λατινική γραμματεία

Κασσάνδρα Φεντέλε, Γραμμάτων Εγκώμιο

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Στο Κουατροτσέντο κυριαρχεί πια η σύλληψη μιας μεγάλης «πολιτείας των γραμμάτων» με επίκεντρο τις ανθρωπιστικές σπουδές (studia humanitatis, artes humaniores). Σε τούτο τον θαυμαστό νέο κόσμο, οι ανθρωπιστές ανταγωνίζονται σε υπόληψη, αξιώματα και παραγωγή. Η querelle des femmes αναπτύσσει ιδιαίτερη δυναμική στο πλαίσιο αυτό, με γυναίκες πρωτοπόρους να διεκδικούν πια μια θέση στην κοινότητα των ανθρωπιστών.

Η Κασσάνδρα Φεντέλε (1465-1558), γόνος αστικής οικογένειας της Βενετίας, αποτέλεσε μια από τις διασημότερες φωνές αυτής της προσπάθειας. Η φήμη της απλώνεται ξαφνικά σε ολόκληρη την Ευρώπη όταν γίνεται μια από τις πρώτες γυναίκες που αγορεύουν δημοσίως πάνω σε ανθρωπιστική θεματολογία, σε μια ιστορική ομιλία που εκφωνήθηκε στο πανεπιστήμιο της Πάδοβας, το 1487. Στη δεύτερη ομιλία της, το «Γραμμάτων Εγκώμιο», η Φεντέλε αναπτύσσει θεματολογία που είχε εκθέσει ήδη στην πρώτη, όμως το ερώτημα γίνεται τώρα ακόμα πιο συγκεκριμένο: ποια είναι η ωφελιμότητα της μελέτης των γραμμάτων και για το γυναικείο φύλο;

Δεν γνωρίζουμε την ακριβή χρονολογία, πάντως η Φεντέλε εκφώνησε τον λόγο ενώπιον του δόγη Αγκοστίνο Μπαρμπαρίγκο και της Βενετικής Συγκλήτου. Αντιμέτωπη με ένα ανδρικό ακροατήριο, υιοθετεί και αξιοποιεί έντεχνα -σχεδόν ειρωνικά- τη γραμματειακή σύμβαση της υποβάθμισης του φύλου της, και υπερασπίζεται την απόφασή της για μια καριέρα στα γράμματα καθώς και την ωφελιμότητα των ανθρωπιστικών σπουδών για όλους τους ανθρώπους, άνδρες και γυναίκες.

~.~

 ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ ΦΕΝΤΕΛΕ

Γραμμάτων εγκώμι0 [1]

Γαληνότατε Hγεμόνα, Πατέρες της Δημοκρατίας μας[2], ελλογιμότατοι Άνδρες· είναι αλήθεια πως ο εξαίρετος ρήτορας και φιλόσοφος Τζιόρτζιο Βάλλα[3], ο οποίος με τιμά βαθιά με την παρουσία του σήμερα, με εγκαρδίωσε και με παρακίνησε να στοχαστώ πού άραγε μπορεί να οδηγήσει το ασθενές φύλο η κοπιώδης εμβύθιση στις ανθρωπιστικές σπουδές, λαμβάνοντας βέβαια υπόψη ότι και εγώ η ίδια έχω βαλθεί να κατακτήσω την αθανασία μέσω των σπουδών αυτών. Αποφάσισα λοιπόν να υποκύψω στην επίμονη προσδοκία και αξίωσή του να μιλήσω δημόσια, παρόλο που, ούσα γυναίκα, στέκομαι ενώπιόν σας κοκκινίζοντας από ταπεινοσύνη, αφού μου είναι αδύνατον να λησμονήσω ότι η ευφυΐα μου είναι περιορισμένη. Σε τέτοιες περιστάσεις οι απλοί άνθρωποι τα χάνουν από τη ντροπή, με αποτέλεσμα να καταντούν κουραστικοί -και φυσικά δεν αποτελώ εξαίρεση εγώ, παρόλη την αφοσίωσή μου στις ανθρωπιστικές τέχνες.

Μην σαστίσετε λοιπόν εάν στο πρώτο μέρος της ομιλίας μου, εγώ, η Κασσάνδρα, φανώ αδύναμη να τιθασεύσω το δείλιασμα του νου και της ψυχής μου, ή αρχίσω να τραυλίζω. Όταν μάλιστα αναλογίστηκα τη σπουδαιότητα του θέματος για το οποίο θα μιλούσα ενώπιον ενός τόσο εκλεπτυσμένου και έξοχου κοινού, συνειδητοποίησα ότι δεν υπάρχουν λόγια τόσο δαψιλή, τόσο έκλαμπρα και διαλεχτά τα οποία, ακόμα και αν τα εκφωνούσε ο ευγλωττότερος ρήτορας, δεν θα ωχριούσαν μπροστά στη λογιοσύνη και τη θωριά σας, καταλήγοντας να ακουστούν πεζά, αδιάφορα και άγαρμπα. Υπάρχει άραγε κάποιος που διαθέτει τέτοια δύναμη και τέτοιο χάρισμα πνεύματος και λόγου ώστε να καταφέρει να αρθεί στο ύψος το οποίο απαιτεί μια αγόρευση που εγκωμιάζει τα ίδια τα γράμματα ή να το κάνει μπροστά σε ένα τόσο πεπαιδευμένο κοινό; Έχοντας λοιπόν απόλυτη επίγνωση της δυσκολίας του έργου αλλά και της ανεπάρκειας των δυνάμεών μου, θα μπορούσα πολύ εύκολα να έχω λιποψυχήσει και να αποφύγω την περίσταση· με συγκράτησαν όμως η αγαθή προαίρεση και η μεγαλοψυχία που σας χαρακτηρίζουν συνολικά. Γνωρίζω καλά ότι δεν αξιώνετε από κάποιον περισσότερα από όσα είναι σε θέση να φέρει εις πέρας, καθώς και ότι δεν συνηθίζετε ούτε να αποβλέπετε σε περισσότερα από  όσα αρμόζουν σε μια περίσταση, ούτε να εναποθέτετε φορτίο βαρύτερο από αυτό που μπορούν να βαστάξουν οι ώμοι εκείνου που στέκεται μπροστά σας. (περισσότερα…)

Κόιντος Αυρήλιος Σύμμαχος, Για τον Βωμό της Νίκης

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Το Υπόμνημα αρ. 3 «Για τον Βωμό της Νίκης» (Relatio III, De Ara Victoriae) του συγκλητικού και κορυφαίου ρήτορα Κόιντου Αυρήλιου Σύμμαχου είναι οπωσδήποτε το πιο διάσημο αλλά και ένα από τα ελάχιστα διασωθέντα κείμενα αντίδρασης των υπερασπιστών της παραδοσιακής ρωμαϊκής θρησκείας απέναντι στην καταστολή που επέβαλαν οι χριστιανοί αυτοκράτορες τον 4ο αιώνα. Ο Βωμός (μαζί με το χρυσό άγαλμα) της θεάς Νίκης εγκαταστάθηκε από τον Αύγουστο το 29 π.Χ. στην Κουρία, την έδρα της Συγκλήτου, και αποτελούσε ένα από τα σημαντικότερα σύμβολα της Ρώμης – σημείο αναφοράς για τη σύνδεση της ευημερίας της πόλης με την εύνοια των θεών. O Βωμός αφαιρέθηκε κατόπιν διαταγής του Κωνστάντιου Β΄ το 357 και αποκαταστάθηκε προσωρινά είτε από τον ίδιο, είτε από τον Ιουλιανό. Το 382 ο Γρατιανός όχι μόνον διέταξε να αφαιρεθεί αλλά εισήγαγε και άλλα κατασταλτικά μέτρα, μεταξύ των οποίων τη διακοπή της χρηματοδότησης των εθνικών λατρευτικών τελετών, την κατάργηση των προνομίων των Εστιάδων Παρθένων και την απαλλοτρίωση περιουσιακών εκτάσεων ορισμένων ιερατικών κολληγίων. Η Σύγκλητος, στην οποία πλειοψηφούσαν οι εκπρόσωποι της παραδοσιακής θρησκείας, εξουσιοδότησε τότε τον Σύμμαχο να παρουσιαστεί στο Μιλάνο (έδρα της αυτοκρατορικής αυλής) και να εκφράσει τη διαμαρτυρία της στον Γρατιανό. Με την έντεχνη μεσολάβηση του Αμβρόσιου, επισκόπου Μιλάνου, αλλά και αντίπαλων συγκλητικών, ο Γρατιανός αρνήθηκε την ακρόαση. Το επόμενο έτος (383) ο Γρατιανός δολοφονείται, ενώ μεγάλο μέρος της αυτοκρατορίας μαστίζεται από λιμό. Τον τελευταίο οι εθνικοί τον ερμηνεύουν ως τιμωρία που επέβαλαν οι θεοί της Ρώμης εξαιτίας της υποβάθμισης της λατρείας τους. Στον θρόνο ανεβαίνει ο 12ετής ετεροθαλής αδελφός του Γρατιανού, Ουαλεντινιανός Β΄. Το 384 ο Σύμμαχος εκλέγεται «πολίαρχος» Ρώμης (Praefectus Urbis Romae) και υποβάλλει το διάσημο υπόμνημά του στον νέο αυτοκράτορα. Αν και γνωστό ως υπόμνημα για την αποκατάσταση του Βωμού της Νίκης, στο κείμενο ο Σύμμαχος υπερμάχεται επίσης της επανακαθιέρωσης των προνομίων και του δικαίου των ιερατικών κολληγίων (κυρίως εκείνων των Εστιάδων Παρθένων) και, γενικότερα, του σεβασμού της πατρώας λατρείας. Το υπόμνημα καταπνίγεται στο αυτοκρατορικό Κονσιστόριο υπό την επίδραση, και πάλι, του Αμβρόσιου. Κομβική ως προς αυτό στάθηκε η επιστολή αρ. 17 του τελευταίου. Σε επόμενη δε επιστολή (αρ. 18), όταν το ζήτημα έχει πια κριθεί, ο Αμβρόσιος απαντά στα επιχειρήματα του Σύμμαχου με ευγλωττία οπωσδήποτε ισάξια του θύραθεν αντιπάλου του.

~.~

ΚΟΪΝΤΟΣ ΑΥΡΗΛΙΟΣ ΣΥΜΜΑΧΟΣ

Για τον Βωμό της Νίκης

Υπόμνημα ΙΙΙ [1]

Στους Αεισέβαστους Δεσπότες και Αυτοκράτορές μας Ουαλεντινιανό, Θεοδόσιο και Αρκάδιο[2], από τον Λαμπρότατο Σύμμαχο, Πολίαρχο Ρώμης.

1 . Μόλις η περιφανέστατη Σύγκλητος, πάντα αφοσιωμένη σε εσάς, πληροφορήθηκε ότι για τις αδικίες λογοδοτεί πια κανείς στον νόμο και πως ευσεβείς ηγεμόνες λαγαρίζουν τη Ρώμη από τη μαυρίλα που επικράτησε τα τελευταία χρόνια, ενθαρρυμένη δε από τη μεγαλειώδη έλευση μιας πιο ελπιδοφόρας εποχής, έλυσε τη σιωπή της, εξέφρασε την επί μακρόν καταπνιγμένη θλίψη της και με εξουσιοδότησε να την εκπροσωπήσω για δεύτερη φορά προκειμένου να μεταφέρω τις ενστάσεις της. Διότι, την πρώτη φορά, άνδρες ιδιοτελείς είχαν καταφέρει να μου αποστερήσουν το προνόμιο της ακρόασης από τον Θείο[3] Αυτοκράτορα. Εάν δεν το είχαν μεθοδεύσει αυτό, η δικαιοσύνη θα είχε ασφαλώς αποδοθεί, Δεσπότες και Αυτοκράτορές μας.

2 . Απευθύνομαι σε εσάς με διπλή ιδιότητα. Ως πολίαρχος, ενεργώ στο πλαίσιο των δημοσίων καθηκόντων μου, ενώ ως πρεσβευτής είμαι επιφορτισμένος να σας μεταφέρω τη βουλή των πολιτών. Δεν υφίσταται πλέον διάσταση προθέσεων στη Σύγκλητο, αφού οι άνδρες έχουν πάψει πια να πιστεύουν ότι, εκφράζοντας μια προσποιητή διαφωνία, θα κερδίσουν την εύνοια των αυλικών. Το να σε αγαπούν, το να σε σέβονται, το να σε εκτιμούν, είναι πράγματα πολύ σπουδαιότερα από την εξουσία. Ποιος μπορεί να ανέχεται ιδιωτικά συμφέροντα να στρέφονται ενάντια στην πολιτεία; Και δικαίως, φυσικά, η Σύγκλητος πατάσσει εκείνους που ενεργούν προς χάριν της δικής τους ισχύος και όχι υπέρ της δόξας του ηγεμόνα. Οι κόποι μας αποσκοπούν στην περιφρούρηση της Μεγαλοφροσύνης σας. Για ποιον άλλωστε λόγο υπερασπιζόμαστε τους θεσμούς των προγόνων μας και τα δικαιώματα και το πεπρωμένο της πατρίδας μας, παρά για τη δόξα που όλα αυτά επιθέτουν στο παρόν; Και τούτη η δόξα στα αλήθεια εκτινάσσεται όταν ενεργεί κανείς με την επίγνωση πως δεν μπορεί να αντιμάχεται, ούτε στο ελάχιστο, το έθος των προγόνων. (περισσότερα…)