ολοκαύτωμα

Paul Celan, Ὁδοιπορικὸ πρὸς τὸ ποίημα μετὰ τὸ Ὁλοκαύτωμα

*

 τοῡ ΣΥΜΕΩΝ ΓΡ. ΣΤΑΜΠΟΥΛΟΥ

Ἀμύγδαλο

Στὸ ἀμύγδαλο – τί στέκεται στὸ ἀμύγδαλο;
Τὸ Τίποτα.
Τὸ Τίποτα στέκεται στὸ ἀμύγδαλο.
Στέκεται καὶ στέκεται.
[…]
Καὶ τὸ μάτι σου – ποῦ στέκεται καὶ κοιτάζει τὸ μάτι σου;
Τὸ μάτι σου στέκεται ἀπέναντι στὸ ἀμύγδαλο.
Τὸ μάτι σου στέκεται ἀπέναντι στὸ Τίποτα.
[…]
Ἀνθρώπινε βόστρυχε, δὲν θὰ γκριζάρεις ποτέ.
 Ἀμύγδαλο ἀδειανό, βασιλικὸ γαλάζιο.

[Die Niemandsrose (Τοῦ Κανενὸς τὸ ρόδο), 23.5.61]

Αὐτὸς ποὺ στέκεται ἀπέναντι, εἶναι ἕνας ποιητής. Tραγουδᾶ προσηλώνοντας τὸ βλέμμα στὸ ἴχνος τοῦ Θεοῦ ποὺ τράπηκε σὲ φυγή. Ἐπειδὴ στὸ μεταξὺ συνέβη μία τερατωδία, καὶ αὐτός, ὁ ἐπιζήσας, προσηλώνει τὸ βλέμμα του στὸ ἀδιάψευστο ἴχνος, γιὰ νὰ καταγράψει τουλάχιστον αὐτὸ τὸ ἴχνος, ἀφοῦ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ μαρτυρήσει γιὰ τὸν μάρτυρα. Ὁ ποιητὴς στέκεται ἀπέναντι. Στέκεται ἀπέναντι στὸ ἀμύγδαλο. Ἀπέναντι στὸ Τίποτα, στὸ ἀδειανὸ ἀμύγδαλο. Στέκεται καὶ σκέφτεται ὅτι τὰ μαλλιὰ τῆς μητέρας του δὲν θὰ γίνουν γκρίζα.

Σκέφτεται ὅτι στὴ γλώσσα του μνήμη καὶ στοχασμός, προσευχὴ καὶ ἐνθύμηση, εὐχαριστία καὶ κατάνυξη εἶναι περίπου συνώνυμα. Denken καὶ danken, Andenken, eingedenkt sein καὶ Andacht – πηγάζουν στὴ γλώσσα του ἀπὸ τὴν ἴδια ρίζα. Ὅμως δὲν ὑπάρχει λέξη γι᾿ αὐτὸ ποὺ συνέβη. Αὐτὸς ἔχει στὸ στόμα του μόνο τὸ Kaddish, τὴν προσευχὴ τοῦ μικροῦ Ἑβραίου, τοῦ μικροῦ ὀρφανοῦ Ἑβραίου ποὺ προσεύχεται στοὺς πεθαμένους γονεῖς του. Προσεύχεται καὶ προσεύχεται. Δίπλα τους εἶναι ὁ Θεός. Εἶναι κοντὰ ὁ Θεός. Ὁ μικρὸς Ἑβραῖος τοῦ στέλνει ποιήματα-Kaddish: (περισσότερα…)

Από το Άουσβιτς στην AfD, μια εκδρομή δρόμος

* 

Πλησίαζαν τα γενέθλιά μου. Στρογγυλά γενέθλια για τους Γερμανούς, nel mezzo del cammin[1] για τους Ιταλούς, μια φορά, πράγμα σπουδαίο, εξού και άξιο ανάλογου εορτασμού. Συνομιλώντας με Γερμανό τέως συνάδερφο για το γεγονός και σκεπτόμενη φωναχτά, του απαρριθμούσα εναλλακτικές. Ένα ταξίδι σε μέρος ώς τώρα άγνωστο θα ήταν ίσως το καλύτερο, αλλά δύσκολη η άδεια προς το παρόν για περισσότερες μέρες. Ίσως ένα Σαββατοκύριακο; Κάπου εκτός Γερμανίας, αλλά κοντά παρ’ όλα αυτά; Καλή ιδέα! Να, Πολωνία, για παράδειγμα, δεν έχω πάει ποτέ. Α, ούτε εκείνος. Και με το αυτοκίνητο γίνεται. Βαρσοβία καθότι πρωτεύουσα ή Κρακοβία ως μνημείο πολιτιστικής κληρονομιάς της Ουνέσκο; Χμ!

Διαθέτοντας ισχυρό πλεονέκτημα ως Geburtagskind[2], επέλεξα το μνημείο της Ουνέσκο, θέτοντας τον όρο μου: την επίσκεψη στο στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Άουσβιτς. Μπορεί να το εξέθεσα στο συνομιλητή μου υπό όρους του ‘τραβάτε με κι ας κλαίω’ προκειμένου να τον πείσω, ωστόσο είναι γεγονός ότι πάντοτε αυτή η επίσκεψη βρισκόταν στο πίσω μέρος του μυαλού μου, ήξερα ότι αργά ή γρηγορά θα συμβεί, και ας φοβόμουν ταυτόχρονα, και ας γνώριζα εκ των προτέρων τον αντίκτυπο. Τώρα, όμως, είμαι αρκούντως ενήλικη και δυνατή κι επιπλέον δεν θα ήμασταν μόνοι, επιχειρηματολογούσα. Done! Σκέφτηκα πολύ κόσμο να με σαρκάζει για τη συγκεκριμένη επιλογή τού δώρου γενεθλίων στον εαυτό μου και γέλασα μαζί τους, μπαίνοντας ευχαρίστως στο χορό του αυτοσαρκασμού. Typisch Elena, κλασικά! (περισσότερα…)

Το κακό πέρα από τον ανθισμένο φράχτη

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

Ο τίτλος είναι εσκεμμένα αφηρημένος, oυδέτερος, γενικός. Ζώνη ενδιαφέροντος. Όλοι έχουμε μια ζώνη ενδιαφέροντος, ή και κάπως περισσότερες. Το σίγουρο είναι ότι ο κόσμος ολόκληρος δεν μας ενδιαφέρει, δεν μπορούμε να επενδύσουμε στην ολότητά του. Χωρίς αυτήν τη ζώνη ενδιαφέροντος, η προσοχή μας θα διαλυόταν σε μύρια και αδιάφορα ενδιαφέροντα, η ψυχική μας οικονομία θα ανατρεπόταν. Αυτή η επιλογή που απαιτεί η ζώνη ενδιαφέροντος, μια επιλογή αναγκαία όσο και απάνθρωπη, είναι ζωτικής σημασίας για τον καθένα μας ως γνωστικό, ηθικό και ψυχολογικό υποκείμενο. Όλοι αφαιρούμε ένα απείρως τεράστιο ποσοστό πραγματικότητας από την αντίληψή μας, η πραγματικότητα σε πολύ μεγάλες δόσεις θα μπορούσε να μας σκοτώσει, κι αυτή η οικονομία, η επιλογή των ερεθισμάτων που μας έρχονται από έξω, δίνει ακριβώς το στίγμα της μοιραία ελλειμματικής, της μοιραία περιορισμένης προσωπικότητάς μας. Πόσους πολέμους, πόσες καταστροφές δεν αγνοούμε, ή δεν θέλουμε να αγνοούμε, καταστροφές που συμβαίνουν στη γειτονιά της πόλης μας, της χώρας μας ή του πλανήτη μας; Όλη η δυστυχία, ακόμη και όλη η ευτυχία, αυτού του κόσμου θα ήταν αδύνατον να χωρέσει στο συνειδησιακό και ψυχολογικό μας πεδίο, αφού, όπως λένε, ή ό,τι κι αν λένε, ο άνθρωπος είναι ένα μοιραία, ατομοκεντρικό, ακόμη και εγωιστικό, πλάσμα. Ακόμη κι όταν αγαπά τον πλησίον του, το μοντέλο αυτής της αγάπης είναι η αγάπη «προς εαυτόν», για να θυμηθούμε την ευαγγελική ρήση· μόνο πάνω σε αυτό το μοντέλο μπορεί να στηριχθεί η φιλάλληλη αγάπη οποιασδήποτε απόχρωσης.

Μήπως κάτι από όλα αυτά συνυπάρχουν στον τίτλο και στην ταινία του Τζόναθαν Γκλέιζερ; Μήπως αυτή η αναγκαστική περιστολή του ενδιαφέροντός μας υπονοείται στην ταινία ώστε τρόπον τινά να ειρωνευτεί, αλλά ενδεχομένως και να δικαιολογήσει, τη συμπεριφορά των ηρώων του; Οι ήρωες αυτοί είναι η οικογένεια ενός γερμανού αξιωματικού, του Ρούντολφ Ες – όχι όμως του περισσότερο γνωστού συνονόματού του, στενού συνεργάτη του Χίτλερ που αυτοκτόνησε στη φυλακή αρκετά χρόνια μετά τη δίκη της Νυρεμβέργης, αλλά του διοικητή του στρατοπέδου τού Άουσβιτς που καταδικάστηκε σε απαγχονισμό ως εγκληματίας πολέμου (στα γερμανικά εξάλλου αυτός ο δεύτερος γράφεται Ηöss, και όχι Ηess, όπως ο πρώτος, και προφέρεται αναλόγως). Η οικογένεια αυτή βιώνει μιαν αδιατάρακτη καθημερινότητα σε ένα άνετο εξοχικό σπίτι, με τα παιδιά της και τα παιχνίδια τoυς, μέσα σε έναν όμορφα και αξιοζήλευτα τακτοποιημένο κήπο. Με έναν καιρό ευοίωνο και ηλιόλουστο μέσα στο οξυγόνο της υπαίθρου. Τα μελήματά της είναι μελήματα μιας κανονικής καθημερινότητας. Μόνο που ακριβώς πίσω από τον φράχτη του κήπου τελείται ένα από τα πιο φρικαλέα εγκλήματα που μπόρεσε να επιφυλάξει ποτέ άνθρωπος για συνάνθρωπό του, η κτηνώδης εξόντωση εκατομμυρίων, Εβραίων κυρίως, κρατουμένων. Το έγκλημα αυτό δεν εντάσσεται στη ζώνη ενδιαφέροντος της οικογένειας, ο φράχτης του κήπου αποτελεί ένα ισχυρό μονωτικό. Κάποιες κραυγές, κάποιες αφίξεις τραίνων, κάποιοι καπνοί είναι μόνο τα αμυδρά σημεία τού τι τεκταίνεται από την άλλη μεριά. Αυτή η ζώνη ενδιαφέροντος είναι εντελώς αποκομμένη από την οικογενειακή, ή μάλλον η οικογενειακή ζώνη ενδιαφέροντος δεν χωράει καμιάν άλλη: είναι ένας άλλος κόσμος. Ο καθείς έχει διαλέξει εκών άκων τη δική του ζώνη. (περισσότερα…)

Με ένα βιολί και ένα ακκορντεόν

*

Ξαφνικά ακούω μουσική απ’ έξω, μια παράξενη μουσική λυπητερή. Ανοίγω το τζάμι. Βλέπω έναν ακκορντεονίστα καθισμένο σ’ ένα σκαμνάκι, δίπλα του μια κυρία όρθια παίζει βιολί. Μια παράξενη μουσική λυπητερή που γίνεται ακόμα πιο λυπητερή μόλις συνειδητοποιείς το γιατί.

—Είναι κηδεία; ρωτάει ο άντρας μου απορημένος.

—Κατά κάποιο τρόπο, απαντάω.

—Μα κηδεία εδώ στη μέση του δρόμου, έξω απ’ το εμπορικό κέντρο;

Μερικοί φοράνε μαύρα και κρατάνε άσπρα τριαντάφυλλα. Είναι η οικογένεια του εκλιπόντος.

Ο άνθρωπος που σκύβει στο πεζοδρόμιο και κάτι κάνει προσηλωμένος, μου έχει δώσει την εξήγηση του τι συμβαίνει. Φοράει ένα πλατύγυρο καπέλο, έχει μακριά γενειάδα, προφανώς είναι ο ραββίνος της περιοχής. Εναποθέτει ένα ακόμα πλακάκι για κάποιον που έμενε κάποτε εδώ, πριν γίνει το εμπορικό κέντρο. Για κάποιον ή κάποια που πάρθηκε μετά βίας απ’ το σπίτι όπου ζούσε για να μεταφερθεί σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως και να πεθάνει εκεί μέσα στον τρόμο και την αθλιότητα. Οι απόγονοι αγκαλιάζονται, φιλιούνται και κλαίνε. Στη συνέχεια αφήνουν τα τριαντάφυλλα στο μικρό μεταλλικό πλακάκι που γράφει το όνομα του συγγενούς τους, την χρονολογία γεννήσεως και θανάτου, τον τόπο του θανάτου. Τα περισσότερα πλακάκια που έχω δει γράφουν Άουσβιτς ή Τρεμπλίνκα. Πολύ σπάνια, κοιτάζοντας κάτω στα πεζοδρόμια, ανακουφίζομαι διαβάζοντας πως κάποιος δραπέτευσε ή κατάφερε με κάποιο τρόπο να επιβιώσει.

Έχω μόλις παρευρεθεί σε μια παράξενη τελετή έξω απ’ το παράθυρό μου και είμαι πολύ συγκινημένη. Αργότερα, όταν θα βγω για να πάω στο εμπορικό κέντρο να ψωνίσω, θα δω από κοντά και θα διαβάσω τα στοιχεία του ανθρώπου που αξιώθηκε επιτέλους μετά από τόσα χρόνια μια κανονική κηδεία μετά μουσικής.

ΛΗΤΩ ΣΕΪΖΑΝΗ

Το πλακάκι της φωτογραφίας δεν αντιστοιχεί στην οικογένεια της πιο πάνω ιστορίας, αλλά βρίσκεται τοποθετημένο σε άλλο σημείο της πόλης.

*

 

 

Michele Montorfano, Μνημοσύνη

*

Μετάφραση Μαρία Φραγκούλη

*

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
Θάλαμος των προλεγόμενων: Arbeit macht frei

I
Το σώμα ξαναβγαίνει στην επιφάνεια
ενώ χειρίζονται τις πληγές.
Οι μουσούδες δένονται με λαβίδες,
τα μάτια μ’ εγκαύματα από το αλάτι, ανοιχτά.

Και βλέπουν τα στόματα των λεόντων
αναποδογυρισμένα στη γη.

II
Άκουγαν τον μυελό να ταλαντεύεται
να ουρλιάζει από χαμηλά,
να υποχωρεί.

Οι γαλαξίες στέκονταν γυμνοί πάνω από ξύλινες μορφές
στερεωμένες στο στόμα από κελύφη που έσπαζαν έρποντας.
Καθετί ήταν εν αναμονή του αίματος.

IX
Το αιώνιο επιστρέφει μες στο νερό που τα κοιτάει να πέφτουν στο κατώφλι.
Σώματα παρασυρμένα στον αφανισμό, διαλύονται σαν χαρτί
ούτε ατμόσφαιρα ούτε ουρανός τα περιβάλλει. Δεν υπάρχει μέρα ή νύχτα,
μόχθος ή ανάπαυση. Δεν υπάρχει οίκτος στο σύμπαν.

Καμιά λύτρωση παρά μόνο από το τίποτα.

(περισσότερα…)