*
Τα δωμάτια είχαν δυσθεώρητο ύψος — στο σούρουπο, για παράδειγμα, το ταβάνι εξαφανιζόταν. Συχνά ξυπνούσε με ασαφή την αίσθηση του ύψους· τον προσγείωνε μια κουκουβάγια που δεν την είχε ακούσει ποτέ να κράζει, αλλά αιωρούνταν σταθερά από ένα κλαδάκι ιτιάς, που φύτρωνε κάθετα από μια ρωγμή στο κούφωμα του βορινού παραθύρου, ακριβώς πάνω απ’ το κρεββάτι του. Ήταν μια παράξενη κουκουβάγια: η πλάτη της ασημοπράσινη, τα νύχια της κίτρινα. Συνήθιζε να στριφογυρίζει γύρω από το κλαδάκι με τέτοια ταχύτητα, ώστε έμοιαζε με χρυσόμυγα — σαν κι αυτές που έδενε με σπάγκο και τις είχε για κατοικίδια όταν ήταν παιδί.
Ρωγμές υπήρχαν παντού. Κάθε τόσο του έφερναν στον νου τον σεισμό του ’81· κι έπειτα, μια ολόκληρη ακολουθία από μικροσεισμούς που του είχαν τύχει αργότερα, στην ενήλικη ζωή του, λες και η ανάμνηση ήταν ο κύριος σεισμός και ακολουθούσαν οι υπόλοιποι ως αποτέλεσμα της μνήμης και όχι των τεκτονικών μετατοπίσεων.
Ήταν κάπως άβολο που το κρεβάτι βρισκόταν στη γωνία, δίπλα στην πόρτα του δικηγορικού γραφείου. Πολλές φορές, στον ύπνο του, έμπαιναν πελάτες ή επισκέπτες και του έπιαναν την κουβέντα. Δεν μπορούσε να ξεχάσει εκείνο το κοριτσάκι που περίμενε να τελειώσει η μητέρα της το ραντεβού με τη δικηγόρο. Είχε θλιμμένα μάτια και κρατούσε την καρδιά της μέσα σε μια δερμάτινη θήκη — έμοιαζε με θήκη στυλογράφου. Επέμενε να βγάλουν μαζί μια σέλφι. (περισσότερα…)
