Μπαχ

Μπαχ, Ραμώ και το ερώτημα της Σχέσης

*

του ΝΙΚΟΥ ΚΩΣΤΑΓΙΟΛΑ

~.~

Η ιστορία της μουσικής θεωρίας συχνά αφηγείται την πορεία της ως μια προοδευτική κατάκτηση της τάξης: από την εμπειρία προς τον νόμο, από το άκουσμα προς το σύστημα. Ωστόσο, πίσω από αυτήν την αφήγηση λανθάνει ένα βαθύτερο ερώτημα – λιγότερο τεχνικό και περισσότερο φιλοσοφικό: αν η μουσική θεμελιώνεται πρωτίστως σε μια προϋπάρχουσα μεταφυσική δομή ή αν αναδύεται μέσα από τη ζώσα σχέση των φωνών εν τω χρόνω. Η αντιπαράθεση ανάμεσα στον Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ και τον Ζαν-Φιλίπ Ραμώ αποτελεί ίσως το καθαρότερο πεδίο όπου αυτό το ερώτημα τίθεται με ακρίβεια, όχι ως θεωρητική διαφωνία αλλά ως διαφορετικός τρόπος αντίληψης του κόσμου. Kι αυτό διότι, ο μεν Ραμώ –κεντρική μορφή του γαλλικού Διαφωτισμού– επιχειρεί να θεμελιώσει τη μουσική σε αρχές καθολικές, φυσικές και αναγώγιμες στον λόγο. Έτσι, στο Traité de l’harmonie (1722), βλέπουμε την αρμονία να παρουσιάζεται ως αντικειμενική τάξη, εδραιωμένη στη φύση του ήχου και, τελικά, στον ίδιο τον λόγο της φύσης. Η περίφημη basse fondamentale δεν είναι κάτι που ακούγεται – αντιθέτως, είναι κάτι που νοείται, λειτουργώντας έτσι ως αφηρημένο υπόστρωμα, ικανό να ενοποιήσει την ποικιλία των φαινομένων σε ένα σύστημα αναγκαίων σχέσεων. Όπως στον Καρτέσιο η αλήθεια είναι κάτι σαφώς αποκαλύψιμο και διακριτοποιήσιμο μέσω της νόησης, έτσι και στον Ραμώ η μουσική αλήθεια μπορεί να αποδοθεί με τρόπο εννοιολογικό, ανεξάρτητα από την ενσάρκωσή της στον χρόνο.

Η συγγένεια αυτής της σκέψης με την εγελιανή μεταφυσική, αν και όχι ιστορική, είναι δομική. Στον Έγελο, το Όλον προηγείται των μερών και τα επιμέρους φαινόμενα αντλούν το νόημά τους από την ένταξή τους σε μια συνολική, αναγκαία κίνηση του Πνεύματος. Αντίστοιχα, στο αρμονικό σύστημα του Ραμώ, κάθε συγχορδία, κάθε ένταση, κάθε απόκλιση έχει ήδη τον τόπο της μέσα στη συνολική λογική της τονικότητας. Η δυσαρμονία δεν είναι ρήξη αλλά στιγμή προορισμένη για άρση. Η τάξη προηγείται της σχέσης και η ενότητα προηγείται της πολλαπλότητας. Η μουσική καθίσταται έτσι κανονιστική: οι φωνές οφείλουν να υπακούσουν σε μια προϋπάρχουσα μεταφυσική τάξη.

Απέναντι σε αυτήν τη λογική της προτεραιότητας του συστήματος, η μουσική του Μπαχ προτείνει κάτι ριζικά διαφορετικό – όχι ως θεωρία, αλλά ως πράξη. Ο Μπαχ δεν ξεκινά από την αρμονία, αλλά από τη συνύπαρξη. Οι φωνές του δεν υπόκεινται σε συγχορδίες· αποτελούν αυθύπαρκτες παρουσίες, εκτεθειμένες η μία στην άλλη καθώς ελίσσονται, εκδιπλούμενου του χρόνου. Η αρμονία, εν γένει στη μπαρόκ μουσική και ιδίως στον Μπαχ, δεν επιβάλλεται εκ των προτέρων – αντίθετα, αναδύεται εκ των υστέρων, ως αποτέλεσμα μιας πιστής και συχνά επισφαλούς συνύπαρξης, λειτουργώντας πια όχι ως αιτία μα ως μαρτυρία. (περισσότερα…)

Ανθούλα Δανιήλ, Η μουσική στο έργο του Γιώργου Σεφέρη

 *

Αφιέρωμα στον Γιώργο Σεφέρη   [ 5 / 9 ]

Σε συνέχεια της μικρής παράδοσης των χριστουγεννιάτικων αφιερωμάτων του δικτυακού Νέου Πλανόδιου, οι τελευταίες αναρτήσεις της χρονιάς τιμούν τον Γιώργο Σεφέρη, από του οποίου τον θάνατο συμπληρώθηκε εφέτος ήμισυ αιώνος (1971-2021). Από τις 23 Δεκεμβρίου ώς την Πρωτοχρονιά γράφουν διαδοχικά οι Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Γιώργος Κεντρωτής, Κώστας Χατζηαντωνίου, Χρήστος Δ. Αντωνίου, Ανθούλα Δανιήλ, Αγάθη Γεωργιάδου, Καλλιόπη Αβραάμ, Γεωργία Τριανταφυλλίδου και Κώστας Κουτσουρέλης. Τα περισσότερα από τα κείμενα του αφιερώματος ανακοινώθηκαν στην Κύπρο, κατά το πρόσφατο Ε΄ Σεφερικό Συμπόσιο της φιλόξενης Αγίας Νάπας (5-7.11.21), προσφιλούς τόπου του ποιητή.

«Ο Σεφέρης δείχνει ιδιαίτερη προτίμηση στους μουσικούς των οποίων την παρουσία βρίσκουμε στα ποιήματά του. Και τι δουλειά κάνει ο μουσικός; Ο Σεφέρης στα 1932 εξηγεί ότι ‘‘ο μουσικός στολίζει τη σιωπή, όπως ο γλύπτης το μάρμαρο με εξοχές, εσοχές και τρύπες’’. Στις 22 Νοεμβρίου 1931 σημειώνει:

Αγόρασα χθες ένα φωνογράφο και τις πρώτες πλάκες της Συμφωνίας σε ré mineur του Φρανκ. Έτσι άκουσα πάλι ένα κομμάτι που αγαπώ ιδιαίτερα και κάπως εξωκαλλιτεχνικά. Είναι ο μόνος τρόπος να μορφωθώ μουσικά με την ασυγχώρητη αμάθειά μου.

Ο αναγνώστης βέβαια εδώ θα χαμογελάσει, όταν σκεφτεί πόσο αυστηρός είναι με τον εαυτό του, μιλώντας για ‘‘ασυγχώρητη αμάθεια’’. Αμάθεια δεν έχει, αντιθέτως και φιλομάθεια και γνώση και παρακολουθεί πολύ στενά την υπόθεση και οι παρατηρήσεις του είναι πολύ σημαντικές». (Α.Δ.)

*

(περισσότερα…)