευνα, ιδίως τις μελέτες του J. J. Espey. Τη δεκαετία του 1950, επανεκδίδοντας το έργο, ο Πάουντ προέβη σε δύο, κατά τη γνώμη μου άτυχες, αλλαγές στο αρχικό κείμενο: αντιμετέθεσε τις λέξεις του υποτίτλου και αλλοίωσε μια παραπομπή στον Βιγιόν. Στα σημεία αυτά προτιμήθηκε η έκδοση του 1920.

 

120px-Hugh_Selwyn_Mauberley_initial_I

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

‒ μ ό τ τ ο : Vocat aestus in umbram, (λατ.) «Μας κάλεσε ο καύσων στη σκιά», στίχος του Νεμεσιανού, ποιητή του 3ου αι. π.Χ.

[Ι.] Ε.P. ODE POUR L’ÉLECTION DE SON SÉPULCHRE
‒ τ ί τ λ ο ς : (γαλλ.) «Έ[ζρα].Π[άουντ]. Ωδή για το πώς θά ’θελε το μνήμα του». Παραλλαγή τίτλου ποιήματος του Πιερ ντε Ρονσάρ (1524-1585).
σε χώρα ημιαγρίων: ο Πάουντ γεννήθηκε στο Άινταχο των ΗΠΑ.
Καπανεύς: ο μυθικός ήρωας που κεραυνοβολήθηκε από τον Δία γιατί καυχήθηκε ότι αψηφά τους θεούς.
ἴδμεν γάρ τοι πάνθ᾽ ὅσ᾽ ἐνὶ Τροίῃ: «τα ξέρουμε όλα πού ’γιναν μες στην πλατειά την Τροία», από το τραγούδι των Σειρήνων (Οδύσσεια μ 189).
όχι στων ρολογιών τις πλάκες τα γραμμένα: τα παλιά ηλιακά ρολόγια είχαν χαραγμένα στις πλάκες τους γνωμικά και ρήσεις σοφών.
an trentiesme de son eage: «στο τριακοστό έτος της ηλικίας του», παραλλαγή στίχου από τη «Διαθήκη» του Φρανσουά Βιγιόν (1431- π. 1463).

ΙΙ. [ ΕΝΑ ΕΙΔΩΛΟ ΑΠΑΙΤΟΥΣΑΝ ΟΙ ΚΑΙΡΟΙ ]
τη φούρια τους να δείχνει την ποζάτη: υπαινιγμός για τους φουτουριστές και τη λατρεία που έδειχναν στην ταχύτητα και την τεχνική.
μια πρόζα σαν αυτή του σινεμά: Και σε άλλα του κείμενα ο Πάουντ αμφισβητεί τη δυνατότητα του κινηματογράφου να αρθεί στο ύψος της πραγματικής τέχνης.

ΙII. [ ΤΕΪΟΝ ΡΟΔΟΧΡΟΥΝ ΚΛΠ., ΤΟ ΕΝΔΥΜΑ ΑΣΟΡΤΙ ]
τη μουσελίνα εκτόπισε της Κω: το νησί του Ιπποκράτη φημιζόταν στην Αρχαιότητα για τα πολυτελή του υφάσματα.
τον Άριελ παύει ο Κάλιμπαν: οι ήρωες από την Τρικυμία του Σαίξπηρ.
Μετά τη Σαμοθράκη φθίνει ώς και / των χριστιανών η ομορφιά: νύξη στο άγαλμα της περίφημης Νίκης. Το νόημα των στίχων είναι ότι και τον χριστιανισμό τον περιμένει η μοίρα των θεών της αρχαιότητας και των θρυμματισμένων της ειδώλων.
χωρίς Πεισίστρατο οπωσούν: ειρωνικά, χωρίς τυράννους, σε καθεστώς δήθεν δικαίου και δημοκρατίας.
τίν’ ἄνδρα, τίν’ ἥρωα, τίνα θεόν: παράθεμα από τον Β΄ Ολυμπιόνικο του Πινδάρου.

IV. [ ΕΤΟΥΤΟΙ ΕΔΩ ΠΟΛΕΜΗΣΑΝ, ΠΑΡ’ ΟΛΑ ΑΥΤΑ ]
pro domo: (λατ.) υπέρ εστιών.
pro patria: (λατ.) υπέρ πατρίδος.
non “dulce”, non “et decor”: (λατ.) «ούτε γλυκό, ούτε κι ένδοξο». Ο Πάουντ αντιστρέφει εδώ τον γνωστό στίχο του Ορατίου από τις Ωδές: «dulce et decorum est pro patria mori», «για την πατρίδα είναι γλυκό κι ένδοξο να πεθαίνεις».

V. [ ΜΥΡΙΑΔΕΣ ΠΕΣΑΝ, ΧΑΘΗΚΑΝ ]
για δύο γρόσες: μια γρόσα είναι δώδεκα δωδεκάδες, μια ντουζίνα ντουζίνες.

[VΙ.] YEUX GLAUCQUES
‒ τ ί τ λ ο ς : (γαλλ.) μάτια γλαυκά.
Γλάδστων: Άγγλος πολιτικός (1809-1898).
Ράσκιν: το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου του Τζων Ράσκιν Sesame and Lilies (1865), επιγράφεται «Για τους θησαυρούς του βασιλέως».
Σουίνμπερν: κατά μία πληροφορία ο Γλάδστων παρενέβη ώστε μετά τον θάνατο του λόρδου Τέννυσον να μην εκλεγεί ο Σουίνμπερν δαφνοστεφής ποιητής στη θέση του.
Ροσσέτι: ο προραφαηλίτης ποιητής που χλευάστηκε από την κριτική του καιρού του.
Μπιουκάναν: πουριτανός λιβελογράφος της εποχής που στράφηκε κατά της προραφαηλιτικής τέχνης.
εκείνη είχε φαύνου κεφαλή: αναφορά στην Ελίζαμπεθ Έλεανορ Σίνταλ, περίφημη καλλονή που ήταν το μοντέλο ζωγράφων της προραφαηλιτικής σχολής και σύζυγος του Ροσσέτι. Στον στίχο συνηχεί ο τίτλος του ποιήματος «Tête de Faune» του Ρεμπώ.
Μπερν-Τζόουνς: ο πίνακας «Ο Κοφέτουα και η μικρή ζητιάνα του Έντουαρντ Μπέρν-Τζόουνς» (1884) εκτίθεται στην Τέητ Γκάλερυ του Λονδίνου.
το αγγλικό ρουμπάι / γεννιότανε νεκρό: το ρουμπάι (περσ., πληθυντικός: ρουμπαγιάτ), είναι είδος τετράστιχου επιγραμματικού ποιήματος που έγινε γνωστό στην Αγγλία με τις μεταφράσεις των ρουμπαγιάτ του Ομάρ Χαγιάμ από τον Έντουαρντ Φιτζέραλντ. Παρότι οι μεταφράσεις αυτές έγιναν διάσημες, ο Πάουντ αμφέβαλλε αν η πνευματική κατάσταση της εποχής επέτρεπε τη δημιουργική δεξίωση του είδους.
«Α, η φτωχούλα η Τζένη»: μνεία της «Τζέννης», του ποιήματος που ο Ροσσέτι έγραψε για μια πόρνη και προκάλεσε τη μήνι του Μπιουκάναν και των ηθικολόγων. Αλλά και της Τζέην Μπέρντεν, άλλης γνωστής καλλονής της εποχής.

[VII.] «SIENA MI FE’; DISFECEMI MAREMMA»
‒ τ ί τ λ ο ς : (ιταλ.) «Η Σιέννα μ’ έκανε, με ξέκανε η Μαρέμμα», στίχος από το Πουργατόριο του Δάντη. Στο χωρίο ο Φλωρεντίνος ποιητής αφηγείται την μοίρα μιας γυναίκας που υποχρεώθηκε από τον άντρα της να παραμείνει στην χτυπημένη από την επιδημία πόλη της Μαρέμμας. Η Πία πρωταγωνιστεί και σε πίνακα του Ροσσέτι, που είχε ως μοντέλο του την Τζέην Μπέρντεν.
μεσιέ Βερόγκ: χαρακτήρας εμπνευσμένος από τον Βίκτορ Πλαρ (1863-1929), ήσσονα ποιητή της εποχής, βιβλιοθηκάριο και δεινό καταλογογράφο.
Γκαλλιφέ: Γάλλος μαρκήσιος και στρατηγός του 19ου αιώνα.
Ντάουνσον: Άγγλος ποιητής της «παρακμής» που πέθανε νέος (1867-1900).
Rhymers’ Club: Λέσχη των Ριμαδόρων, λογοτεχνική ομήγυρη ιδρυμένη την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα.
και πώς ο (Λάινελ) Τζόνσον: Ολιγόζωος ποιητής της εποχής (1867-1902), γνωστός για την αγάπη του στο ποτό. Ο Πάουντ επιμελήθηκε το 1915 τα άπαντά του.
Νιούμαν: ο καρδινάλιος Τζων Χένρυ Νιούμαν, διάσημος θεολόγος και ιεράρχης του 19ου αιώνα. Η καθολική εκκλησία πρόσφατα τον ανακήρυξε άγιο.
Χέντλαμ: αγγλικανός κληρικός που λόγω της αγάπης του για την τέχνη του χορού επιτιμήθηκε από τους ανωτέρους του.
Ίματζ: ο διάσημος καλλιτέχνης και συγγραφέας Σέλγουην Ίματζ (1849-1930).
του «Δωριέως ειρμού»: τίτλος βιβλίου του Πλαρ, βλ. παραπάνω.

[VIII.] ΜΠΡΕΝΜΠΩΜ
‒ τ ί τ λ ο ς : η μορφή που πρωταγωνιστεί στο ποίημα είναι βασισμένη στον Μαξ Μπρένμπωμ, γνωστό δανδή της εποχής. Ο Πάουντ τον θεωρούσε Εβραίο (εσφαλμένα, παρασυρμένος ίσως από το γερμανικό του όνομα), και αντιπαραθέτει τον επιτηδευμένο τρόπο της ζωής του στην πνευματική παράδοση του ιουδαϊσμού.
Χωρήβ, Σινά: Τόποι της Βίβλου, εκεί όπου ο Μωυσής είδε τη καιόμενη βάτο και έλαβε τις Δέκα εντολές.
οι σαράντα χρόνοι: τα χρόνια που οι Εβραίοι περιπλανήθηκαν στην έρημο.
‒ ο «Άμωμος»: η επιδεικτική τελειομανία στο ντύσιμο και στους τρόπους είναι από τα χαρακτηριστικά του δανδισμού.

[ΙΧ.] Ο κ. ΝΙΞΟΝ
ο κ. Νίξον: άλλη μια καρικατούρα λογίου της εποχής, βασιζόμενη ίσως στον μυθιστοριογράφο Άρνολντ Μπέννετ (1867-1931).
ο δρ Ντάντας: ίσως ο Ρόμπερτσον Νίκολλ, εκδότης του περιοδικού British Weekly.
του Μπλούγκραμ ένας φίλος: ο Πάουντ παραπέμπει στον χαρακτήρα του παρακατιανού δημοσιογράφου που περιγράφει ο Ρόμπερτ Μπράουνινγκ στο ποίημά του «Bishop Blougram’s Apology», ορθογραφεί όμως το όνομα του επισκόπου διαφορετικά.
Κι οι «του ’90» το δοκίμασαν: η γενιά των συγγραφέων και καλλιτεχνών της δεκαετίας του 1890.

Χ. [ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΜΙΑ ΣΑΘΡΗ ΣΚΕΠΗ ]
ο στυλίστας: Μέσα στο πλήθος των γελοιογραφιών που πλάθει ο Πάουντ, αυτό είναι το μόνο θετικό πορτραίτο. Πιθανότατα πρόκειται για τον Άγγλο μυθιστοριογράφο Φορντ Μάντοξ Φορντ (1873-1939). Την εποχή που γραφόταν ο Μώμπερλυ, ο Φορντ συζούσε με την φίλη του σε ένα παλιό αγροτόσπιτο του Σάσσεξ. Ήταν γνωστός για τις μαγειρικές του επιδόσεις.

ΧΙ. [ ΤΩΝ «ΜΙΛΗΣΙΩΝ» ΑΙΣΘΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΗΘΩΝ ]
Των «μιλησίων»…: Αναφορά στα Μιλησιακά του Αριστείδη, ελληνικό ερωτογράφημα του 2ου π.Χ. αιώνα που δεν σώζεται, πρότυπο μεταξύ άλλων του Πετρώνιου και του Βοκκάκιου. Στους δυο πρώτους στίχους του, ο Πάουντ παραλλάσσει μια φράση του Ρεμύ ντε Γκουρμόντ από διήγημά του δημοσιευμένο στα 1894.
Ήλινγκ: προάστιο του Λονδίνου.

ΧΙΙ. [ «ΜΕ ΤO ΚΟΡΜΙ Η ΔΑΦΝΗ ΠΙΑ ΚΟΡΜΟ ]
«Με τo κορμί η Δάφνη πια κορμό…»: κατά τον μύθο, η Δάφνη για να γλιτώσει από τον Απόλλωνα που ήθελε να τη βιάσει, μεταμορφώθηκε στο ομώνυμο φυτό. Οι δύο πρώτοι στίχοι αποδίδουν στίχους του Γκωτιέ από το ποίημά του «Le château du Souvenir». Στο πολυτελές καθιστικό όπου διαδραματίζεται το ποίημα, υπάρχει προφανώς μια ζωγραφική ή γλυπτή αναπαράσταση του μύθου.
η λαίδη Βαλεντίνη: η φιγούρα της Jane Valentine του Πάουντ βασίζεται σε γνωστές οικοδέσποινες των αριστοκρατικών σαλονιών της εποχής. Μόνο που σε αντίθεση με την Δάφνη του μύθου, είναι εκείνη που έχει το πάνω χέρι απέναντι στους άνδρες.
Άντε να φέρεις… «που οι ύψιστοι πολιτισμοί έχουν θρέψει»: Απόδοση στίχου του Ζυλ Λαφόργκ, από το ποίημά του «Complainte des pianos».
«Φλητ Στρητ»: οδός του Λονδίνου, κέντρο για αιώνες του αγγλικού Τύπου.
«του δρος Τζόνσον»: ο κορυφαίος κριτικός Σάμιουελ Τζόνσον (1709-1784).
τα ρόδα από την Πιερία: μνεία του περίφημου στίχου της Σαπφώς. Η Πιερία και οι πρόποδες του Ολύμπου ήταν στην Αρχαιότητα τόπος λατρείας των Μουσών.

ENVOI (1919)

‒ τ ί τ λ ο ς: (γαλλ.) στάλσιμο. Το ποίημα αυτό, που τοποθετείται ανάμεσα στο πρώτο και το δεύτερο μέρος του Μώμπερλυ, είναι γραμμένο με τον παλιό τρόπο, δήλωση της δυσπιστίας του Πάουντ στις δυνατότητες της σύγχρονής του αγγλόφωνης ποίησης να αρθεί στο ύψος του κάλλους.
Ουώλλερ: Άγγλος ποιητής και πολιτικός του 17ου αιώνα. Ο Πάουντ διασκευάζει το τραγούδι του «Go, Lovely Rose».
Λώες: Άγγλος τραγουδοποιός του 17ου αιώνα, ο συνθέτης που μελοποίησε τα ποιήματα του Ουώλλερ.

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ: ΜΩΜΠΕΡΛΥ ( 1920 )

‒ μ ό τ τ ο : Vacuos exercet in aera morsus, στίχος του Οβίδιου από τις Μεταμορφώσεις, (λατ.) «στόμα που χάφτει το κενό», ο Πάουντ τον παραφράζει στο τέλος του ΙΙ. ποιήματος του Δεύτερου Μέρους.

Ι. [ ΑΠ’ ΤΟ «EAU-FORTE ]
eau-forte / par Jacquemart: (γαλλ.) «χαλκογραφία / του Ζακμάρ». Ο Ζυλ Ζακμάρ (1837-1880) είχε διακοσμήσει τα Σμάλτα και καμέες του Γκωτιέ στην έκδοση του 1881.
στης Μεσσαλίνας: κατά μαρτυρία του, ο Πάουντ είχε υπ’ όψιν του ένα πορτραίτο της Ρωμαίας αυτοκρατόρισσας.
Πιερ Φραντσέσκα: ο διάσημος ζωγράφος της πρώιμης Αναγέννησης Πιέρο ντελλά Φραντσέσκα (1412-1492), περίφημος κολορίστας.
Πιζανέλλο: ο Αντόνιο Πιζάνο (περ. 1395- περ. 1455), σπουδαίος χαράκτης μεταλλίων της Αναγέννησης. Εμπνεύστηκε από αρχαιοελληνικά πρότυπα που, κατά τον Πάουντ, δεν κατόρθωσε να φτάσει.

ΙΙ. [ ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΜΕΣ ΣΤΙΣ ΝΟΤΕΣ, ΧΡΟΝΙΑ ΤΡΙΑ, ]
‒ μ ό τ τ ο : «Qu’est ce qu’ils…» (γαλλ.) «Τι ξέρουν, τι μπορούν να καταλάβουν από έρωτα; Αν δεν καταλαβαίνουν την ποίηση, αν δεν νιώθουν τη μουσική, τι να καταλάβουν από τούτο το πάθος που εμπρός του το ρόδο είναι μια χυδαιότητα και το άρωμα της βιολέτας ένα μπουμπουνητό;» Το όνομα Caid Ali είναι ψευδώνυμο του Πάουντ. Φαίνεται ότι το κείμενο αυτό γράφτηκε από την ποιητή απευθείας στα γαλλικά.
Διάβολος μες στις νότες: στα λατινικά «diabolus in musica», μουσικό διάστημα αποτελούμενο από τρεις ολόκληρους διαδοχικούς τόνους. Στην κλασσική μουσική της Δύσης, η τριτονία αυτή θεωρείται παράφωνη και αποφεύγεται.
η ΑΝΑΓΚΗ: για τον Πάουντ κύρια ανάγκη των μοντέρνων καιρών είναι το χρήμα. Στα συμφραζόμενα όμως του ποιήματος, ανάγκη είναι κυρίως εκείνη του έρωτα.
Στη φαντασμαγορία της κινήθηκε: στις ψευδοειδυλλιακές συνθήκες του αισθητισμού, η Αρκαδία του Μώμπερλυ δεν είναι παρά μια φαντασμαγορική παραίσθηση. Και επί πλέον ανέραστη, στερημένη από τις σαρκικές ορμές του Πανός.
ΑΓΑΛΜΑ ΝΥΚΤΟΣ: έτσι, «κόσμημα της νύχτας», αποκαλεί τον Έσπερο (τον σημερινό Αποσπερίτη, άλλο όνομα του πλανήτη Αφροδίτη), ο Βίων, βουκολικός ποιητής του 2ου π.Χ. αιώνα:

Ἕσπερε, τᾶς ἐρατᾶς χρύσεον φάος Ἀφρογενείας,
Ἕσπερε κυανέας ἱερὸν φίλε νυκτὸς ἄγαλμα

Όπως και αλλού ο Πάουντ στην ακρίβεια των παραθεμάτων του δεν είναι σχολαστικός.
την ορχιδέα εκείνη: αφορμώμενος από τη συνάφεια με τη λέξη όρχις, ο Πάουντ δίνει στη λέξη διπλό νόημα, του υπερούσιου λουλουδιού και του σαρκικού συμβόλου. Μας παρουσιάζει έτσι έναν Μπώμπερλυ παραζαλισμένο ανάμεσα στην αισθητιστική αντίληψή του για μια εξαϋλωμένη τέχνη και τις χοϊκές ερωτικές του επιθυμίες.
«πάθος του θεμελιώδες»… να τη φανερώσει: αναφορά στη «Γέννηση της Αφροδίτης» του Σάντρο Μποτιτσέλλι, ιδεώδη αναπαράσταση της θηλυκής ομορφιάς. Η ποίηση παρουσιάζεται εδώ ως το λεκτικό αντίστοιχο της ζωγραφικής. Οι στίχοι απαντούν παραλλαγμένοι και στο Κάντο 74.
μέχρι του Μποτιτσέλι τ’ άνθη: ακόμη μια αναφορά στην Αφροδίτη του Ιταλού ζωγράφου.
Στόμα που τον αγέρα χάβει…: το καταληκτικό τετράστιχο προεκτείνει και σχολιάζει το οβιδιακό μόττο του Δεύτερου Μέρους. Μετά την καλλιτεχνική αποτυχία ο Μώμπερλυ βιώνει και την ερωτική. Είτε ως υψηλό αισθητικό όραμα είτε ως σαρκική γυναικεία παρουσία, η Αφροδίτη θα μείνει γι’ αυτόν απρόσιτη.

[ΙΙΙ.] «ΑΠΑΙΤΟΥΣΑΝ ΟΙ ΚΑΙΡΟΙ»
τα ερυθρόρρυγχα φαριά: κατά τον μύθο, το άρμα της Αφροδίτης το έσερναν αντί για άλογα περιστέρια με κόκκινα ράμφη.
Νήσος κοράλλινη, λεοντόχρους παραλία: το μοτίβο της φυγής στον εξωτισμό που πρωτοεμφανίζεται εδώ, θα αναπτυχθεί πλήρως στο επόμενο τμήμα της σύνθεσης.
μες σ’ αστραπές νεονιτσεϊκές: αναφορά στη νιτσεολατρεία της εποχής. Τα Άπαντα του Γερμανού φιλοσόφου Νίτσε μεταφράστηκαν στα αγγλικά την περίοδο 1909-1913 και, όπως σε όλη την Ευρώπη, προκάλεσαν πολλές και παθιασμένες συζητήσεις.
μ’ ένα ακτινοβόλημα μινωικό: η υπερεκλεπτυσμένη τέχνη της μινωϊκής Κρήτης.
τ’ «άριστα απ’ την παράδοση» να σώσει: για τον Πάουντ η διάσωση της better tradition, του καλύτερου μέρους της παράδοσης, είναι ο ύψιστος σκοπός ενός συγγραφέα. Και χρεώνει στον Μώμπερλυ και τους ομοίους τους την αποτυχία τους να τον υπηρετήσουν.

IV. [ ΜΟΛΟΥΚΕΣ ΔΙΑΣΠΑΡΤΕΣ, ]
Μολούκες: συστάδα νησιών στο αρχιπέλαγος της Μαλαισίας. Απόβλητος από τη λογοτεχνική σκηνή της Αγγλίας, ο Μώμπερλυ καταφεύγει στην εύκολη λύση: αποδρά φαντασιακά στη λήθη του εξωτισμού. Με τίμημα την ποιητική του αυτοχειρία, υποκύπτει στον ηδονισμό της φυγής.

[V.] ΜΕΤΑΛΛΙΟΝ
Ένας Λουίνι σε φαρφουρί!: ο Μπερναρντίνο Λουίνι (1480-1530) ήταν ζωγράφος από τον κύκλο του Λεονάρντο ντα Βίντσι. Το φαρφουρί είναι είδος λεπτής πορσελάνης.
του Ρενάκ η Αναδυομένη: ο Σαλομόν Ρενάκ (1858-1932) ήταν Γάλλος αρχαιολόγος και ιστορικός της τέχνης που οι απόψεις του απασχόλησαν τον Πάουντ. Πιθανότατα εδώ υπονοείται η «Κεφαλή Αφροδίτης», κλασσικό ελληνικό έργο της Συλλογής του Λόρδου Λέκονφηλντ που αναπαράγεται στο βιβλίο του Ρενάκ Apollo: an Illustrated Manual of the History of Art Throughout the Ages, 1907.

120px-Hugh_Selwyn_Mauberley_initial_B

 

[ Επιστροφή στο Δεύτερο Μέρος του Αφιερώματος. Το Πρώτο Μέρος εδώ. ]

~.~

EP skitso 4

~,~