*
τοῦ Γιώργου Παπανδρέου
Σὰν τὴ γλυκιά κατέβηκε ἁμαρτία
σιγὰ στὴ γῆς ἡ νύχτα ἀλαφροπόδα,
κι ἡ βραδινή σηκώθη μελωδία.
Κάπου σὲ κήπους μακρινοὺς δυὸ ρόδα
τρεμόπαιξαν καὶ μύρισε τὸ ἀγέρι·
κι αγάλια ἡ ἀσημοκάρφω οὐράνια ρόδα
μὲ τοῦ Θεοῦ κουνήθη τὸ ἅγιο χέρι·
τὰ σύμπαντα σαλέψα ὑποταγμένα
καὶ γελαστό τὸ πρῶτο ἐφάνη ἀστέρι.
Ἡ γῆς ἡ μάνα ἀχνογελάει παρθένα
στοῦ νυχταρσενικοῦ Θεοῦ τὸ χάδι
κι ἀνατριχιάζουν τὰ χλωρὰ σπαρμένα.
Καὶ κάθεται ὁ Χριστὸς μπρὸς στὸ πηγάδι
τῆς ἐρημιᾶς, σκυφτός, καὶ συλλογᾶται·
τὴ γυμνοστήθα νιὰ μὲς στὸ σκοτάδι
ἀκόμα τὴ γρικάει νὰ τοῦ δηγᾶται
γιὰ τοὺς πολλούς της ἄντρες, καὶ μὲ τρόμο
τὰ στήθια της, τὰ χείλια της θυμᾶται.
«Ἄχ, θὰ χαθεῖ στῆς ἀτιμιᾶς τὸ δρόμο!
Ὅλους νὰ μπόρουν, Θέ μου, τοὺς περάτες
ν ἀνοίξω τῆς Παράδεισος, τὸ νόμο
νὰ τὸν γλυκάνω πιά, κι ἀπὸ τὶς στράτες
ὅλες, καλές, κακές, νὰ ̓ρθοῦν, Πατέρα,
νὰ μποῦν στὸ ἀρχοντικό σου ὅλοι οἱ διαβάτες!» (περισσότερα…)
