Μιχαήλ Άγγελος

«Μια δευτέρα παρουσία σωμάτων»

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 12:25
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

«…ξαπλωμένος πάνω σε μια κασέλα σαν ένας κοινός κουρασμένος εργάτης. Τον άγγιξα στο στήθος, εκεί που δένει το μπράτσο με τον ώμο, στην κοιλιά, στα μαλλιά του. Μου φάνηκα πως άγγιζα το δικό μου σώμα. Σκέφτηκα πως θα του έδινα μ’ ευχαρίστηση να γλεντήσει τη γυναίκα που θ’ αγαπούσα. Συλλογίστηκα ακόμη πως ο τεχνίτης που έπλασε τούτο το σώμα είχε στα  χ έ ρ ι α  τη συνειδηση πως έδινε ζωή σ’ έναν θεό που είχε πολύ μοιχέψει ανάμεσα στους θνητούς· μου φάνηκε παράξενο. Αυτός ο μεγάλος άντρας, πλαγιασμένος ανάσκελα, είχε μια διάταξη βρέφους».

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ
Τρίτη, 4.6.1945

Πενήντα τόσα χρόνια κρυμμένος στα άδυτα της Casa Buonarroti, περίμενε καρτερικά τους συντηρητές του. Πρόπλασμα ενός μαρμάρινου αγάλματος που δεν φτιάχτηκε ποτέ, ο ποτάμιος θεός του Μιχαήλ Αγγέλου, αυτός ο «Fluß-Gott des Bluts» όπως θα τον έλεγε ο Ρίλκε, αποκατεστημένος πια στην αρχική μαρμάρινη λάμψη του, απαλλαγμένος από τη χαλκόχρωμη παλιά του πατίνα, εδώ και λίγα χρόνια περιμένει και πάλι το βλέμμα μας στην πατρική Φλωρεντία. Και μας αντιγυρίζει, κιόλας, το δικό του:

Όμως το στήθος του φλογίζει σαν κερί
κι εκεί το βλέμμα, λες ριζωμένο τώρα σ’ άλλη
θέση, ζει και διαρκεί…

Σαν το ξέθαμμα του Δία ή Ποσειδώνα του Αρχαιολογικού Μουσείου μετά τον Πόλεμο, που περιγράφει στις Μέρες του ο Σεφέρης, το ίδιο συναίσθημα κι εδώ: «αναστάσιμος χορός αναδυομένων, μια δευτέρα παρουσία σωμάτων». (περισσότερα…)

Μιχαήλ Άγγελος, Ποιήματα

*

Πρήστηκαν απ’ τα πάθη τα λαιμά μου,
όπως απ’ το πολύ νερό οι γάτες
που σεργιανούν στης Λομβαρδίας τις στράτες,
κι έφτασε το πηγούνι ώς την κοιλιά μου.

Κρεμιέται Άρπυια φτερωτή το σώμα,
τα γένια ανάστροφα, στο σβέρκο ο νους μου,
και στάζοντας βροχή στους οφθαλμούς μου
απλώνει το πινέλο μου το χρώμα.

Άγγιξαν οι γοφοί μου το στομάχι,
καπούλι αλόγου μού ’χει γίνει η ράχη,
με βήμα αβέβαιο σαν τυφλός τρεκλίζω.

Η σάρκα εμπρός μου πέφτει και σουφρώνει,
και πίσω μου, όπως τρούλος που τεντώνει,
λες κι είμαι αψίδα της Συρίας λυγίζω.

Κι έτσι απ’ τη σκέψη η κρίση
αλλόκοτη και σφαλερή αναβλύζει –
κάννη στραβή το βόλι χαραμίζει.

Νά πού ’χω καταντήσει,
για φούντο πάει της τέχνης μου το σκάφος…
Τι θέλω εδώ; Δεν κάνω για ζωγράφος!

Rime 5, 1509 ή 1510· o Μ.Α. ελεεινολογεί τις συνθήκες εργασίας κατά την εικονογράφηση της οροφής της Καπέλλα Σιστίνα.

(περισσότερα…)

Μιχαήλ Άγγελος, Eπιστολές στην οικογένεια

*

Στον πατέρα του, Λοντοβίκο

Ρώμη, 27 Ιανουαρίου 1509

Πολυαγαπημένε μου πατέρα – έλαβα σήμερα το γράμμα σου και μόλις ξεδιάλυνα το νόημά του ταράχτηκα σφόδρα. Δεν αμφιβάλλω στιγμή ότι ανησυχείς και τρομάζεις περισσότερο απ’ όσο πρέπει. Θα χαρώ αν μου πεις τι νομίζεις ότι μπορεί να σας κάνει η γυναίκα εκείνη*, ποιο είναι το χειρότερο δηλαδή που μπορεί να πετύχει, αν κινήσει όλα τα μέσα που έχει στη διάθεσή της. Τίποτα άλλο δεν μπορώ να σου πω. Με αναστατώνει ν’ ακούω πως είσαι σε τέτοια κατάσταση φόβου. Γι’ αυτό, σου συνιστώ να προετοιμάσεις καλά την άμυνά σου, ζητώντας την κατάλληλη συμβουλή, κι ύστερα να πάψεις πια να το σκέφτεσαι. Γιατί και στην περίπτωση που εκείνη σου έπαιρνε ό,τι έχεις και δεν έχεις, δεν θα σου έλειπαν οι πόροι να ζήσεις, μήτε οι ανέσεις, ακόμη κι αν δεν είχες άλλο στον κόσμο από μένα. Ώστε αναθάρρησε.

Εγώ ζω πάντα σε μεγάλη αβεβαιότητα, γιατί είναι χρόνος τώρα που δεν έχω δει δεκάρα τσακιστή απ’ αυτόν τον πάπα**, κι ούτε του ζητάω και τίποτα, επειδή η δουλειά μού φαίνεται να μην προχωράει έτσι όπως θά ’θελα. Κι οφείλεται αυτό στη δυσκολία του έργου αλλά και στο ότι δεν είναι το επάγγελμά μου. Έτσι χάνω τον χρόνο μου άπραγος. Είθε ο Θεός να με βοηθήσει. Αν έχεις ανάγκη από χρήματα, πήγαινε στον έφορο, βάλ’ τον να σου μετρήσει δεκαπέντε δουκάτα και πες μου τι απομένει. (περισσότερα…)